Legislator Case Law & Legislation
1343/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on mortgage debt breach, upholding lower court's partial annulment ruling.

Case Number 1343/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by parents against a bank regarding a mortgage debt dispute. The lower court had partially annulled a foreclosure sale, finding the debt exceeded the property value, but the Supreme Court ruled this error was procedural rather than substantive. The court held that the appeal arguments regarding the debt amount and the valuation method were either inadmissible or legally unfounded, thus rejecting the request to overturn the final judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may reject an appeal if the lower court's decision is based on correct application of substantive law and the appeal lacks merit or is procedurally inadmissible.

Keywords

AI generated
mortgage debt breach partial annulment foreclosure sale appeal inadmissibility substantive law application judicial costs property valuation

Cited Legislation

AI generated
Article 495 paragraph 3, items 3, 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 995 paragraph 1 item d of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1343 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1343/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Μιχαήλ Αποστολάκη και Ελένη Θεοδωρακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως νόμιμης εκπροσώπου και για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου της Α. Α. του Γ., του οποίου συνασκεί τη γονική μέριμνα και 2) Γ. Α. του Ε., κατοίκου ..., ως νομίμου εκπροσώπου και για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου του Α. Α. του Γ., του οποίου συνασκεί τη γονική μέριμνα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ορέστη Γεωργιάδη. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Ανώνυμος εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Τράπεζα Πειραιώς", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ξανθοπούλου - Τερζίδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7464/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1217/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-7-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 22-7-2021 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 1217/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η από 28-6-2018 έφεση της αρχικής ενάγουσας, της οποίας ήδη καθολικός διάδοχος είναι η αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και κατά της υπ'αριθ. 7464/2028 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εξαφανίστηκε η τελευταία και έγινε δεκτή η από 13-12-2016 (παυλιανή) αγωγή της αρχικής ενάγουσας, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δημοσιεύθηκε στις 22-5-2020, ενώ η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 26-7-2021 μαζί με το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495 παρ.3 Βδ, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 ΚΠολΔ).

Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους.

Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης (αφού μεταγενέστερη γνώση δεν αρκεί), πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται.

Επομένως, αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος, δηλαδή η εκ μέρους του οφειλέτη διάγνωση και αποδοχή του ενδεχομένου να υποστούν βλάβη οι δανειστές του με την απαλλοτρίωση που επιχειρεί (αφού έτσι η περιουσία του μειώνεται σε βαθμό που, ενδεχομένως, δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους), έστω κι αν ο σκοπός της απαλλοτρίωσης ήταν και άλλος, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.

Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να συντρέχει τόσο κατά την απαλλοτρίωση (αλλιώς δεν είναι νοητός ο δόλος του οφειλέτη, δηλαδή η κατά την απαλλοτρίωση γνώση ή αποδοχή, ότι η περιουσία που του απομένει, δεν αρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του), όσο και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, οπότε κρίνεται, με τους τότε υφιστάμενους οικονομικούς όρους, το στοιχείο της βλάβης του δανειστή, αλλά και να υφίσταται και κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1284/2011), που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι και κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος, και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής.

Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 1319/2017). Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης, του άρθρου 942 ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (ΑΠ 28/2017).

Το γεγονός ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ 28/2017, ΑΠ 778/2015, ΑΠ 1217/2014).

Εξάλλου, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 1001/2007, ΑΠ 651/2008) και τέτοια είναι κατ` αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ` αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι` αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 928/2014).

Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 - 67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι ο δανειστής που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του.

Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου (ΑΠ 1815/2012). Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες δε καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο.

Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού.

Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 621/2016, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 1079/2015).

