1345/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1345/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ βλ. και ΑΠ 1233/1999, ΑΠ 1903/2006). Για να θεμελιωθεί, όμως ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των συντεταγμένων του δεδικασμένου (ΑΠ 1002/2005, ΑΠ 1858/2005).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1345 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1345/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. συζ. Κ. Κ., το γένος Ο. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κωνσταντέλλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και ως καθολικής διαδόχου της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Σταυρούλα Καραθάνου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών όπου εκδόθηκε 6454/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-6-2008 αίτησή της και τους από 28-12-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 9-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12, καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη, που καθορίζει, δεσμευτικά για το δικαστήριο, ο νόμος (ΑΠ 150/2003, ΑΠ 30/2005, ΑΠ 189/2006, ΑΠ 540/2006).
Δεν ιδρύεται, όμως, αν το δικαστήριο της ουσίας εκτιμώντας ελεύθερα αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από άλλα ισοδύναμα, κατά νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 31/1999, ΑΠ 1225/2002, ΑΠ 30/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη.
Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 19/2005). Ο ίδιος λόγος καθιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβλέψει το δεδικασμένο προηγούμενης απόφασης. Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ βλ. και ΑΠ 1233/1999, ΑΠ 1903/2006). Για να θεμελιωθεί, όμως ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των συντεταγμένων του δεδικασμένου (ΑΠ 1002/2005, ΑΠ 1858/2005).
Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου. Αν η απόφαση που προσβάλλεται δεν ποιείται μνεία για ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου καθιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, τότε μόνον, αν ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε το δεδικασμένο που απορρέει απ' αυτή προς απόδειξη της βάσης και αγωγής ή την απόκρουση αυτής και το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος ασκεί ουσιώδη, επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1858/2005 και Ολ.
ΑΠ 1329/1985, ΑΠ 130/2004). Τα πραγματικά περιστατικά πρέπει να προταθούν από το διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας και, επίσης, πρέπει, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου, να εκτίθεται, πως είχε υποβληθεί αίτημα σχετικό από το πιο πάνω δεδικασμένο (ΑΠ 514/2002). Πρέπει, ακόμη, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου, να γίνεται ρητή μνεία στο αναιρετήριο, πως ο παραπάνω ισχυρισμός είχε, νόμιμα, προταθεί στο δικαστήριο τους ουσίας (ΑΠ 130/2004 και Ολ.
ΑΠ 1339/1985, ΑΠ 130/2004, ΑΠ 1002/2005, ΑΠ 2/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ειδικότερα, όταν η αγωγή είναι ορισμένη και το δικαστήριο τη θεώρησε αόριστη ή και αντίστροφα, η απόφαση μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά με βάση την πιο πάνω διάταξη (ΑΠ 1310/ 1992, ΑΠ 1505/1998, ΑΠ 1802/2001, ΑΠ 1508/2003, ΑΠ 2002/2004, ΑΠ 74/2003, ΑΠ 162/2005, ΑΠ 1490/2005, ΑΠ 376/2006, ΑΠ 381/2006, ΑΠ 1792/2007, ΑΠ 1816/2008).
Ωσαύτως, η ίδια διάταξη εφαρμόζεται, όταν η απόφαση κατά παράβαση του νόμου έκρινε επαρκή ή ανεπαρκή τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, προκειμένου να εξειδικευτεί ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου (ΑΠ 118/1994, ΑΠ 502/1996, ΑΠ 1006/2007, ΑΠ 669/2007), υπό την προϋπόθεση, πάντως, πως ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε νόμιμα, στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 211/2001, ΑΠ 111/1999).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης.
Συγκεκριμένα καλύπτει: α)το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, τη νομική αιτία δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε και γ)την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή, και τα πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης.
Αυτά δε ισχύουν, όταν η έννομη σχέση που έχει αναγνωρισθεί, τελεσίδικα, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης, μεταγενέστερης αξίωσης. Ειδικότερα, στην περίπτωση αδικοπραξίας, η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε σε προηγούμενη αγωγή αποζημίωσης του παθόντα, στηριζόμενη στην ίδια αδικοπραξία, αποτελεί δεδικασμένο στη νέα δίκη, με την οποία ζητείται η επιδίκαση αποζημίωσης για μεταγενέστερο χρόνο, ως προς τις συνθήκες τέλεσης αυτής, την υπαιτιότητα του εναγόμενου και συνδρομή ή μη συνυπαιτιότητας του ενάγοντος και τις ζημίες (θετικές και διαφυγόν κέρδος) που αυτός υπέστη, για το χρονικό διάστημα, που αναφέρεται στην αγωγή.
