Supreme Court dismisses appeal against final judgment for failure to consider evidence, ruling all cited documents were properly evaluated.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding a contract dispute. The appellant argued the lower court ignored specific evidence, including government correspondence and sworn statements, but the court found these documents were explicitly referenced and weighed in the appellate decision. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the appellate party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 495(3) of the Code of Civil Procedure; The court must reject an appeal if the lower court has properly considered and evaluated all evidence presented by the appellant, and no other grounds for review exist.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1344 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1344/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Γ. του Μ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Λυδία Τσοβόλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΝ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΝ Α.Ε.", που εδρεύει στον Δήμο Πολικής Κεφαλληνίας, στο Ληξούρι Κεφαλληίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Πέππα - Ανδριτσοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4658/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 6983/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-12-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 13-12-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 6983/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος - ενάγοντος κατά της υπ' αριθ. 4658/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 9-7-2015 αγωγή του (τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική της βάση), με την οποία αυτός (ενάγων) είχε ζητήσει, όπως περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης -αναιρεσίβλητης να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 483.050,50 ευρώ, νομιμότοκα, βάσει της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 3 ΑΚ η ιδιωτική βούληση δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή κανόνων δημόσιας τάξης.
Σκοπός της ανωτέρω διάταξης είναι να οριοθετήσει την ιδιωτική αυτονομία έναντι της κανονιστικής αρμοδιότητας του εθνικού νομοθέτη κατά τη ρύθμιση των βιοτικών σχέσεων. Γι` αυτό και οι κατά τη διάταξη αυτή κανόνες δημόσιας τάξης δεν έχουν αποκλειστικά ηθική, κοινωνική ή οικονομική σημασία, είναι δε ταυτόσημοι με τον όρο κανόνες αναγκαστικού δικαίου, αφού εξυπηρετούν συνήθως το δημόσιο συμφέρον (Ολ.Α.Π.14/2015, Ολ.Α.Π.274/1971, Α.Π.596/ 2022), δεν αποκλείεται όμως να προστατεύουν και ιδιωτικά συμφέροντα.
Επομένως η ιδιωτική βούληση δεν περιορίζεται μόνο έναντι ρυθμίσεων θεμελιώδους αξιολόγησης της εθνικής έννομης τάξης αλλά και έναντι οποιασδήποτε άλλης ρύθμισης η οποία χαρακτηρίζεται ή ερμηνεύεται ως διάταξη αναγκαστικού δικαίου. Πότε μια ρύθμιση εισάγει αναγκαστικό δίκαιο συνιστά θέμα ερμηνείας της κρίσιμης διάταξης με βάση το κείμενο και το γενικότερο σκοπό που υπαγορεύει (Α.Π.596/2022).
Ο χαρακτήρας ενός κανόνα ως δημοσίας τάξεως μπορεί να προκύπτει επίσης και από τη γραμματική διατύπωσή του, ιδίως όταν απαγορεύει ή επιτάσσει ορισμένη συμπεριφορά ή όταν κηρύσσει ακυρότητα (Α.Π. 596/2022, Α.Π.1490/1991).
Περαιτέρω αναγκαστικοί κανόνες είναι οι κανόνες που επιδιώκουν την προστασία του γενικότερου συμφέροντος ή γενικότερα ενέχουν θεμελιώδεις στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης αξιολογήσεις (Ολ.Α.Π.15/2000, Α.Π. 596/2022), αλλά και εκείνοι που αποτελούν ειδική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης (Α.Π.596/2022, Α.Π.162/1999), της καλής πίστης ή των συναλλακτικών ηθών (Α.Π.596/2022, Α.Π.1037/2006).
Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που ορίζει, ότι για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 3, 174, 178, 179 ΑΚ, που δεν επιτρέπουν αντίθετες συμφωνίες (Α.Π.845/2019, Α.Π.2053/2014, Α.Π.12/2008) και, επίσης, να μη προσβάλει τα δικαιώματα των άλλων (Ολ.Α.Π.33-35/2002, Α.Π.596/2022).
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί περιορισμό της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων που θεσπίσθηκε με το άρθρο 361 του ίδιου κώδικα, καθιερώνεται η αρχή της ακυρότητας της δικαιοπραξίας, όταν αντιβαίνει σε απαγορευτική ή επιτακτικού χαρακτήρα δημόσιας τάξης διάταξη οποιουδήποτε νόμου.
Αντιβαίνει δε σε απαγορευτική διάταξη νόμου μια δικαιοπραξία όχι μόνο όταν έρχεται σε αντίθεση με αυτόν ευθέως, αλλά και όταν επιδιώκεται με αυτή αποτέλεσμα που αποδοκιμάζεται από το νόμο. Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών, που γίνονται για περιγραφή ή καταστρατήγηση του νόμου, θεμελιώνεται στη λογική αρχή ότι ο νομοθέτης, απαγορεύοντας ορισμένη δικαιοπραξία, διότι αποδοκιμάζει τον οικονομικό και γενικά κοινωνικό σκοπό που επιδιώκεται με αυτήν, εκφράστηκε κατά τρόπο στενότερο από ότι επιβάλλονταν σύμφωνα με την πραγματική του βούληση.
Έτσι, η ακυρότητα της προς καταστρατήγηση του νόμου επιχειρηθείσας δικαιοπραξίας εξαρτάται από την ερμηνεία της υπό καταστρατήγηση διάταξης και στην περίπτωση που συντρέχουν οι όροι της επέκτασης της απαγόρευσης, είτε με διασταλτική είτε με αναλογική ερμηνεία της διάταξης, η δικαιοπραξία, σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 174 ΑΚ είναι άκυρη από μόνο το λόγο ότι αντιστρατεύεται αντικειμενικά στο πνεύμα και το σκοπό δημόσιας τάξης διάταξης, είτε αυτή είναι απαγορευτική είτε επιτακτική (Α.Π.596/2022, Α.Π.49/2021 A.Π. 781/2020, Α.Π.676/2014, Α.Π.1220/2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 31 του ισχύοντος κατά την σύναψη των επιδίκων συμβάσεων κρίσιμο χρόνο Ν.2683/1999 "Κώδικας Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. - Υ.Κ.", και τις όμοιες διατάξεις του νέου κώδικα (Ν.3528/2007), "1. Μετά από άδεια ο υπάλληλος μπορεί να ασκεί ιδιωτικό έργο ή εργασία με αμοιβή, εφόσον συμβιβάζεται με τα καθήκοντα της θέσης του και δεν παρεμποδίζει την ομαλή εκτέλεση της υπηρεσίας του. 2. Η άδεια χορηγείται για συγκεκριμένο έργο ή εργασία μετά από σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου και μπορεί να ανακαλείται με τον ίδιο τρόπο. Η άδεια στους υπαλλήλους του Δημοσίου χορηγείται από τον οικείο υπουργό και στους υπαλλήλους των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από το ανώτατο μονομελές όργανο διοίκησης και αν δεν υπάρχει τέτοιο όργανο, από τον πρόεδρο του συλλογικού οργάνου διοίκησης. 3. Δεν επιτρέπεται στον υπάλληλο η κατ' επάγγελμα άσκηση εμπορίας. 4. Ειδικές απαγορευτικές διατάξεις διατηρούνται σε ισχύ. ...". Με τις διατάξεις του άρθρου 31 του Υ.Κ. σκοπείται η εύρυθμη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών και η αποφυγή ενδείξεων παραμελήσεως των κύριων καθηκόντων των υπαλλήλων.
Κατά συνέπεια η παράλληλη άσκηση εκ μέρους του υπαλλήλου και άλλων καθηκόντων επιτρέπεται μόνο κατ' εξαίρεση, κατόπιν αδείας του αρμοδίου Υπουργού και μετά από έκφραση αιτιολογημένης και σύμφωνης γνώμης του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, κατόπιν εκτιμήσεως από αυτό των συγκεκριμένων περιστάσεων, έτσι ώστε να μην αποβαίνει σε βάρος των κυρίων καθηκόντων του υπαλλήλου και της ομαλής διεξαγωγής της δημόσιας υπηρεσίας.
Οι ρυθμίσεις του κεφαλαίου αυτού απαγορεύουν ή θέτουν υπό τον έλεγχο του υπηρεσιακού συμβουλίου συγκεκριμένες δραστηριότητες, η άσκηση των οποίων, κατά την άποψη του νομοθέτη, θα μπορούσε να προκαλέσει για τον υπάλληλο σύγκρουση του ιδιωτικού του συμφέροντος με το συμφέρον της υπηρεσίας του. Για το σκοπό αυτό η άσκηση από τον υπάλληλο ιδιωτικού έργου με αμοιβή είναι δυνατή μόνον μετά από άδεια του υπηρεσιακού συμβουλίου, ούτως ώστε να ελέγχεται η συμβατότητά του με την δημοσιοϋπαλληλική του ιδιότητα, ενώ παράλληλα, ως ολοκληρωτικά ασυμβίβαστη με την ιδιότητα αυτή, απαγορεύεται η άσκηση από τον υπάλληλο εμπορίας (Αιτιολογική Έκθεση, Μέρος Β' - Ειδικό, άρθρο 31 Υ.Κ.).
