Supreme Court dismisses appeal for non-appearance and insufficient grounds regarding evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision on procedural and substantive grounds. The appellant argued that a third party failed to appear and that the appellate court misread specific contracts, but the court found the procedural defect cured by the opposing party's acceleration of the hearing. Furthermore, the court rejected the claim that the evidence was misread, ruling that the lower court's evaluation of the documents' content falls outside the scope of appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 paragraphs 1-2 and 559 paragraphs 1 and 20 of the Code of Civil Procedure; An absent party's non-appearance is cured if the opposing party accelerates the hearing, and appeals based on the evaluation of evidence or the interpretation of document content are inadmissible as they do not constitute a diagnostic error in reading the document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1344 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1344/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πανόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Κόκιο, 2. Ψ2, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βίκτορα-Ιωσήφ Γιετκίλ και 3. Ψ3, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 23-7-2003 αγωγή του Χ (ήδη αναιρεσείοντος), β) με την από 10-9-2005 τριτανακοπή του Ψ1 γ) με την από 15-9-2005 προσεπίκληση του Ψ1 και δ) με την από 15-10-2005 πρόσθετη παρέμβαση του Ψ2 που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2457/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 8257/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των άνω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-4-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 19-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση η συζήτηση προβαίνει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ.... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της αναίρεσης επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, στον τρίτο αναιρεσίβλητο Ψ3, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεώς του στο ακροατήριο. Επομένως πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 553 παρ. 1 και 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν ασκηθεί έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης και απορριφθεί κατ` ουσίαν, προσβλητή με αναίρεση είναι μόνον η απόφαση του εφετείου και όχι του πρωτοδικείου, η οποία ενσωματώθηκε σ` εκείνη, που έκρινε την ουσία της διαφοράς, αν δε με την αναίρεση πλήττονται και οι δύο αποφάσεις, αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη ως προς την πρωτόδικη (ΟλΑΠ 40/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της υπ'αριθμ. 8257/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ. 2457/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά και κατά της τελευταίας αυτής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου.
Η αίτηση αναίρεσης, κατ` ακολουθία των ανωτέρω, κατά το μέρος που πλήττει την πρωτόδικη 2457/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ. α' ΚΠολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.
Α.Π.25/2003 και 3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο, μέρος πρώτο, της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.8 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε και συνεπώς έλαβε υπόψη ανύπαρκτη βάση της ένδικης τριτανακοπής που άσκησε ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ψ1 κατά της υπ'αριθμ. 6639/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ειδικότερα τη μη περιεχόμενη στην τριτανακοπή βάση, τη στηριζόμενη στην κτήση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον τριτανακόπτοντα με έκτακτη χρησικτησία.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της προκειμένης υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Ψ1, με την ένδικη από 10-9-2005 τριτανακοπή, που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της υπ'αριθμ. 6639/2004 απόφασης του ίδιου Πρωτοδικείου, αφού ισχυρίσθηκε ότι απέκτησε την κυριότητα του αναφερομένου ακινήτου, εμβαδού 270 τ.μ., που βρίσκεται στο ..., με αγορά από τον αληθή κύριο αυτού Ψ2, ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο, δυνάμει του υπ'αριθμ. ...
συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Βαγιάτη, που καταχωρήθηκε νόμιμα στο κτηματολογικό φύλλο του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου, και ότι ο δικαιοπάροχός του είχε καταστεί κύριος του μεταβιβασθέντος σ'αυτόν ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείς αυτό επί μία συνεχή εικοσαετία από το έτος 1975, κατά το οποίο το είχε αγοράσει, με το ...
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κρωπίας Γεωργίου Χούντα, από τη ..., ζήτησε, πλήν άλλων, να ακυρωθεί ως προς αυτόν η ανωτέρω 6639/2004 τριτανακοπτόμενη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 23-7-2003 αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά του ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου Ψ3, ερήμην του τελευταίου, και είχε αναγνωρισθεί ο αναιρεσείων κύριος του ίδιου ακινήτου.
Από το περιεχόμενο αυτό της ένδικης τριτανακοπής, προκύπτει ότι αυτή, ως προς την κτήση της κυριότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου τριτανακόπτοντος επί του επιδίκου ακινήτου, στηριζόταν αποκλειστικά σε παράγωγο τρόπο κτήσης με σύμβαση αγοράς και δεν περιείχε, ως προς την κτήση απ' αυτόν κυριότητας επί του επιδίκου, και βάση έκτακτης χρησικτησίας.
Κατά τη μοναδική δε βάση αυτής, τη θεμελιούμενη στον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου, έγινε δεκτή η τριτανακοπή με την εκδοθείσα επ'αυτής υπ'αριθμ.2457/2006 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία και ακυρώθηκε ως προς τον τριτανακόπτοντα πρώτο αναιρεσίβλητο η τριτανακοπτόμενη απόφαση.