Αντίθετη άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο ότι ο οφειλέτης, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων αυτού, να μπορεί χωρίς κανένα κίνδυνο διαρρήξεως, να απαλλοτριώνει τα περιουσιακά του στοιχεία πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1491/2018).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Η νομική αοριστία της αγωγής (όπως και η ποιοτική/ποσοτική αοριστία) για να θεμελιώσει παραδεκτό λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται επίκληση του περιστατικού αυτού στο αναιρετήριο σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικά δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 1002/2017, ΑΠ 1244/2015, ΑΠ 939/2013, ΑΠ 665/2011, ΑΠ 883/2011, ΑΠ 1492/2011, ΑΠ 991/2004, ΑΠ 1162/2004).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντ., προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Aπό τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1365/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 662/2016).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο αυτού σκέλος αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο για τη στοιχειοθέτηση της πρόθεσης της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας να προκαλέσει βλάβη στην αρχική ενάγουσα από την διενεργηθείσα απαλλοτρίωση, δέχθηκε ότι δεν χρειάζεται να αναφέρονται στην αγωγή τα πραγματικά περιστατικά, που ανάγονται στο χρόνο της απαλλοτρίωσης κρίνοντας ως νόμω βάσιμη την αγωγή, στην οποία όμως η ενάγουσα παρέλειψε να αναφέρει την συνδρομή των στοιχείων που στηρίζουν την πρόθεση βλάβης στις 27-12-2011 όταν καταρτίστηκε το επίμαχο συμβόλαιο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση διότι δεν απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την από 13-12-2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο περί νομικής αβασιμότητος της αγωγής ισχυρισμός προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.

Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια ως άνω πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έθεσε ως βάση του δικανικού του συλλογισμού περί της πρόθεσης της πρώτης εναγομένης ήδη πρώτης αναιρεσείουσας να επιφέρει βλάβη στην δανείστρια αρχική ενάγουσα,με βάση το παθητικό υπόλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού την 30-6-2012 και όχι κατά τον χρόνο που συντελέστηκε η απαλλοτρίωση ήτοι την 27-12-2011, παραβιάζοντας ούτω τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 874,939 επ.

ΑΚ 669 ΕμπΝ, 112 ΕισΝΑΚ, 64-67 του ΝΔ της 17/7-13/8.1923 μη προσδιορίζοντας την οφειλή κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, ενώ με το επικουρικό σκέλος του λόγου αυτού αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, δεν διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες για την ύπαρξη πρόθεσης βλάβης της πρώτης αναιρεσείουσας.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Μεταξύ της ενάγουσας, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία 'Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.' που εδρεύει στην Αθήνα και διατηρεί (υπο)κατάστημα στο Κιλκίς, ως πιστώτριας, και της εδρεύουσας στο Κιλκίς ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΛΕΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ...

Α.Ε." νομίμως εκπροσωπούμενης από την Σ. χα Α. Τ., ως πιστούχου, καταρτίστηκε στο Κιλκίς η υπ' αριθ. ....2008 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό δυνάμει της οποίας η τραπεζική εταιρία χορήγησε στην ανώνυμη εταιρία πίστωση, συνολικού ποσού 200.000 €, με τους ειδικότερους σ' αυτήν όρους. Την τήρηση των όρων της σύμβασης αυτής εκ μέρους της πιστούχου και την εμπρόθεσμη και την ολοσχερή εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου κατά το κλείσιμο του λογαριασμού και εν γένει του ποσού της πίστωσης, μετά των, κατά τους όρους της σύμβασης, τόκων, προμηθειών, επιβαρύνσεων και εξόδων, εγγυήθηκε προς την πιστοδότρια Τράπεζα, τόσο η νόμιμος εκπρόσωπος της πιστούχου (μη διάδικος) όσο και η πρώτη εναγόμενη, Α.

Τ., μέλος του ΔΣ της πιστούχου και θυγατέρα της νομίμου εκπροσώπου, ως εις ολόκληρον συνοφειλέτριες με την πρωτοφειλέτιδα, παραιτούμενες από την ένσταση διζήσεως (άρθρ. 855 του Α.Κ.) και των δικαιωμάτων της που απορρέουν από τα άρθρα 862, 863, 866, 867 και 868 του ΑΚ. Η πιστούχος έκανε χρήση της πίστωσης που της χορηγήθηκε, για την εξυπηρέτηση της οποίας τηρήθηκε, υπό τους όρους και συμφωνίες της σύμβασης, ο υπ' αριθ. ...