Η παρ. 1 της ανωτέρω διάταξης θέτει, έμμεσα αλλά σαφώς, τον κανόνα της απαγόρευσης, και ρητά την εξαίρεση. Η άσκηση ιδιωτικού έργου, λοιπόν νοείται, ως εξαίρεση και όχι ως κανόνας, παρεχόμενου του δικαιώματος στον υπάλληλο να ζητήσει τη σχετική άδεια. Οι προϋποθέσεις έκδοσης από τη Διοίκηση της προβλεπόμενης αδείας είναι σωρευτικά οι εξής:
α) Η άδεια πρέπει να αφορά σε ιδιωτικό έργο ή εργασία, δηλαδή να παρέχεται προς εργοδότη ιδιώτη και με σκοπό την αμοιβή του υπαλλήλου. Ως ιδιωτικό έργο ή εργασία με αμοιβή, κατά το άρθρο 31 του Υπαλληλικού Κώδικα, νοείται τόσο η παροχή αυτής ταύτης της εξηρτημένης εργασίας όσο και η προσφορά υπηρεσιών ελευθέρου επαγγέλματος, δηλαδή της παροχής έργου ή ανεξάρτητων υπηρεσιών, με διαρκή, σταθερή και συστηματική απασχόληση επί συγκεκριμένου αντικειμένου, χωρίς να τελεί ο υπάλληλος σε σχέση εξάρτησης με τον εργοδότη, ακόμα δε και η μίσθωση έργου κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 681 ΑΚ επ.
β) Το σχετικό έργο του υπαλλήλου πρέπει να "συμβιβάζεται" με τα καθήκοντα της θέσης του, δηλαδή να συνάδει προς το αντικείμενο της αρμοδιότητας που ασκεί, να μη μειώνει το κύρος της Υπηρεσίας και να μην παρεμποδίζει την ομαλή άσκηση των καθηκόντων του. Δραστηριότητα, η οποία δύναται να προκαλέσει στον υπάλληλο σύγχυση μεταξύ του δημοσίου καθήκοντος και της ιδιωτικής του δράσης, αλλά και σύγκρουση του ιδιωτικού του συμφέροντος προς το συμφέρον της υπηρεσίας, δε συμβιβάζεται με τα καθήκοντα της θέσης του.
Η εκτέλεση δε τέτοιου έργου από δημόσιο υπάλληλο, δυνάμει σχετικής συμβάσεως με ιδιώτη εργοδότη, χωρίς προηγουμένως να παρασχεθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 31 του Υπαλληλικού Κώδικα, άδεια από το αρμόδιο όργανο και σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου, καθιστά την ως άνω σύμβαση άκυρη, ως αντιβαίνουσα στην ανωτέρω απαγορευτική διάταξη κατ' άρθρο 174 του Α.Κ. (πρβλ Α.Π.633/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), οικονομολόγος και γεωπόνος, εργαζόταν το έτος 2006 στη Διεύθυνση αξιολόγησης και σχεδιασμού κοινοτικών προγραμμάτων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών.
Το Νοέμβριο του έτους 2005, ο Γ. Σ., του πρότεινε να συνδράμει τον αδελφό του Σ. Σ., ούτως ώστε η επένδυση ίδρυσης ξενοδοχειακής μονάδας 5 αστέρων στο Ληξούρι Κεφαλονιάς ιδιοκτησίας του να υπαχθεί στον αναπτυξιακό νόμο για τη λήψη επιχορήγησης. Κατόπιν επαφών του ενάγοντα με το Σ. Σ., με τον οποίο είχε και παλαιότερα συνεργαστεί, υπεγράφη στις .../2006, μεταξύ τους ένα "Υπόμνημα Συνεργασίας", το οποίο έθετε το γενικό πλαίσιο συνεργασίας τους για την προώθηση και κάλυψη της χρηματοοικονομικής εξυπηρέτησης της επένδυσης και τη μελέτη φυτικής διακόσμησης στον περιβάλλοντα χώρο της ξενοδοχειακής μονάδας.
Στις 12.1.2006 υπεγράφη στην Αθήνα μεταξύ του ενάγοντα και του Σ. Σ. ένα "Ιδιωτικό Συμφωνητικό Συνεργασίας", το οποίο εξειδίκευε τους όρους της συνεργασίας τους σύμφωνα με το από .../2006 "Υπόμνημα Συνεργασίας". Εν συνεχεία οι αδελφοί Σ. αποφάσισαν να υλοποιήσουν από κοινού το συγκεκριμένο επενδυτικό σχέδιο, προς τούτο δε συνέστησαν την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) εταιρεία με σκοπό μεταξύ άλλων και την άσκηση ξενοδοχειακής δραστηριότητας την εκμετάλλευση ξενοδοχείων κ.α.
Το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής συγκροτήθηκε από τα αδέλφια Σ. και την Ε. Κ. ενώ η διοίκηση και εκπροσώπησή της ανατέθηκε στο Γ. Σ. και /ή Σ. Σ., οι οποίοι ενεργώντας από κοινού ή κεχωρισμένα εδύναντο μεταξύ άλλων να εκπροσωπούν την εταιρεία να αναλαμβάνουν υποχρεώσεις και να συνάπτουν συμφωνίες... Επειδή άλλαξε ο φορέας υλοποίησης της επένδυσης υπεγράφη μεταξύ του ενάγοντα και του Σ.
Σ., ενεργούντα υπό τα προεκτιθέμενα, υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, το από 14-4-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας. Ειδικότερα με αυτό συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων θα προσέφερε στην εναγομένη τις ακόλουθες υπηρεσίες: α) Θα αναλάμβανε τη σύνταξη οικονομοτεχνικής μελέτης και ειδικότερα τη δημιουργία και κατάθεση στο Υπουργείο Οικονομίας-Οικονομικών του καθοριζομένου από τον Ν. 3299/2004 φακέλου υποβαλλομένων αναγκαίων στοιχείων για την έγκριση και υπαγωγή της επένδυσης που αφορούσε την ίδρυση σύγχρονης ξενοδοχειακής μονάδος κλασσικού τύπο 5 αστέρων δυναμικότητας 202 κλινών στη θέση ΞΙ του Δήμου Παλλικής Ληξούρι Κεφαλληνίας στο καθεστώς κινήτρων (επιχορήγηση) του Ν. 3299/2004.
β) Θα μεριμνούσε για την υποβολή φακέλου με τα αναγκαία τεχνικοοικονομικά στοιχεία στην δανειοδοτούσα τράπεζα, για έγκριση τραπεζικού δανείου χρηματοδότησης της εν λόγω επένδυσης. γ) Μετά την υπαγωγή στον Αναπτυξιακό Νόμο Ν. 3299/2004, θα ασχολούνταν με τη Διαχείριση, Διασφάλιση και Προώθηση των αναγκαίων και προβλεπομένων από τον Νόμο διαδικασιών για την απρόσκοπτη και έγκαιρη χρηματοδότηση του υπό εξέλιξη επενδυτικού σχεδίου, τόσο από την δανειοδοτούσα τράπεζα, όσο και από το Δημόσιο και ειδικότερα την παρακολούθηση της τεχνικής εξέλιξης του επενδυτικού έργου, σε συνάρτηση με τα εγκεκριμένα χρηματοοικονομικά στοιχεία αυτού, τη λογιστική παρακολούθηση των υλοποιουμένων τεχνικών έργων και εργασιών ανά κατηγορία εγκεκριμένης επενδυτικής δαπάνης, τη δημιουργία φακέλου ανά κατηγορία επενδυτικής δαπάνης με τα απαραίτητα τεχνικά και οικονομικά στοιχεία, βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας (φορολογικής, πολεοδομικής και προδιαγραφών EOT) κ.α.
Ως αποζημίωση για τις ως άνω παρεχόμενες υπηρεσίες συμφωνήθηκε η εναγομένη εταιρεία να καταβάλλει στον ενάγοντα το εννέα τοις εκατό (9%) της τελικώς εγκριθείσας και εισπραχθείσας απ' αυτόν Επιχορήγησης του Δημοσίου, βάσει της υπαγωγής της επένδυσης στις διατάξεις του Ν. 3299/2004 και αφ' ετέρου τους αναλογούντες στην αποζημίωση αυτή φόρους, ήτοι το ΦΠΑ που θα ίσχυε κατά τον χρόνο καταβολής αυτής και τον Φόρο Φυσικών Προσώπων, προσδιοριζόμενο βάσει της ισχύουσας φορολογικής κλίμακας κατά το χρόνο καταβολής αυτής.
Ειδικότερα συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων θα ελάμβανε, ως προκαταβολή, το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ, ενώ με την έγκριση και υπαγωγή του παραπάνω αναφερομένου επενδυτικού σχεδίου στον Αναπτυξιακό Νόμο 3299/2004 (με την δημοσίευση στο ΦΕΚ) το ποσό των είκοσι χιλιάδων Ευρώ. Η διαφορά του αθροίσματος των ποσών αυτών (10.000 € + 20.000 €) από την συνολική αποζημίωση θα καταβαλλόταν σε ισόποσες δόσεις, όσες και ο αριθμός των δόσεων της εγκριθείσας επιχορήγησης του Δημοσίου και σε χρόνο που θα ταυτιζόταν με τον χρόνο καταβολής των δόσεων αυτής από το Δημόσιο στον εντολέα.
Περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι οι αναλογούντες φόροι (ΦΠΑ, Φόρος Φυσικών Προσώπων) που βάρυναν το ποσόν της τελικώς καταβληθείσας αποζημίωσης, θα καταβαλλόταν στον ενάγοντα από την εναγομένη με την καταβολή της τελευταίας δόσης της αποζημίωσης, καθώς και ότι η συνολική καταβληθείσα αποζημίωση θα πιστοποιείται από επίσημα παραστατικά στοιχεία (βάσει του Κ.Φ.Σ), που θα εκδίδονταν από την εναγόμενη εταιρεία δια λογαριασμό του ενάγοντα υπογραφόμενα όπου χρειάζεται από εκείνον, ως απόδειξη νομιμοποίησης και αποδοχής απ' αυτόν.
Περαιτέρω συμφωνήθηκε ο ενάγων να αναλάβει και την τεχνικοοικονομική μελέτη εγκατάστασης πρασίνου στον ξενοδοχειακό χώρο και ειδικότερα α) την Μελέτη Εγκατάστασης και Προβολής Φυτικού Υλικού η οποία θα περιελάμβανε τα Σχέδια Εφαρμογής για εγκατάσταση αφ' ενός των επιλεγέντων φυτών-χλοοταπήτων ανά χώρο (περιβάλλοντα και εσωτερικό) και χρήση (φράκτης, σκίαση, διακόσμηση, ανεμοπροστασία κλπ.) και αφ' ετέρου των φωτιστικών στοιχείων των αναγκαίων για την ανάδειξη, αισθητική προβολή και λειτουργικότητα του υπό εγκατάσταση πρασίνου β) τα αναλυτικά στοιχεία που αφορούν το φυτικό υλικό (βιολογικά χαρακτηριστικά, τρόπος πολλαπλασιασμού, τεχνική εγκατάστασης -φύτευσης, καλλιεργητικές εργασίες διαμόρφωσης σχήματος, κλαδέματος, λίπανσης, φυτοπροστασίας, ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά, δαπάνες προμήθειας - εγκατάστασης - συντήρησης) και γ) τη Μελέτη Άρδευσης η οποία θα περιλάμβανε τα Σχέδια Εφαρμογής για την εγκατάσταση του ενδεδειγμένου αυτόματου συστήματος άρδευσης που θα εγγυούταν την ορθολογικότερη διαχείριση των διαθεσίμων υδάτινων πόρων (ηλεκτροβάνες υδροληψίας, επιδαπέδιο σύστημα σταγόνων άρδευσης, υποδαπέδιο σύστημα τεχνητής βροχής, δίκτυα εφαρμογής) και 2) τα Αναλυτικά στοιχεία αρδευτικού προγραμματισμού φυτών και χλοοτάπητα σε σχέση με την επιλεγείσα μέθοδο άρδευσης και δ) τις ειδικές εγκαταστάσεις, τον μηχανολογικό και λοιπό εξοπλισμό και τις εργασίες με- ταπλάσεως εδάφους.
Όσον αφορά το κόστος αυτής της μελέτης συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι η εναγόμενη θα κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ και τους αναλογούντες σε αυτή φόρους. Ο εναγών θα ελάμβανε το ποσό των 10.000 ευρώ ως προκαταβολή και με την παράδοση της μελέτης θα εισέπραττε το υπόλοιπο ποσό καθώς και τους αναλογούντες φόρους.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η διαδικασία προκειμένου να ληφθεί η επιδότηση και να εκτελεστεί το έργο περιελάμβανε συγκεκριμένα στάδια. Πρέπει να αναφερθεί ότι η δαπάνη για την συγκεκριμένη επένδυση θα καλυπτόταν εν μέρει από ίδια κεφάλαια της εναγομένης, από τραπεζικό δανεισμό και από την ένταξη του σχετικού έργου στον αναπτυξιακό νόμο. Η εναγόμενη υπέβαλε το επενδυτικό σχέδιο της υπογεγραμμένο από οικονομολόγο στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών. Ακολούθως τα αρμόδια όργανα αυτού, αφού αξιολόγησαν την επενδυτική της πρόταση ενέκριναν την υλοποίηση του έργου. Ειδικότερα στην εγκριτική απόφαση του Υπουργείου, ορίζεται ότι η εναγομένη εταιρεία, έχοντας υλοποιήσει το 50% που έργου της, μπορούσε να κάνει αίτημα για να γίνει επιτόπιος έλεγχος στο έργο από αρμόδια επιτροπή του Υπουργείου (ΚΟΕ), ούτως ώστε, εφόσον το έργο έχει πραγματοποιηθεί βάσει των όσων ορίζει ο νόμος, να της καταβληθεί το 50% της επιδότησης που δικαιούταν. Για το λόγο αυτό ο έλεγχος από το ΚΟΕ αποτελούσε την κυριότερη φάση της διαδικασίας, γιατί από τον έλεγχο και την έγκριση του έργου εξαρτιόταν η υλοποίηση και ολοκλήρωση της επένδυσης, οι δανεισμοί εξ αυτής της αιτίας από τις τράπεζες και εν τέλει η πληρωμή επιδοτήσεων από το Δημόσιο στην εναγομένη εταιρεία.
Περαιτέρω και όσον αφορά την υλοποίηση της επένδυσης αυτή γίνεται σε 2 στάδια. Στο πρώτο στάδιο υλοποιείται το 50% του όλου έργου. Ακολούθως γίνεται αίτηση στο Υπουργείο με συνημμένη λίστα εργασιών και παραστατικών για τις εργασίες που είχαν γίνει, συγκροτείται η επιτροπή ελέγχου (ΚΟΕ), γίνεται επιτόπιος έλεγχος στο έργο από την επιτροπή προκειμένου να ελεγχθούν οι εργασίες, τα παραστατικά και εφόσον διαπιστωθούν πλημμέλειες, ως προς την συμπλήρωση των στοιχείων κλπ, γίνονται παρατηρήσεις προκειμένου να τακτοποιηθούν όλα σύμφωνα με νόμο.
Μετά τη διενέργεια του επιτόπιου ελέγχου από το ΚΟΕ, και εφόσον είχε λάβει όλα τα παραστατικά και λοιπά δικαιολογητικά που είχε ζητήσει για την επιτυχή ολοκλήρωση των διαδικασιών του, συντάσσεται "Έκθεση Ελέγχου", με την οποία πιστοποιείται η επιτυχή ολοκλήρωση του ελέγχου. Ακολούθως η εν λόγω έκθεση, στην οποία πιστοποιείται η ορθή ολοκλήρωση της επένδυσης και το τελικώς πιστοποιηθέν κόστος μεταβιβάζεται στο τμήμα εκταμίευσης του Υπουργείου, συντάσσεται η απόφαση ολοκλήρωσης, όπου και πιστοποιείται το ποσόν της επένδυσης και το ποσόν της επιδοτήσεως που πρόκειται να εκταμιευτεί προς την εναγομένη επενδύτρια επιχείρηση.
Η απόφαση ολοκλήρωσης υπογράφεται από τον αρμόδιο Υπουργό, δημοσιεύεται σε ΦΕΚ και εν συνεχεία γίνεται η είσπραξη της επιδότησης. Η ίδια ως άνω διαδικασία επαναλαμβάνεται και στο 2° στάδιο που αφορά το υπόλοιπο 50% του όλου έργου, για το οποίο επίσης υποβάλλεται σχετική αίτηση με συνημμένα στοιχεία, συστήνεται πάλι ΚΟΕ, γίνεται επιτόπιος έλεγχος, ελέγχονται οι εργασίες, στοιχεία, παραστατικά κλπ, συντάσσεται σχετική έκθεση από το ΚΟΕ, και μετά, εφ' όσον όλα είναι εντάξει καταβάλλεται η επιδότηση και για το υπόλοιπο αυτό και τελευταίο 50% του έργου.
Από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι ο ενάγων λόγω της ενασχόλησής του, ως δημόσιος υπάλληλος, με το συγκεκριμένο αντικείμενο στην υπηρεσία του, είχε τη απαραίτητη γνώση να συντονίσει το λογιστήριο της εναγομένης, ούτως ώστε να επιτευχθεί η ένταξη του συγκεκριμένου έργου στο επενδυτικό πρόγραμμα.
Προς τούτο ασχολήθηκε με την κατάρτιση αμφότερων των προαναφερόμενων μελετών. Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι συνέταξε την κηποτεχνική μελέτη συνοδεύοντάς την με τα αναγκαία τοπογραφικά διαγράμματα που αφορούν το σχέδιο άρδευσης (κεντρικός αγωγός και τις καλωδιώσεις, οριζοντιογραφία δικτύου άρδευσης χλοοτάπητα και μεσημβριάνθεμου) καθώς και τη χωροταξική κατανομή του περιβάλλοντα χώρου (σημείων υδροληψίας ασφαλείας, φυτικού υλικού, φωτιστικών σημείων ανάδειξης και προβολής πράσινου).
Τα έγγραφα αυτά, τα οποία φέρουν τα στοιχεία του ενάγοντα υπεβλήθησαν μαζί με την οικονομοτεχνική μελέτη στο (πρώην) Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών (Γενική Γραμματεία επενδύσεων και ανάπτυξης/Γενική Διεύθυνση Ιδιωτικών Επενδύσεων, Δ/νση Έγκρισης και Ελέγχου Ιδιωτικών Επενδύσεων/ Τμήμα Έγκρισης) λαμβάνοντας αριθμό πρωτοκόλλου 41342/16.10.2006 (βλ.
