Legislator Case Law & Legislation
1344/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against debt cap calculation due to unclear reasoning on interest arrears.

Case Number 1344/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a lower court's decision regarding the calculation of a debt cap. The appellant argued that the lower court failed to provide clear reasoning on the specific amounts of interest arrears and the multipliers used for two loans, rendering the final debt calculation unclear. Consequently, the court found the lower court's reasoning insufficient and voided the decision, remanding the case for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 30(1), (2) of Law 2789/2000; Article 39 of Law 3259/2004: When a lower court's reasoning regarding the calculation of a debt cap under these provisions is unclear or insufficient regarding the specific amounts of interest arrears and multipliers applied, the court must annul the decision and remand the case for retrial.

Keywords

AI generated
debt cap calculation interest arrears insufficient reasoning annulment of judgment remand for retrial Law 2789/2000 Law 3259/2004

Cited Legislation

AI generated
Article 30(1) and (2) of Law 2789/2000
Article 39 of Law 3259/2004
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 562(4) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1344 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1344/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγλαΐα Μυλωνοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-05-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4392/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3624/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-10-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, o διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 30 παρ.1 και 2 του ν. 2789/2000 "Προσαρμογή του ελληνικού δικαίου προς την οδηγία αριθμ. 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19.5.1998... και λοιπές διατάξεις", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, ορίσθηκαν τα εξής: "1. Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο μέχρι 31/12/2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.

Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000.

Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. 2. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος.

Το αυτό ισχύει και για εισπραχθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά από διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ΚΠολΔ. Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία".

Επίσης με το άρθρο 39 παρ.1, 2 και 12 του, επιγενομένου και ισχύοντος από 4.8.2004, ν. 3259/2004 "Περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών και άλλες διατάξεις", ορίζονται τα εξής: "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 (που εξαιρεί από τη ρύθμιση τις μεγάλες οφειλές και τα δάνεια πάνω από ένα ορισμένο ποσό) και 5 του παρόντος άρθρου (παρ. 1).

Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.

Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.

Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις (παρ.2). Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως (ο νόμος αυτός) ισχύει" (παρ. 12). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, προκύπτει ότι με το άρθρο 39 του ν. 3259/2004, βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του άρθρου 30 παρ.1 του ν.2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 του ν.2912/2001, και περιορίστηκε μόνο το οριζόμενο, ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής (και εξαιρετικά για τις οφειλές των αγροτών στο διπλάσιο) δεν καταργήθηκαν δε οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, ούτε αποκλείστηκαν της ρυθμίσεως εκείνες οι οφειλές που δεν υπερέβαιναν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου (ΑΠ 763/2019, ΑΠ 1280/2017, ΑΠ 45/2016, ΑΠ 132/2014, ΑΠ 345/2013).

Το ως άνω πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίστηκε με την αρχική διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 και στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με το ν. 3259/2004, διότι η διάταξη αυτή δεν έχει χρονικά όρια εφαρμογής και εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται αναλόγως κατά τα λοιπά και μετά τη νέα ρύθμιση του ν. 3259/2004, σύμφωνα με την παρ. 12 του ίδιου άρθρου 39 του νόμου αυτού (ΑΠ 97/2020, 763/2019, ΑΠ 488/2017).

Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο νόμος ρύθμισε ο ίδιος αυτοτελώς και πλήρως τόσο τις προϋποθέσεις όσο και το ύψος της ex lege επιτασσόμενης προσαρμογής των οφειλών από τόκους. Επομένως, η ρύθμιση των οφειλών χωρεί αυτοδικαίως και δεν απαιτείται για την ενεργοποίησή της κάποια άλλη προϋπόθεση και ειδικότερα η εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης από τον οφειλέτη προς την Τράπεζα.