λογαριασμός, το προσωρινό χρεωστικό κατάλοιπο του οποίου στις 30.6.2012 ανέρχονταν στο ποσό των 97.945,04 €. Το προσωρινό αυτό κατάλοιπο αναγνώρισε ανεπιφύλακτα η οφειλέτρια εταιρία, αφού ήλεγξε και βεβαίωσε το λογαριασμό ως προς την ορθότητα του με την επιστροφή στην ενάγουσα σχετικής επιστολής υπογεγραμμένης από την πιστούχο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον με αριθ. 6.2 συμβατικό όρο.

Η αναγνώριση δε αυτή του προσωρινού καταλοίπου δεσμεύει και την εγγυήτρια-πρώτη εναγόμενη, σύμφωνα με τον υπ' αριθ. 20.2 συμβατικό όρο κατά τον οποίο κάθε αναγνώριση οφειλής από την πιστούχο υποχρεώνει και τους εγγυητές. Ο λογαριασμός αυτός, του οποίου η κίνηση παρατίθεται στο δικόγραφο της αγωγής, λειτούργησε έως 29.6.2016, οπότε η ενάγουσα, κάνοντας χρήση του σχετικού με αριθ. 15 συμβατικού όρου, έκλεισε αυτόν με οριστικό υπόλοιπο ποσού 198.047,19 €, το οποίο, αφού μετέφερε σε λογαριασμό καθυστέρησης, κατήγγειλε τη σύμβαση με την από 11.7.2016 εξώδικη καταγγελία της με την μορφή της επιστολής, η οποία επιδόθηκε τόσο στην πιστούχο όσο και στις εγγυήτριες Σ.

Τ. και Α. Τ.-πρώτη εναγόμενη, στις 18.7.2016 (βλ. την με αριθ. 4148/18.7.2016 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή), όπως είχε δικαίωμα από τη σύμβαση, αλλά και από το νόμο (αρθ. 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ) και κάλεσε την πιστούχο και τις εγγυήτριες να καταβάλουν, το ποσό αυτό αλληλεγγύως και εις ολόκληρον εντόκως από 30.6.2016.

Λόγω της αρνήσεως της πιστούχου και των εγγυητριών να καταβάλουν το προκύψαν οριστικό αυτό υπόλοιπο εκδόθηκε, κατόπιν της από 17.8.2016 αίτησης της ενάγουσας, η υπ' αριθ. 31/2016 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, με την οποία υποχρεώθηκαν όλοι ο οφειλέτες, μεταξύ των οποίων και η πρώτη εναγόμενη να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 198.047,19 € για κεφάλαιο, πλέον τόκων υπερημερίας και με ανά εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων και δικαστικών εξόδων.

Ακριβές φωτοαντίγραφο πρώτου απογράφου εκτελεστού της διαταγής πληρωμής με την κάτωθι αυτής από ....2016 επιταγής προς πληρωμή για τα ως άνω ποσά επιδόθηκε από την ενάγουσα στην πρώτη εναγόμενη στις 22.9.2016 (υπ' αριθ. ....2016 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή). Επιπρόσθετα, δυνάμει της με αριθ. ....2008 απόφασης της ΓΣ και της υπ' αριθ. ....2008 απόφασης του ΔΣ, η ίδια ως άνω ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΠΛΕΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ...

Α.Ε." προέβη, στις 13.3.2008, στην έκδοση πενταετούς, κοινού, έγχαρτου, ομολογιακού δανείου, συνολικής αξίας 500.000 €, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003, με σκοπό την ενίσχυση της κεφαλαιακής κίνησης της εταιρίας με τους ειδικότερους όρους τους οποίους αποδέχθηκε η ενάγουσα, η οποία και ανέλαβε τη διοργάνωση, τη διαχείριση και την εκπροσώπηση των ομολογιούχων.

