Legislator Case Law & Legislation
1344/2016 AI generated

1344/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1344/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1344/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειρήσθω ενταύθα, ότι μετά την αντικατάσταση του ανωτέρω άρθρου από το άρθρο 48 παρ. 4 του Ν. 3772/2009 και εκ νέου με το άρθρο 30 του Ν. 4251/2014, τιμωρούνται με ποινές καθείρξεως, μεταξύ άλλων, και αυτοί που παραλαμβάνουν υπηκόους τρίτων χωρών από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας ή στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε.

Keywords

AI generated
non-roadworthy vehicle offences against public transport motorway vignette driving whilst disqualified offenses against legal certainty vehicle type approval
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1344 / 2016 (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1344/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιουλίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Άννας Ζαΐρη και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου G. T. του M., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή Κέρκυρας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 833/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ..../10-2-2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 397/2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 εδ. α’ του Ν. 3386/2005, ως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της με το άρθρο 48 παρ. 4 του Ν. 3772 της 8/10-7-2009 και εν προκειμένω εφαρμόζεται, "πλοίαρχοι ή και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε.

ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν την μεταφορά ή προώθηση τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο αν η μεταφορά ενεργείται κατ’ επάγγελμα.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι: 1) θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, το οποίο πραγματοποιείται με καθένα από τους ανωτέρω τρόπους, από τα πρόσωπα που αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στην χώρα, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια ή από αυτά προς το έδαφος Κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής ένωσης ή διευκολύνουν την μεταφορά ή προώθηση τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδο τους ως λαθρομεταναστών, 2) για την εκτέλεση του αδικήματος της μεταφοράς ή της προωθήσεως στο εσωτερικό της χώρας ή της διευκολύνσεως της μεταφοράς ή προωθήσεως αλλοδαπού, μη έχοντος δικαίωμα εισόδου στο εσωτερικό της χώρας, απαιτείται υποκειμενικώς δόλος, είτε άμεσος, είτε ενδεχόμενος (ΑΠ 780/2015, ΑΠ 362/2015, ΑΠ 391/2015, 1162/2014, 858/2014).

Ειρήσθω ενταύθα, ότι μετά την αντικατάσταση του ανωτέρω άρθρου από το άρθρο 48 παρ. 4 του Ν. 3772/2009 και εκ νέου με το άρθρο 30 του Ν. 4251/2014, τιμωρούνται με ποινές καθείρξεως, μεταξύ άλλων, και αυτοί που παραλαμβάνουν υπηκόους τρίτων χωρών από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας ή στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε.

ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη. Από τη σύγκριση της προϊσχύσασας με την ισχύουσα διάταξη του ανωτέρω νόμου, προκύπτει, ότι με την πρώτη διάταξη τιμωρείται μεταξύ άλλων περιπτώσεων και η διευκόλυνση της μεταφοράς ή προωθήσεως των λαθρομεταναστών, ενώ με την τελευταία διάταξη τιμωρείται και η διευκόλυνση της μεταφοράς αυτών χωρίς να αναφέρεται και η διευκόλυνση της προωθήσεως.

Η μη αναφορά της διευκολύνσεως της προωθήσεως δεν έγινε με σκοπό να μην τιμωρείται αυτή, αλλά έγινε για την αρτιότερη διατύπωση του νόμου. Συγκεκριμένα η μεταφορά λαθρομεταναστών από τόπου εις τόπον στην Ελλάδα εμπεριέχει και την προώθηση τους ως σκοπό και αναγκαία συνέπεια της μεταφοράς και έτσι οι δύο αυτοί όροι (μεταφορά και προώθηση) είναι ταυτόσημοι και η αναφορά και των δύο συνιστά περιττή ταυτολογία, την οποία απέφυγε ο νομοθέτης με τη νέα διατύπωση.

Δεν απαιτείται δε αναγκαίως για την θεμελίωση του αξιοποίνου βάσει της άνω διατάξεως η μεταφορά να γίνεται αποκλειστικώς από την συνοριακή γραμμή της χώρας, αρκούσης κάθε μεταφοράς εντός της Χώρας.

Κατά το άρθρο 46 παρ. 1 περ. β’ του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης. Για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας σε έγκλημα άλλου, βάσει της αρχής του περιορισμένου, παρακολουθηματικού χαρακτήρα της συμμετοχής, που καθιερώνει το αρθρ. 48 του ΠΚ, απαιτείται, α) αφενός μεν ο άλλος (ο αυτουργός) να διαπράξει ή να αποπειραθεί τουλάχιστον να διαπράξει την άδικη πράξη, η οποία δεν καλύπτεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, από κάποιο λόγο που να αίρει το άδικο αυτής, δηλαδή πράξη που συνιστά τέλεση ή απόπειρα τέλεσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφετέρου δε ο συνεργός να τελέσει πράξη υποστηρικτική της κύριας πράξης του αυτουργού, με άμεσα συνδεδεμένη με αυτή βοηθητική ενέργεια σε τρόπο, ώστε, χωρίς αυτή δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η τέλεση του εγκλήματος. Απαιτείται η συμμετοχική αυτή δράση, να μην ξεπερνά το χρονικό σημείο τελέσεως της κυρίας πράξεως και ειδική αιτιολόγηση του τρόπου και των μέσων δράσης του άμεσου συνεργού. Στην περίπτωση κατά την οποία, για την πραγμάτωση της άδικης πράξεως απαιτείται και υπερχειλής δόλος, πρέπει και ο άμεσος συνεργός τέτοιας πράξεως να πράττει με τον ίδιο δόλο (ΑΠ 1048/2011).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.

Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ (ΟλΑΠ 1/2005). Ακόμη, η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 και 27 παρ.1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος δεν είναι ανάγκη κατ’ αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος απαιτεί πρόσθετα στοιχεία, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσο δηλαδή δόλο, ή ορισμένο περαιτέρω σκοπό (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην ύπαρξη τέτοιου δόλου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθμ. 297/2015 απόφαση του, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό, το δικαστήριο της ουσίας, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτήν (απόφαση) κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξεως της άμεσης συνέργειας σε παράνομη προώθηση αλλοδαπών στο εσωτερικό της χώρας κατά συρροή και τον κατεδίκασε σε ανασταλείσα ποινή φυλακίσεως τριάντα πέντε (35) μηνών.

Ειδικότερα το δικαστήριο δέχθηκε, ότι απεδείχθησαν, κατά λέξη, τα εξής: "από την ένορκη εξέταση του μάρτυρα κατηγορίας, την απολογία του 2ου κατηγορούμενου, την ανάγνωση της εκκαλουμένης, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκε ότι ο M.

A. του A. και S. ή A. Z. του A. και της S., στο …χλμ. της Ε.Ο. Ξάνθης- Καβάλας την 11-9-2008, κατελήφθη να μεταφέρει στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπούς που δεν είχαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος. Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ο ανωτέρω, οδηγώντας το ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας CITROEN XANTIA με αριθμό πλαισίου ...

ιδιοκτησίας του (το οποίο έφερε τις υπ’ αρ. ... πινακίδες που ανήκουν σε άλλο όχημα) και μεταφέροντας με το παραπάνω όχημα τους παρακάτω έξι (6) λαθρομετανάστες, υπηκόους ΜΥΑΝΜΑΡ: α) (επίθετο) T. (όνομα) U. του M., β) (επίθετο) B. (όνομα) I. του I., γ) (επίθετο) Μ. (όνομα) M. του Y., δ) (επίθετο) M. (όνομα) M. του I., ε) (επίθετο) J. (όνομα) Μ.

του M., στ) (επίθετο) I. (όνομα) S. του A.. οι οποίοι εισήλθαν παράνομα, στην Ελλάδα μέσω της περιοχής Κήπων Έβρου την 11-9-2008 και στερούνταν νομίμων ταξιδιωτικών και λοιπών εγγράφων καθώς και νομίμων διατυπώσεων εισόδου και παραμονής στη Χώρα, με σκοπό την προώθηση αυτών στο εσωτερικό της χώρας έναντι απροσδιόριστης αμοιβής, αντιλαμβανόμενος περίπολο του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης Κοτύλης ανέπτυξε υπερβολική ταχύτητα προκειμένου να αποφύγει τον έλεγχο, και κατορθώνοντας να διαφύγει οπτικής επαφής, στο … χλμ.

της Ε.Ο, Ξάνθης- Καβάλας εγκατέλειψε το όχημα του και διέφυγε της σύλληψης, εκμεταλλευόμενος τις ιδιαίτερες συνθήκες και το δύσβατο της περιοχής. Από τα ίδια ως άνω στοιχεία προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι T. G. του M. και J. Ν. του J. παρείχαν άμεση συνδρομή για στην ως άνω πράξη της παράνομης προώθηση αλλοδαπών στο εσωτερικό της χώρας κατά συρροή, και συγκεκριμένα του ότι στο … χλμ.