Η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 39 υποχρέωση των οφειλετών να υποβάλουν, μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία, αίτηση "για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση" συνιστά προϋπόθεση για την υπαγωγή αυτών στη ρύθμιση (χρόνος αποπληρωμής 5-7 ετών σε ισόποσες δόσεις κ.λπ., αναστολή εκτελέσεως) και όχι προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της υποχρέωσης της Τράπεζας να επανακαθορίσει την οφειλή στα όρια που ο νόμος διαγράφει.

Όπως προαναφέρθηκε, η αναπροσαρμογή της οφειλής χωρεί αυτοδικαίως και γι' αυτό η παρ. 3 του άρθρου 39 ορίζει ως συνέπεια της παρελεύσεως άπρακτης της προθεσμίας υποβολής της ανωτέρω αίτησης ότι το πιστωτικό ίδρυμα έχει δικαίωμα "να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω", στο ύψος δηλαδή που κατά τα προαναφερόμενα αυτοδικαίως αναπροσαρμόσθηκε.

Ως εκ τούτου η απαίτηση της Τράπεζας είναι εκ του νόμου βέβαιη και εκκαθαρισμένη, προσδιορίζεται δε κατ' αναπροσαρμογή, σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, με την εκτέλεση αριθμητικών πράξεων και αφού ληφθεί ως βάση το ποσό της οφειλής (ληφθέν κεφάλαιο προκειμένου περί συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων ή της οφειλής, όπως είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση του αλληλόχρεου λογαριασμού) (ΑΠ 97/2020, ΑΠ 488/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με τα υπ' αριθμ. ... και ... συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Μιχαλοπούλου-Κούγια συνήφθησαν μεταξύ του ενάγοντος δικηγόρου και του εναγόμενου Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων δύο (2) συμβάσεις ενυπόθηκων τοκοχρεωλυτικών δανείων ποσού 1.440.000 δραχμών και 900.000 δραχμών, για την αγορά επαγγελματικής στέγης και εξοπλισμού, αντίστοιχα.

Σύμφωνα με όρο των δανειστικών αυτών συμβολαίων, σε περίπτωση καθυστερήσεως εξαμηνιαίας τοκοχρεωλυτικής δόσεως καθίσταται αυτή απαιτητή και τοκοφόρος με το εκάστοτε επιτόκιο υπερημερίας, σε περίπτωση δε καθυστέρησης δύο εξαμηνιαίων δόσεων καθίσταται αυτοδικαίως απαιτητό ολόκληρο το υπόλοιπο κεφάλαιο του δανείου, καθυστερούμενες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, τόκοι, κ.λ.π..

Επίσης, με τα αυτά δανειστικά συμβόλαια συνομολογήθηκε ρητά ότι ο δανειστής (ήτοι το εναγόμενο) έχει δικαίωμα να απαιτήσει, τόκους επί των τόκων. Ο ενάγων καθυστέρησε να καταβάλει περισσότερες από δύο (2) εξαμηνιαίες δόσεις των ανωτέρω δανείων και το εναγόμενο κήρυξε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το κατά τα ανωτέρω οφειλόμενο ποσό εκ των δανείων, έδωσε δε εντολή στη Δ.Ο.Υ.

Κορίνθου να το βεβαιώσει και να το εισπράξει. Η βεβαιωθείσα από την ανωτέρω Δ.Ο.Υ. με τα τριπλότυπα βεβαίωσης 535/6.5.1988 και 536/6.5.1988 οφειλή του ενάγοντα ανερχόταν σε δραχμές 1.973.230 για το πρώτο δάνειο και σε δραχμές 1.356.602 για το δεύτερο δάνειο. Πλην όμως, ο ενάγων δεν εξόφλησε τα ανωτέρω βεβαιωθέντα και οφειλόμενα από αυτόν ποσά, με συνέπεια στις 5.11.1990 δυνάμει των υπ' αριθμ. 880/5.11.1990 και 881/5.11.1990 τριπλοτύπων βεβαίωσης της ιδίας ως άνω Δ.Ο.Υ.