Το ποσό του δανείου διαιρέθηκε σε 8 ομολογίες, ονομαστικής αξίας 62.500 € τις οποίες η εταιρία παρέδωσε στην ενάγουσα τράπεζα και η τελευταία εκταμίευσε, ταυτόχρονα, ως διοργανώτρια, διαχειρίστρια του ομολογιακού δανείου και μόνη κυρία και κάτοχος των ομολογιών, το ποσό των 500.000 €. Για την εξυπηρέτηση του δανείου αυτού τηρήθηκε ο υπ' αριθ. ...

χρεοπιστωτικός λογαριασμός, η κίνηση του οποίου παρατίθεται στο δικόγραφο της αγωγής. Με τις από 12.9.2008, 4.2.2010, 25.6.2010 πράξεις τροποποίησης που εκδόθηκαν μετά τη λήψη σχετικών αποφάσεων του ΔΣ της δανείστριας εταιρίας, για τις οποίες συνυπέγραψε και η πρώτη εναγομένη και τη συνέλευση των ομολογιούχων δανειστών, επήλθε τροποποίηση του ομολογιακού αυτού δανείου ως προς το ύψος της προσαύξησης του συμβατικού επιτοκίου περιόδου, ενώ με την υπ' αριθ. 208/7.2.2011 απόφαση του ΔΣ της πιστούχου παρατάθηκε η αποπληρωμή του δανείου και ορίστηκε η εξόφληση από την εκδότρια του ανεξόφλητου υπολοίπου, ποσού 375.000 € να γίνει σε 15 ισόποσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις, ποσού 25.000 € εκάστη, της πρώτης καταβλητέας στις 13.3.2011 και κάθε μια από τις επόμενες την ίδια ημερομηνία, μετά την πάροδο εξαμήνου, με τελική ημερομηνία εξόφλησης, την ημερομηνία λήξης του, που παρατάθηκε έως τις 13.3.2018 από 13.3.2013, που είχε οριστεί αρχικά.

Η πρώτη εναγομένη, συνυπογράφοντας μετά της Σ. Τ., εγγυήθηκε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της εκδότριας του ομολογιακού δανείου, που απορρέουν από την ως άνω σύμβαση, όπως αυτή τροποποιήθηκε, ευθυνόμενη εις ολόκληρον, ως αυτοφειλέτρια, έναντι της ομολογιούχου δανείστριας τράπεζας παραιτούμενης του ενστάσεων που απορρέουν από τα άρθρα 862, 863, 866, 867 και 868 του ΑΚ και την ένσταση δίζησης και δήλωσε ότι, κάθε αναγνώριση της οφειλής της εκδότριας υποχρεώνει και την ίδια.

Λόγω καθυστέρησης της πληρωμής των δόσεων η ενάγουσα τράπεζα έκλεισε στις 29.6.2016 τον τηρούμενο λογαριασμό, μετέφερε το χρεωστικό υπόλοιπο αυτού ποσού 382.013,06 € στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης και κατήγγειλε το δάνειο με την από 25.7.2016 εξώδικη δήλωση, που επιδόθηκε στην πιστούχο και στην πρώτη εναγομένη εγγυήτρια στις 27.7. 2016 καλώντας, ταυτοχρόνως, την εκδότρια του δανείου εταιρία και τις εγγυήτριες να καταβάλουν, το ποσό αυτό αλληλεγγύως και εις ολόκληρον εντόκως από 30.6.2016.

Κατόπιν της από 22.10. 2016 αίτησης της ενάγουσας, εκδόθηκε η υπ' αριθ. .../2016 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, με την οποία υποχρεώθηκαν όλοι οι οφειλέτες, μεταξύ των οποίων και η πρώτη εναγόμενη, να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 382.013,06 €, για κεφάλαιο, πλέον τόκων υπερημερίας και με ανά εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων και δικαστικά έξοδα.

Ακριβές φωτοαντίγραφο πρώτου απογράφου εκτελεστού της διαταγής αυτής πληρωμής, με την κάτωθι αυτής, από ....2016 επιταγή προς πληρωμή για τα ως άνω ποσά επιδόθηκε από την ενάγουσα και στην πρώτη εναγομένη-εγγυήτρια, στις 10.9.2016 (υπ' αριθ. ....2016 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή). Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο συνάψεως των ως άνω πιστωτικών συμβάσεων η πρώτη εναγόμενη ήταν κυρία, νομέας και κάτοχος των κάτωθι ακινήτων:

Α) σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου υπογείου χώρου, εμβαδού 1.147 τμ, Β) σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ισογείου χώρου, εμβαδού 889, 72 τμ με πατάρι 90 τμ, που βρίσκονται στη Θεσσαλονίκη επί της οδού Καβάλας 6, Γ) σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή Προσκυνητών του Δήμου Μαρώνειας Ν.

