Legislator Case Law & Legislation
1344/2008 AI generated

Greek Supreme Court dismisses appeal against German state's immunity claim in WWII war damages case.

Case Number 1344/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by three heirs against a First Instance Court judgment that rejected their claim for WWII war damages against the German Federal Ministry of Finance. The heirs argued that the lower courts erred in applying the doctrine of foreign state immunity, while the German state contended it was entitled to immunity under international law. The court ruled that the lower courts correctly exercised their jurisdiction to examine the immunity defense ex officio and that the appeal arguments were legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14) and 524(4) of the Code of Civil Procedure; The court must examine foreign state immunity ex officio when the defendant is absent, and an appeal based on procedural errors regarding such immunity is inadmissible if the lower court correctly applied the immunity doctrine.

Keywords

AI generated
foreign state immunity World War II damages ex officio jurisdiction German Federal Ministry civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Brussels Convention of 27 September 1968
Council Regulation (EC) No 44/2001
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 524(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision of 15 February 2007, Case C-292/05

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1344 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1344/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων : Χ1, Χ2 και Χ3, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Μιχαήλ Ιατρίδη.

Του αναιρεσιβλήτου : Γερμανικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Ομοσπονδιακό Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στο Βερολίνο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 02.09.2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4665/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 117/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12.03.2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης ανέγνωσε την από 21.02.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του λόγου αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε καταφατική δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην κρινόμενη υπόθεση, από τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα προκύπτει ότι με επιμέλεια των εις αδιαθέτου κληρονόμων των αποβιωσάντων αρχικώς αναιρεσειόντων που συνεχίζουν τη δίκη, το αναιρεσίβλητο κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του.

Η Σύμβαση των Βρυξελλών της 27 Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε από τις συμβάσεις προσχωρήσεως νέων μελών σ' αυτή, που τέθηκε σε ισχύ στην Ελλάδα με το ν. 1814/1988, και ήδη ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, ρυθμίζουν τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων προς το σκοπό, παράλληλα προς την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων, να εξασφαλισθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των δικαστικών αποφάσεων στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, που θεωρείται και αυτή ως αναγκαίος όρος για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

Οι ρυθμίσεις τόσο της Συμβάσεως των Βρυξελλών όσο και του Κανονισμού, παρά τον αποκλειστικό χαρακτήρα τους εντός του πεδίου εφαρμογής τους, δεν θίγουν, μη αναφερόμενες άλλωστε σ' αυτούς, τους δημοσίου διεθνούς δικαίου κανόνες που περιορίζουν τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων των συμβαλλομένων κρατών ή των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως αντιστοίχως, εισάγοντας εξαίρεση ως προς την υπαγωγή σε αυτά ορισμένων προσώπων (ετεροδικία), μεταξύ των οποίων και οι ξένες πολιτείες ως προς τις κυριαρχικές πράξεις τους (πράξεις jure imperii), και των σχετικών υποθέσεων, όπως αυτές που έχουν ως αντικείμενο αξιώσεις αποζημιώσεως κατά ξένης πολιτείας, γεννώμενες από ζημιογόνες πράξεις στρατευμάτων κατοχής εν καιρώ πολέμου.

Οι κανόνες που καθιερώνουν την ετεροδικία, υπαγορευόμενοι από την αρχή της κυρίαρχης ισότητας μεταξύ των πολιτειών (par in parem non habet imperium), διαφοροποιούνται από τους λοιπούς περί διεθνούς δικαιοδοσίας κανόνες, οι οποίοι δεν διαμορφώνονται με κριτήρια αναγόμενα στην προαναφερόμενη αρχή, αλλ' επιτελούν λειτουργία κατανεμητική των υποθέσεων που εμφανίζουν διεθνή στοιχεία μεταξύ των διαφόρων κρατών, με βάση άλλα, προεχόντως αντικειμενικά κριτήρια.

Εξάλλου, ο θεσμός της ετεροδικίας, λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάζει την λειτουργία της εσωτερικής ευρωπαϊκής αγοράς. Επομένως, θα υπερέβαινε τους εξυπηρετούμενους με τη Σύμβαση των Βρυξελλών και του Κανονισμού κατά τα άνω σκοπούς η παραδοχή ότι οι περιεχόμενες στις διατάξεις τους ρυθμίσεις εκτοπίζουν σιωπηρώς τους σχετικούς με την ετεροδικία κανόνες (βλέπε και σημείο 4 του προοιμίου του Κανονισμού 44/2001, κατά το οποίο ο κανονισμός περιορίζεται στο ελάχιστο που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων του και δεν υπερβαίνει τα αναγκαία προς τούτο όρια).

Σε κάθε περίπτωση, υποθέσεις όπως οι προαναφερόμενες δεν εμπίπτουν στην έννοια των "αστικών και εμπορικών υποθέσεων", επί των οποίων εφαρμόζονται τόσο η Σύμβαση των Βρυξελλών, όσο και ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτών. Διότι στην έννοια των αστικών και εμπορικών υποθέσεων δεν περιλαμβάνονται υποθέσεις που έχουν ως αντικείμενο αξιώσεις θεμελιούμενες σε πραγματικό συνδεόμενο με την άσκηση δημόσιας εξουσίας, έστω και αν αυτές έχουν αποκλειστικώς περιουσιακό χαρακτήρα, όπως είναι οι αξιώσεις αποζημιώσεως κατά ξένης πολιτείας, δημιουργούμενες από την άσκηση εκ μέρους της κυριαρχικών πράξεων και ειδικότερα πράξεων στρατευμάτων κατοχής εν καιρώ πολέμου (ΔΕΚ αποφ.

Της 15.2.2007, υποθ. C-292/05).

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι ενάγοντες μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματός της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο Γερμανικό Δημόσιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει, στην μεν πρώτη ενάγουσα το ποσό των 134.644 ευρώ, στον δε δεύτερο το ποσό των 318.121 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, για την αποκατάσταση ισόποσης ζημίας τους ως και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν από τον επισυμβάντα στις 20-5-1941 επί του πλοίου Α/Π ΝΑΥΤΙΛΟΣ, πλησίον του λιμένος των Χανίων, θάνατο του συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα, που προκάλεσαν τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την αγωγή ως απαράδεκτη, για έλλειψη δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, λόγω του προνομίου της ετεροδικίας, που απολαμβάνει το εναγόμενο Γερμανικό Δημόσιο, σύμφωνα με όσα παραπάνω προαναφέρθηκαν.

Συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ (και όχι του 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, ούτε εκείνου από το άρθρο 559 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες) και κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παρά το νόμο το εφετείο κήρυξε ως απαράδεκτη την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο α) δεν δέχθηκε, λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου Γερμανικού Δημοσίου, την αγωγή ως αποδειχθείσα, παρά εχώρησε στην αυτεπάγγελτη έρευνα της δικαιοδοσίας του και απέρριψε την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας λόγω του προνομίου της ετεροδικίας που δέχθηκε ότι απολαμβάνει το εναγόμενο Γερμανικό Δημόσιο, β) δεν ώρισε παράβολο λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου και γ)δεν καταδίκασε το εναγόμενο στην εν γένει δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος α) κατά την υπό στοιχ.

α' αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, καθόσον το άρθρο 524 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου (Γερμανικού Δημοσίου) ως προς την έφεση, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών και ακολούθως λόγω της, ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου νομίμως εχώρησε στην αυτεπάγγελτη έρευνα περί της ελλείψεως δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, λόγω του προνομίου της ετεροδικίας που αυτό (αναιρεσίβλητο) απολαμβάνει, β) από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, δεν ώρισε παράβολο ερημοδικίας, λόγω της νίκης του, δεχόμενο ότι το αναιρεσίβλητο δεν έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, ενώ, γ) τέλος η αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν καταδίκασε το εναγόμενο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, αφού ο αναιρεσείων δεν νίκησε (άρθρ. 176 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.3.2007 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 117/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