σχετικά το με αριθμ. πρωτ. 26266/3-3-2017 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας στρατηγικών και ιδιωτικών επενδύσεων του Υπουργείου Οικονομίας και ανάπτυξης καθώς και την προσκομιζόμενη μελέτη και τα σχετικά διαγράμματα). Από τα προσκομιζόμενα εκ μέρους της εναγομένης τοπογραφικά προκύπτει ότι η τελική έκταση και ο περιβάλλον χώρος του ξενοδοχείου απεικονίζεται στο από Σεπτέμβριο 2009 τοπογραφικό διάγραμμα διάταξης σχεδίων και διαμόρφωσης περιβάλλοντος χώρου της εταιρείας ΑΡΣΙΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ...
ΚΑΙ ΣΙΑ EE το οποίο συνέταξε η Α. Χ. και φέρει σφραγίδα καταθέσεώς του στον EOT με ημερομηνία 30-11-2009. Σε εφαρμογή δε του ανωτέρω εγκριθέντος σχεδίου συνετάγησαν οι προσκομιζόμενες με στοιχεία LO1 και L02 μελέτες φυτεύσεως του Τ. Κ. Η εναγομένη εταιρεία με τις έγγραφες προτάσεις της ισχυρίζεται ότι οι προσκομιζόμενες εκ μέρους του ενάγοντα μελέτες αφορούν την αρχική έκταση - οικόπεδο του Σ.
Σ., η οποία μετά τη σύσταση της εναγομένης επεκτάθηκε, με αποτέλεσμα η σημερινή έκταση και ο περιβάλλον χώρος του ξενοδοχείου να απεικονίζεται ως άνω. Ο ενάγων συνομολογεί ότι η εργασία του όσον αφορά τη διαμόρφωση του περιβάλλοντα χώρου του ξενοδοχείου είχε ήδη αρχίσει με την υπογραφή του πρώτου ιδιωτικού συμφωνητικού με το Σ.
Σ. και πριν τη σύσταση της εναγομένης ...
Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι από την επισκόπηση των σχεδιαγραμμάτων της εναγομένης προκύπτει ότι ο περιβάλλον χώρος του ξενοδοχείου διαφοροποιείται σε σχέση με αυτόν που απεικονίζονται στα σχέδια του ενάγοντα. Αυτό καταδεικνύει κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι η τελική μορφή του περιβάλλοντα χώρου του ξενοδοχείου, είναι αυτή που απεικονίζεται στα εκ μέρους της εναγομένης προσκομιζόμενα σχεδιαγράμματα (βλ. χαρακτηριστικά ότι στα προσκομιζόμενα εκ μέρους του ενάγοντα σχεδιαγράμματα η πισίνα απεικονίζεται δίπλα σε δρόμο ενώ στα τελικά σχέδια στη θέση της υπάρχει κτίριο και αυτή απεικονίζεται στην εσωτερική θέση του οικοπέδου).
Εξάλλου, εάν πράγματι δεν είχε επέλθει η επικαλούμενη εκ μέρους της εναγομένης μεταβολή της έκτασης του ξενοδοχείου, αυτή θα είχε καταθέσει και στους λοιπούς αρμόδιους φορείς, ως ο EOT εν προκειμένω, τα τοπογραφικά σχέδια του ενάγοντα και δεν θα είχε προβεί στη σύνταξη νέων, ενέργεια η οποία συνεπάγεται επιπλέον δαπάνη. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο ενάγων δεν αρνείται τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι ο περιβάλλον χώρος του ξενοδοχείου - διαφοροποιήθηκε μετά τη σύνταξη της μελέτης του, ούτε τέλος παρέχει κάποια αιτιολογία όσον αφορά την κατάθεση διαφορετικών σχεδίων εκ μέρους της εναγομένης στις υπηρεσίες του EOT.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων συνέταξε την από Σεπτέμβριο 2006 οικονομοτεχνική μελέτη για την αξιολόγηση και υπαγωγή στις διατάξεις του ν. 3299/2004 του επενδυτικού σχεδίου που αφορά την ίδρυση της ξενοδοχειακής μονάδας στην Κεφαλονιά, η οποία όμως δεν φέρει τη δική του υπογραφή αλλά την υπογραφή του Κ. Π. Προϊσταμένου του λογιστηρίου της εναγομένης ως μελετητή /οικονομολόγου και της Α. Χ. ως μελετητή / μηχανικού... Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ως άλλωστε προεκτέθηκε, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω συμβάσεων και κατ' επέκταση και κατά το χρόνο εκπόνησης των ως άνω δύο μελετών (οικονομοτεχνικής και κηποτεχνικής), ήταν εν ενεργεία δημόσιος υπάλληλος, υπηρετώντας στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, στη Διεύθυνση Αξιολόγησης και Σχεδιασμού Κοινοτικών Προγραμμάτων, θέση από την οποία συνταξιοδοτήθηκε τον Νοέμβριο του 2012, ως ο ίδιος συνομολόγησε κατά την ανωμοτί εξέτασή του στο ακροατήριο. Ως εκ τούτου δεν εδύνατο να υπογράψει την ως άνω οικονομοτεχνική μελέτη, διότι δεν είχε ζητήσει, ούτε είχε λάβει σχετική άδεια από τον αρμόδιο Υπουργό για την άσκηση ιδιωτικού έργου έναντι αμοιβής σύμφωνα με όσα επιτάσσει ο Υπαλληλικός Κώδικας ...
Εξάλλου και ο ίδιος ο ενάγων καταθέτοντας ανωμοτί ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, παραδέχθηκε ότι ως δημόσιος υπάλληλος δεν μπορούσε να υπογράψει και αυτό το γνώριζε η εργοδότρια εταιρεία δεδομένου ότι ο ενάγων είχε και στο παρελθόν συνεργαστεί με τα αδέλφια Σ. Ο ενάγων ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο έφεσης του ότι η ένδικη απασχόλησή του είχε ευκαιριακή και περιστασιακή φύση και ως εκ τούτου δεν υποχρεούταν να λάβει σχετική άδεια.
Πλην όμως ο χαρακτηρισμός αυτός της απασχόλησής του έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα ο ίδιος εκθέτει καθ' υποφορά στην αγωγή του. Ειδικότερα ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η διεκπεραίωση του συγκεκριμένου έργου διήρκησε για χρονικό διάστημα τρισήμιση ετών περίπου, ήτοι από τον Ιανουάριο του 2006 έως και τον Ιούλιο του 2009, κατά τη διάρκεια του οποίου εκείνος - πάντοτε κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς - συνεργάστηκε με τους αρμόδιους φορείς για την εκτέλεση του έργου μελετητές, αρχιτέκτονες αλλά και την δανειοδοτούσα αυτό τράπεζα.
Σύμφωνα δε με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, μία απασχόληση, η οποία διαρκεί επί τρισήμιση έτη δεν είναι ευκαιριακή, περιστασιακή και πρόσκαιρη, ως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων, αλλά σταθερή και μόνιμη..., η συγκεκριμένη ενασχόληση λόγω της φύσης, της διάρκειας και του όγκου του συγκεκριμένου έργου δεν θα ελάμβανε την απαιτούμενη εκ του νόμου άδεια.
Ειδικότερα η ανάληψη του συγκεκριμένου έργου εκ μέρους του εναγομένου (ενν. ενάγοντος) δεν συμβιβαζόταν με τα καθήκοντα της θέσης του και με το αντικείμενο της αρμοδιότητας του ενώ προκαλούσε σύγχυση μεταξύ του δημοσίου καθήκοντός του και της ιδιωτικής του δράσης, αλλά και σύγκρουση του ιδιωτικού του συμφέροντος προς το συμφέρον της υπηρεσίας του.
Αυτό διότι ο ενάγων αναλάμβανε επ' αμοιβή να συντάσσει μελέτες οι οποίες εν συνεχεία υποβαλλόταν προς έγκριση και παρακολούθηση και χρηματοδότηση στον δημόσιο φορέα της εργασίας του.
Συνεπώς αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων ότι το ένδικο έργο διήρκησε για περιορισμένο χρονικό διάστημα ή ότι αυτό συνέβη ευκαιριακά επειδή παρουσιάστηκε η κατάλληλη ευκαιρία και οι περιστάσεις ευνοούσαν την ανάληψη της σχετικής ιδιωτικής φύσεως εργασία. Επειδή δε ο ενάγων τελούσε εν γνώσει των ανωτέρω, μερίμνησε, ούτως ώστε να περιληφθούν στο ιδιωτικό συμφωνητικό, οι προαναφερόμενοι όροι δυνάμει των οποίων η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να εκδώσει τα σχετικά φορολογικά παραστατικά, η έκδοση των οποίων κατά νόμο βάρυνε τον ενάγοντα καθώς και να του καταβάλει επιπλέον της αμοιβής του, τις οποιεσδήποτε φορολογικές επιβαρύνσεις του, χωρίς ωστόσο το ιδιωτικό συμφωνητικό να κατατεθεί προς θεώρηση στην αρμόδια ΔΟΥ ... Η κρίση του Δικαστηρίου ότι το έργο που ανάλαβε να εκτελέσει ο ενάγων δεν ήταν ευκαιριακό ούτε είχε πρόσκαιρο χαρακτήρα ενισχύεται και από όσα αναφέρει ο Σ. Σ. στην προσκομιζόμενη ένορκη βεβαίωσή του σύμφωνα με την οποία ο ενάγων είχε γνωστοποιήσει ότι λόγω της ιδιότητας του, ως δημοσίου υπαλλήλου δεν θα μπορούσε να υπογράψει τη σχετική μελέτη.
