Supreme Court allows appeal against municipal water company's dismissal of workers' claim for health allowance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of the municipal water company's claim. The company argued that its employees, integrated into a unified salary scale, were ineligible for a specific health allowance under collective agreements. The court found the lower court's reasoning flawed regarding the exclusion of these employees from the allowance. Consequently, the decision was remanded for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArt. 103 para. 8 of the Constitution; Art. 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reversed the lower court's dismissal of a claim for a statutory health allowance, ruling that the integration of personnel into a unified salary scale does not automatically preclude eligibility for specific allowances defined in collective agreements if the employees' job categories are not explicitly excluded by the relevant legislation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1344 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1344/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΔΗΜΟΥ ΧΑΛΚΗΔΟΝΑΣ Δ.Ε.Υ.Α.Χ., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Χαλκηδόνα Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ζήση Γκιμπιρίτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Κ. Κ. του Γ., 2) Α. Ζ. του Χ., 3) Χ. Δ. του Γ., 4) Ε. Δ. του Κ. και 5) Α. Γ. του Ι., κατοίκων …. και παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλειου Χριστομάνου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 4634/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2898/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-3-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του Ν. 2190/1994), το προσωπικό, που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατό στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής συμβάσεως ορισμένου χρόνου).
Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.
Μοναδική εξαίρεση από την εν λόγω, απόλυτη απαγόρευση προβλέφθηκε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 του ΠΔ 164/2004 (που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους), για περιπτώσεις απασχολούμενων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004 και ήσαν ενεργείς κατ' αυτήν (19-7- 2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται σ' αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών. (Ολ.ΑΠ 19, 20/2007, ΑΠ 1805/2017).
2. Με το άρθρο 1 παρ. 3 και 6 του ν. 2527/1997 "τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων για τις προσλήψεις στο δημόσιο τομέα" οι αμιγείς και μικτές επιχειρήσεις των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, στις οποίες ο οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης κατέχει άμεσα ή έμμεσα το 50% τουλάχιστον του εταιρικού κεφαλαίου, υπήχθησαν στο σύστημα προσλήψεων του ν. 2190/1994 ως προς την πρόσληψη τακτικών και με σύμβαση ορισμένου χρόνου διοικητικών υπαλλήλων των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, καθώς και του τακτικού και με σύμβαση ορισμένου χρόνου προσωπικού της κατηγορίας ΥΕ.
Οι επιχειρήσεις αυτές προσλαμβάνουν πλέον το μη διοικητικό προσωπικό καθώς και το εργατοτεχνικό προσωπικό κατηγορίας ΥΕ με βάση τις διατάξεις του κανονισμού τους και αν δεν υφίσταται κανονισμός με βάση σχετική προκήρυξη, σε κάθε όμως περίπτωση η πρόσληψη κάθε είδους προσωπικού με οποιαδήποτε εργασιακή σχέση ελέγχεται από το Α.Σ.Ε.Π.
όσον αφορά την τήρηση των διατάξεων του οικείου κανονισμού και των αρχών της δημοσιότητας, της διαφάνειας, της αντικειμενικότητας και της αξιοκρατίας που πρέπει να τηρούνται σε όλες τις περιπτώσεις. Εξάλλου με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. κα του ν. 2190/1994, όπως η περ. κα προστέθηκε με το άρθρο 20 παρ. 4 του ν. 2738/1999, εξαιρείται από την εφαρμογή των διατάξεων του άνω νόμου το προσωπικό που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ., η πρόσληψη του οποίου διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 11 παρ. 1 ν. 3227/2004: "Σε επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις ή φορείς που διατηρούν υποκαταστήματα ή εκμεταλλεύσεις σε περισσότερες από μία νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, για τον υπολογισμό του αριθμού των προστατευόμενων του Ν. 2643/1998 (ΦΕΚ 220 Α ) που τοποθετούνται υποχρεωτικά, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του προσωπικού που υπηρετεί στην έδρα και τα υποκαταστήματα ή τις εκμεταλλεύσεις της επιχείρησης ή του φορέα.