της Ε.Ο. Ξάνθης- Καβάλας την 11-9-2008, από πρόθεση παρείχαν σε άλλον άμεση συνδρομή στην εκτέλεση από αυτόν της αξιόποινης πράξης της προώθησης αλλοδαπών, μη εχόντων δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος προς το εσωτερικό της ελληνικής επικράτειας κατά συρροή, και ειδικότερα ο T. G. του M. παρέδωσε στον M. A. το όχημα με τον ανωτέρω αριθμό πλαισίου ο δε J.

Ν. του J. τις πινακίδες με αρ. ..., που ανήκουν σε άλλο όχημα ιδίου τύπου, προκειμένου να τοποθετηθούν στο όχημα με αριθμό πλαισίου ... με σκοπό να διευκολύνεται η μεταφορά των λαθρομεταναστών και να δυσχεραίνεται η ανακάλυψη των δραστών από την Αστυνομία. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι άμεσης συνέργειας σε προώθηση λαθρομεταναστών".

Ακολούθως το δικαστήριο εκήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, κατά πιστή μεταφορά, του ότι: "Στο … χλμ. της Ε.Ο. Ξάνθης- Καβάλας την 11-9-2008, από πρόθεση παρέσχε σε άλλον άμεση συνδρομή στην εκτέλεση από αυτόν της αξιόποινης πράξης της προώθησης αλλοδαπών, μη εχόντων δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος προς το εσωτερικό της ελληνικής επικράτειας κατά συρροή, και ειδικότερα ότι παρέδωσε στον M.

A. το όχημα με αριθμό πλαισίου ... στο οποίο είχαν τοποθετηθεί (προδήλως εννοείται κατά τον χρόνο που ο αυτουργός κατελήφθη να μεταφέρει τους ως άνω λαθρομετανάστες) οι με αρ. ... πινακίδες κυκλοφορίας προκειμένου, να τοποθετηθούν με σκοπό να διευκολύνεται η μεταφορά των λαθρομεταναστών και να δυσχεραίνεται η ανακάλυψη των δραστών από την Αστυνομία".

Με αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο διέλαβε, ως προς τον αναιρεσείοντα, στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεως του και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά στις εφαρμοσθείσες ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1 περ.

β’ και 94 του ΠΚ και 88 παρ. 1 περ. α’ του Ν. 3386/2005, ως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της με το άρθρο 48 παρ. 4 του Ν. 3772 /2009, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, το δικαστήριο, με παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό και χωρίς εντελώς τυπική αιτιολογία, αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, με τις παραδοχές στην προσβαλλομένη απόφαση του:

α) ότι ο αναιρεσείων διέθεσε στον M. A. το υπ’ αριθμ. πλαισίου ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του, εργοστασίου κατασκευής CITROEN XANTIA, με το οποίο ο τελευταίος κατελήφθη την 11-9-2008 στο … χιλιομετρικό σημείο της Ε.Ο Ξάνθης - Καβάλας, να μεταφέρει στο εσωτερικό της χώρας τους ως άνω αλλοδαπούς, που στερούνταν των νομίμων ταξιδιωτικών και λοιπών εγγράφων και είχαν εισέλθει χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις εισόδου και παραμονής, ότι στο αυτοκίνητο αυτό, προκειμένου να διευκολύνεται η μεταφορά των λαθρομεταναστών και να δυσχεραίνεται η ανακάλυψη των δραστών, κατά τον ανωτέρω χρόνο είχαν τοποθετηθεί οι πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας υπό τα στοιχεία ..., που ανήκαν σε άλλο όχημα ιδίου τύπου και προς τον σκοπό αυτόν παρεδόθησαν στον ανωτέρω M.

