Legislator Case Law & Legislation
1344/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations issue inadmissible in payment order annulment proceedings.

Case Number 1344/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's final decision rejecting the annulment of a payment order. The appellant argued that the statute of limitations had expired, but the court held that such a defense must be raised in the execution annulment trial, not the annulment of the payment order itself. Consequently, the lower court correctly rejected the claim, and the appeal was found baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 566, 569, 577 of the Code of Civil Procedure; The defense of statute of limitations arising after the issuance of a payment order is inadmissible in proceedings for the annulment of the payment order and must be raised in the subsequent annulment of execution proceedings.

Keywords

AI generated
statute of limitations payment order annulment execution annulment inadmissible defense procedural timing civil procedure code supreme court appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 569 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 29 of Law 5960/1933
Article 52 of Law 5960/1933
Article 634 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1344 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1344/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευτύχιο-Δημήτριο Καλαμίδα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", (πρώην "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ") και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA ΒΑΝΚ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσενέ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/12/2009 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 525/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4115/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/10/2013 αίτησή της και τους από 29/12/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 23/1/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Μαχαίρα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 18-10-2013 αίτηση αναίρεσης και τον από 29-12-2014 πρόσθετο αυτής λόγο, προσβάλλεται η ερήμην της αναιρεσίβλητης εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων υπ'αριθμ.4115/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την από 11-4-2011 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 525/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 17-12-2009 ανακοπή της προς ακύρωση της εκδοθείσας, μετά από αίτηση της αναιρεσίβλητης, υπ'αριθμ.20161/2009 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του ίδιου Δικαστηρίου, για την αναφερόμενη σε αυτή απαίτηση της τελευταίας από επιταγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Παραδεκτός, εξάλλου, είναι και ο πρόσθετος λόγος αυτής, ο οποίος ασκήθηκε εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο και επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ.2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η αναίρεση και ο πρόσθετος αυτής λόγος να εξεταστούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 12 παρ. 1, 14, 22 και 28 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", προκύπτει, ότι η ενοχή από επιταγή είναι αναιτιώδης, αφού η αιτία έκδοσης της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και συνεπώς ούτε της αγωγής προς πληρωμή της, ο καλούμενος όμως σε πληρωμή οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί την εσωτερική (βασική) έννομη σχέση και να προβάλει κατά του κομιστή, εφόσον διατελεί σε προσωπική σχέση μ' αυτόν, ότι η πληρωμή αυτής οδηγεί σε αδικαιολόγητο πλουτισμό (αρθρ. 904 επ.

ΑΚ), επειδή η αιτία έκδοσής της εξέλιπε ή ήταν ανύπαρκτη ή ελαττωματική και έτσι να ελευθερωθεί. Η ανυπαρξία δηλαδή ή το ελάττωμα της αιτίας υπογραφής της επιταγής δεν επιδρά στο κύρος της αντίστοιχης υποχρέωσης από την επιταγή, επιτρέπει, όμως, στον οφειλέτη να εναντιωθεί με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε σε βάρος του με βάση την επιταγή (αρθρ. 632, 633 ΚΠολΔ), και να αντιτάξει, ότι ο κομιστής της επιταγής, σε διαταγή του οποίου, χωρίς νόμιμη αιτία, την εξέδωσε, έχει αποκτήσει από αυτόν περιουσιακό στοιχείο που συνεπάγεται αδικαιολόγητο σε βάρος του πλουτισμό.

Για την προβολή όμως της έλλειψης υποκείμενης αιτίας, δεν αρκεί ο ισχυρισμός του υπογραφέα, ότι χωρίς αιτία υπέγραψε την επιταγή, αλλά χρειάζεται να προσδιορίζεται και σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδεικνύεται, ότι ο υπογραφέας αναδέχθηκε την υποχρέωση από τον τίτλο της επιταγής για κάποια ορισμένη αιτία και ότι αυτή είναι ανύπαρκτη (ΑΠ 651/2011).

Τους ισχυρισμούς αυτούς, για έλλειψη υποκείμενης αιτίας, ο υπογραφέας μπορεί να τους προτείνει, τόσο έναντι εκείνου, ο οποίος αμέσως συνδέεται μαζί του, όσο και κατά των υπόλοιπων δικαιούχων από την επιταγή, μόνο όμως με τους περιορισμούς και τις προϋποθέσεις, που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 22 του ως άνω νόμου 5960/1933 (ΑΠ 1555/2012).

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 ν. 5960/1933, τα εξ επιταγής εναγόμενα πρόσωπα μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή ενστάσεις, που στηρίζονται σε προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, μόνο αν ο κομιστής, κατά την απόκτηση της επιταγής, ενήργησε με γνώση προς βλάβη του οφειλέτη.

Από τη διάταξη αυτή, που εκφράζει το αναιτιώδες της ενοχής από την επιταγή, σαφώς συνάγεται ότι κατ εξαίρεση μόνο επιτρέπεται η προβολή τέτοιων ενστάσεων από το εναγόμενο εξ επιταγής πρόσωπο κατά του κομιστή, αν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής, αφενός τελούσε εν γνώσει της υπάρξεως των ως άνω ενστάσεων κατά του εκδότη ή των πριν από αυτόν κομιστών του τίτλου και αφετέρου ενήργησε αυτός προς βλάβη του οφειλέτη, Τέτοια ενέργεια, υπό την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν ο κομιστής γνωρίζει, κατά την απόκτηση της επιταγής, ότι με τη μεταβίβασή της σ'αυτόν, είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των ως άνω ενστάσεων και ότι επιτυγχάνεται, έτσι, η πληρωμή της, η οποία, χωρίς τη συγκεκριμένη μεταβίβαση, δεν θα επιτυγχανόταν (ΑΠ 362/2014, AΠ 1456/2007).

Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση. Σε περίπτωση δε, που εκείνος, κατά του οποίου εκδόθηκε διαταγή πληρωμής με τίτλο επιταγή, στην πληρωμή της οποίας ενέχεται, ασκήσει ανακοπή, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται, Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ένστασής του, πρέπει στην ανακοπή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσης αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της επιταγής.

Συνήθης στην πράξη είναι η έκδοση καταπιστευτικών αξιογράφων, συναλλαγματικής ή επιταγής, που εκδίδονται χάριν εγγύησης. Με τον όρο αυτό νοούνται οι περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες προσπορίζεται μεν η νομική θέση δικαιούχου του τίτλου, συγχρόνως όμως συμφωνείται - ως ένα είδος pactum fiduciale- οτι ο δικαιούχος αυτού κατά ορισμένο μονό τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα είναι δυνατό να ενασκήσει το δικαίωμά του από τον τίτλο της επιταγής.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική, κατά τις περιστάσεις, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία αυτός ως ενιστάμενος οφείλει να αποκαλύψει και να αποδείξει. Η ένσταση είναι προσωπική και υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 22 του νομού 5960/1933.

Στην κατηγορία των ενστάσεων αυτών υπάγονται, εκτός άλλων, και οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο, υπό την προϋπόθεση, ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι οροί από την αιτιώδη σχέση ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλο αίρεση ή ακόμη, όταν η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην προβεί σε πρόωρη χρήση της ή να επιστρέψει αυτή στον εκδότη της μετά την εκπλήρωση ορισμένων όρων από την υφιστάμενη μεταξύ τους βασική έννομη σχέση (ΑΠ 353/2015).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 37 εδ α - δ Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", ο εκδότης ή ο κομιστής επιταγής μπορεί να τη διγραμμίσει. Η διγράμμιση γίνεται με δύο παράλληλες γραμμές που τίθενται στο εμπρόσθιο μέρος της επιταγής και μπορεί να είναι γενική ή ειδική. Η διγράμμιση είναι γενική, αν αυτή δεν φέρει οποιαδήποτε σημείωση ή αν φέρει τη μνεία "τραπεζίτης" ή ισοδύναμο όρο, και ειδική, αν μέσα στις δυο γραμμές αναγράφεται το όνομα τραπεζίτη, Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 38 του ίδιου νόμου, επιταγή με γενική διγράμμιση μπορεί να πληρωθεί από τον πληρωτή μόνο σε τραπεζίτη ή σε πελάτη του πληρωτή, τραπεζίτης δε, μπορεί να αποκτήσει δίγραμμη επιταγή μόνον από κάποιον από τους πελάτες του ή από άλλον τραπεζίτη και δεν μπορεί να εισπράξει αυτήν για λογαριασμό άλλων προσώπων, πλην αυτών, Σε κάθε περίπτωση, όμως, που ο πληρωτής ή ο τραπεζίτης δεν τηρεί τις ανωτέρω διατάξεις, ευθύνεται για την εντεύθεν ζημία μέχρι το ποσό της επιταγής.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί επιταγής με γενική διγράμμιση, αν αυτή δεν πληρωθεί σε τραπεζίτη ή σε πελάτη του πληρωτή, δεν επέρχεται ακυρότητα της επιταγής, αλλά μόνον γεννάται υποχρέωση του πληρωτή ή του τραπεζίτη προς αποζημίωση, που δεν μπορεί να υπερβεί το ύψος της επιταγής, εφόσον προκλήθηκε ζημία, Κατά τα λοιπά η δίγραμμη επιταγή κυκλοφορεί όπως η κοινή επιταγή και δεν απαιτείται για τη μεταβίβασή της η τήρηση οποιασδήποτε άλλης ειδικής διατύπωσης.

Ως πελάτης του πληρωτή θεωρείται εκείνος, που απέκτησε αυτή την ιδιότητα με άνοιγμα λογαριασμού του, εφόσον η τράπεζα μερίμνησε για την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και της διεύθυνσης κατοικίας του. είχε δε και ευμενή σύσταση (ΑΠ 659/2011, ΑΠ 1874/2013).

Παράλληλα, από τις διατάξεις των άρθρων 1251 του ΑΚ, που προβλέπει την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή, και 38 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", το οποίο εξακολουθεί να ισχύει κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει, ότι μεταξύ των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυράζονται με οπισθογράφηση, χωρίς άλλη διατύπωση, κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1251 ΑΚ, είναι και η επιταγή.

Η μη αναζήτηση τιμολογίων από την πλευρά της Τράπεζας ή οποιουδήποτε άλλου κομιστή της επιταγής κατά την ενεχύραση των τίτλων δεν οδηγεί άνευ ετέρου στην επιβεβαίωση και κατάφαση γνώσης, όπως αυτή απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933, για την ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής ένστασης, την οποία είναι δυνατό να διατηρεί βάσιμα ο εκδότης της επιταγής σε βάρος του λήπτη αυτής.