Ροδόπης, στη θέση Τσιφλίκι, εκτάσεως 8.789 τμ. και Δ) κατά πλήρη κυριότητα ένα οικόπεδο εμβαδού 1.632 τμ μετά των επ' αυτού κτισμάτων και ειδικότερα μια οικία, εμβαδού, 66 τμ, μια άλλη διώροφη οικία, εμβαδού 78,05 τμ και μια αποθήκη, εμβαδού 19,23 τμ, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή Προσκυνητών του Δήμου Μαρώνειας Ν.

Ροδόπης. Η ενάγουσα τράπεζα ενέγραψε προσημείωση υποθήκης προς εξασφάλιση της απαίτησής της προερχόμενη από την ως άνω σύμβαση ομολογιακού δανείου επί των υπό στοιχ. A, Β και Γ ακινήτων. Η εν λόγω εγγραφή έγινε δυνάμει των υπ' αριθ. 150/....2011 και 151/....2011 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, που εκδόθηκαν αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, επί σχετικής αιτήσεως της ενάγουσας τράπεζας στρεφόμενης κατά της ως άνω ΑΕ πρωτοφειλέτριας-πιστούχου και των εγγυητριών, μεταξύ των οποίων και της πρώτης εναγομένης.

Συγκεκριμένα, με τις αποφάσεις αυτές, έγιναν δεκτές ως κατ' ουσίαν βάσιμες οι αιτήσεις της τράπεζας μετά τη δικαστική ομολογία των καθών και διατάχθηκε η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης μέχρι του ποσού των 300.000 € για τα υπό στοιχ. A και Β ακίνητα και του ποσού των 150.000 € για το υπό στοιχ. Γ ακίνητο. Στα ίδια αυτά ακίνητα είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης προς εξασφάλιση της απαίτησης από τον αλληλόχρεο λογαριασμό η εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "ΑΧΙΑ III APC LIMITED", στην οποία η ενάγουσα είχε μεταβιβάσει την απαίτησή της από τη σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού με την από 17.8.2009 σύμβαση μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων του ν. 3156/2003 που καταχωρήθηκε στον τομ. 4 με αυξ.

αριθ. 229 στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, η οποία όμως επανεκχωρήθηκε στην ενάγουσα τράπεζα στις 19.12. 2012. Η εγγραφή αυτή έγινε δυνάμει της υπ' αριθ. 60/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, επί σχετικής αίτησης της ως άνω ειδικής διαδόχου της ενάγουσας στρεφόμενης κατά των εγγυητριών, μεταξύ των οποίων και της πρώτης εναγομένης -εγγυήτριας.

Με την απόφαση αυτή, έγινε δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η αίτηση της εταιρίας ειδικού σκοπού μετά την δικαστική ομολογία των καθών, στους οποίους συγκαταλέγεται και η πρώτη εναγομένη και διατάχθηκε η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης μέχρι των ποσών των 150.000 € για το υπό στοιχ. Γ ακίνητο και 300.000 € για τα υπό στοιχ.

Α και Β ακίνητα, προς εξασφάλιση της απαίτησης από τον αλληλόχρεο λογαριασμό. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη, στις 27.12.2011, ήτοι μετά τη σύναψη των ως άνω πιστωτικών συμβάσεων και ενώ εμφάνιζαν αυτές χρεωστικό υπόλοιπο και ήδη είχε αποφασιστεί (7.2.2011) με απόφαση του ΔΣ της ΑΕ, μέλος της οποίας είναι και η ίδια, η παράταση της διάρκειας του δανείου και η εξόφληση του υπολοίπου εκ 375.000 €, για την εξασφάλιση του οποίου είχε συναινέσει στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, στις ....2011, δυνάμει της με αριθ. ....2011 πράξης γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Κομοτηνής Σ.

Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στο ανήλικο τέκνο της, Α. Α., που γεννήθηκε το έτος 2008, νομίμως εκπροσωπούμενο από την ίδια και τον δεύτερο εναγόμενο(ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα), πατέρα του, ως ασκούντες από κοινού τη γονική του μέριμνα, κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, το ως άνω υπό στοιχ.

Δ ακίνητο ήτοι οικόπεδο εμβαδού 1.632 τμ, μετά των επ' αυτού κτισμάτων και ειδικότερα, μια οικία εμβαδού 66 τμ, μια άλλη διώροφη οικία εμβαδού 78, 05 τμ και μια αποθήκη εμβαδού 19,23 τμ, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή Προσκυνητών του Δήμου Μαρώνειας Ν. Ροδόπης, αντικειμενικής αξίας 180.789 €, όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο.

Με την μεταβίβαση αυτή η πρώτη εναγομένη κατέστησε ανέφικτη την ικανοποίηση, έστω κατά ένα μέρος, της αξίωσης της ενάγουσας εναντίον της, δεδομένου ότι γνώριζε ότι υπάρχουν τα ως άνω επίδικα χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του εν λόγου περιουσιακού της στοιχείου η υπόλοιπη περιουσία της, η οποία ήταν επιβαρυμένη, δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση της δανείστριας ενάγουσας με συνέπεια η τελευταία να υποστεί βλάβη.

Η πρώτη εναγομένη, ειδικότερα, γνώριζε, κατά το χρόνο της κατάρτισης του συμβολαίου της γονικής παροχής (27.12.2011), που είναι ο κρίσιμος χρόνος της απαλλοτρίωσης, ότι με την επιχειρούμενη απαλλοτρίωση καθίστατο αφερέγγυα και δεν ήταν δυνατόν πλέον να εισπραχθεί από την ενάγουσα το εν λόγω χρέος της, εξαιτίας της διαρκούς από τότε αφερεγγυότητάς της.

Η ίδια, εξάλλου, που είναι μέλος του ΔΣ της πιστούχου εταιρίας και θυγατέρα της νομίμου εκπροσώπου της πιστούχου- πρωτοφειλέτριας, με την οποία από κοινού εγγυήθηκαν την καταβολή των επιδίκων χρεών, γνώριζε, κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, λόγω της θέσεως αυτής αλλά και της εν λόγω συγγενικής σχέσης με την νόμιμη εκπρόσωπο, την παθητική, σε βάρος της πιστούχου εταιρίας, κατάσταση από τη λειτουργία των ένδικων συμβάσεων και την κίνηση των σχετικών λογαριασμών, που τηρήθηκαν στα πλαίσια αυτών, όπως η παθητική αυτή κατάσταση προέκυπτε από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων των πιο πάνω λογαριασμών που εμφάνιζαν μάλιστα τότε (δηλαδή κατά το χρόνο των απαλλοτριώσεων στις 27.12.2011) χρεωστικό υπόλοιπο, σε βάρος του πιστούχου, όπως προεκτέθηκε.

Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε πως υπήρχε ανάγκη, που να δικαιολογεί τη μεταβίβαση του προπεριγραφόμενου ακινήτου της πρώτης εναγόμενης στο μόλις τριών ετών, τότε, τέκνο της, με γονική παροχή, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος.

Άλλωστε, ο γονέας που προβαίνει σε γονικές παροχές του άρθρου 1509 ΑΚ πρέπει να μεταβιβάζει από το ενεργητικό της περιουσίας του, δηλαδή από εκείνο που απομένει μετά την αφαίρεση των χρεών του και την εκπλήρωση των προς τρίτους υποχρεώσεών του. Διαφορετικά αυτές υπόκεινται σε διάρρηξη κατά τις διατάξεις των άρθρων 939 έως 945 του ΑΚ, γιατί αν ήταν επιτρεπτές κατά νόμο, θα μπορούσε να προβαίνει σε γονικές παροχές με χρήματα των δανειστών του.