να βεβαιωθούν σε βάρος του οι αναλογούντες τόκοι υπερημερίας εκ δραχμών 570.268 και δραχμών 797.905, αντίστοιχα, που προήλθαν από την καθυστέρηση εξόφλησης των ανωτέρω βεβαιωθέντων και οφειλομένων ποσών κατά το χρονικό διάστημα από 6.5.1988 μέχρι 5.11.1990. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται και από το υπ' αριθμ. πρωτ. 211376/13.10.1994 έγγραφο της Δ.Ο.Υ.

Κορίνθου, το οποίο ενσωματώθηκε στην κρινομένη αγωγή, με το οποίο βεβαιώνεται ότι ο ενάγων εξόφλησε το έτος 1994 τα ποσά που βεβαιώθηκαν με τα προαναφερθέντα υπ' αριθμ. 535/6.5.1988 και 536/6.5.1988 τριπλότυπα βεβαίωσης. Επομένως, μη εξοφληθέντων των οφειλομένων τούτων ποσών μέχρι τις 5.11.1990, ορθά υπολογίσθηκαν και βεβαιώθηκαν σε βάρος του ενάγοντα οι αναλογούντες τόκοι υπερημερίας τους για το χρονικό διάστημα από της βεβαίωσης 6.5.1988 μέχρι τις 5.11.1990.

Τα ανωτέρω, όπως εκατέρωθεν συνομολογείται (άρθρο 352 ΚΠολΔ), κρίθηκαν με την καταστάσα αμετάκλητη υπ' αριθμ. 648/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και αποτελούν δεδικασμένο (άρθρα 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ), αποκλεισμένης της έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας της αυτής με την προγενεστέρως κριθείσα αξίωση περί μη αναγνώρισης οφειλής εκ μέρους του ενάγοντος από υπόλοιπο κεφαλαίου εκάστου των προαναφερομένων δανειακών συμβάσεων.

Περαιτέρω, εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε η διισχυριζόμενη στο δικόγραφο της κρινομένης αγωγής εξόφληση το έτος 2000 εκ μέρους του ενάγοντα των καταλογισθέντων τόκων της χρονικής περιόδου 6-5-1988 μέχρι 5-11-1990 στη Δ.Ο.Υ. Κορίνθου, ισχυρισμός ο οποίος σημειωτέον, σε κάθε περίπτωση προβάλλεται αορίστως στο δικόγραφο της κρινομένης αγωγής, καθόσον δεν προσδιορίζεται το ποσό που καταβλήθηκε εκ μέρους του ενάγοντα για κάθε αιτία και ο χρόνος της καταβολής [...].

Όσον αφορά στην επιχειρούμενη από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου... διόρθωση του χρόνου εξόφλησης της εν λόγω οφειλής, απαραδέκτως διενεργείται [...]. Εξάλλου, υποτιθεμένου αληθούς του εν λόγω ισχυρισμού του ενάγοντα περί εξοφλήσεως το έτος 1996, η έρευνα της βασιμότητος του ισχυρισμού αυτού, θα προσέκρουε, κατά τα προεκτιθέμενα, στο απορρέον εκ της προαναφερομένης υπ' αριθμ. 648/1998 αποφάσεως δεδικασμένο.

Η μη εξόφληση της ανωτέρω οφειλής (από καταλογισθέντες τόκους) αποδεικνύεται και από τα υπ' αριθμ. πρωτ. 154083/13-12-2001 και 154084/13-12-2001 έγγραφα του εναγομένου, με τα οποία ενημέρωσε τον ενάγοντα για το ληξιπρόθεσμο της οφειλής του μετά την υπαγωγή του δανείου της επαγγελματικής στέγης στο άρθρο 42 του ν.2912/2001 και την μη υπαγωγή του δανείου εξοπλισμού στο ίδιο άρθρο και κλήθηκε να μεταβεί στην αρμόδια υπηρεσία του εναγομένου για διακανονισμό της οφειλής του, ενέργεια στην οποία δεν προέβη, αλλά ούτε περαιτέρω αμφισβήτησε με οιονδήποτε τρόπο την οφειλή του.