Η γνώση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικά και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ώστε να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά, αφού η καλή πίστη του κομιστή της επιταγής τεκμαίρεται και κατά συνέπεια δεν είναι αρκετή η επισήμανση της παράλειψης της Τράπεζας να προβεί στην αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων εγγράφων, που να πιστοποιούν την υποκείμενη αιτία, για την κατάφαση γνώσης της για οποιαδήποτε προσωπική ένσταση (καταπιστευτική επιταγή, επιταγή "ευκολίας", εικονικότητα, τοκογλυφία κ.λπ.), αφού η παράλειψη αυτή είναι δυνατό να οφείλεται όχι μόνο σε δόλο, αλλά και σε αμέλεια ακόμη, η οποία/ υπό την εκδοχή αυτή, αναβαθμίζεται ανεπίτρεπτα σε μέγεθος ισοδύναμο προς εκείνο του δόλου και πέραν αυτού, η αξίωση απέναντι στην Τράπεζα ή οποιονδήποτε άλλου κομιστή της επιταγής για την προσκόμιση σ' αυτούς τιμολογίων, που να πιστοποιούν προηγούμενες συναλλακτικές σχέσεις των ενεχόμενων από την επιταγή προσώπων μεταξύ τους (εκδότη και λήπτη, λήπτη και πρώτου οπισθογράφου κ.λπ., μέχρι τον τελευταίο κομιστή), στο πλαίσιο των οποίων έχει λάβει χώρα η έκδοση ή καθεμία από τις οπισθογραφήσεις της επιταγής, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη νόμου, ούτε και συνιστά στοιχείο της επιμέλειας, που απαιτείται στις συναλλαγές κατά τον κανόνα του άρθρου 330 εδ.

β του ΑΚ και άρα η μη ανταπόκριση της Τράπεζας, ως τελευταίας κομίστριας της επιταγής, στο μέτρο αυτό της μη αναγκαίας επιμέλειας, δεν καθιστά καταχρηστική, υπό την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, την άσκηση της αξίωσης του ουσιαστικού δικαίου από το αξιόγραφο, με την εμφάνιση του για πληρωμή, τη βεβαίωση για τη μη πληρωμή κ.τ.λ., από τη δικαιούχο της αξίωσης αυτής τελευταία κομίστρια της επιταγής.

Επιπλέον, οποιαδήποτε εγκύκλιος ή τραπεζική πρακτική έχουν σχέση αποκλειστικά και μόνο με την εσωτερική λειτουργία των καταστημάτων των Τραπεζών, αφορούν την έκδοση διαταγών, οδηγιών ή και κατευθύνσεων για τη ρύθμιση θεμάτων εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας της υπηρεσίας τους και δεν έχουν ισχύ νομού, με αποτέλεσμα να μην γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτές.

Οι δε εσωτερικές σχέσεις και ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ του εκδότη και της λήπτριας της επιταγής, σχετικά με το αξιόγραφο και την άσκηση των αξιώσεων από αυτό, πρέπει να αποδεικνύονται από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, ότι εμπίπτουν στο πεδίο της γνώσης της τράπεζας η άλλης τελευταίας κομίστριας, δεδομένου ότι τούτο προϋποθέτει, ότι η αμέσως με αυτή συναλλασσόμενη, λήπτρια της επιταγής, θα αποκάλυπτε σε αυτή τις εν λόγω συμφωνίες, κάτι που πρέπει να αποδεικνύεται, ότι συνέβη.

Η υιοθέτηση αντίθετης άποψης θα οδηγούσε στην πλήρη ανατροπή της αρχής του αναιτιώδους χαρακτήρα της ενοχής από την επιταγή και θα καθιστούσε την αιτία (causa), τόσo της έκδοσης αυτής, όσο και των οπισθογραφήσεών της, εν τοις πράγμασι, σε στοιχείο του αξιόγραφου, κάτι που θα οδηγούσε στην αντιστροφή του συστήματος, που καθιερώνεται με το νόμο 5960/1933, δεδομένου ότι, από τις διατάξεις του νόμου αυτού, συνάγεται, ότι η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης, ότι η αιτία έκδοσης και οπισθογράφησής της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και ότι αποκαλύπτεται η αιτία μόνο με την προβολή σχετικής ένστασης, πως η αιτία εξέλιπε (έληξε ή δεν επακολούθησε), ή ήταν εξαρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη, ελαττωματική κ.τ.λ., από τον οφειλέτη, που καλείται για την πληρωμή της, είτε με την άσκηση αγωγής εναντίον του, είτε με την έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής (ΑΠ 353/2015).

Κατά το άρθρο όμως 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.

Α.Π. 17/95, Ολ. Α.Π. 62/90). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να άσκηση το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (Ολ.

Α.Π. 62/90), το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (Α.Π.321/2002, ΑΠ 1558/2014, ΑΠ 42/2015).

Εξάλλου, κατά το αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε,όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, δέχτηκε, ως προς την ουσία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: "Η εταιρεία με την επωνυμία "..." πώλησε δυνάμει του από 9.10.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού στην ανακόπτουσα εταιρεία ένα αυτόματο πλυντήριο - στεγνωτήριο αυτοκινήτων αντί τιμήματος 135.660 ευρώ.