A. από τον μη εν προκειμένω αναιρεσείοντα J. Ν. του J., β) ότι τούτο έπραξε ο κατηγορούμενος αυτός και ήδη αναιρεσείων με πρόθεση, ήτοι, ως εκ της παραδοχής αυτής συνάγεται, με προς τούτο θέληση και γνωρίζοντας το μεν ότι ο ανωτέρω αυτουργός θα μεταφέρει με το αυτοκίνητο αυτό λαθρομετανάστες στο εσωτερικό της χώρας, το δε ότι τούτο επιτυγχάνεται κατά τον τρόπο αυτόν, προκειμένου έτσι να συνδράμει τον τελευταίο (αυτουργό) στην υπ’ αυτού τέλεση της αξιοποίνου πράξεως της παρανόμου προωθήσεως αλλοδαπών λαθρομεταναστών στο εσωτερικό της χώρας, και γ) ότι εγνώριζε ο αναιρεσείων ότι οι ανωτέρω μεταφερόμενοι ήσαν αλλοδαποί λαθρομετανάστες, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στην χώρα, ως τούτο συνάγεται από την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος αυτός διέθεσε το αυτοκίνητο αυτό στον ανωτέρω αυτουργό της πράξεως, χωρίς τούτο να φέρει τις νόμιμες πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας, γεγονός, εκ του οποίου συνάγεται περαιτέρω αυτονοήτως και κατά λογικήν αναγκαιότητα η περαιτέρω παραδοχή, ότι τούτο έγινε προκειμένου να τοποθετηθούν σε αυτό πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας από άλλο ίδιου τύπου αυτοκίνητο, ώστε κατά τον τρόπο αυτόν να διευκολύνεται η μεταφορά των λαθρομεταναστών από τον αυτουργό και να δυσχεραίνεται η ανακάλυψη των δραστών, όπερ κατά τις περαιτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως και εγένετο.

Περαιτέρω, για την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος τούτου ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο, όλα τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά και συγκεκριμένα η ένορκη εξέταση του μάρτυρα κατηγορίας, τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και αναφέρονται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα αναγνωσθέντα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, δεν ήταν δε απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση αυτών ή ο προσδιορισμός ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του (δικαστηρίου) κρίσεως.

Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις της μη παραθέσεως στην προσβαλλομένη απόφαση της απαιτούμενης κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμες.

Οι ίδιοι λόγοι, με τους οποίους υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας και νομίμου βάσεως, επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή αμφισβητείται η κρίση του δικαστηρίου ως προς το τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο, περιέχουν ανεπίτρεπτη προσβολή της αναγόμενης στην εκτίμηση των πραγμάτων κρίσεως του δικαστηρίου και είναι εκ τούτου απαράδεκτοι.

Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι υφίσταται αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως εκ των παραδοχών στο μεν σκεπτικό ότι ο συγκατηγορούμενός του J. Ν. παρέδωσε τις πινακίδες στον αυτουργό της πράξεως M. A., στο δε διατακτικό ότι ο ανωτέρω συγκατηγορούμενός του τις παρέδωσε στον ίδιο (αναιρεσείοντα, είναι αλυσιτελής, αφού δεν προσήκει σε παραδοχές που αφορούν αυτόν τούτον τον αναιρεσείοντα, αλλά (αφορούν) τον μη εν προκειμένω διάδικο J. Ν., η δε συνδρομή του αναιρεσείοντος συνίσταται, κατά τις οικείες παραδοχές και ως προαναφέρεται, στην παράδοση, στον ως άνω φυσικό αυτουργό της πράξεως (M. A.), του αυτοκινήτου, χωρίς να φέρει τις νόμιμες πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας του.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ. 2 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει, για να θεμελιώσει την κρίση του ως προς την ενοχή έγγραφο, που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα και στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α’ ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ’ ΚΠΔ, επειδή παραβιάζεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου (από το άρθρο 358 ΚΠΔ) να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 2 εδ. α και β του Κ.Ποιν.Δικ., ορίζεται ότι "το δελτίο ποινικού μητρώου επισυνάπτεται υποχρεωτικά, με ευθύνη του αρμόδιου γραμματέα σε κάθε δικογραφία, για εγκλήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου και άνω, μέσα σε σφραγιστό αδιαφανή φάκελο, ο οποίος αποσφραγίζεται μόνο μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του δικαστηρίου, γενομένης ειδικής μνείας στα πρακτικά.

Σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, το δελτίο ποινικού μητρώου σφραγίζεται και πάλι με ευθύνη του γραμματέα της έδρας, του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου, σε αδιαφανή φάκελο, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των του προηγούμενου εδαφίου". Από τις διατάξεις αυτές της παρ. 2, συνάγεται ότι η απαγόρευση προσβάσεως στο περιεχόμενο του δελτίου του ποινικού μητρώου μέχρι την κήρυξη του κατηγορουμένου ως ενόχου, λόγω σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, που καθιερώνεται με το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, αποσκοπεί στον σχηματισμό αμιγούς δικανικής πεποιθήσεως, που θα στηρίζεται στα αποδεικτικά στοιχεία της συγκεκριμένης υποθέσεως και εντάσσεται στις διατάξεις που προστατεύουν τον κατηγορούμενο, στην άσκηση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, με την αποφυγή της αποδεικτικής αξιοποιήσεως εις βάρος του προηγουμένων καταδικαστικών αποφάσεων, έτσι ώστε η παραβίαση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 577 παρ 2 Κ.Ποιν.Δικ., με την αποσφράγιση και ανάγνωση του δελτίου ποινικού μητρώου πριν από την περί ενοχής απόφαση του δικαστηρίου, να συνεπάγεται κατ’ αρχήν παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας και απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας.

Όταν όμως το δελτίο του ποινικού μητρώου δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεως του για την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν υπάρχει ακυρότητα, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν παραβιάζεται η άνω διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ’ Κ.Ποιν.Δικ. Επίσης, αν το δελτίο του ποινικού μητρώου αναγνωσθεί πριν από την απαγγελία της ενοχής, καμμιά ακυρότητα της διαδικασίας δεν προκύπτει και δεν παραβιάζονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, στην περίπτωση που το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι λευκό, χωρίς καταδίκες και συνακόλουθα δεν μπορεί να λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο επιβαρυντικά για τον σχηματισμό της κρίσεως του δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, καθώς και στην περίπτωση που τούτο (αναγνωσθέν ποινικό μητρώο) δεν χρησιμοποιηθεί και δεν αξιοποιηθεί αποδεικτικά εις βάρος του κατηγορουμένου για την περί ενοχής κρίση του δικαστηρίου, αλλά μόνο για τη συνδρομή ή μη ελαφρυντικών περιστάσεων.

Επίσης, η απαγόρευση του άρθρου 577 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δικ. δεν εμποδίζει τον κατηγορούμενο να ζητήσει ο ίδιος την ανάγνωση του δελτίου ποινικού μητρώου, προκειμένου να αξιοποιήσει υπέρ αυτού την ανυπαρξία προηγούμενων καταδικών του, όπως για να ζητήσει την αναγνώριση ελαφρυντικής περιστάσεως, αφού στην περίπτωση αυτή, που ο ίδιος επιθυμεί να γνωστοποιηθεί το περιεχόμενο του ποινικού μητρώου, η προστατευτική για την υπεράσπιση του λειτουργία της διάταξης κάμπτεται (ΑΠ 916/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία δεν προσβάλλονται ως πλαστά ούτε προκύπτει ότι διορθώθηκαν, μετά την περί ενοχής απόφαση η προεδρεύουσα του δικαστηρίου αποσφράγισε αδιαφανή σφραγιστό φάκελο, εντός του οποίου υπήρχαν τα αντίγραφα των ποινικών μητρώων των κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων και του αναιρεσείοντος, το οποίον και ανέγνωσε.

Εν συνεχεία δε έδωσε τον λόγο στον εισαγγελέα για να προτείνει επί της ποινής, ο οποίος και πρότεινε να του επιβληθεί ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών για κάθε μεταφερόμενο αλλοδαπό και ακολούθως στην εκπροσωπούσα τον αναιρεσείοντα συνήγορο υπερασπίσεως αυτού, η οποία ζήτησε να του επιβληθεί το ελάχιστο της προβλεπόμενης από νόμο.

Στη συνέχεια δε το δικαστήριο επέβαλε στον αναιρεσείοντα ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών για κάθε μεταφερόμενο λαθρομετανάστη και συνολικώς τοιαύτη τριάντα πέντε (35) μηνών. Επομένως, η αιτίαση με την οποίαν, κατ’ εκτίμηση, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για τον εκ των άρθρων 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ.

δ’ ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της απολύτου ακυρότητος, που επήλθε από την ανάγνωση και λήψη υπ’ όψει από το δικαστήριο του ποινικού μητρώου του αναιρεσείοντος προ της απαγγελίας της περί ενοχής του αποφάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη υπ’ αριθμ. πρωτ: .../10-2-2016 από 2-2-2016 δήλωση του T. G. του M., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 833/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την επιδοθείσα την 10-2-2016 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υπ’ αριθμ. πρωτ: .../10-2-2016 από 2-2-2016 δήλωση του T. G. του M., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή Κερκύρας, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 833/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουλίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Αυγούστου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