Ακολούθως, τα επίδικα δάνεια υπήχθησαν τελικά στο άρθρο 39 του ν.3259/2004 σχετικά με τη ρύθμιση των ληξιπροθέσμων χρεών. Από την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης του ιδίου νομοθετήματος προέκυψε διαγραφή τόκων υπερημερίας ποσού 8.466,80 ευρώ για το δάνειο με αριθμό λογαριασμού ... και ποσού 22.945,18 ευρώ για το δάνειο με αριθμό λογαριασμού ...

και με τα υπ' αριθμ. πρωτ. 870/20.10.2005 και 142697/20.10.2005 έγγραφα του εναγομένου ενημερώθηκε ο ενάγων για το υπόλοιπο της οφειλής του προς αυτό, μετά την διαγραφή κατά τα ανωτέρω των πανωτοκίων, ώστε να προβεί σε ρύθμιση αυτών, ενέργεια στην οποία και πάλι δεν προέβη. Ακολούθησε τέλος, νέα ειδοποίηση προς ρύθμιση της οφειλής του ενάγοντα με τα με αριθμ.

πρωτ. 32653/23-3-2009 και 32658/23- 3-2009 έγγραφα του εναγομένου, σύμφωνα με τα οποία λόγω της μη προσέλευσής του προς τακτοποίηση του χρέους, αυτό επιβαρύνθηκε με τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας, που ανέρχονταν στις 30.6.2013 στο ποσό των 27.585,27 ευρώ για το δάνειο με αριθμό λογαριασμού ... και στο ποσό των 40.757,36 ευρώ για το δάνειο με αριθμό λογαριασμού ..., χωρίς όμως και πάλι να προσέλθει ο ενάγων προς διακανονισμό στην αρμόδια υπηρεσία.

Με βάση τα προεκτιθέμενα, αποδείχθηκε ότι παρακολουθούνταν με νομότυπες διαδικασίες η οφειλή του ενάγοντα από το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ., ενώ ο ίδιος ενημερωνόταν συνεχώς για τις οφειλές του και την υπαγωγή τους στους νόμους 2912/2001 και 3259/2004. Το εναγόμενο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, απολαμβάνει όλων των ουσιαστικών και δικονομικών προνομίων του δημοσίου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 παρ.1 εδ.α και γ' του ν.2214/1994, που ορίζει ότι: "Το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων έχει όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες, τα δικαστικά, διοικητικά, οικονομικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο....

Για την είσπραξη των απαιτήσεών του και γενικά των εσόδων του εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.". Επομένως, διέπεται από τις διατάξεις του ν.δ.496/1974 (περί λογιστικού Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου) και συγκεκριμένα από το άρθρο 44 παρ.2 περ.γ: "... 2. Χρέη προς το ν.π. α)..., β).., γ) εκ συμβάσεων και [...], περιλαμβανομένων δια των περιοδικών παροχών και δ) ...

υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν, αρχομένην από της λήξεως του Οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν", το άρθρο 45: " Η παραγραφή των χρεών προς το ν.π. αναστέλλεται δια τους λόγους τους προβλεπομένους υπό της ισχυούσης περί των αξιώσεων του Δημοσίου νομοθεσίας. Η παραγραφή αναστέλλεται επίσης:...γ) Εάν ημφισβητήθη δικαστικώς η νομιμότης του τίτλου εισπράξεως ή των ληφθέντων μέτρων εκτελέσεως υπό του οφειλέτου ή τρίτου μέχρι τελεσιδίκου περατώσεως της δίκης" και το άρθρο 46 : "1.

Η παραγραφή διακόπτεται δια τους λόγους τους προβλεπομένους υπό της ισχυούσης περί των αξιώσεων του Δημοσίου νομοθεσίας, πλην της καθ'οιονδήποτε τρόπον αναγνωρίσεως της αξιώσεως υπό του υποχρέου. Η παραγραφή διακόπτεται επίσης, δια της επιβολής κατασχέσεως επί περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτου [...].

Από της κατασχέσεως ενάρξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως μέχρι της τελεσιδικίας του πίνακος κατατάξεως, πάσα πράξις της εκτελέσεως διακόπτει την παραγραφήν, η οποία άρχεται εκ νέου από της τελευταίας διαδικαστικής πράξεως της εκτελέσεως.". Με βάση τα προεκτιθέμενα οι απαιτήσεις του εναγομένου που είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου υπόκεινται σε εικοσαετή παραγραφή, που άρχεται από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκαν (εν προκειμένω το έτος 1990), εφόσον προέρχονται, από συμβάσεις (εν προκειμένω συμβόλαια δανείων) συμπεριλαμβανομένων και των περιοδικών παροχών (άρθρο 44 παρ.2 περ.γ' του ν.δ.496/1974 περί λογιστικού ΝΠΔΔ) και δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω οι διατάξεις των άρθρων 250 περ. 15 και 253 ΑΚ περί παραγραφής περιοδικών αξιώσεων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων.

Περαιτέρω, έχει επέλθει αναστολή της παραγραφής που άρχισε το έτος 1990 λόγω της δικαστικής αμφισβήτησης του χρέους από τον ενάγοντα με την από 26-10-1991 ανακοπή του, με αίτημα την ακύρωση της υπ' αριθμ.3922/5.12.1990 ατομικής ειδοποίησης της Δ.Ο.Υ Κορίνθου, που αφορούσε τα υπ' αριθμ.880/5.11.1990 και 881/5.1.1990 τριπλότυπα βεβαίωσης ποσών 570.268 δραχμών και 797.905 δραχμών, αντίστοιχα (η συζήτηση της ανακοπής ματαιώθηκε) και στη συνέχεια με την από 29.10.1994 ανακοπή του κατά της ίδιας ατομικής ειδοποίησης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7127/1996 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, απορριπτική της ανακοπής.

Η αναστολή έληξε με την έκδοση της προαναφερομένης υπ'αριθμ.648/1998 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση. Εξάλλου, έχει επέλθει και διακοπή της παραγραφής με την έκδοση της υπ' αριθμ. ... κατασχετήριας έκθεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κορίνθου Βασιλικής Κακαναράκη-Προύντζου, ενώ τελούσε σε αναστολή μέχρι την έκδοση της υπ'αριθμ.2320/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την από 17.5.1999 ανακοπή του εκκαλούντος, με αίτημα την ακύρωση της ανωτέρω υπ' αριθμ. ...

κατασχετήριας έκθεσης, αλλά και εκ νέου διεκόπη με την έκδοση των υπ' αριθμ.3133/25.10.1999 και 1182/13.4.2000 προγραμμάτων πλειστηριασμού σε βάρος του ενάγοντα και την άσκηση ανακοπών κατά αυτών. Επομένως, ο αγωγικός ισχυρισμός του ενάγοντα περί παραγραφής της εκ των τόκων οφειλής του προς το εναγόμενο λόγω συμπλήρωσης πενταετίας είναι απορριπτέος, ως νόμω αβάσιμος, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν έχει συμπληρωθεί εικοσαετία από το έτος 1990 μέχρι την άσκηση της αγωγής, ώστε να έχει παραγραφεί η εν λόγω οφειλή αυτού.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε παραίτηση του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. από τον προαναφερόμενο όρο των δανειακών συμβάσεων περί υπολογισμού τόκων επί τόκων, ο οποίος νομίμως συνομολογήθηκε [...]. Η προεκτιθέμενη συμπεριφορά του εναγομένου δεν είναι παράνομη, ούτε αντιβαίνει στα συναλλακτικά ήθη, αλλά ούτε και στοιχειοθετεί συμπεριφορά αντιβαίνουσα στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού κατά τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν, τα αρμόδια όργανα αυτού ενήργησαν σύμφωνα με τον νόμο, τόσο κατά τη διαδικασία βεβαίωσης της ενδίκου οφειλής, όσο και κατά τη λήψη μέτρων διοικητικής εκτέλεσης προς διασφάλιση είσπραξης του χρέους του ενάγοντα, ο οποίος παρά τις επανειλημμένες κλήσεις της αρμόδιας Υπηρεσίας (του εναγομένου Ταμείου) δεν προσήλθε για εξόφληση ή ρύθμιση αυτού.