Κατά σχετική συμφωνία, το 1/2 του τιμήματος θα πληρωνόταν μέσω επιδοτήσεως, για την οποία ανέλαβε να επιμεληθεί η πωλήτρια σε συνεργασία με την ανακόπτουσα. Στη παραπάνω σύμβαση ορίσθηκε ρητά ότι σε περίπτωση μη εγκρίσεως του προγράμματος επιδότησης η συγκεκριμένη συμφωνία θα ακυρωνόταν αζημίως για τον αγοραστή (βλ.

τον υπ' αριθμ. 7 όρο του από 9.10.2007 πωλητηρίου κινητών, που προσκομίζει η ανακόπτουσα). Στα πλαίσια της ως άνω σύμβασης η ανακόπτουσα εταιρεία εξέδωσε δυο τραπεζικές επιταγές σε διαταγή της ανωτέρω πωλήτριας εταιρείας με αριθμούς ... και ... της Εμπορικής Τράπεζας, ποσών 30.000 ευρώ έκαστη, με ημερομηνίες έκδοσης 30.5.2008 και 30.6.2008 αντίστοιχα.

Τις παραπάνω επιταγές η πωλήτρια εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση απέναντι στην ανακόπτουσα να τις επιστρέψει απλήρωτες και ασφράγιστες στην τελευταία σε περίπτωση ακύρωσης της πώλησης, είτε εγκριθεί, είτε δεν εγκριθεί η αίτηση της για την επιδότηση της από ΠΕΠ (βλ. τον υπ' αριθμ. 7 όρο του από 9.10.2007 πωλητηρίου κινητών, που προσκομίζει η ανακόπτουσα σε συνδυασμό και με την από 28.5.2008 επιστολή της πωλήτριας εταιρείας περί αντικατάστασης επιταγών που δόθηκαν ενόψει της εξετάσεως από την αρμόδια Διατραπεζική Επιτροπή της αίτησης της ανακόπτουσας για την επιδότηση της).

Επειδή όμως μέχρι την αναγραφόμενη στην πρώτη ως άνω επιταγή ημερομηνία έκδοσης (30.5.2008) δεν είχε εξεταστεί ακόμη η αίτηση της ανακόπτουσας για την επιδότηση της, οι παραπάνω επιταγές αντικαταστάθηκαν κατά τον Μαϊο του 2008 από δυο άλλες μεταξύ των οποίων και η επίδικη επιταγή. Ειδικότερα, η ανακόπτουσα εξέδωσε για την παραπάνω αναφερόμενη αιτία την υπ' αριθμ. ...δίγραμμη επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 30.5.2009, σε διαταγή της πωλήτριας εταιρείας, ποσού 30.000 ευρώ.

Κατά την 27.5.2008 η ανακόπτουσα μεταβίβασε στην καθ' ης με οπισθογράφηση και παράδοση σε εκείνη την εν λόγω επιταγή, ως αξία λόγω ενεχύρου. Η επίμαχη επιταγή μολονότι εμφανίστηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή κατά 3.6.2009 δεν πληρώθηκε λόγω ανάκλησης της μετά επαρκούς υπολοίπου, γεγονός το οποίο και βεβαιώθηκε στο σώμα της επιταγής αυτής.

Η παραπάνω επιταγή δεν δόθηκε από την ανακόπτουσα ως μέσο πληρωμής του τιμήματος του κινητού πράγματος που θα τις παρέδιδε η πωλήτρια εταιρεία, αλλά ως μέσο εξασφάλισης της πωλήτριας εταιρείας, ενόσω θα εκκρεμούσε η αίτηση της ανακόπτουσας για επιδότηση του 50% του τιμήματος της πώλησης από τα ΠΕΠ, για το λόγο δε αυτό εκδόθηκε δίγραμμη και συμφωνήθηκε ρητά ότι η πωλήτρια εταιρεία έχει την υποχρέωση να την επιστρέψει ασφράγιστη και απλήρωτη στην ανακόπτουσα σε περίπτωση ακύρωσης της πώλησης από την ανακόπτουσα.

Κατά την 5.9.2008 η Εμπορική Τράπεζα ενημέρωσε την ανακόπτουσα ότι η επενδυτική πρόταση που είχε υποβάλλει για την λήψη της παραπάνω επιχορήγησης είχε απορριφθεί λόγω εξάντλησης των διαθεσίμων πόρων (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. ... επιστολή της Εμπορικής Τράπεζας προς την ανακόπτουσα). Έτσι, η παραπάνω σύμβαση πώλησης κινητού πράγματος μεταξύ της ανακόπτουσας και της εταιρείας "..." ακυρώθηκε, όπως ρητά προέβλεπε αυτή, λόγω μη έγκρισης της επιδότησης και συνακόλουθα η τελευταία εταιρεία όφειλε να επιστρέψει την επίδικη επιταγή κατά τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας.

Όμως η ανώμαλη εξέλιξη (ακύρωση) της συμβατικής σχέσης μεταξύ της ανακόπτουσας και της παραπάνω πωλήτριας εταιρείας δεν αποδείχθηκε ότι ήταν γνωστά στην καθ' ης κατά το χρόνο που απέκτησε την επίδικη επιταγή (27.5.2008), ενόψει του γεγονότος ότι τα προβλήματα στην συμβατική σχέση μεταξύ της ανακόπτουσας και της πωλήτριας εταιρείας εμφανίστηκαν μετά την 5.9.2008, οπότε η αρμόδια Τράπεζα ενημέρωσε την ανακόπτουσα ότι δεν μπορούσε να λάβει επιχορήγηση για το επενδυτικό της πρόγραμμα, δηλαδή σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από τον πιο πάνω χρόνο κατά τον οποίο η καθ' ης απέκτησε την επίμαχη επιταγή από την πωλήτρια εταιρεία.