Στην περίπτωση αυτή, ο υπολογισμός εκείνων που τοποθετούνται γίνεται χωριστά για τα υποκαταστήματα ή τις εκμεταλλεύσεις που λειτουργούν σε κάθε νομαρχιακή αυτοδιοίκηση ανάλογα με το απασχολούμενο σε αυτές προσωπικό. Η υποχρέωση της επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή του φορέα της παραγράφου 8 του άρθρου 2 του ν. 2643/1998 να προσλαμβάνει τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 1 του ίδιου νόμου σε ποσοστό οκτώ τοις εκατό έχει εκπληρωθεί, όταν, πανελλαδικά, έχει τοποθετηθεί στην επιχείρηση, εκμετάλλευση ή τον φορέα της παρ. 8 του άρθρου 2 ο αριθμός προσώπων που αναλογεί στο συνολικό ποσοστό οκτώ τοις εκατό ή έχουν προκηρυχθεί με τις διατάξεις του ν. 2643/1998 θέσεις, με τις οποίες συμπληρώνεται το συνολικό ποσοστό οκτώ τοις εκατό.
Τα Άτομα με Αναπηρίες που απασχολούνται κατά τη δημοσίευση του παρόντος και εφεξής σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις ή φορείς της παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 2643/1998, κατ' εφαρμογή του προγράμματος επιχορήγησης από τον Ο.Α.Ε.Δ. Νέων Θέσεων Εργασίας Ατόμων με Αναπηρίες, τα οποία ο εργοδότης τους επιθυμεί να συνεχίσει να απασχολεί και μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, θεωρείται, ως προς όλες τις συνέπειες, ότι τοποθετήθηκαν δυνάμει του Ν. 2643/1998 (ΦΕΚ 220 Α)".
Από το συνδυασμό των παραπάνω συνταγματικών και νομοθετικών διατάξεων προκύπτουν τα εξής: α) Ο ν. 2643/1998 απολαμβάνει συνταγματικού ερείσματος εκ των διατάξεων του άρθρου 21 του Συντάγματος σύμφωνα με τις οποίες τα άτομα με αναπηρίες ή ειδικές ανάγκες πρέπει να τυγχάνουν ειδικής κρατικής φροντίδας. Έκφανση της υποχρέωσης αυτής του κράτους μαρτυρεί η προσθήκη της παραγράφου 6 στο αναθεωρημένο άρθρο 21 του Συντάγματος.
Η ως άνω παρεχόμενη συνταγματική προστασία στα άτομα με αναπηρίες δεν εμποδίζει τον νομοθέτη να καθορίσει ελεύθερα την έκταση και τις προϋποθέσεις που αυτός κρίνει ως κατάλληλες. Δηλαδή το Σύνταγμα δεν θέτει κανόνα αμέσως και ευθέως εφαρμοστέο αλλά θεσπίζει κατευθυντήρια διάταξη, με την οποία απευθύνεται προς το νομοθέτη η υπόδειξη να ληφθεί για ορισμένη κατηγορία πολιτών ειδική πρόνοια, αφήνει όμως σ' αυτόν (στον κοινό νομοθέτη) μεγάλο πλαίσιο κριτηρίων με βάση τα οποία και κατ’ απόλυτο εκτίμησή του θα προσδιορίσει το είδος και την έκταση αυτής της μέριμνας, β) Η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από τις δημοτικές επιχειρήσεις, υπόκειται στις διαδικασίες του ν. 2190/1994 και ειδικότερα του άρθρου 18 αυτού, αφού οι επιχειρήσεις αυτές είναι φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα κατά τη νομοθετικώς ισχύουσα σήμερα οριοθέτησή του, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι ο δήμος κατέχει άμεσα ή έμμεσα το 50% τουλάχιστον του εταιρικού τους κεφαλαίου, άλλως υπάγονται στον ιδιωτικό τομέα.
Η πρόσληψη όμως ατόμων με αναπηρίες από τους ανωτέρω φορείς του δημόσιου τομέα γίνεται αποκλειστικά κατά τις ειδικές και υποχρεωτικές διατάξεις του ν. 2643/1998, που ρυθμίζουν το ποσοστό των εκάστοτε προσληπτέων, τις θέσεις, τη διαδικασία επιλογής κ.λπ. γ) Τα άτομα με αναπηρίες νομίμως συνάπτουν, στα πλαίσια και κατ' εφαρμογή προγραμμάτων επιχορήγησης από τον Ο.Α.Ε.Δ.
νέων θέσεων εργασίας ατόμων με αναπηρία, συμβάσεις εργασίας με δημοτικές επιχειρήσεις για το χρονικό διάστημα που προβλέπει το εκάστοτε επιδοτούμενο πρόγραμμα. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγματώσεως των προγραμμάτων και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα.
Εξ άλλου στην εισηγητική έκθεση του άρθρου 11 του ν. 3227/2004 αναφέρεται ότι οι προσλήψεις ατόμων με αναπηρίες "θα μπορούν να θεωρούνται προσλήψεις του ν. 2643/1998 για όλες τις συνέπειες" και ότι "με τον τρόπο αυτό δίδεται μια ουσιαστική κατεύθυνση για διατήρηση των θέσεων εργασίας που δημιουργούνται από τα επιδοτούμενα προγράμματα και διευκολύνονται οι εργοδότες ώστε να κρατούν στην επιχείρησή τους άτομα που δικαιούνται προστασίας και γνωρίζουν ότι μπορούν να είναι παραγωγικά στην επιχείρησή τους".
Από όλα τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι η διάταξη του άρθρου 11 του ν. 3227/2004 περί δυνατότητας απασχόλησης των ατόμων με αναπηρία και μετά τη λήξη των προγραμμάτων εξασφαλίζει περαιτέρω την προαναφερθείσα προστασία και διαμορφώνει μια κατεύθυνση του νομοθέτη για οιονεί αυτόματη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, εφόσον ο εργοδότης εκφράσει ρητή βούληση για τη συνέχιση των συμβάσεων αυτών, δηλαδή διευρύνεται το εφαρμοστικό πεδίο του ν. 2643/1998 και επεκτείνεται η προστασία του νόμου αυτού και στη συνέχιση της απασχόλησης των ατόμων με αναπηρία μετά την κατά τα άνω πρόσληψή τους για ορισμένο χρονικό διάστημα.
Επομένως για τις συμβάσεις αυτές δεν έχει εφαρμογή η απαγόρευση συνεχίσεώς τους βάσει των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994 αφού το νομοθετικό καθεστώς που εδράζεται στην αρχή της ανάγκης ειδικής προστασίας των ατόμων με αναπηρία, δηλαδή το άρθρο 21 του Συντάγματος και ο ν. 2643/1998, είναι ειδικό έναντι των άνω διατάξεων κατά τα προαναφερθέντα.(ΑΠ531/2016).
Ως εκ τούτου παρέχεται στην ουσία η δυνατότητα διατήρησης των θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν με τα προγράμματα αυτά, εφόσον ο εργοδότης συναινεί στη συνέχιση της απασχόλησης τους και η σχετική ειδική διαδικασία πρόσληψης των ωφελουμένων ΑΜΕΑ, κείται εκτός του ρυθμιστικού πεδίου του άρθρου ένατου παρ. 20 α του Ν. 4057/2012 και δεν απαιτείται για την υλοποίηση τους η προηγούμενη έγκριση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης και η απόφαση κατανομής του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.