Τέλος, το επικουρικά σωρευόμενο στο κύριο... αίτημα της αγωγής περί υπαγωγής της οφειλής του ενάγοντα στις διατάξεις του ν.3259/2004 είναι απορριπτέο, ως νόμω αβάσιμο, διότι το εναγόμενο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων έχει ήδη εφαρμόσει την διάταξη του άρθρου 39 του ιδίου νομοθετήματος στις οφειλές του ενάγοντα, συνεπεία δε της εφαρμογής του διαγράφηκαν τόκοι υπερημερίας των δανείων του, [...], και επομένως δεν μπορεί να εφαρμοσθεί για δεύτερη φορά, όπως αιτείται ο ενάγων.

Κατόπιν της απόρριψης της εν λόγω αγωγικής βάσης ως νόμω αβασίμου, δεν τίθεται ζήτημα αποδεικτέου πραγματικού περιστατικού σχετικά με την εφαρμογή του ανωτέρω νομοθετήματος, ώστε να τεθεί ζήτημα απόδειξης με πραγματογνωμοσύνη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, όσον αφορά στο ανωτέρω επικουρικά σωρευόμενο αγωγικό αίτημα, που αντικαθίσταται με την παρούσα [...] αλλά και ως προς το ότι δεν διέταξε διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός 5ος λόγος της έφεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.

Περαιτέρω, δεδομένου ότι αποδείχθηκε, πως τα αρμόδια όργανα του εναγόμενου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου ενήργησαν σύννομα και δεν υπέστη ζημία ο ενάγων, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 71, 281, 288, 914 και 932 ΑΚ, απορριπτομένου του σχετικού αγωγικού κονδυλίου περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ως κατ' ουσίαν αβασίμου.

Κατόπιν των προεκτιθεμένων παραδοχών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, μετά από συνεκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων, που προσκομίστηκαν ενώπιον του, απέρριψε την αγωγή, ορθά εφήρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και συνακόλουθα, οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος και 6ος λόγοι έφεσης, με τους οποίους ο ενάγων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως κατ'ουσίαν αβάσιμοι.".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε αποφανθεί ομοίως, έχοντας απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι δεν υφίσταται οφειλή του προς το αναιρεσίβλητο από τα ως άνω δύο δάνεια που έλαβε από το τελευταίο, άλλως, στην περίπτωση που διαπιστωθεί οφειλή του, να προσδιοριστεί αυτή δικαστικώς σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, καθώς και να του επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του αντιδίκου του.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1, 2, 12 του ν. 3259/2004, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 30 παρ. 1, 2 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

Ειδικότερα, με βάση τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης: 1) Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) δεν εξόφλησε τους καταλογισθέντες σε βάρος του τόκους υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από 6.5.1988 έως 5.11.1990, που αναλογούσαν στις βεβαιωθείσες, την 6.5.1988, οφειλές του εκ των δύο τοκοχρεολυτικών δανείων, τα οποία δεν είχε ακόμη εξοφλήσει κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, 2) ότι το δάνειο για την αγορά επαγγελματικής στέγης υπήχθη στο άρθρο 42 του ν. 2912/2001, 3) ότι τα δύο δάνεια υπήχθησαν τελικά στο άρθρο 39 του ν. 3259/2004 και ότι από την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προέκυψε διαγραφή τόκων υπερημερίας ποσού 8.466,80 ευρώ για το δάνειο αγοράς εξοπλισμού του δικηγορικού γραφείου του ενάγοντος και ποσού 22.945,18 ευρώ για το δάνειο αγοράς επαγγελματικής στέγης, και ότι ο ενάγων ενημερώθηκε στις 20.10.2005 από το εναγόμενο για το υπόλοιπο της οφειλής του προς αυτό μετά τη διαγραφή των πανωτοκίων, προκειμένου να προβεί σε ρύθμιση αυτών, και 4) ότι κατόπιν νέας ειδοποίησής του στις 23.3.2009 και μη προσέλευσής του προς τακτοποίηση της οφειλής του, αυτή επιβαρύνθηκε με τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας, που ανέρχονταν στις 30.6.2013 (σημειώνεται ότι η αγωγή του αναιρεσείοντος ασκήθηκε το 2009) στο ποσό των 27.585,27 ευρώ για το δάνειο αγοράς εξοπλισμού και στο ποσό των 40.757,36 ευρώ για το δάνειο αγοράς επαγγελματικής στέγης, το Εφετείο δέχθηκε, τελικώς, ότι υφίσταται οφειλή του αναιρεσείοντος προς το αντίδικο του από τα ανωτέρω δύο τοκοχρεωλυτικά δάνεια, χωρίς, ωστόσο, να αναφέρει α) το ποσό της οφειλής του ενάγοντος από τους καταλογισθέντες τόκους υπερημερίας για καθένα των δύο δανείων, όπως είχε διαμορφωθεί το Δεκέμβριο του 2001, που φέρεται ότι ενημερώθηκε ο ενάγων-αναιρεσείων για το ληξιπρόθεσμο της οφειλής του και που υπήχθη τότε το εξ αυτών για την αγορά επαγγελματικής στέγης στο άρθρο 42 του ν. 2912/2001, ούτε το ποσό της οφειλής του τελευταίου αυτού δανείου όπως διαμορφώθηκε με βάση τα οριζόμενα στην εν λόγω διάταξη, β) το ποσό της οφειλής από τους τόκους υπερημερίας και των δύο δανείων, όπως υπολογίστηκε με βάση τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, οπότε προέκυψε η διαγραφή των άνω τόκων υπερημερίας για καθένα από τα δάνεια, γ) το λογαριασμό κίνησης της οφειλής των τόκων υπερημερίας από τα δύο δάνεια μετά τον επανακαθορισμό τους με τις άνω διατάξεις, και δ) τα ποσά που ελήφθησαν υπόψη για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής και το συντελεστή που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του σχετικού πολλαπλασίου κατά τον επανακαθορισμό των υφιστάμενων οφειλών του από τα δύο δάνεια, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί αν υπήρξε νόμιμος υπολογισμός της συνολικής οφειλής του ενάγοντος από τα δύο δάνεια, που υπερβαίνει ή όχι το οριζόμενο πολλαπλάσιο, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθ. 39 ν. 3259/2004 σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 30 παρ. 1, 2 ν. 2789/2000 και 42 ν. 2912/2001, και, έτσι, να προκαλείται ασάφεια ως προς το ποσό της συνολικής τελικής ληξιπρόθεσμης οφειλής και του τι περιλαμβάνει αυτή.

Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου τους ως προς τα σχετικά σκέλη), με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως, με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, όπως οι λόγοι αυτοί παραδεκτά συμπληρώνονται αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο (άρθρ. 562 παρ. 4 ΚΠολΔ), είναι βάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν, και εφόσον η αναιρετική εμβέλεια των άνω λόγων αναιρέσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό αναιρεσείοντα (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του ηττώμενου αναιρεσιβλήτου, διότι δεν υποβάλλεται σχετικό αίτημα από τον αναιρεσείοντα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 3624/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό αναιρεσείοντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