Περαιτέρω, ουδόλως η καθ' ης κατά τον επίμαχο χρόνο κτήσης της παραπάνω επιταγής γνώριζε ότι η ανωτέρω επιταγή που απέκτησε ήταν εγγυητική και ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ της λήπτριας εταιρεία και της ανακόπτουσας η ακύρωση της σύμβασης πώλησης του πλυντηρίου αυτοκινήτων σε περίπτωση μη χορήγησης της επιδότησης του τιμήματος αγοράς του και συνακόλουθα η επιστροφή της επιταγής αυτής απλήρωτης και ασφράγιστης, ενόψει του γεγονότος ότι η ανακόπτουσα μόλις κατά την 6.3.2009 γνωστοποίησε στην καθ' ης όλα τα παραπάνω περιστατικά και συγκεκριμένα:

α) ότι η επίδικη επιταγή είχε εγγυητικό χαρακτήρα, β) ότι έχει ακυρωθεί, λόγω της μη χορήγησης της αιτηθείσας επιχορήγησης, η μεταξύ εκείνης και της εταιρείας "..." σύμβαση πώλησης αυτόματου πλυντηρίου -στεγνωτηρίου αυτοκινήτων, στα πλαίσια της οποίας είχε δοθεί μεταξύ άλλων και η επίδικη επιταγή, και γ) την συνακόλουθη υποχρέωση της ως άνω πωλήτριας εταιρείας να της επιστρέψει μεταξύ άλλων και την επίδικη επιταγή απλήρωτη και ασφράγιστη ( βλ.

την από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β. Χ., από την οποία προκύπτει ότι επιδόθηκε στις 6.3.2009 στην καθ' ης η από 25.2.2009 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση - πρόσκληση - όχληση της ανακόπτουσας προς την πωλήτρια εταιρεία, την οποία προσκομίζει η ανακόπτουσα στην οποία αναφέρονται όλα τα παραπάνω γεγονότα σχετικά με την ανώμαλη εξέλιξη της συμβατικής σχέσης μεταξύ ανακόπτουσας και πωλήτριας εταιρείας στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η ένδικη επιταγή).

Επιπρόσθετα, η ανακόπτουσα μόλις κατά την 10.3.2009 προέβη στην ανάκληση της επίδικης επιταγής με εξώδικη δήλωση της, που επέδωσε στην πληρώτρια τράπεζα στις 18.3.2009 (βλ. την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β. Χ., που προσκομίζεται από την ανακόπτουσα)- Η ίδια παραπάνω αναφερόμενη εξώδικη δήλωση κοινοποιήθηκε και στην καθ' ης κατά την 20.3.2009 (βλ., την υπ' αριθμ. ...

έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β. Χ.).

Συνεπώς, η καθ' ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη κατά τον χρόνο κτήσης της επίμαχης επιταγής δεν γνώριζε την ύπαρξη των προσωπικών ενστάσεων της ανακόπτουσας από την υποκείμενη σχέση, που συνέδεε εκείνη και την ανωτέρω εταιρεία, ούτε ενήργησε με κακή πίστη, αποκτώντας την εν λόγω επιταγή, προκειμένου η ανακόπτουσα να μην μπορεί να προβάλει τις ενστάσεις της από την υποκείμενη σχέση.

Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι η μεταγενέστερη από τον χρόνο κτήσης της επίμαχης επιταγής γνώση της καθ' ης της ύπαρξης των παραπάνω γεγονότων σε καμία περίπτωση δεν καθιστούν αυτή κακόπιστη, ώστε να είναι δυνατή η προβολή εναντίον της από την ανακόπτουσα -εκδότρια της ένδικης επιταγής των προσωπικών της ενστάσεων από την παραπάνω αναφερόμενη υποκείμενη σχέση.

Σε σχέση με το αν γνώριζε ή όχι η εφεσίβλητη κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής την ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής σαφής είναι και η ένορκη κατάθεση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου του μάρτυρα της ανακόπτουσας, ο οποίος δεν κατάφερε να επιβεβαιώσει την γνώση της καθ'ης καταθέτοντας επί λέξει " .... Δεν ξέρω τι γνώριζε η Τράπεζα".

Σημειώνεται επίσης ότι η μάρτυρας της καθ' ης κατέθεσε αποδείχθηκε ότι η λήπτρια εταιρεία της επίδικης επιταγής ήταν πελάτης της, ότι έκανε έλεγχο του εκδότη αυτής και ότι κατά τον χρόνο που απέκτησε αυτή, ως αξία λόγω ενεχύρου δεν υπήρχαν προβλήματα με εκείνη. Ενόψει αυτών, αφού η καθ' ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη ουδόλως γνώριζε την ανυπαρξία της απαίτησης που ενσωματώνεται στην επίμαχη επιταγή και την ανάκληση της κατά τον χρόνο που την απέκτησε ως αξία λόγω ενεχύρου, δεν παρέλαβε αυτή καταχρηστικά, αλλά και ούτε καταχρηστικά στη συνέχεια την εμφάνισε προς πληρωμή και εξέδωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.