Η συγκεκριμένη διαδικασία, άλλως, θα καθίστατο ατελέσφορη, αν απαιτείτο, επιπρόσθετα για τις εξαιρετικού χαρακτήρα ειδικές προσλήψεις, η τήρηση των γενικών κανόνων που προεκτέθηκαν. Άλλωστε πρόκειται εν προκειμένω για οιονεί αυτόματη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας που συνήψαν τα άτομα αυτά σε εκτέλεση των επιδοτούμενων προγραμμάτων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου σε εφαρμογή ειδικού νομοθετικού καθεστώτος (αρθρ. 2 και 4 του Ν 2643/1998 και 11 του Ν 3227/2004, όπως αυτό ισχύει μετά την προσθήκη που δέχθηκε με το άρθρο 56 του Ν 4186/2013), το οποίο εδράζεται στην αρχή της ανάγκης ειδικής προστασίας των ΑΜΕΑ και αφορά προεχόντως στη συνέχιση της απασχόλησης των ατόμων με αναπηρίες σε επιχειρήσεις των ΟΤΑ μετά την λήξη των συγκεκριμένων προγραμμάτων του ΟΑΕΔ.
3. Με το άρθρο 1 § 1 του ν. 1069/1980 "Επιχειρήσεις Ύδρευσης- Αποχέτευσης" ορίζεται ότι 1. Οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.) αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου της παρ. 4 του άρθρου 252 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΔΚ), όπως κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (Α' 114) έχουν κοινωφελή και μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλες ειδικές διατάξεις του παρόντος, του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων και του ν. 3852/2010.
Κατά τα άρθρα 3 παρ.1 και 5παρ.1,2 του 'ίδιου νόμου η ΔΕΥΑ διοικείται από διοικητικό συμβούλιο το οποίο διοικεί την επιχείρηση, διαχειρίζεται την περιουσία και τους πόρους αυτής και αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά στην επιχείρηση, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο. 2. Ειδικότερα το Διοικητικό Συμβούλιο:
α) μεριμνά για τις υποθέσεις και τα συμφέροντα της επιχείρησης, β) διορίζει το Γενικό Διευθυντή, σύμφωνα με το άρθρο 6..Κατά το άρθρο 6 παρ.1, 3, 4, 5, 6 του νόμου αυτού ο Γενικός Διευθυντής προΐσταται των υπηρεσιών της Επιχείρησης ελέγχει την καθημερινή εργασία της επιχείρησης, ασκεί εποπτεία στη διεξαγωγή των εργασιών κάθε υπηρεσίας ασκώντας τη διοίκηση του προσωπικού της, είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και των επιτροπών της παραγράφου 3 του άρθρου 5 και μεριμνά για τα εκεί αναφερόμενα ζητήματα...
και συμμετέχει στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, χωρίς δικαίωμα ψήφου και εισηγείται προς το Διοικητικό Συμβούλιο για τα οριζόμενα στην παρ.4 θέματα. Επίσης ο Γενικός Διευθυντής αποφασίζει για: α) την εκτέλεση προμηθειών και την ανάληψη υποχρεώσεων, εφόσον η συνολική δαπάνη δεν υπερβαίνει το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ.
Το χρηματικό αυτό όριο μπορεί να αυξομειώνεται, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχείρησης, β) την τοποθέτηση του προσωπικού στις προβλεπόμενες από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας θέσεις, καθώς και για τη χορήγηση αδειών σε αυτό.(παρ.5) και τέλος ο Γενικός Διευθυντής ασκεί τις λοιπές αρμοδιότητες που παρέχονται σε αυτόν από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας.(παρ.6).
Περαιτέρω στη συστατική πράξη της αναιρεσείουσας (ΦΕΚ Β' 1190/9-6-2011) και στον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας αυτής (Αποφ.51989 ΦΕΚ Β' 3319/2017) ορίζεται ότι διοικείται από ενδεκαμελές δημοτικό συμβούλιο και διέπεται ως προς τη διοίκησή της από τις διατάξεις του ν. 1069/1980.Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι το διοικητικό συμβούλιο αποτελεί το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την Α.Ε.
και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της, ενώ τέτοια εξουσία δεν έχει ο Γενικός Διευθυντής ούτε με βάση τον Οργανισμό Εσωτερικής λειτουργίας της αναιρεσείουσας.
4. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα ουσιώδη : Ότι με την 3817/2011 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Χαλκηδόνας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 1190/ Β 709-06-2011), συστήθηκε, μετά από συγχώνευση των κοινωφελών επιχειρήσεων ήτοι:
α] της "Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης Χαλκηδόνας" με τον διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Υ.Α.ΧΑ.", β] της "Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης Αγίου Αθανασίου" με τον διακριτικό τίτλο "Δ.ΕΎ.Α.ΑΓ.Α" και γ] της "Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης Κουφαλίων" με τον διακριτικό τίτλο "Δ.ΕΎ.Α.Κ." το εναγόμενο και εδώ αναιρεσείον, νπιδ, ως ενιαία Κοινωφελής Επιχείρηση, με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Χαλκηδόνας" και το διακριτικό τίτλο "Δ.ΕΎ.Α.Χ.", το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Ν. 2643/1998 και του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 3227/2004.
Ότι οι ενάγοντες είναι άτομα με αναπηρίες με ποσοστό 50% τουλάχιστον και ειδικότερα: α] ο πρώτος ενάγων με ποσοστό αναπηρίας 67% λόγω σκλήρυνσης κατά πλάκας (σημ: σήμερα το ποσοστό αναπηρίας του, σύμφωνα με την από 19-01-2016 Γνωστοποίηση Αποτελέσματος Πιστοποίησης αναπηρίας της Α.Υ.Ε. του ΚΕ.Π.Α. ανέρχεται σε ποσοστό 70% από 01-01-2016 και εφ' όρου ζωής), β] η δεύτερη ενάγουσα με ποσοστό αναπηρίας 51% λόγω σακχαρώδους διαβήτη τύπου I και πρωτοπαθούς υποθυροειδισμού, (σήμερα το ποσοστό αναπηρίας της, σύμφωνα με την από 25-08-2015 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Α.Υ.Ε.
του ΚΕ.Π.Α. ανέρχεται σε ποσοστό 50%), γ] ο τρίτος ενάγων με ποσοστό αναπηρίας 51%, λόγω αμφοτερόπλευρης νευροαισθητήριας βαρηκοΐας σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 22/11-03-2011 γνωμάτευση της Α'βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ, δ] η τέταρτη ενάγουσα με ποσοστό αναπηρίας 70% λόγω μαιευτικής παράλυσης δεξιά και αυχενικής σπονδύλωσης., (σήμερα το ποσοστό αναπηρίας της, σύμφωνα με την από 23-01-2015 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Β.Υ.Ε.
του ΚΕ.Π.Α. ανέρχεται σε ποσοστό 55%) και ε] ο πέμπτος ενάγων με ποσοστό αναπηρίας 95%, λόγω αλφισμού, νυσταγμού άμφω με όραση 1/20 στους δύο οφθαλμούς, (σημ: σήμερα το ποσοστό αναπηρίας του, σύμφωνα με την από 07-09-2015 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Α.Υ.Ε. του ΚΕ.Π.Α., ανέρχεται σε ποσοστό 85%).
Ότι στα πλαίσια υλοποίησης επιδοτούμενου, από τον Ο.Α.Ε.Δ., προγράμματος πλήρους απασχόλησης (3 χρόνια επιχορήγηση + 1 έτος άνευ επιχορηγήσεως), για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, για την ένταξη στην αγορά εργασίας ανέργων ατόμων με αναπηρίες (ηλικίας 18-65 ετών) κλπ, που καταρτίστηκε με την υπ' αριθ. 20537/752/18-10-2010 Κ.Υ.Α (ΦΕΚ Β' 1663/19-10-2010) συνήψαν οι δεύτερη, τρίτος, τέταρτη και πέμπτος, με το εναγόμενο ν.π.ι.δ.
με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Χαλκηδόνας" και ο πρώτος με τη "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Αγίου Αθανασίου" στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισέρχεται, μετά από συγχώνευση αυτοδικαίως και χωρίς καμιά άλλη διατύπωση, με συνέπεια καθολικής διαδοχής, το εναγόμενο, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου τριετούς διάρκειας και συγκεκριμένα ο πρώτος την 12-05-2011, η δεύτερη την 01-06- 2011, ο τρίτος την 02-06- 2011, η τέταρτη την 21-02-2013 και ο πέμπτος την 3-02-2014, η οποία, ακολούθως, ανανεώθηκε, για ένα ακόμη έτος.
Ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησης τους (3 χρόνια επιδοτούμενα από τον Ο.Α.Ε.Δ. + 1 από τους ίδιους πόρους του εναγόμενου) εργάσθηκαν, ως υπάλληλοι γραφείου (Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και ΑμΕΑ), καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Ότι για το λόγο αυτό, πριν λήξει το πρόγραμμα, κατά την 5η συνεδρίαση του 2015 του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγόμενου, που έλαβε χώρα την 6η Απριλίου 2015, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 38/2015 απόφαση του, σύμφωνα με την οποία ομόφωνα αποφασίστηκε η συνέχιση της εργασιακής τους σχέσης με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας έξι (6) μηνών, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος, ότι, ως προκύπτει και από την ανωτέρω απόφαση, κατά το χρονικό διάστημα της τετραετούς απασχολήσεως τους, εκτελούσαν τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα με επιμέλεια και ευσυνειδησία.
Ότι την 13-05-2015, υπέγραψαν την τροποποίηση της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, ανανεώνοντας την προηγούμενη για έξι μήνες. Ότι με τη προαναφερόμενη σύμβαση εργασίας, θα εξακολουθούσαν να παρέχουν την εργασία τους, ως υπάλληλοι γραφείου (διοικητικού - λογιστικού), με ημερομηνία έναρξης ο πρώτος την 13-05-2015, η δεύτερη την 02-06-2015, ο τρίτος την 03-06-2015, η τέταρτη την 01-08-2015 και ο πέμπτος την 17-07-2015, επί πενθημέρου από Δευτέρα έως Παρασκευή, με ωράριο εργασίας συνεχές από τις 07:00 π.μ.
έως τις 15:00 μ.μ. (40 ώρες εβδομαδιαίως) και καταβαλλόμενο μηνιαίο μισθό 944,00, 1.214,00, 963,00, 982,00 και 944,00 ευρώ αντίστοιχα καθένας των εναγόντων. Ότι οι προαναφερόμενες συμβάσεις χαρακτηρίστηκαν μεν, ως ορισμένου χρόνου, υπέκρυπταν όμως στην πραγματικότητα σύμβαση αορίστου χρόνου, καθώς αυτή ήταν εξαρχής η πρόθεση των αντισυμβαλλόμενων μερών, γι' αυτό και η ανανέωση τους, οι ίδιοι δε κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου εργαζόμενοι με καθεστώς πλήρους απασχόλησης.
Ότι κατά τη λήξη των συμβάσεων και, παρότι προσήλθαν στην επιχείρηση του εναγομένου και προσέφεραν προσηκόντως τις υπηρεσίες τους, η τελευταία αρνήθηκε να τις αποδεχτεί, επικαλούμενη τη λήξη του προγράμματος και την αδυναμία ανανέωσης της σύμβασης τους, παρότι υπήρχε βούληση αποδοχής εκ μέρους του της εργασίας τους, εκφρασθείσα εγγράφως σε σχετική εισήγηση του Γενικού Διευθυντή αυτής, Φ.
Κ., περί της τυχόν νόμιμης δυνατότητας εξακολούθησης αποδοχής των υπηρεσιών τους και μετά τη λήξη της εργασιακής τους σχέσης. Ότι η βούληση του εναγομένου εργοδότη τους να συνεχίσει να τους απασχολεί συνιστά οιονεί μετατροπή των συμβάσεων εργασίας τους ορισμένου χρόνου σε αορίστου, ενόψει του ότι οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 Σ κάμπτονται, για την περίπτωση ατόμων με αναπηρία.
Ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του ν. 3227/2004, αφού αυτοί προσλήφθηκαν, μετά τη θέση σε ισχύ του εν λόγω νόμου και μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ., καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, το δε εναγόμενο εξέφρασε τη ρητή βούληση του να συνεχίσει να τους απασχολεί και συνεπώς, οι ενάγοντες θεωρούνται, ότι τοποθετήθηκαν και συνεχίζουν να παρέχουν αδιαλείπτως την εργασία τους στο εναγόμενο, υπό το καθεστώς του Ν. 2643/1998, απασχολούμενοι εξαρχής από αυτό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου .Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε ότι οι ενάγοντες -εδώ αναιρεσίβλητοι συνδέονται με το εναγόμενο - αναιρεσείον με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου διότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του ν.3227/2004 ,αφού αυτοί προσλήφθηκαν μετά τη θέση σε ισχύ του εν λόγω νόμου και μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος του ΟΑΕΔ, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες και το εναγόμενο εκδήλωσε δια του Διευθυντή του, με σχετική έγγραφη εισήγησή του, την πρόθεσή του να συνεχίσει να τους απασχολεί και απέρριψε το συναφή λόγο του αναιρεσείοντος που υποστήριζε τα αντίθετα και επικύρωσε την εκεί εκκαλουμένη που είχε κρίνει ομοίως ως προς το κεφάλαιο αυτό.
5. Με τις ανωτέρω παραδοχές και κρίσεις το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω (αρ.4) διατάξεις του ν. 1069/1980, δεχόμενο, κατά τις παραδοχές, ότι δεσμεύεται το αναιρεσείον από τη δήλωση του Γενικού Διευθυντή του περί συνέχισης απασχόλησης των αναιρεσιβλήτων, ήτοι από πρόσωπο που δεν έχει εξουσία προς τούτο, αφού τέτοια εξουσία έχει το διοικητικό συμβούλιο.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως είναι βάσιμος. Περαιτέρω, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη την αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω με αρ. 2 νομικών διατάξεων .Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο καίτοι ορθά ερμήνευσε τις ανωτέρω διατάξεις ( 2), με τις προεκτιθέμενες παραδοχές του εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά σ'αυτές, δεχόμενο ότι το αναιρεσείον, νπιδ, δήλωσε τη βούληση του περί συνεχίσεως απασχόλησης των αναιρεσιβλήτων χωρίς προηγούμενη απόφαση του αρμοδίου οργάνου προς τούτο.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως από τον αρ.1 του άρθρου 559ΚΠολΔ κατά το μέρος που αποδίδεται εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι βάσιμος. 6 Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α 38), [εφεξής Π.Υ.Σ.] που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 'Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 28) και στο πλαίσιο της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014) ορίζεται ότι: "Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή τη καταγγελία τους.
Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εντωμεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους εργασίας αποκλειστικώς εκείνοι οι όροι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.
Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".
Με τη διάταξη της παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι κατά το στάδιο της μετενέργειας, ήτοι κατά τη χρονική περίοδο μετά τη πάροδο του προβλεπομένου ως άνω τριμήνου, οι κανονιστικοί όροι Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας ή εξομοιουμένων με αυτές Διαιτητικών Αποφάσεων που αφορούν το βασικό μισθό και τα ανωτέρω επιδόματα εξακολουθούν να ισχύουν ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι ενοχικοί όροι των ήδη εν ισχύει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 453/2010), ενώ παύουν αμέσως να ισχύουν ρυθμίσεις που προβλέπουν τη καταβολή οποιουδήποτε άλλου επιδόματος.
Μεταξύ των επιδομάτων που διατηρήθηκαν είναι και το προβλεπόμενο στην έχουσα λήξει συλλογική ρύθμιση επίδομα επικίνδυνης εργασίας, δηλαδή η πρόσθετη παροχή που έχει ως λόγο καταβολής της την παροχή εργασίας που συνεπάγεται κίνδυνο για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα του εργαζομένου. (ΑΠ 507/2017). Με τη Σ.Σ.Ε. (28.5.2009) για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των Εργαζομένων στις Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης όλης της χώρας, που κηρύχθηκε υποχρεωτική (ΥΑ 22246/1799/6.7.2009 ΦΕΚ Β' 1483/23.7.2009) άρθρο 5, Χορηγείται επίδομα ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 15% επί του βασικού μισθού σε όλο το προσωπικό κάθε ειδικότητας περιλαμβανομένων των εργατών της τεχνικής υπηρεσίας που απασχολείται σε συνθήκες ανθυγιεινές ή επικίνδυνες για την υγεία τους.
Οι συνθήκες αυτές εντοπίζονται στις εγκαταστάσεις Β.Κ., τα αντλιοστάσια, δίκτυα, κάθε είδους τεχνικές εγκαταστάσεις και γενικά τις εγκαταστάσεις ύδρευσης και αποχέτευσης. Το επίδομα χορηγείται και στο λοιπό τεχνικό προσωπικό ειδικοτήτων, στις καθαρίστριες-ές και στους σημειωτές υδρομέτρων. Το επίδομα δεν το δικαιούνται διοικητικοί υπάλληλοι.
Κατα το άρθρο 15 του ν.4024/2011 Συντάξεις δημοσίου ενιαίο μισθολόγιο με τον παράτιτλο Επιδόματα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας και απομακρυσμένων παραμεθόριων περιοχών 1. Εκτός από το βασικό μισθό του υπαλλήλου, δύναται να χορηγηθεί επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα (150) ευρώ μηνιαίως.
Οι δικαιούχοι του εν λόγω επιδόματος, καθώς και οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησης του καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, η οποία εκδίδεται σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
Κατά την περ. 12 της υποπ.Γ1 της παρ.γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησης τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010.
Με βάση τις διατάξεις αυτές το προσωπικό του αναιρεσείοντος εντάχθηκε στο ενιαίο μισθολόγιο από την 1.1.2013. (ΑΠ 113/2017) 7. Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του σε σχέση με τον ερευνώμενο τρίτο λόγο της αιτήσεως που αναφέρεται στους τρίτο (Χ. Δ.) και τέταρτη (Ε.
Δ.) των αναιρεσιβλήτων τα ακόλουθα: Ότι για την εργασία τους αυτή, συμφωνήθηκε, σε κάθε μία από τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, μισθός με παραπομπή στην ΣΣΕ σύμβαση εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, για τις Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης όλης της χώρας.
Ότι οι ανωτέρω ενάγοντες με βάση την από 28-5-2009 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας δικαιούνται για επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, ο Χ. Δ. ποσό 7.237 ευρώ για το χρονικό διάστημα της απασχόλησης από 2-6-2011 έως 2- 6-2015 του και η Ε. Δ. ποσό 4.504,50 για το χρονικό διάστημα από21-2-2013 μέχρι 31-1-2016, το οποίο εξάγεται με ποσοστό 15% επί του βασικού μηναίου μισθού.
Το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη την από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια κατά το ανωτέρω κεφάλαιο για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 υπό την επίκληση της εσφαλμένης εφαρμογής της ανωτέρω ΣΣΕ λόγω ένταξης του προσωπικού του στο ενιαίο μισθολόγιο. Υπό τα δεδομένα αυτά οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι, κατά τις παραδοχές υπάλληλοι γραφείου - διοικητικού - λογιστικού δεν δικαιούνται το ανωτέρω επίδομα τόσο με τις διατάξεις που τους χορηγήθηκε εφόσον δεν προβλέπεται αυτό λόγω του είδους της απασχόλησης τους και ούτε κατά τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου καθόσον τα εκδοθέντα νομοθετήματα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 15 παρ.1 ν.4024/2011 δεν περιλαμβάνουν την κατηγορία των ανωτέρω υπαλλήλων αλλά ρητά τους εξαιρεί.
Επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως είναι βάσιμος.
8. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής. (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 2898/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στο αναιρεσείον δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