Συνεπώς, εάν πράγματι δεν απαιτούνταν λόγω της πρόσκαιρης φύσης του έργου να τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 31 του ΥΚ, τότε ουδείς λόγος υφίστατο αφενός να περιληφθούν οι προαναφερόμενοι όροι στο ιδιωτικό συμφωνητικό και αφετέρου να μη υπογράψει ο ενάγων την απευθυνόμενη στο Υπουργείο που εργαζόταν μελέτη.
Πρέπει να αναφερθεί ότι ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης, ότι η επίκληση εκ μέρους του εκκαλούντος, το πρώτο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, της πρόσκαιρης και ευκαιριακής μορφής της συνεργασίας του με την εφεσίβλητη, προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 527 ΚΠΟΛΔ τυγχάνει απορριπτέος, διότι ο εν λόγω ισχυρισμός τείνει στην αιτιολογημένη αμφισβήτηση της ουσιαστικής βασιμότητας της ενστάσεως του άρθρου 174 ΑΚ που προέβαλε πρωτοδίκως η εναγομένη - εφεσίβλητη εισφέροντας στην παρούσα δίκη επιχειρήματα τα οποία χρησιμεύουν για τη συναγωγή αποδεικτικών πορισμάτων και δεν αποτελεί ισχυρισμό που στηρίζει αυτοτελή έννομη συνέπεια και εισάγεται στη δίκη με τη μορφή ένστασης, αντένστασης και επαντένστασης..." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτοβάθμια απόφαση, που έκρινε όμοια και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσία αβάσιμη ως προς την κύρια - ερειζόμενη στις διατάξεις από τη σύμβαση έργου- βάση της, λόγω ακυρότητας αυτής, διότι δεν είχε τηρηθεί η προβλεπόμενη από το άρθρου 31 του Υπαλληλικού Κώδικα διαδικασία.
Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 31 του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν. 2683/1999),σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3 και 174 ΑΚ, η οποία ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, αφού, τα πιο πάνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι ο αναιρεσείων - ενάγων, κατά το χρόνο υπογραφής της επίδικης σύμβασης και κατά το χρόνο εκπόνησης των ως άνω δύο μελετών (οικονομοτεχνικής και κηποτεχνικής), ήταν εν ενεργεία δημόσιος υπάλληλος, υπηρετώντας στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, στη Διεύθυνση Αξιολόγησης και Σχεδιασμού Κοινοτικών Προγραμμάτων, ότι η καταρτισθείσα μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης - εναγομένης ως άνω σύμβαση για την εκπόνηση των ως άνω έργων, που διήρκησαν τρισήμιση έτη και η απασχόλησή του σ' αυτά δεν ήταν ευκαιριακή, περιστασιακή και πρόσκαιρη, ότι ο αναιρεσείων δεν είχε ζητήσει, ούτε είχε λάβει σχετική άδεια από τον αρμόδιο Υπουργό για την άσκηση ιδιωτικού έργου έναντι αμοιβής, σύμφωνα με όσα επιτάσσει η ως άνω διάταξη του Υπαλληλικού Κώδικα, την δε αναγκαιότητα λήψης άδειας την γνώριζε τόσο ο ίδιος ο ενάγων όσο και η εναγομένη και για το λόγο αυτό δεν υπέγραψε ο ίδιος την ως άνω οικονομοτεχνική μελέτη, και ότι σε κάθε περίπτωση, εάν ζητούσε να λάβει την απαιτούμενη εκ του νόμου άδεια, δεν θα την ελάμβανε, καθόσον, η ανάληψη του συγκεκριμένου έργου εκ μέρους του ενάγοντος δεν συμβιβαζόταν με τα καθήκοντα της θέσης του και με το αντικείμενο της αρμοδιότητάς του, ενώ προκαλούσε σύγχυση μεταξύ του δημοσίου καθήκοντός του και της ιδιωτικής του δράσης, αλλά και σύγκρουση του ιδιωτικού του συμφέροντος προς το συμφέρον της υπηρεσίας του, διότι ο ενάγων αναλάμβανε επ' αμοιβή να συντάσσει μελέτες οι οποίες εν συνεχεία υποβαλλόταν προς έγκριση και παρακολούθηση και χρηματοδότηση στον δημόσιο φορέα της εργασίας του, δικαιολογούν το αποδεικτικό του πόρισμα ότι η επίδικη σύμβαση είναι άκυρη και ότι συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η κυρία βάση της αγωγής του.
Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με την παραδοχή ότι για την εγκυρότητα της επίδικης σύμβασης απαιτείται άδεια, δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά την προαναφερόμενη διάταξη ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 31 του Υπαλληλικού Κώδικα), είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 904 παρ.1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη θεμελίωση της σχετικής αξιώσεως απαιτείται η ύπαρξη του πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβαρύνσεως, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.
Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ` εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη. Ειδικότερα, από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι, αναγκαία προϋπόθεση για την έγερση αγωγής προς απόδοση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή επί ζημία του, είναι και το ότι ο πλουτισμός αυτός αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, υπό μια από τις ενδεικτικώς αναφερόμενες, στην ανωτέρω διάταξη, μορφές ελλείψεως της νομιμότητάς της.
Συγκεκριμένα, στην περίπτωση μη νομίμου αιτίας, εκείνος που έκανε την παροχή για την αιτία αυτή, δικαιούται να αναζητήσει την ωφέλεια από τον λήπτη, με βάση την ανωτέρω διάταξη, εφ` όσον ισχυρισθεί και αποδείξει τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία, ήτοι: α) την περιουσιακή μετακίνηση από τη μία περιουσία στην άλλη, β) τη συγκεκριμένη αιτία της μετακινήσεως αυτής και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα αυτής, που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (Α.Π.1254/2017, Α.Π.338/2016, Α.Π.342/2015).
Έτσι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση, "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης συμβάσεως, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της ελλείψεως νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας αποδόσεως της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (Ολ.Α.Π.218/1977, Α.Π.1330/2021, Α.Π.160/2018, Α.Π.1254/2017, Α.Π.1537/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1β' Κ.Πολ.Δ. η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή, της ουσίας της υπόθεσης, τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Α.Π.1215/2021, Α.Π.233/2020), την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ.Α.Π.10/2005), αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ` αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, ή ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (Α.Π.1215/2021, Α.Π.1011/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/ 2019, Α.Π.708/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι για την εκτέλεση του έργου υπήρξε μία συνεχής και εκτεταμένη συνεργασία μεταξύ του λογιστηρίου της εναγομένης και του ενάγοντα. Ειδικότερα το λογιστήριο της εναγομένης είχε αναλάβει τη λογιστική παρακολούθηση της εκτέλεσης του έργου προβαίνοντας σε πληρωμές και συγκέντρωση των αναγκαίων δικαιολογητικών που αφορούσαν τις επενδυτικές δαπάνες τα οποία απέστελνε προς τον ενάγοντα... Επιπλέον, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων στο πλαίσιο της ως άνω συνεργασίας συνέταξε κάποια χειρόγραφα σχέδια επιστολών και αιτημάτων απευθυνόμενα στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών αναφορικά με ζητήματα υλοποίησης του επενδυτικού προγράμματος της εναγομένης, τα οποία, ως αποδείχτηκε, η τελευταία υιοθετούσε και έστελνε στο ως άνω Υπουργείο υπογεγραμμένα από τον Γ. Σ., Πρόεδρο του ΔΣ αυτής (βλ. την από 22.4.2009 επιστολή του τελευταίου προς το Υπουργείο για τη συγκρότηση του Κεντρικού Οργάνου Ελέγχου, η οποία έλαβε αριθμ. πρωτ. ....2009 από το ως άνω Υπουργείο και την αντίστοιχη χειρόγραφη επιστολή του ενάγοντος).
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. πρωτ. .../2006 απόφασης της Γενικής Γραμματείας Επενδύσεων και Ανάπτυξης του Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών αποφασίστηκε η υπαγωγή της ως άνω επιχείρησης στις διατάξεις του ως άνω νόμου για την ενίσχυση του επενδυτικού της σχεδίου με το κίνητρο της επιχορήγησης, συνολικού κόστους 12.421.000 ευρώ, με αντικείμενο την ίδρυση ξενοδοχειακής μονάδας, κλασσικού τύπου 5 αστέρων, δυναμικότητας 90 δωματίων και 202 κλινών. Ειδικότερα, αφού ελήφθη υπόψιν η προαναφερόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. 41342/16.10.2006 αίτηση της εναγομένης, εγκρίθηκε επιχορήγηση ύψους 5.589.450 ευρώ, δηλαδή ποσοστό 45%, το οποίο προβλέφθηκε να καταβληθεί σε δύο δόσεις, η πρώτη μετά την υλοποίηση του 50% της επένδυσης και μετά από σχετική πιστοποίηση του αρμόδιου οργάνου ελέγχου και η δεύτερη μετά την πιστοποίηση της ολοκλήρωσης και της έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης από αρμόδιο όργανο (βλ. σχετική απόφαση και ΦΕΚ τ. Β 1794/7-9-2007).