Στην ένδικη περίπτωση: α) η καθ' ης η ανακοπή ουδόλως γνώριζε κατά το χρόνο που αποκτούσε την επιταγή την ύπαρξη των πραγματικών γεγονότων που μπορούσε να αντιτάξει η οφειλέτρια κατά της πρώτης δικαιούχου, β)η καθ'ης η ανακοπή ουδόλως ενήργησε προς βλάβη της ανακόπτουσας οφειλέτριας και γ) δεν υπήρξε καταχρηστική συμπεριφορά της καθ' ης κατά την παραλαβή, εμφάνιση της παραπάνω επιταγής.

Πρέπει, επομένως, να απορριφθούν ο δεύτερος και ο τρίτος λόγοι της ανακοπής, που αποτελούν και σχετικούς λόγους της έφεσης ως αβάσιμοι Ενόψει αυτών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την ένδικη ανακοπή δεν έσφαλε ως προς την ορθή εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα είναι αβάσιμα." Με βάση δε τις εκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσία την από 11-4-2011 έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη με αυτή απόφασή του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 22, 37, 38 του ν.5960/1933 και 904 του ΑΚ, αλλά ούτε εκείνη του άρθρου 281 ΑΚ, που δεν εφάρμοσε, αφού οι ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό της και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή της, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Ειδικότερα, η επιδίωξη της είσπραξης της επιταγής εκ μέρους της ενεχυρούχου δανείστριας Τράπεζας, κατά την ημέρα λήξης αυτής, υπήρξε θεμιτή, ανεξάρτητα από την ελαττωματικότητα ή μη της υποκείμενης σχέσης μεταξύ της ενεχυράστριας της επιταγής και της οφειλέτριας αυτής, εφόσον το ελάττωμα της υποκείμενης σχέσης μεταξύ οπισθογράφου και οφειλέτριας ήταν άγνωστο στην Τράπεζα κατά την κτήση της επιταγής [άρθρο 22 ν. 5960/1933], όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, σύμφωνα με τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης.

Ο αποκλεισμός της είσπραξης της επιταγής, στην οποία σημειωτέον δεν υπήρξε αναγραφή της ρήτρας "ουχί εις διαταγήν", με την επίκληση του άρθρου 281 ΑΚ, στην περίπτωση της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα ελαττωματικότητας της υποκείμενης σχέσης μεταξύ της ίδιας ως εκδότριας της επιταγής και της ενεχυράστριας αυτής ΑΕ ή της παράλειψης της Τράπεζας να επικοινωνήσει με την τελευταία, προς παροχή διευκρινήσεων, προκειμένου να ελέγξει τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, μετά την κτήση της επίμαχης επιταγής και πριν την εμφάνισή της προς πληρωμή ή την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, έρχεται, κατ' αρχάς, σε ευθεία αντίθεση με τον ίδιο τον αναιτιώδη χαρακτήρα της επιταγής [άρθρο 1 στοιχ. 2 ν. 5960/1933] και, περαιτέρω, με τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος από την επιταγή, ο οποίος κατατείνει στην ασφάλεια των σχετικών συναλλαγών και στην κυκλοφοριακή αξία της επιταγής, που στηρίζονται ακριβώς στον αναιτιώδη χαρακτήρα της και δεν πρέπει να γίνεται δεκτός παρά μόνον, αν συντρέχουν όλως εξαιρετικές περιστάσεις κακοπιστίας, που δεν υφίστανται εν προκειμένω.

Η μη αναζήτηση διευκρινίσεων, τιμολογίων ή άλλων φορολογικών στοιχείων από την αναιρεσίβλητη τράπεζα δεν οδηγεί χωρίς άλλο στην επιβεβαίωση της γνώσης της, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933, για την ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής ένστασης, την οποία είναι δυνατόν να διατηρεί βάσιμα η εκδότρια της επιταγής σε βάρος της λήπτριας αυτής.

Η γνώση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικά και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ώστε να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά, αφού η καλή πίστη της κομίστριας της επιταγής τεκμαίρεται.

Συνεπώς, δεν είναι αρκετή η επισήμανση της παράλειψης της Τράπεζας να προβεί στην αναζήτηση διευκρινίσεων, τιμολογίων ή άλλων φορολογικών στοιχείων για την κατάφαση και επιβεβαίωση της γνώσης της για οποιαδήποτε προσωπική ένσταση, αφού η παράλειψη αυτή είναι δυνατόν να οφείλεται όχι μόνο σε δόλο, αλλά ακόμη και σε αμέλεια, η οποία, υπό την εκδοχή αυτή, αναβαθμίζεται ανεπίτρεπτα σε μέγεθος ισοδύναμο προς εκείνο του δόλου.

Περαιτέρω, η αξίωση απέναντι στην Τράπεζα για την προσκόμιση σ' αυτή τιμολογίων, που να πιστοποιούν προηγούμενες συναλλακτικές σχέσεις των ενεχομένων από την επιταγή προσώπων μεταξύ τους, στο πλαίσιο των οποίων έχει λάβει χώρα η έκδοση ή καθεμία από τις οπισθογραφήσεις της επιταγής, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη νόμου, ούτε συνιστά στοιχείο της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας κατά τον κανόνα του άρθρου 330 εδ.