Δεν αποτελεί, όμως, δεδικασμένο για τις απαιτήσεις μεταγενέστερου χρόνου, κατά τη διάρκεια του οποίου είναι δυνατόν να εξακολουθεί η αδικοπραξία να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη δίκη. (ΑΠ 938/2010, ΑΠ 1428/2009, ΑΠ 715/2000 και Ολ. ΑΠ 19/2005). Άλλωστε, δεν πρέπει να ταυτίζεται η έννομη σχέση, με το συγκεκριμένο δικαίωμα που πηγάζει απ' αυτήν, ούτε να θεωρείται η "σύνθετη" έννομη σχέση, δηλαδή εκείνη από την οποία πηγάζουν περισσότερα δικαιώματα ( ΑΠ 1272/1995) ως "σύμπλεγμα" από δικαιώματα και υποχρεώσεις (πρβλ.
ΑΠ 1223/1999). Εκτός, αν αναγνωριστεί, τελεσίδικα, κάποια αξίωση από αδικοπραξία, αναγκαία αναγνωρίζεται, ότι υπάρχει η αδικοπραξία και ότι έχει ισχύ, δηλαδή, αναδίδονται έννομες συνέπειας (ΑΠ 525/1981). Άρα, σε μεταγενέστερη αγωγή, για άλλη έννομη συνέπεια, η οποία κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, πηγάζει από την ίδια αδικοπραξία, αποκλείεται να τεθεί, εκ νέου, το ζήτημα αν υπάρχει ή όχι η αδικοπραξία αυτή, υπό τους όρους βέβαια του άρθρου 331 Κ.Πολ.Δ.
Υπάρχει, όμως, ζήτημα, αν αυτή η έννομη σχέση αναδίδει και την άλλη έννομη συνέπεια που αξιώνεται με την νεότερη αγωγή. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι, μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων με τη συνδρομή η μή των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι, αφ' ενός μεν η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και, αφ' ετέρου, η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύεται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή από συνδυασμό τέτοιων εγγράφων (ΑΠ 448/2006, ΑΠ 665/2006).
Κατά την ορθή ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 623 Κ.Πολ.Δ. στην έννοια του δημόσιου εγγράφου, περιλαμβάνεται και η τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η οποία αναγνωρίζει την απαίτηση ή το οφειλόμενο ποσό, η οποία εκδόθηκε σε άλλη δίκη επί αγωγής του ζητούντος την έκδοση της διαταγής πληρωμής κατά του καθ' ού πρόκειται να εκδοθεί αυτή.
Κατ' αυτό τον τρόπο, εκείνος που πέτυχε να εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση υπέρ αυτού, η οποία αναγνωρίζει τη χρηματική απαίτηση και αποτελεί δεδικασμένο στις μεταξύ αυτού και του αντιδίκου του σχέσεις, ως προς την ύπαρξη της διαγνωσθείσας απαίτησης, μπορεί, προκειμένου να αποκτήσει εκτελεστό τίτλο για την αναγνωρισθείσα, τελεσίδικα, απαίτησή του, να ζητήσει να εκδοθεί υπέρ αυτού διαταγή πληρωμής, κατά τη διαδικασία των άρθρων 623 επ.
Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 665/2006, ΑΠ 445/2006 ΑΠ 124/2005 ΑΠ 1424/2004). Από τις διατάξεις δε των άρθρων 623 επ Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αντικείμενο της αίτησης δεν είναι η διάγνωση της ουσιαστικής αξίωσης του αιτούντος, αλλά μόνο ο εξοπλισμός της με τίτλο εκτελεστό, ανεξάρτητα από την αυθεντική διάγνωση της σχετικής αξίωσης. Αντικείμενο δε της επί της ανακοπής δίκης του άρθρου 632 Κ.Πολ.Δ.
είναι ο έλεγχος της νομιμότητας και του κύρους της διαταγής πληρωμής και όχι η διάγνωση της ουσιαστικής αξίωσης. Αντικείμενο δε της, επί της ανακοπής δίκης του άρθρου 632 Κ.Πολ.Δ. είναι ο έλεγχος της νομιμότητας και του κύρους της διαταγής πληρωμής και όχι η διάγνωση της ουσιαστικής αξίωσης (ΑΠ 1870/1986).