Περαιτέρω μέρος της σχετικής δαπάνης της επένδυσης, ως προελέχθη, καλύφθηκε με δανεισμό εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας. Ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του ισχυρίζεται ότι συνέβαλε στη δημιουργία φακέλου δικαιολογητικών που είχε καθορίσει η δανειοδοτούσα τράπεζα προκειμένου να εγκρίνει τη συμμετοχή της στη συγχρηματοδότηση της επένδυσης. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων στην αγωγή του δεν προσδιορίζει την ταυτότητα της δανειδοτούσας τράπεζας ενώ εξεταζόμενος ανωμοτί κατέθεσε ότι αυτή ήταν η τράπεζα ΠΕΙΡΑΙΩΣ αν και όπως προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία το δάνειο ελήφθη από την Εθνική τράπεζα.
Περαιτέρω ο μάρτυρας απόδειξης εξεταζόμενος ενόρκως δεν κατέθεσε σχετικά με την ενασχόληση του ενάγοντα για τη λήψη του σχετικού δανείου, ενώ από την αποδεικτική διαδικασία δεν προέκυψε ο χρόνος δημιουργίας του φακέλου και η ταυτότητα των δικαιολογητικών που περιελάμβανε, ούτε εξάλλου αποδείχθηκε ότι λόγω της με οποιονδήποτε τρόπο μεσολάβησης του ενάγοντα επιτεύχθηκε η συγχρηματοδότηση της επένδυσης από την Εθνική τράπεζα.
Ειδικότερα σύμφωνα με την από 11.10.2007 σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου που υπεγράφη μεταξύ της εναγομένης και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, χορηγήθηκε από την τελευταία το ποσό των 3.353.670 ευρώ, με σκοπό την υλοποίηση επενδυτικού προγράμματος. Σύμφωνα δε με την υπ' αριθμ. πρωτ. ....2012 περίληψη του Τμήματος Αξιολόγησης και Έγκρισης Επενδυτικών Σχεδίων της Διεύθυνσης Έγκρισης και Ελέγχου Ιδιωτικών Επενδύσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης, ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας με θέμα "Ολοκλήρωση - οριστικοποίηση και πιστοποίηση της έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης της εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΑΛΛΙΚΗΣ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ ΑΕ" με δ.τ. "ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ ΑΠΟΛΛΩΝΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΜΠΑΝΓΚΑΛΟΟΥΣ ΑΕ", η οποία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3299/04", εγκρίθηκε η καταβολή του υπολοίπου της επιχορήγησης ποσού 2.790.725 ευρώ (βλ.
ΦΕΚ τ. Β 1343/25. 4.2012), ενώ το γεγονός της εξ ολοκλήρου καταβολής της επιχορήγησης ποσού ύψους 5.589.450 ευρώ ουδόλως αμφισβητείται από την εναγομένη.
Περαιτέρω από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο ενάγων δεν εκτέλεσε το σύνολο των συμβατικά καθορισμένων υποχρεώσεων του. Ειδικότερα οι συμβατικές υποχρεώσεις του ενάγοντα, αφορούσαν υπηρεσίες που παρέχονται χρονικά σε εξαετές βάθος χρόνου, ενώ παράλληλα απαιτούνταν η παροχή σύνθετων και εξειδικευμένων υπηρεσιών...
Η μη ολοκλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του ενάγοντα, προκύπτει αναμφίβολα και από την επικαλούμενη στην αγωγή του διάρκεια απασχόλησής του (Ιανουάριος 2006 - Ιούλιος 2009) καθώς και από τον περιλαμβανόμενο καθ' υποφορά στην αγωγή ισχυρισμό του ότι στις 4-8-2009 παρέδωσε στην εναγόμενη το σύνολο των λογιστικών και τεχνικών παραστατικών προκειμένου να αξιολογηθούν από την ΚΟΕ (Κεντρικό Όργανο Ελέγχου) του τότε Υπουργείου Οικονομίας μη επικαλούμενος περαιτέρω συμμετοχή του στο σχετικό έργο.
Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός του ενάγοντα κρίνεται αβάσιμος. Αυτό διότι η φερόμενη ως παράδοση των στοιχείων προκειμένου να αξιολογηθούν από το ΚΟΕ δεν μπορεί να έγινε 4.8.2009, διότι από έλεγχο που διενήργησε ο Ι. Κ., σύμβουλος επιχειρήσεων, ο οποίος προσλήφθηκε το 2009 από την εναγομένη για να συνδράμει το λογιστήριο της στην εκτέλεση και ολοκλήρωση του προγράμματος ...
προκύπτει ότι η ΚΟΕ συγκροτήθηκε στις 3-7-2009, -ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της επικαλούμενης εκ μέρους του ενάγοντα παράδοσης εκ μέρους του των αναγκαίων στοιχείων - ενώ ο έλεγχος διενεργήθηκε 5-7/8-2017 στην Κεφαλονιά. Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι η αίτηση ελέγχου για το πρώτο 50% του έργου υποβλήθηκε στις 24-4-2009 ...
και υπογράφεται από τον πρόεδρο του ΔΣ της εναγομένης Γ. Σ. Ως εκ τούτου και σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω, αναληθείς ελέγχεται ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι παρέδωσε στις 4-8-2009 τα σχετικά δικαιολογητικά, καθόσον από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι η χορήγηση των σχετικών δικαιολογητικών, έπρεπε να προηγηθεί του αιτήματος υποβολής ελέγχου, το οποίο συνοδεύεται από σχετική λίστα των δαπανών ανά κατηγορία με συνημμένα τα σχετικά παραστατικά...
Η κρίση του Δικαστηρίου για τα ανωτέρω ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο ενάγων - ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ήταν ο μόνος αρμόδιος και επιφορτισμένος με την παρακολούθηση και ταξινόμηση των σχετικών δαπανών - δεν παρευρέθηκε στον έλεγχο που έγινε από την ΚΟΕ στον χώρο του ξενοδοχείου, ο οποίος διενεργήθηκε παρουσία των αδελφών Σ.
και του Κ. Π. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι ο Κ. Π., υπεύθυνος του λογιστηρίου της εναγομένης, ήταν αυτός που ήταν πλήρως ενήμερος για τα τεκταινόμενα και είχε την ικανότητα αλλά και την γνώση να παρευρεθεί στον σχετικό έλεγχο, να παρουσιάσει το μέρος του έργου που είχε εκτελεστεί, να ενημερώσει και να διαφωτίσει για τις δαπάνες την ΚΟΕ και τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο εκκαλών κρίνονται απορριπτέα.
Περαιτέρω και όσον αφορά το β' στάδιο υλοποίησης για το υπόλοιπο 50% αποδεικνύεται ότι η αίτηση υποβλήθηκε από τον Ι. Κ. στις 24-4-2010 η ΚΟΕ συγκροτήθηκε στις 3-7-2010 και ο επιτόπιος έλεγχος πραγματοποιήθηκε στις 28-30/8-2010. Ως ημερομηνία ολοκλήρωσης της επένδυσης ορίστηκε η 11-1-2011 ενώ η απόφαση ολοκλήρωσης δημοσιεύθηκε στις 24-4-2012.
Συνεπώς υπό τα προεκτεθέντα δεν αποδείχθηκε η συμβολή του ενάγοντα στην έγκριση του τραπεζικού δανείου χρηματοδότησης της εν λόγω επένδυσης ούτε και η συνολική παρακολούθηση της υλοποίησης της απόφασης ένταξης στον αναπτυξιακό νόμο, ως άλλωστε καταδεικνύει η πρόσληψη εκ μέρους της εναγομένης του Ι.
Κ. το έτος 2009 με σκοπό την παρακολούθηση της υλοποίησης αυτού. Υπό τα προεκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο ενάγων λόγω της απασχόλησης του στο συγκεκριμένο τμήμα του Υπουργείου συνέταξε αμφότερες τις μελέτες σε άμεση και συνεχή συνεργασία με τον Κ. Π. και παρακολούθησε δίδοντας κάποιες οδηγίες και κατευθύνσεις την εκτέλεσή του μέχρι το έτος 2009, πλην όμως εν συνεχεία απομακρύνθηκε από αυτό και τα καθήκοντα του ανέλαβε ο Ι.
Κ. Ο ενάγων προς επίρρωση του ισχυρισμού του ότι προέβη στις αναφερόμενες στην αγωγή του εργασίες που αφορούν τη συμβολή του στη δημιουργία του αναγκαίου για τη δανειοδότηση φακέλου την έγκριση του τραπεζικού δανείου και την παρακολούθηση της ορθής εκτέλεσης της επένδυσης επικαλείται την ένορκη βεβαίωση του Σ.
Σ., πλην όμως τα όσα αναφέρονται σε αυτήν κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν θεωρούνται πειστικά, ενόψει των όσων προεκτέθηκαν αλλά κυρίως της έντονης αντιδικίας και αντιπαλότητας που έχει ενσκήψει αφενός μεταξύ του Σ. Σ. και αφετέρου του αδελφού του και της εναγομένης, σε βάρος της οποίας είχε υποβάλει αίτημα για διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου...