β του ΑΚ και συνεπώς η μη ανταπόκριση της Τράπεζας, ως τελευταίας κομίστριας της επιταγής, στο μέτρο αυτό, που δεν εντάσσεται στην επιβαλλόμενη επιμέλεια, δεν καθιστά καταχρηστική, υπό την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, την άσκηση της αξίωσης του ουσιαστικού δικαίου από το αξιόγραφο, με την εμφάνισή του για πληρωμή, καθώς και τη βεβαίωση για τη μη πληρωμή, από τη δικαιούχο της αξίωσης αυτής τελευταία κομίοτρια της επιταγής.

Εξάλλου, οποιαδήποτε εγκύκλιος ή τραπεζική πρακτική έχουν σχέση αποκλειστικά και μόνο με την εσωτερική λειτουργία των καταστημάτων των Τραπεζών, αφορούν την έκδοση διαταγών, οδηγιών ή και κατευθύνσεων για τη ρύθμιση θεμάτων εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας της υπηρεσίας τους και δεν έχουν ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να μην γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτές.

Επιπρόσθετα, από τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποδεικνύεται, ότι οι εσωτερικές σχέσεις και ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ της εκδότριας και της λήπτριας της επιταγής σχετικά με το αξιόγραφο και την άσκηση των αξιώσεων από αυτό, ενέπιπταν στο πεδίο γνώσης της αναιρεσείουσας και ότι η αμέσως με αυτήν συναλλαγείσα, λήπτρια της επιταγής, ΑΕ, αποκάλυψε σ' αυτήν τις συμφωνίες αυτές, κάτι, που αν είχε συμβεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και την πρακτική που επικρατεί στις τραπεζικές συναλλαγές, η αναιρεσίβλητη δεν θα δεχόταν να μεταβιβασθεί σ' αυτήν η ένδικη επιταγή και κατ' επέκταση δεν θα επιτύγχανε η λήπτρια της επιταγής αυτής, ΑΕ, την επιδιωκόμενη χρηματοδότηση της από την αναιρεσίβλητη.

Η παραδοχή αντίθετης άποψης θα οδηγούσε στην πλήρη ανατροπή της αρχής του αναιτιώδους χαρακτήρα της ενοχής από την επιταγή και θα καθιστούσε την αιτία τόσο της έκδοσης αυτής, όσο και των οπισθογραφήσεών της, εν τοις πράγμασι, σε στοιχείο του αξιόγραφου. Το τελευταίο θα οδηγούσε στην αντιστροφή του καθιερωμένου με το νόμο 5960/1933 συστήματος, δεδομένου ότι, από τις διατάξεις του νόμου αυτού συνάγεται, ότι η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης και ότι η αιτία έκδοσης και οπισθογράφησής της δεν αποτελεί στοιχείο της.

Η υιοθέτηση της άποψης, ότι η αναιρεσίβλητη έπρεπε να ζητήσει, στο χρόνο που προέβη σε ενεχύραση της επίδικης επιταγής, από την πιστούχο λήπτρια της επιταγής, ΑΕ, να της προσκομίσει τιμολόγιο ή άλλο φορολογικό στοιχείο, που να βεβαιώνει την ύπαρξη της πραγματικής αιτίας έκδοσης αυτής, εκτός του ότι δεν επιβάλλεται από το νόμο, οδηγεί προδήλως σε άτοπα, κυρίως, εάν ληφθεί υπόψη ο όγκος των συναλλαγών, που καλούνται καθημερινά να εκκαθαρίσουν τα τραπεζικά καταστήματα και ο αριθμός των κυκλοφορούντων επιταγών, για καθεμία από τις οποίες θα έπρεπε να λαμβάνει χώρα ο προαναφερόμενος ενδελεχής έλεγχος της αιτίας έκδοσης και των οπισθογραφήσεών πριν από την αποδοχή της από την Τράπεζα, ενώ ταυτόχρονα δεν ανταποκρίνεται στη φύση του πράγματος και αντιστρατεύεται τη λειτουργία της επιταγής ως οργάνου πληρωμής και επιπλέον επιφέρει αδικαιολόγητη ρωγμή στο ισχύον δίκαιο των αξιόγραφων, το οποίο χαρακτηρίζεται από ευελιξία και τυπικότητα και παράλληλα από ταχεία και χωρίς περιττές χρονοτριβές κυκλοφορία των επιταγών στη συναλλακτική πραγματικότητα.

Ενόψει των εκτεθέντων, η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, που προηγήθηκε της άσκησης της αξίωσης της από το αξιόγραφο, όπως επίσης και η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε από την ενεχυρική οπισθογράφηση της επιταγής μέχρι και την άσκηση της αξίωσης αυτής, αλλά και οι περιστάσεις που κράτησαν και εκτίθενται ειδικότερα στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, δεν καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση της αξίωσης της αναιρεσίβλητης κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική και κατά συνέπεια δεν είναι καταχρηστική, υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, που προαναφέρθηκε.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623, 626 παρ. 1 εδ. α' και 2, 628 παρ. 1 στοιχ. α, 629 εδ. α', 632, παρ. 1 εδ. α' και 633 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη υπόθεση, χρόνο, προκύπτει, ότι αντικείμενο της δίκης που ιδρύεται με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής είναι το έγκυρο ή μη της εκδόσεως της τελευταίας.

Συνεπώς, ισχυρισμοί που ανάγονται σε επιγενόμενη από την έκδοση της διαταγής πληρωμής απόσβεση της απαίτησης, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγους της ανακοπής αυτής, ούτε να προταθούν με οποιοδήποτε τρόπο στη σχετική δίκη, αφού εξ ορισμού δεν υπήρχαν κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής και άρα δεν είναι λογικώς δυνατόν να επιδρούν στο έγκυρο της έκδοσής της.