Συνεπώς το Εφετείο, που, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι ο τριτανακόπτων αναιρεσίβλητος Ψ1 έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου με τον επικαλούμενο στην τριτανακοπή του παράγωγο τρόπο (σύμβαση αγοράς) και ακολούθως απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν δέχθηκε ανύπαρκτη βάση της τριτανακοπής, ο δε περί του αντιθέτου ως άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Επειδή, με τους πρώτο, μέρος δεύτερο, δεύτερο, τέταρτο, μέρος πρώτο, και πέμπτο, μέρος πρώτο, λόγους της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι "το επίδικο ακίνητο είναι αγροτεμάχιο και ότι νομίμως το χρησιδέσποσε ο άμεσος δικαιοπάροχος του πρώτου αναιρεσιβλήτου-τριτανακόπτοντος από το έτος 1975 μέχρι το έτος 2004 και έτσι απέκτησε την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία", ενώ η όλη περιοχή του ...
αποτελείται μόνο από κληροτεμάχια και στην απώτερη δικαιοπάροχο του τρτανακόπτοντος Φυλακτή χήρα ... είχαν παραχωρηθεί μόνο κληροτεμάχια, το δε επίδικο ως τμήμα κληροτεμαχίου δεν μπορούσε να είναι αντικείμενο χρησικτησίας, παραβίασε τις διατάξεις της Αγροτικής Νομοθεσίας, που απαγορεύουν την κατάτμηση μείζονος κληροτεμαχίου και την κτήση κυριότητας επί του επιδίκου τεμαχίου με έκτακτη χρησικτησία και ακόμη ότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της ιδιότητας του επιδίκου ακινήτου ως τμήματος κληροτεμαχίου, του οποίου κατά το νόμο απαγορευόταν η κατάτμηση.
Οι λόγοι αυτοί της αίτησης αναίρεσης ως προς τις αιτιάσεις από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως στηριζόμενοι στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το επίδικο αποτελεί κληροτεμάχιο ή τμήμα κληροτεμαχίου ανεπίδεκτο χρησικτησίας, ενώ από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο με σαφείς αιτιολογίες δεν δέχθηκε τα ανωτέρω, αλλ' αντιθέτως, ρητώς απέρριψε ως αόριστο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι τούτο αποτελεί κληροτεμάχιο.
Συνακόλουθα οι ίδιοι λόγοι ως προς τις αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
-Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001, οριζόταν ότι επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά.
Λόγω της κατάργησης, όμως, με το ν. 2915/2001, της προδικαστικής περί αποδείξεως απόφασης σε όλα τα πολιτικά δικαστήρια, τροποποιήθηκε, με το άνω άρθρο 17 παρ.2 του ίδιου ν. 2915/2001, και η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 του ΚΠολΔ, με την οποία, όπως αυτή ισχύει από 1-1-2002, ορίζεται πλέον ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Έτσι, μετά την τροποποίηση της διάταξης αυτής του άρθρου 559 αριθ.10 του ΚΠολΔ δεν ιδρύεται πλέον λόγος αναίρεσης και στην περίπτωση που το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς να διατάξει γι' αυτά απόδειξη. Επομένως ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο "δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς να διατάξει γι'αυτά απόδειξη, καθόσον απέρριψε το αίτημά του να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη για ουσιώδη γεγονότα, όπως είναι ο έλεγχος των τίτλων κτήσης των αντιδίκων του και των δικαιοπαρόχων τους", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
-Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και ο ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα. Επομένως ο τέταρτος λόγος, μέρος τρίτο, της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε και ειδικότερα το υπ'αριθμ.... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Ζαχαρόπουλου και το υπ'αριθμ.... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Δ. Καζάζη, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο των συμβολαίων αυτών, ούτε ο ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ισχυρισμός, που θα αποδεικνυόταν με τα έγγραφα αυτά.
Επειδή, κατά την αληθινή έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ ΠολΔ, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι περιέχει και όχι λάθος κατά την αξιολόγησή του, προβαίνει δηλαδή σε ελλιπή ή εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου και εξαιτίας αυτής καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία πραγματικού γεγονότος.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους τέταρτο, μέρος δεύτερο, και πέμπτο, μέρος δεύτερο, λόγους της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο το υπ'αριθμ.... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Ζαχαρόπουλου και του υπ'αριθμ.... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Δ. Καζάζη, διότι δέχθηκε ότι το επίδικο είναι αγροτεμάχιο, το οποίο νομίμως χρησιδέσποσε ο άμεσος δικαιοπάροχος του πρώτου αναιρεσιβλήτου από το έτος 1975 μέχρι το έτος 2004 και έτσι απέκτησε την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενώ, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω συμβόλαιο, πρόκειται περί κληροτεμαχίου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα διαγνωστικό κατά την ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου των εγγράφων, η οποία, όμως, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-4-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ.8257/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της υπ' αριθμ. 2457/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων Ψ1 και Ψ2, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ για καθένα αναιρεσίβλητο, που παραστάθηκε χωριστά στη δίκη.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