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού η εναγόμενη για τις εκτελεσθείσες εκ μέρους του ενάγοντα εργασίες οφείλει να του καταβάλει το ποσό το οποίο εκείνη, κατέστη πλουσιότερη και ειδικότερα την αμοιβή που θα κατέβαλε σε έτερο μελετητή για την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου εάν ήταν έγκυρη η ανωτέρω σύμβαση...
Ως εκ τούτου το διεκδικούμενο ποσό των 503.050,50 ευρώ για τη εκπόνηση της χρηματοοικονομικής μελέτης και για τη διαχείριση της εξυπηρέτησης του επενδυτικού σχεδίου, στην οποία προέβη ο ενάγων (βλ. σύνταξη επιστολών και κάποιων συγκεντρωτικών καταστάσεων επενδυτικών δαπανών), καθώς και το ποσό των 20.000 ευρώ για την κηποτεχνική μελέτη, κρίνονται υπερβολικά και δεν συνάδουν με τις καταβαλλόμενες κατά το χρόνο σύναψης της ένδικης σύμβασης αμοιβές σε τρίτους μελετητές για αντίστοιχο με το εκτελεσθέν εκ μέρους του ενάγοντα έργο.
Σε περίπτωση επιδίκασης τους ο ενάγων θα ευνοείτο, καθόσον θα πληρωνόταν για μη πραγματοποιηθείσες εκ μέρους του εργασίες. Ως εκ τούτου και με βάση όλα τα προαναφερόμενα, αποδεικνύεται ότι το εύλογο ποσό για την εκτέλεση του περιγραφόμενου ως άνω έργου, ήτοι της εκπόνησης των δύο μελετών και της διαχείρισης εξυπηρέτησης του επενδυτικού σχεδίου, ήτοι τη σύνταξη επιστολών και καταστάσεων κάποιων επενδυτικών δαπανών, υπολογίζεται με δίκαιη κρίση, στο ποσό των 40.000 ευρώ συνολικά, και δη στο ποσό των 30.000 ευρώ για την οικονομοτεχνική μελέτη και τις εργασίες διαχείρισης, όπως αυτές προσδιορίστηκαν, και το ποσό των 10.000 ευρώ για την κηποτεχνική μελέτη (μελέτη εγκατάστασης και προβολής φυτικού υλικού και μελέτη άρδευσης).
Τα ποσά αυτά σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αλλά και τις επικρατούσες κατά το κρίσιμο χρόνο καταβολής της αμοιβής του ενάγοντα συνθήκες είναι εύλογα και ανάλογα με τα ποσά που συνηθίζεται να καταβάλλονται για όμοια έργα σε οικονομολόγους και γεωπόνους. Η κρίση του Δικαστηρίου για τα ανωτέρω στηρίζεται και στην κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης ο οποίος μετέβη στην Κεφαλονιά για να συντάξει την υδρογεωλογική μελέτη του συγκεκριμένου έργου - την οποία επίσης δεν υπέγραψε διότι και αυτός ήταν δημόσιος υπάλληλος - ο οποίος κατέθεσε ότι αμοιβή που αντιστοιχούσε στην εργασία του ήταν 3.000-3.500 ευρώ.
Εξάλλου και ο Ι. Κ. οικονομολόγος ο οποίος επί σειρά ετών ασχολείται με το αντικείμενο αυτό, χαρακτήρισε στην ένορκη βεβαίωση του, ως πρωτάκουστη, τη συμβατικά καθορισθείσα και διεκδικούμενη με την κρινόμενη αγωγή αμοιβή του ενάγοντα. Από τα προσκομιζόμενα εκ μέρους των διαδίκων αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι ο ενάγων για τις εκτελεσθείσες εκ μέρους του εργασίες έλαβε τα ποσά των 30.000 ευρώ για την οικονομοτεχνική μελέτη και 10.000 ευρώ για την κηποτεχνική μελέτη και συνολικά 40.000 ευρώ.
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα όσα προεκτέθηκαν, δεν αναιρούνται από την προσκομιζόμενη το πρώτο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου έκθεση αξιολόγησης του από 14-4-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού συνεργασίας του Ι. Α. η οποία προσκομίζεται (αρθ. 529 ΚΠολΔ) παραδεκτώς καθόσον δεν προκύπτει πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλειά του εκκαλούντα από τη μη προσκόμισή της στον πρώτο βαθμό, απορριπτόμενων όσων αντίθετων υποστηρίζει η εφεσίβλητη προς απόκρουση του ανωτέρω αποδεικτικού μέσου.
Ειδικότερα, το εν λόγω έγγραφο το οποίο εκτιμάται ελεύθερα αφορά την αξιολόγηση του από 14-4-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού πλην όμως η ένδικη αξίωση, ως προαναφέρθηκε ερείζεται στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Εξάλλου η περιλαμβανόμενη σε αυτό γενικόλογη αναφορά ότι η "αγορά" είχε διαμορφώσει υπολογιστικό πλαίσιο αποτίμησης της αποζημίωσης του μελετητή σε ποσοστό 5-7 % επί του προϋπολογισθέντος συνολικού κόστους επένδυσης, χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων που να δικαιολογούν την αξιολογική αυτή κρίση, δεν επαρκεί για την αντίκρουση των πραγματικών περιστατικών που προαναφέρθηκαν.
Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι και στο εν λόγω έγγραφο γίνεται μνεία ότι οι υποχρεώσεις του ενάγοντα αφορούσαν υπηρεσίες που παρέχονται χρονικά σε εξαετές βάθος χρόνου τις οποίες ο ενάγων ως προεκτέθηκε μόνο εν μέρει παρείχε. Ο ενάγων με τον τρίτο λόγο έφεσης ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως εκτίμησε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την αποδεικτική διαδικασία βασιζόμενο στην μαρτυρική κατάθεση του Ι.
Κ., ο οποίος στην ένορκη κατάθεση του ανέφερε χαρακτηριστικά ότι η αιτούμενη εκ μέρους του ενάγοντα αμοιβή είναι πρωτάκουστη. Ο λόγος αυτός έφεσης, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, κρίνεται απορριπτέος καθόσον, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στηριζόμενο στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αλλά και στα προσκομιζόμενα εκατέρωθεν των διαδίκων αποδεικτικά μέσα (δεδομένου ότι στην εκκαλουμένη γίνεται σχετική ρητή αναφορά στην κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης και στην αμοιβή για την μελέτη που συνέταξε) οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι η διεκδικούμενη από τον ενάγοντα αμοιβή δεν ανταποκρίνεται αφενός στο παραδοθέν εκ μέρους του έργο και αφετέρου στις συνθήκες της αγοράς.
Εξάλλου ο Ι. Κ. είναι οικονομολόγος σχετικός με το συγκεκριμένο αντικείμενο ο οποίος ασχολήθηκε αδιαμφισβήτητα με τη συγκεκριμένη επένδυση. Ο ενάγων προς επίρρωση των ισχυρισμών του επικαλείται περαιτέρω ότι στις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου 3299/2004 όπως αυτός τροποποιήθηκε και ισχύει υπάρχει σχετική πρόβλεψη για την κάλυψη των αμοιβών των μελετητών και των συμβούλων των επιχειρήσεων που υπάγονται στις διατάξεις του, οι οποίες δεν μπορούν να υπερβαίνουν των 10% του συνολικού κόστους του επενδυτικού σχεδίου. Ο εν λόγω ισχυρισμός αλυσιτελώς προβάλλεται εν προκειμένω καθόσον η ένδικη αξίωση του ενάγοντα θεμελιώνεται στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και όχι σε αυτές του ν. 3299/2004. Ανεξαρτήτως δε αυτού, οι σχετικές διατάξεις καθορίζουν μόνο το ανώτατο όριο της αμοιβής του μελετητή.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι τα ποσά που διεκδικεί με την ένδικη αγωγή του ενάγων είναι υπερβολικά, μη ανταποκρινόμενα στις τότε συνθήκες της αγοράς και ότι η αμοιβή που αντιστοιχεί στις προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντα ανέρχεται σε 40.000 ευρώ..., ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο εκκαλών κρίνονται απορριπτέα.
Περαιτέρω με τον τέταρτο λόγο έφεσης του ο ενάγων ισχυρίζεται, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εδύνατο και όφειλε να διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης σχετικά με την κρατούσα στην αγορά και τη συναλλακτική ηθική, αμοιβή που αντιστοιχούσε στην εκτέλεση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Ο λόγος αυτός έφεσης κρίνεται απορριπτέος καθόσον τα προσκομιζόμενα εκ μέρους των διαδίκων αποδεικτικά μέσα επαρκούν πλήρως προκειμένου να οδηγηθεί το Δικαστήριο στη δικαιοδοτική του κρίση ενώ παράλληλα δεν ανέκυψαν όσον αφορά την υπό κρίση αγωγή ζητήματα για τη διάγνωση των οποίων απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης ούτως ώστε να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη.