Έτσι, τα επιγενόμενα της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής περιστατικά, όπως η παραγραφή της απαίτησης εν επιδικία, μπορούν να προταθούν μόνο μέσω της κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής κατά της εκτέλεσης, αφού ο συγκεκριμένος οψιγενής ισχυρισμός δεν μπορούσε αντικειμενικά να προταθεί στη δίκη επί της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 536/1994, 201/2003, 1343/2004, 1366/2008).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 52 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" οι αγωγές του κομιστή κατά των οπισθογράφων, του εκδότη και των άλλων υπόχρεων παραγράφονται μετά από έξι μήνες από τη λήξη της προθεσμίας προς εμφάνιση. Η παραγραφή αυτή αναστέλλεται και διακόπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 255 έως 270 ΑΚ.

Πρόσθετο λόγο διακοπής και αναστολής της παραγραφής καθιερώνουν οι εφαρμοζόμενες, μαζί με τις ανωτέρω, και στην περίπτωση δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης από επιταγή με τη διαδικασία της διαταγής πληρωμής, ουσιαστικού περιεχομένου διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 634 ΚΠολΔ, κατά την πρώτη των οποίων η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή, κατά τη δεύτερη δε η παραγραφή αναστέλλεται από την επίδοση της διαταγής πληρωμής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ανακοπής που ασκήθηκε.

Παρά δε τη γραμματική διατύπωση της παραγράφου 2, με την οποία φαίνεται να περιορίζεται η εφαρμογή της μόνο στην περίπτωση που η ανακοπή γίνεται δεκτή και ακυρώνεται η διαταγή πληρωμής, εφόσον ο σκοπός του νομοθέτη, που σαφώς προκύπτει από τη διάταξη αυτή, είναι η προστασία του κομιστή της επιταγής, κατά τη διάρκεια της επί της ανακοπής δίκης, από τη συμπλήρωση της ανωτέρω βραχυχρόνιας εξάμηνης παραγραφής, ο ίδιος σκοπός υφίσταται και στην περίπτωση, κατά την οποία δεν ακυρωθεί αλλά απορριφθεί η ανακοπή και επικυρωθεί η διαταγή πληρωμής, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η παραγραφή έχει ανασταλεί και στην περίπτωση αυτή για το ίδιο χρονικό διάστημα. (ΑΠ 667/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: "Η ανακόπτουσα με τον πρώτο λόγο της ανακοπής ισχυρίσθηκε ότι η σε βάρος της, ως εκδότρια, αξίωση της καθ' ης ως τελευταίου κομιστή από την ειδικότερα αναφερόμενη στο δικόγραφο τραπεζική επιταγή, με βάση την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 20161/24.11.2009 Διαταγή πληρωμής, έχει υποπέσει στην προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 52 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 εξάμηνη παραγραφή, επειδή από την επομένη ημέρα της λήξης της προθεσμίας εμφάνισης της ανωτέρω επιταγής προς πληρωμή (6.6.2009) μέχρι την 8.12.2009, ημερομηνία κοινοποίησης στην ίδια (ανακόπτουσα) της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής.παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον των έξι (6) μηνών, χωρίς την παρεμβολή οιουδήποτε γεγονότος διακοπτικού η ανασταλτικού της παραγραφής, η οποία άρχισε στις 7.6.2009 και συμπληρώθηκε σε κάθε περίπτωση μετά παρέλευση έξι (6) μηνών, δηλαδή κατά την 7.12.2009, με αποτέλεσμα η καθ' ης να έχει απωλέσει την σε βάρος της ως εκδότη της επιταγής αξίωση της.

Ο ισχυρισμός αυτός (ένσταση παραγραφής), είναι .....απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον ισχυρισμοί που ανάγονται σε επιγενόμενη από την έκδοση της διαταγής πληρωμής απόσβεση της απαιτήσεως και στην προκείμενη περίπτωση η επικαλούμενη εξάμηνη παραγραφή της απαιτήσεως από τη επιταγή, με βάση την οποία εκδόθηκε κατά την 24.11.2009 η διαταγή πληρωμής, δεν μπορούν να προβληθούν στη σχετική δίκη της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, παρά μόνο στη δίκη της ανακοπής κατά της εκτέλεσης.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε με όμοια αιτιολογία.....τον πρώτο αυτό λόγο της ανακοπής, ορθά κατά νόμο έκρινε και συνεπώς ο πρώτος σχετικός λόγος της έφεσης είναι αβάσιμος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρ. 29, 52 του Ν. 5960/1933 και 634 παρ.1 του ΚΠολΔ και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Συνακόλουθα, το Εφετείο, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου, έκρινε ότι απαραδέκτως προβλήθηκε με την ανακοπή το ως άνω επιγενόμενο της έκδοσης της διαταγής πληρωμής περιστατικό (παραγραφή εν επιδικία) και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο τρίτος, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η υπό κρίση αίτηση με το μοναδικό πρόσθετο λόγο αυτής, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να διαταχθεί κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν.4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ.782/2013 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-10-2013 αίτηση της Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον από 29-12-2014 πρόσθετο λόγο αυτής για αναίρεση της υπ'αριθμ.4115/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου