Supreme Court dismisses appeal against expropriation compensation, ruling delay does not constitute abuse of right.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding expropriation compensation. The appellant argued that the respondent's delay in claiming compensation constituted an abuse of right, while the respondent contended that the delay was justified by the state's failure to notify them and the subsequent loss of ownership rights. The court held that the respondent's prolonged inaction, without other incidents, did not amount to an abuse of right under Article 281 of the Civil Code, thereby upholding the lower court's ruling.
Legislator headnote
AI generatedArt. 246 para. 1 Agrarian Code; Art. 281 Civil Code: A claimant's prolonged inaction in seeking compensation for expropriated property, absent other incidents, does not constitute an abuse of right.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1344 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1344/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη, Ελένη Μαραμαθά και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Κωνσταντίνο Γεωργάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Τσακίρη και Στέλλα Συλεούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Νοεμβρίου 1999 προσφυγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1.024/2000 μη οριστική, 1.349/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 340/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12 Μαϊου 2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά, ανέγνωσε την από 20 Απριλίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 246 παρ. 1 Αγροτικού Κώδικος όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 27 του ν. 3194/1955 ορίζεται ότι «το Πρωτοδικείο δικάζοντας επί προσφυγής του Δημοσίου ή των ενδιαφερομένων κατά της αποφάσεως της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων σχετικώς με την αναγνώριση της κυριότητας των κτημάτων που απαλλοτριώνονται κατά τον ν. 4857 και το άρθρο 242 του Αγροτικού Κώδικα κατά τη διαδικασία των άρθρων 640 επ.
της (προϋσχισάσης) Πολιτικής Δικονομίας αποφαίνεται «ανεκλήτως». Περαιτέρω : 1) με το άρθρο 511 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι «με έφεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών πρωτοδικείων» 2) με το στοιχείο ε΄ του άρθρου 1 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι «Από την εισαγωγή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας καταργούνται α) ……..
ε) κάθε άλλη διάταξη που είναι αντίθετη σ΄ αυτόν….» και 3) με το άρθρο 3 παράγραφος 3 του αυτού ως άνω Κώδικα ορίζεται «Στις περιπτώσεις που διατάξεις νόμων παραπέμπουν στην επ΄ αναφορά διαδικασία ενώπιον του πρωτοδικείου ή στη διαδικασία των άρθρων 640 έως 645 της Πολιτικής Δικονομίας….. από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ.
εφαρμόζεται η διαδικασία των άρθρων 740 επ, εκτός αν ο νόμος αυτός ορίζει διαφορετικά. Τέλος από το άρθρο 741 του ιδίου ως άνω Κώδικος ορίζεται ότι «Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και κατά τη διαδικασία των άρθρων 743 έως 781 εκτός αν είναι αντίθετα προς ειδικές διατάξεις ή δεν εφαρμόζονται στη διαδικασία αυτή».
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι 1) στις περιπτώσεις που διατάξεις νόμων παραπέμπουν στη διαδικασία των άρθρων 640 έως 645 της Πολιτικής Δικονομίας του 1934, όπως και στην περίπτωση της προσφυγής κατά αποφάσεων της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, περί της οποίας προβλέπει η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 246 του Αγροτικού Κώδικα, εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.
η διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. Κ.Πολ.Δ.), 2) από της εισαγωγής του Κ.Πολ.Δ. καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 246 παρ. 1 του Αγροτικού Κώδικα, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 παρ. 1 του ν. 3194/1955 με την οποία καθιερούτο το ανέκκλητο των επί των προσφυγών εκδιδομένων αποφάσεων του Πρωτοδικείου.
Συνεπώς οι εκδιδόμενες στα πλαίσια της ως άνω διαδικασίας αποφάσεις των Πρωτοδικείων υπόκεινται σε έφεση σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 511 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 1049/1975). Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως όπως αυτός εκτιμήθηκε με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ. (και όχι 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ.) για το λόγο ότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δεν είχε καθ΄ ύλη αρμοδιότητα να ερευνήσει εάν το επίδικο αποτελούσε ξένο τεμάχιο της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, η οποία κηρύχθηκε με το από 17.8.1918 Β.Δ. που δημοσιεύθηκε νόμιμα, μετά την απόφαση της επιτροπής απαλλοτριώσεων που έκρινε, ότι το επίδικο ακίνητο δεν αποτελεί ξένο τεμάχιο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Από τις διατάξεις του άρθρου 242 παρ.1, 2, 3, 4, 5, 6 και 8 του Αγροτικού Κώδικα (Β.Δ της 29-10/6-12-1949) το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 29 παρ.12 του ν.2882/2001 ορίζεται ότι «Εάν εξ οιουδήποτε λόγου περιληφθούν ξένα τεμάχια εις την οριστικήν διανομήν αυτή παραμένει έγκυρος και απρόσβλητος, τα δε ξένα ταύτα τεμάχια θεωρούνται ως απαλλοτριωθέντα λόγω δημόσιας ωφέλειας δυνάμει του άρθρου 17 του Συντάγματος εκτός εάν συντρέχη περίπτωσις εφαρμογής της επομένης παραγράφου.
Μέχρι της καταβολής της αποζημιώσεως τα ξένα ταύτα τεμάχια θεωρούνται και ως εν νομίμω επιτάξει διατελούντα (παρ.1). Αν τα κατά την προηγούμενη παράγραφο τεμάχια αποτελούν ακέραιον τεμάχιον οριστικής διανομής ή τμήμα ενός μόνον τεμαχίου αυτής, αποδίδονται δι΄ αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας μετά σύμφωνον γνώμην του Υπουργού Εποικισμού, αυτούσια εις τον πρώτον κάτοχον αυτών, εφ' όσον ταύτα παρέμειναν αδιάθετα ή είναι δυνατή η παραχώρησις εις τον κληρούχον εις ον ταύτα έλαχον άλλων διαθεσίμων εκτάσεων ή εκτάσεων εκ των κατά τα άρθρα 31 εδ.δ΄και ε΄και 164 παρ.1 κοινοχρήστων (παρ.2).
Αντί της οφειλομένης αποζημιώσεως δια τα κατά την παρ.1 απαλλοτριούμενα τεμάχια δύναται να παραχωρηθεί αντάλλαγμα εις γαίας εκ τυχόν διαθεσίμων εκτάσεων ή εκ των κατά τα άρθρα 31 εδ. δ΄ και ε΄και 164 παρ. 1 κοινοχρήστων (παρ.3). Μετά την αναγνώριση της κυριότητος των τέως ιδιοκτητών κατά την διαδικασία του άρθρου 246 δύνανται ούτοι να υποβάλουν εις το Υπουργείο Γεωργίας αίτησιν περί ανταλλαγής (παρ.4).
Εφ' όσον υποβληθή τοιαύτη αίτησις διαχωρίζεται ίσης αξίας έκτασις εκ των κατά την παρ.3 γαιών υπό της Επιτροπής Διανομών. Η Επιτροπή Διανομών βεβαιοί το ισάξιον των προς ανταλλαγήν εκτάσεων συντάσσει δε και τοπογραφικόν διάγραμμα αυτών (παρ.5). Οι αναγνωρισθέντες ως κύριοι των απαλλοτριωθεισών γαιών καλούνται υπό του Υπουργού της Γεωργίας όπως υποβάλουν δήλωσιν ενώπιον Συμβολαιογράφου περί της αποδοχής της ανταλλαγής και περί της παραιτήσεώς των αντί ταύτης από πάσης άλλης απαιτήσεως (παρ.6).
Ιδιοκτήται μη αποδεχόμενοι την κατά τα άνω ανταλλαγήν διατηρούν το δικαίωμα αποζημιώσεως κατά τον Α.Ν. 1731/1939 ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως» (παρ.8). Εξ άλλου από το άρθρο 246 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι «περί της κυριότητας των κατά τον νόμο 4857 και το άρθρο 242 του παρόντος απαλλοτριουμένων κτημάτων αποφαίνεται επί τη αιτήσει των ενδιαφερομένων η αρμοδία επιτροπή Απαλλοτριώσεων.
Εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως τόσον το Δημόσιον όσον και οι ενδιαφερόμενοι δύνανται να προσφύγωσι κατά της αποφάσεως ταύτης εις το αρμόδιον κατά τόπον Πρωτοδικείον όπερ και αποφαίνεται ανεκκλήτως κατά την διαδικασίαν των επομένων άρθρων». Τέλος με το άρθρο 12 παρ.2 του νόμου 3147/2003 (ΦΕΚ Α΄135/5-6-2003 προστέθηκε στην παράγραφο 1 του άρθρου 242 του Αγροτικού κώδικα εδάφιο που ορίζει «το δικαίωμα κυριότητας επί των ξένων τεμαχίων αποσβέννυται, εφ' όσον από τον χρόνον κύρωσης της οριστικής διανομής έχει παρέλθει εικοσαετία.
Οι διατάξεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 242 του Αγροτικού κώδικα δεν εφαρμόζονται για αιτήσεις που υποβλήθηκαν κατά τους ορισμούς του άρθρου 246 του ιδίου κώδικα και εκκρεμούν». Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται, ότι με την αναγκαστική απαλλοτρίωση κατά τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, το απαλλοτριωθέν περιέρχεται στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου πριν την καταβολή της αποζημιώσεως στον ιδιοκτήμονα αυτό όμως ισχύει ως προς την έκταση που απαλλοτριώθηκε δυνάμει της απαλλοτριωτικής πράξεως, όχι δε και ως προς εκείνη που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτή και δη το ξένης ιδιοκτησίας μη απαλλοτριωθέν τεμάχιον, το οποίον από παραδρομή περιλήφθηκε στην οριστική διανομή απαλλοτριωθέντος, αφού αυτό λογίζεται μεν απαλλοτριωθέν κατά το άρθρο 242 παρ.1 του Αγροτικού Κώδικα, δεν θίγεται όμως η επ' αυτού κυριότητα του ιδιοκτήτου που, αφού κατά την ίδια διάταξη θεωρείται έκτοτε ότι η έκταση αυτή τελεί σε κατάσταση νόμιμης επιτάξεως μέχρις όταν συντελεσθεί η απαλλοτρίωση, η οποία επέρχεται, κατά ρητή επιταγή της ίδιας διατάξεως, που συμπορεύεται και προς την περί προστασίας της ιδιοκτησίας γενική Συνταγματική διάταξη, από την πληρωμή της αποζημιώσεως στον ιδιοκτήτη.
Επίσης από την τελευταία των ως άνω διατάξεων συνάγεται, ότι αυτή δεν καταλαμβάνει την ένδικη υπόθεση που εκκρεμούσε κατά την έναρξη ισχύος της (5-6-2003) εν όψει του ότι μάλιστα προηγουμένως δεν ετίθετο θέμα, ούτε προβλεπόταν απόσβεση ή παραγραφή του ασκηθέντος κατά τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 242 και 246 του Αγροτικού κώδικα δικαιώματος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα όσον αφορά στην ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου (εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος) περί παραγραφής του δικαιώματος ασκήσεως της διεκδικητικής αγωγής της επίδικης εδαφικής εκτάσεως, αλλά και του τοιούτου για καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως αυτής:
Ο ως άνω ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος εφόσον, κατά τα νομικά δεδομένα που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας: α) δεν έχει παραγραφεί η προς διεκδίκηση του επίδικου αξίωση του εφεσίβλητου, αφού η κύρωση της οριστικής διανομής δεν αποτελεί επέμβαση που να δημιουργεί πραγματική κατάσταση, αντιτιθέμενη στο δικαίωμα κυριότητας του τελευταίου επί του αποδειχθέντος ως «ξένου τεμαχίου» με τη προαναφερόμενη έννοια του όρου, επίδικου ακινήτου, το οποίο θεωρείται, ότι τελεί σε επίταξή, που κατά τα άνω δεν αποτελεί έννομη κατάσταση.
Επομένως από τις άνω επικαλούμενες από το εκκαλούν ημερομηνίες δεν θεωρείται ότι γεννήθηκε η προς διεκδίκηση του επιταχθέντος επίδικου ακινήτου αξίωση του εφσιβλήτου, ώστε να αρχίσει να τρέχει ο χρόνος προς παραγραφή αυτής και β) δεν έχει παραγραφεί το δικαίωμα του τελευταίου προς καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης του επίδικου, εφόσον εξακολουθεί να διατηρεί το δικαίωμα κυριότητάς του επ' αυτού, κατά τα άνω.
Εξάλλου ο ισχυρισμός του εκκαλούντος που και πάλι επαναφέρει με την έφεσή του ότι, αφού όλα τα δικαιώματα υπόκεινται σε παραγραφή, το δικαίωμα του εφεσίβλητου να ζητήσει την αναγνώριση της κυριότητάς του επί του επίδικου ακινήτου έχει υποπέσει αυτοτελώς σε παραγραφή, που συμπληρώθηκε μετά την πάροδο είκοσι ετών από τις ίδιες, ως άνω, ημερομηνίες, ήτοι στις 15-1-1971, άλλως στις 20-6-1971, είναι επίσης μη νόμιμος.
Και τούτο διότι η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 242 του Αγροτικού Κώδικα που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του νόμου 3147/2003, που ισχύει από 05-06-2003, δεν καταλαμβάνει την ένδικη υπόθεση, που εκκρεμούσε κατά τον ως άνω χρόνο. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση της παραγραφής 1) του δικαιώματος ασκήσεως της διεκδικητικής αγωγής που προέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο 2) του δικαιώματος προς καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως του επιδίκου (για το λόγο ότι εξακολουθεί να διατηρεί το δικαίωμα κυριότητος επί του ακινήτου του) και 3) του ασκηθέντος σύμφωνα με τα άρθρα 242 και 246 του Αγροτικού Κώδικα δικαιώματος (για το λόγο ότι τέτοια (εικοσαετής) παραγραφή δεν προβλεπόταν πριν από την ισχύ του νόμου 3147/2003).
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ως και τις τοιαύτες των άρθρων 151 και 144 Αγροτικού Κώδικα και 249 Αστικού Κώδικα, αφού δεν έχει παραγραφεί το δικαίωμα του προσφεύγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου προς καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για το λόγο ότι διατηρεί το δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου το οποίο ως «ξένο τεμάχιο» τελούσε σε επίταξη σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της παρούσης σκέψεως.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ. το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.
Α.Π. 17/1995). Επίσης πρέπει οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση των πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού κατά τους κανόνες της καλής πίστης οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.
Α.Π. 62/1990). Ειδικότερα στην περίπτωση της μακροχρόνιας αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφ΄ όσον επιπρόσθετα συντρέχουν περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννιέται στον τελευταίο (υπόχρεο) η πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ΄ αυτού, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση επιδίωξη ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες (Ολ.
Α.Π. 56/1990). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. για το λόγο ότι εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. με το να απορρίψει ως αβάσιμη την ένστασή του, που επανέφερε με σχετικό λόγο εφέσεώς του, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος προσφυγής του εφεσιβλήτου προς αναγνώριση της κυριότητάς του επί του επιδίκου ακινήτου.
Το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα : ΄Οσον αφορά την προβληθείσα από το έκκαλούν (και ήδη αναιρεσείον) ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του εφεσιβλήτου (με την έννοια της αποδυνάμωσης του δικαιώματος κυριότητάς του επί της επίδικης εδαφικής έκτασης), για το λόγο ότι επί μακρό χρονικό διάστημα, ήτοι από το έτος 1918, που κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, ή το έτος 1932 που έγινε η οριστική διανομή του απαλλοτριωθέντος ή από το έτος 1950 που αναθεωρήθηκε η οριστική διανομή, μέχρι το έτος 1986 που η δικαιοπάροχος του εφεσιβλήτου για πρώτη φορά διαμαρτυρήθηκε και διεκδίκησε τα δικαιώματά της, στην επίδικη εδαφική έκταση, παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά τη διάρκεια του οποίου η τελευταία έδειξε αδιαφορία αναφορικά με την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της, ουδεμία πράξη νομής άσκησε στην εν λόγω έκταση «δεν είχε συντάξει και μεταγράψει δήλωση αποδοχής κληρονομίας», με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σ' αυτό η εύλογη πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να προβληθεί σχετικό δικαίωμα κυριότητας.
Τα άνω πραγματικά περιστατικά όμως και αληθή υποτιθέμενα (με την επισήμανση ότι η ....δεν απέκτησε την κυριότητα της επίδικης έκτασης με κληρονομική διαδοχή, ώστε να απαιτείται μεταγραφή σχετικής δήλωσης, αλλά με έκτακτη χρησικτησία, κατά τα προεκτεθέντα) δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της ένδικης προσφυγής του εφεσίβλητου.
Κι αυτό γιατί, με δεδομένο, ότι η μακρά αδράνεια του δικαιούχου δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός του, πράγμα που συμβαίνει όταν συντρέχουν πρόσθετα περιστατικά στον ίδιο χρόνο, κατά τη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε, το εκκαλούν δεν επικαλείται τέτοια πρόσθετα περιστατικά ικανά να καταστήσουν καταχρηστική την καθυστερημένη άσκηση της αξίωσης του εφεσίβλητου.
Αντιθέτως, λαμβανομένων υπόψη ότι: α) η ....αγνοούσε πλήρως τόσο την απαλλοτρίωση, όσο και την διανομή της ιδιοκτησίας της, την οποία (διανομή) πληροφορήθηκε για πρώτη φορά κατά το τέλος του έτους 1986 όπως πλήρως, κατά τα άνω, αποδείχθηκε και δεν αμφισβητεί ειδικότερα και το εκκαλούν, β) η τελευταία αμέσως αντέδρασε εντονότατα, κατά τα άνω, γ) η διάθεση της επίδικης εδαφικής έκτασης πραγματοποιήθηκε χωρίς ουδεμία ειδοποίηση αυτής ή του εφεσίβλητου, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1972 έως 1984 (βλ. 11186/21-12-1978, 5235/14-6-1988, 5945/2-8-1977, 166939/21-8-1973, 305797/1972, 4215/3-5-1984, 2967/21-3-1984, 313/1995, 1448/28-1-1982, 2869/14-3-1985, 30492/24-11-1987 αποφάσεις του Νομάρχη Αν.
Αττικής) και δ) οι επικαλούμενες από το εκκαλούν ως επαχθείς συνέπειες από την άσκηση του δικαιώματος του εφεσίβλητου να διεκδικήσει, στη συνέχεια, αποζημίωση για την επίδικη έκταση, η οποία θα επιφέρει μεγάλη, κατ' αυτό, δημοσιονομική βλάβη λόγω της σημερινής του αξίας (κατά πολύ μεγαλύτερης αυτής του χρόνου της απαλλοτρίωσης) σε συνάρτηση και σύγκριση με την συνέπεια από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του εφεσίβλητου, η οποία συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματος της ιδιοκτησίας του επί της επίδικης εδαφικής έκτασης, που από λάθος του εκκαλούντος διατέθηκε σε τρίτους και μάλιστα χωρίς αποζημίωση, δεν μπορεί να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση της προσφυγής του εφεσίβλητου, για την τήρηση της αναγκαίας προδικασίας της οποίας μάλιστα και συγκεκριμένα για τη συγκρότηση και σύγκληση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Αθηνών προς εξέταση της άνω αίτησής του, χρειάστηκε να προσφύγει και στον «Συνήγορο του Πολίτη» (βλ. 2217.2.1/26-4-1999 εντολή της άνω Αρχής).
Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την ως άνω ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της προσφυγής και ακολούθως απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια. Κρίνοντας ως άνω το Εφετείο ορθά εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ αφού η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, χωρίς έτερα κατά τον ίδιο χρόνο περιστατικά στην όλη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου δεν συνιστά κατάχρηση, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην αρχή της παρούσης σκέψεως.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ως άνω λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος και κατά το μέρος που δι΄ αυτού προβάλλεται η αιτίαση, ότι παρά τον νόμο δεν λήφθηκαν υπόψη τα προς θεμελίωση της αυτής ως άνω ενστάσεως προβληθέντα υπό του αναιρεσιβλήτου (τότε προσφεύγοντος) έτερα περιστατικά, συνομολούμενα άμα υπ΄ αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος αφού κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο δεν ισχυρίζεται ότι τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά τα προέβαλε το ίδιο παραδεκτά είτε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ετίε στο Εετείο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 269 και 527 Κ.Πολ.Δ.
Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος αναιρεσιβλήτου, εφαρμοζομένης της διατάξεως του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 όπως τροποποιήθηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Απορρίπτει την από 12.05.2005 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 340/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
-
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