Συνεπώς, αν από τα προσκομισθέντα στο δικαστή, ο οποίος έχει εκδώσει τη διαταγή πληρωμής, έγγραφα για την έκδοσή της, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση, δεν μπορεί το δικαστήριο της ανακοπής να διαγνώσει την ουσιαστική αξίωση του καθού, αλλά θα πρέπει να δεχθεί την ανακοπή και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής.
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμα επισκοπούμενη, κρίνοντας, επί ανακοπής της ήδη, αναιρεσίβλητης, για ακύρωση της με αριθμό 7443/2009 διαταγής πληρωμής, δέχτηκε τα ακόλουθα: "...... Με την υπ' αριθμ. 358/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη λόγω μη ασκήσεως ενδίκων μέσων κατ' αυτής, εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 518 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
τριετίας από τη δημοσίευσή της (βλ. σχ. υπ' αρ. 2735, 8435/2005 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών), εκδοθείσης κατόπιν ασκήσεως της από 20-8-1991 αγωγής της καθ'ης η ανακοπή κατά της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", καθολική διάδοχος της οποίας λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση είναι η ανακόπτουσα "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι από υπαιτιότητα (δόλο) των οργάνων της άνω τραπεζικής εταιρίας (Εθνική Κτηματική Τράπεζα) ματαιώθηκε το Δεκέμβριο του 1986 η πώληση των αναφερομένων ακινήτων (υπό στοιχ.
Υ-1 και Α-2 επί πολυκατοικίας των οδών ...) της καθής η ανακοπή και ότι σκοπός της πώλησης αυτής από την οποία η καθής θα ελάμβανε ως τίμημα το ποσό των 25.000.000 δραχμών ήταν η προθεσμιακή τραπεζική κατάθεση του άνω τιμήματος, εκ της οποίας η καθής θα εισέπραττε τόκους κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων για χρονικό διάστημα πέντε ετών, ήτοι από 1.1.1987 έως 31.12.1991 το ποσό των 31.250.000 δραχμών, το οποίο (ποσό) και αναγνωρίστηκε με την άνω απόφαση (358/1999) ότι η ανακόπτουσα οφείλει να καταβάλει στην καθής, ως αποθετική ζημία της.
Περαιτέρω, η καθής με την από 30.6.2005 αίτηση της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της προσβαλλομένης υπ' αρ. 7443/2005 διαταγής πληρωμής σε βάρος της ανακόπτουσας, ως καθολικής διαδόχου της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας, για το ποσό των 83.008,67 ευρώ, ως αποζημίωση της για αποθετική ζημία της προερχόμενη από απώλεια τόκων της κατάθεσης σε τράπεζα του τιμήματος της πώλησης των ακινήτων της εκ 25.000.000 δραχμών για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1.1.2003 έως 30.6.2005.
Με την αίτηση της η καθής επικαλέστηκε και έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής ότι η υπ' αρ. 358/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε σε προγενέστερη δίκη και επεδίκασε αποζημίωση από αδικοπραξία για ορισμένο χρονικό διάστημα, αποτελεί δεδικασμένο δεσμεύον τις διαδίκους για την επίδικη διαφορά, εχούσης αντικείμενο την επιδίκαση αποζημιώσεως με βάση το ίδιο νομικό καθεστώς (αδικοπραξία) για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δεν άλλαξαν τα λοιπά εκτός από το χρόνο περιστατικά.
Τα έγγραφα δε, τα οποία προσκόμισε η καθής και δέχτηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής ότι απεδείκνυαν την απαίτηση της καθής, εκ 83008,67 ευρώ ήταν: α) η υπ' αρ. 358/1999 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β) τα υπ' αρ. 2735, 8455/2005 πιστοποιητικά του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, περί τελεσιδικίας της άνω απόφασης, γ) οι υπ' αρ. 4541/2002 και 6754/2003 τελεσίδικες αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και οι υπ' αρ. 6590/2003 και 8119/2004 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών που επικύρωσαν τις άνω πρωτόδικες αποφάσεις, με τις οποίες κρίθηκαν τα μέσα ετήσια επιτόκια για τα αναφερόμενα στη διαταγή πληρωμής χρονικά διαστήματα της ίδιας τραπεζικής κατάθεσης δ) η υπ' αρ. 1186/1993 απόφαση του Αρείου Πάγου και ε) τα βιβλιάρια τραπεζικών καταθέσεων της καθής στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, Αγροτική Τράπεζα, Εθνική Τράπεζα και Εμπορική Τράπεζα.
Όμως από τα ανωτέρω έγγραφα δεν αποδεικνυόταν η απαίτηση αποζημίωσης της καθής για το μεταγενέστερο επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1.1.2003 έως 30.6.2005, δεδομένου ότι το δεδικασμένο που είχε παραχθεί από την υπ' αρ. 358/1999 τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί της προαναφερόμενης προγενέστερης αγωγής της καθής, δεν καλύπτει την ένδικη αξίωση της μεταγενέστερης αίτησης της καθής προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, αφού ο χρόνος που διαλαμβάνεται στην υπ' αρ. 358/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είναι διαφορετικός από εκείνο που αναφέρεται και κρίθηκε με τη προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.
Ακόμη, η παραδοχή της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής ότι δεν μεταβλήθηκαν, πλην του χρόνου, τα λοιπά πραγματικά περιστατικά, ταυτίζουσα έτσι τις περιστάσεις υπό τις οποίες κρίθηκε με την υπ' αρ. 358/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι υφίσταται απαίτηση αποζημίωσης της καθής, με τις περιστάσεις του μεταγενέστερου επίδικου χρόνου δεν αποδεικνύεται εγγράφως.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 623 ΚΠολΔ ως έγγραφο (δημόσιο) που αποδεικνύει την απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό είναι και η τελεσίδικη δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει την απαίτηση ή το οφειλόμενο ποσό και εκδόθηκε σε άλλη δίκη επί αγωγής του ζητούντος την έκδοση της διαταγής πληρωμής (για την ίδια αναγνωρισθείσα απαίτηση ή το οφειλόμενο ποσό) κατά του καθού....".
Με τις παραπάνω παραδοχές της η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση: 1)δεν παραβίασε το δεδικασμένο που παρήχθη από την προαναφερθείσα απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γιατί αυτό δεν εκτείνεται και στη ζημία (διαφυγόν κέρδος) που φέρεται ότι υπέστη η αναιρεσείουσα, κατά το μεταγενέστερο, επίδικο, χρονικό διάστημα, η οποία δεν είχε καταστεί αντικείμενο της προηγούμενης δίκης και δεν έχει διαγνωσθεί με την πιο πάνω τελεσίδικη απόφαση, ούτε ήταν δυνατόν να διαγνωσθεί στα πλαίσια της έκδοσης διαταγής πληρωμής και της εκδίκασης της κατ' αυτής ανακοπής, εφ' όσον, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προπαρατέθηκαν, αντικείμενο αυτών δεν είναι η διάγνωση της απαίτησης, αλλά, στην πρώτη περίπτωση ο εξοπλισμός της με τίτλο εκτελεστό και στη δεύτερη, ο έλεγχος της νομιμότητας και του κύρους της διαταγής πληρωμής.
Και βέβαια, δεν είναι θέμα απλού ελέγχου του ποσοστού τόκου, που αξιώνεται για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, όπως τούτο απορρέει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε αυτή κήρυξε απαράδεκτη την αίτηση της αναιρεσείουσας, ως η τελευταία υπολαμβάνει, αλλά έκανε δεκτό σχετικό λόγο ανακοπής της αναιρεσίβλητης και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής για τον προαναφερθέντα λόγο.
Κατά ταύτα, οι τα αντίθετα προβάλλοντες, από τα άρθρα 559 αρ. 16, 14 και 8 Κ.Πολ.Δ. σχετικοί λόγοι αναίρεσης και πρόσθετοι αυτής λόγοι πρέπει ν' απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπ' όψιν και αξιολόγησε, κατά τον προσήκοντα τρόπο τα αναφερόμενα, στην αίτηση αναίρεσης έγγραφα κατά την δέουσα για το καθένα, αποδεικτική δύναμη.
Ούτε, εξάλλου, η αναιρεσείουσα εκθέτει, επακριβώς, πλην της παράθεσης της πιο πάνω διάταξης, ποια ήταν η συγκεκριμένη αποδεικτική δύναμις των εγγράφων αυτών, και ποια ήταν η αποδοθείσα σ' αυτά, ανεπιτρέπτως, από το δικαστήριο. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εκτιμά το περιεχόμενο τελεσίδικης δικαστικής απόφασης για να διαπιστώσει την έκταση του παραγομένου από αυτόν δεδικασμένο.
Άρα ο από το άρθρο 559 αριθμ. 12 Κ.Πολ.Δ. λόγος του αναιρετηρίου, ο οποίος προβάλλει τα αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά απ' αυτά, πρέπει η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι ν' απορριφθούν στο σύνολό τους. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της. (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-6-2008 αίτηση της Σ. Κ., όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 28-12-2010 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της με αριθμό 6454/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Αυγούστου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