Εξάλλου πρέπει να αναφερθεί ότι ο ενάγων έφερε το βάρος απόδειξης των αγωγικών του ισχυρισμών το οποίο (βάρος) δεν δύναται να μετατεθεί στο δικαστήριο τούτο. Ως εκ τούτου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο απέρριψε σιγή το σχετικό αίτημα, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο εκκαλών κρίνονται απορριπτέα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους έφεσης και την έφεση του ενάγοντος στο σύνολό της, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που έκρινε όμοια και απέρριψε και την επικουρική βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 904 του Α.Κ. και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το ανωτέρω σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:
α) Ότι η αναιρεσίβλητη - εναγόμενη για τις εκτελεσθείσες εκ μέρους του αναιρεσείοντος - ενάγοντος, ως οικονομολόγου και γεωπόνου, εργασίες οφείλει να του καταβάλει, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, το ποσό κατά το οποίο εκείνη κατέστη πλουσιότερη και ειδικότερα την αμοιβή που θα κατέβαλε σε έτερο μελετητή για την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου, εάν ήταν έγκυρη η ανωτέρω σύμβαση.
β) Ότι ο ενάγων συνέταξε αμφότερες τις μελέτες (οικονομοτεχνική και κηποτεχνική) και παρακολούθησε δίδοντας κάποιες οδηγίες και κατευθύνσεις την εκτέλεση του έργου μέχρι το έτος 2009, χωρίς να εκτελέσει το σύνολο των συμβατικά καθορισμένων υποχρεώσεών του, ενόψει του ότι οι συμβατικές υποχρεώσεις του αφορούσαν υπηρεσίες που παρέχονται χρονικά σε εξαετές βάθος χρόνου, ενώ παράλληλα απαιτούσαν την παροχή σύνθετων και εξειδικευμένων υπηρεσιών, ο ίδιος δε απασχολήθηκε στο έργο από Ιανουάριο του 2006 - Ιούλιο του 2009, οπότε απομακρύνθηκε από το συμμετοχή του στο έργο και τα καθήκοντά του ανέλαβε ο Ι.
Κ. Συγκεκριμένα ο ενάγων δεν συνέβαλε στην έγκριση του τραπεζικού δανείου χρηματοδότησης της εν λόγω επένδυσης, ούτε παραβρέθηκε στον έλεγχο που έγινε από το Κεντρικό Όργανο Ελέγχου στο χώρο του ξενοδοχείου στις 5-7/8/2009 για την αξιολόγηση του πρώτου 50% του έργου, ούτε στον έλεγχο που έγινε για το υπόλοιπο 50% του έργου, που πραγματοποιήθηκε στις 28-30/8/2010.
γ) Ότι το διεκδικούμενο ποσό των 503.050,50 ευρώ για τη εκπόνηση της χρηματοοικονομικής μελέτης και για τη διαχείριση της εξυπηρέτησης του επενδυτικού σχεδίου, στην οποία προέβη ο ενάγων (σύνταξη επιστολών και κάποιων συγκεντρωτικών καταστάσεων επενδυτικών δαπανών), καθώς και το ποσό των 20.000 ευρώ για την κηποτεχνική μελέτη, είναι υπερβολικά και δεν συνάδουν με τις καταβαλλόμενες κατά το χρόνο σύναψης της ένδικης σύμβασης αμοιβές σε τρίτους μελετητές για αντίστοιχο με το εκτελεσθέν εκ μέρους του ενάγοντα έργο.
δ) Ότι το εύλογο ποσό για την εκτέλεση του περιγραφόμενου ως άνω έργου, ήτοι της εκπόνησης των δύο μελετών και της διαχείριση εξυπηρέτησης του επενδυτικού σχεδίου, ήτοι τη σύνταξη επιστολών και καταστάσεων κάποιων επενδυτικών δαπανών, υπολογίζεται με δίκαιη κρίση, στο ποσό των 40.000 ευρώ συνολικά, και δη στο ποσό των 30.000 ευρώ για την οικονομοτεχνική μελέτη και τις εργασίες διαχείρισης και στο ποσό των 10.000 ευρώ για την κηποτεχνική μελέτη (μελέτη εγκατάστασης και προβολής φυτικού υλικού και μελέτη άρδευσης), τα οποία (ποσά) κατά τις επικρατούσες, κατά το κρίσιμο χρόνο καταβολής της αμοιβής του ενάγοντα, συνθήκες είναι εύλογα και ανάλογα με τα ποσά που συνηθίζεται να καταβάλλονται για όμοια έργα σε οικονομολόγους και γεωπόνους.
Και ε) Ότι η αναιρεσίβλητη έχει καταβάλει στον αναιρεσείοντα για την ανωτέρω αιτία το ποσό αυτό των 40.000 ευρώ. Επομένως, ο δεύτερος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εύλογης και ειθισμένης αμοιβής για ανάλογο έργο, είναι αβάσιμος.
Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση χρησιμοποίησε εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι απαράδεκτες, αφού ο αναιρεσείων δεν εκθέτει στο αναιρετήριο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση χρησιμοποίησε εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, αλλά αιτιάται ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το εύλογο και ειθισμένο της αμοιβής που καταβαλλόταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, για όμοια έργα, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ο από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (Α.Π.1484/2021, Α.Π. 1223/2021).
Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Δηλαδή, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 97/2016, ΑΠ 677/2015).
Ο παραπάνω λόγος είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 576/2018, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 1935/2014).
Περαιτέρω κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα, που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά,ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα τα οποία απαιτούν, προκειμένου να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ (ΑΠ 1526/2021, ΑΠ 1862/2007).
Συνεπώς, για το ορισμένο του σχετικού από το άρθρο 559 αριθ. 10 λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρει ότι παρότι το ουσιαστικό δικαστήριο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ότι για κάποιο κρίσιμο ζήτημα απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, όμως δεν διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αν και υποβλήθηκε σχετικό αίτημα (ΑΠ 1526/2021, ΑΠ 1419/2019, ΑΠ 463/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν διέταξε αποδείξεις και απέρριψε το αίτημά του για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με το ζήτημα, αν συμφωνηθείσα αμοιβή για την εκτέλεση του εν λόγω έργου ήταν εύλογη, δίκαιη και ειθισμένη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν γίνεται επίκληση σε αυτόν ότι το Εφετείο απέρριψε το αίτημα για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αν και δέχθηκε ότι για το κρίσιμο ζήτημα απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης αλλά και γιατί υπό την γενική επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., ουσιαστική κρίση του Εφετείου, καθόσον η αποδοχή ή η απόρριψη του αιτήματος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εφόσον δεν έγινε δεκτό ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου της ουσίας και κείται εκτός αναιρετικού ελέγχου.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Ολ.Α.Π.42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π.798/2010).
Έτσι, ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν και έγινε επίκλησή τους (Α.Π.1763/2007, Α.Π.1595/2006). Για την πληρότητα του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π.1405/2019, Α.Π.466/2019, Α.Π.17617, Α.Π.516/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων προσκόμισε νόμιμα με επίκληση, στο δικαστήριο της ουσίας και συγκεκριμένα:
α) το με αριθ. πρωτ. ...-2017 διαβιβαστικό έγγραφο από τη Γενική Διεύθυνση Ιδιωτικών Επενδύσεων του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης, σε απάντηση των από 8-2-2017 και 7-3-2017 αιτημάτων του, όπου διαβεβαιώνεται η εκπόνηση όλων των οικονομοτεχνικών και κηποτεχνικών μελετών από τον ίδιο, β) την υπ' αριθ.1814/7-2-2017 ένορκη βεβαίωση του Σ.
Σ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, γ) τις επιστολές και σχέδια επιστολών: 1) από 15-2-2009 σχέδιο επιστολής, που συνέταξε ο ίδιος και παρεδόθη στην εναγομένη απευθυνόμενη στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, 2) από 10-4-2009 σχέδιο επιστολής, που συνέταξε ο ίδιος και παρεδόθη στην εναγομένη απευθυνόμενη στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, 3) από 22-4-2009 επιστολή, που συνετάγη από την εναγομένη βάσει του από 10-4-2009 δικού του σχεδίου απευθυνόμενη στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, 4) από 9-6-2009 σχεδίου επιστολής που συνέταξε ο Πρόεδρος της εναγομένης Γ.
Σ. βάσει του από 15-2-2009 δικού του υποδείγματος επιστολής και 5) από 16-6-2009 σχέδιο επιστολής, που συνέταξε ο ίδιος και απεστάλη στην εναγομένη απευθυνόμενη στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών και δ) συγκεντρωτική κατάσταση των επενδυτικών δαπανών, που παρέδωσε στην εναγομένη στις 4-8-2009, προς απόδειξη ότι εκτέλεσε και παρέδωσε προσηκόντως το αναληφθέν έργο.
Ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος, αφού αναφορικά με το υπό στοιχεία β') έγγραφο (ένορκη βεβαίωση) γίνεται ρητή αναφορά σε αυτό καθώς και στο περιεχόμενό του στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά δε με το υπό στοιχείο γ'(επιστολές) γίνεται επίσης αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση σε κάποιες απ' αυτές, ως επίσης γίνεται αναφορά και στο υπό στοιχείο δ') έγγραφο και από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα ως άνω, φερόμενα ως αγνοηθέντα, αποδεικτικά μέσα.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13/12/2021 αίτηση του Ν. Γ. για αναίρεση της υπ` αριθ.6983/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο
και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