Γι' αυτό, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η πρώτη εναγόμενη δεν είχε πρόθεση καταδολιεύσεως της ενάγουσας, αλλά προέβη στην ένδικη γονική παροχή λόγω ηθικής υποχρέωσής της προς τον αποβιώσαντα το έτος 1999, σε ηλικία 48 ετών πατέρα της, το όνομα του οποίου φέρει ο ανήλικος (Α.) είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι σκοπός της πρώτης εναγόμενης ήταν η βλάβη της δανείστριας τράπεζας, αφού επεδίωκε να ματαιώσει την ικανοποίηση της αξιώσεώς της τελευταίας. Ισχυρίζονται, ακόμη, οι εναγόμενοι ότι τα εναπομείναντα υπό στοιχείο A, Β και Γ ακίνητα της συγκυριότητας της πρώτης εναγόμενης ήταν επαρκή για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας καθόσον η αξία τους υπερέβαινε το μέχρι τότε υφιστάμενο υπόλοιπο των πιστωτικών συμβάσεων, ενώ επ' αυτών είχε εγγράφει εμπράγματη ασφάλεια (προσημείωση υποθήκης), με συνέπεια να είναι προνομιακά εξασφαλισμένες οι ένδικες απαιτήσεις και η ενάγουσα να μην υφίσταται βλάβη.

Προς απόδειξη του ισχυρισμού τους σχετικά με την αξία των ακινήτων προσκομίζουν με επίκληση την από τον Μάρτιο του 2017 έκθεση εκτίμησης αγοραίας-εμπορικής αξίας της πολιτικού μηχανικού Α. Μ., η οποία εκτιμά ότι το υπό στοιχ. Γ ακίνητο, ήτοι αγροτεμάχιο ευρισκόμενο στην Επέκταση του παραλιακού συνοικισμού Αλκυώνας Δ.Ε Μαρωνείας, εκτάσεως, κατόπιν ρυμοτόμησης, 6.818 τμ, το οποίο δύναται να χωριστεί σε οκτώ (8) όμορα οικόπεδα, επιφάνειας 852,25 τμ.

έκαστο, άρτιο και οικοδομήσιμο, εμπορικής αξίας, ανάλογα της θέσης του καθενός, από 46.900€ έως 40.100 το καθένα, του ποσοστού της ενάγουσας υπολογιζόμενου σε 128.475 €. Αναφορικά με τα υπό στοιχ. Α και Β ακίνητα οι εναγόμενοι υπολογίζουν την εμπορική τους αξία σε 460.000 € και, άρα, του ανήκοντας στην πρώτη εναγόμενη ποσοστού εξ αδιαιρέτου σε 153.333 €.

Προσκομίζουν και επικαλούνται ως συγκριτικά στοιχεία α) την υπ' αριθ. ....2012 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ο. Ξ. βάσει της οποίας εκπλειστηριάστηκε το 50% εξ αδιαιρέτου ακινήτου, που βρίσκεται στην ίδια ευρύτερη περιοχή με τα ακίνητα αυτά ήτοι στην οδό ... στη Θεσσαλονίκη, αντί ποσού 230.001 € και β) το από ...2014 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης των ίδιων των ακινήτων με τα στοιχ.

Α και Β, από το οποίο προκύπτει ότι μισθώθηκε σε τρίτον, για χρονικό διάστημα τριών ετών, από 1.3.2015 έως 28.2.2018, αντί συνολικού μηνιαίου μισθώματος 1.930 €, εκ του οποίου αντιστοιχεί στην πρώτη εναγομένη ποσό 666, 66 €. Οι ίδιοι οι εναγόμενοι με τις έγγραφες προτάσεις τους που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αναφέρουν ότι η ενάγουσα επίσπευσε πλειστηριασμό επί του εξ αδιαιρέτου ποσοστού της στα υπό στοιχ.

Α και Β ακίνητα με τιμή πρώτης προσφοράς 161.500 €, ότι άσκησαν ανακοπή του αρθ. 966 ΚΠολΔ, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 14413/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που προσδιόρισε την τιμή πρώτης προσφοράς σε 244.740 €. Η ενάγουσα από την άλλη πλευρά αναφορικά με την αξία των ως άνω ακινήτων προσκομίζει με επίκληση α) την από ....2010 έκθεση εκτίμησης του πολιτικού μηχανικού Α.

Β., ο οποίος εκτιμά την τιμή του υπό στοιχ. Γ ακινήτου-μη λαμβανομένης υπόψη της κατάτμησης σε 8 όμορα, οικόπεδα- σε 204.540 € και του ποσοστού της πρώτης εναγομένης σε 102.270 € και β) την από 6.7.2017 εκτίμηση του πολιτικού μηχανικού Α.-Μ. Χ. και των υπό στοιχ. Α και Β σε 230.000 € και 395.000 € και του εξ' αδιαιρέτου μεριδίου της πρώτης εναγομένης σε 61.500 € και 105. 500 €.

Από την εκτίμηση των στοιχείων αυτών και του συνόλου των αποδεικτικών μέσων και λαμβάνοντας υπόψη ότι η εξέλιξη της αξίας των ακινήτων, δεδομένης της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, παρουσίασε από το έτος 2010 και εφεξής συνεχή πτωτική τάση, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αξία των εξ αδιαιρέτου ποσοστών της πρώτης εναγομένης επί των υπό στοιχ.

Α και Β ακινήτων δεν υπερέβαινε κατά το χρόνο τόσο της απαλλοτρίωσης όσο και της συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου το ποσό των 245.000 € και του υπό στοιχ. Γ των 120.000 €. Επομένως, η πρώτη εναγόμενη, με το επίμαχο συμβόλαιο γονικής παροχής, μεταβίβασε την προπεριγραφόμενη ακίνητη περιουσία της στο ανήλικο τέκνο της, πλην των προαναφερόμενων ποσοστών εξ αδιαιρέτου επί των ως άνω υπό στοιχείο A, Β και Γ ακινήτων, στα οποία η ενάγουσα τράπεζα είχε εγγράφει προσημείωση υποθήκης, γνωρίζοντας ότι η συνολική αξία τούτων, η οποία δεν υπερέβαινε το ποσό των 365.000 δραχμών(ενν.

ευρώ)κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν επαρκούσε προς κάλυψη του χρεωστικού καταλοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού, το οποίο στις 30.6.2012 ανέρχονταν σε 97.945,04 € και του υπολοίπου του δανείου στις 21.12.2011 σε 325.000 €, ήτοι συνολικά σε 462.945 €. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων ως αβάσιμος.

Συνακόλουθα τούτων και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι, η ως άνω απαλλοτριωτική πράξη, ως καταδολιευτική, υπόκειται σε διάρρηξη και δικαιούται η ενάγουσα να απαιτήσει τη διάρρηξη της ένδικης απαλλοτρίωσης και μάλιστα στο σύνολό της γιατί η διάρρηξη μέρους μόνον δεν επαρκεί για την ικανοποίησή της λαμβανομένου υπόψη α) το ύψος της οφειλής που μαζί με τους τόκους έχει ανέλθει ήδη στο ποσό των 615.756, 58 €, όπως αναφέρει η ενάγουσα στις προτάσεις και δεν αντιλέγουν οι εναγόμενοι, β) τα δικαστικά έξοδα, στα οποία υποβλήθηκε η ενάγουσα και τα έξοδα της εκτελεστικής διαδικασίας που θα ακολουθήσει, γ) το γεγονός ότι σε περίπτωση πλειστηριασμού η τιμή της πρώτης προσφοράς θα είναι στα 2/3 της αξίας του ακινήτου.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε πρόθεση βλάβης της πρώτης εναγομένης, αφού κατά το χρόνο της μεταβίβασης η υπόλοιπη περιουσία της αρκούσε για την ικανοποίηση της ενάγουσας και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα παραπονείται η ενάγουσα με τους λόγους της έφεσης της.

Οι εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι επαναφέρουν τον πρωτοδίκως επικουρικώς προβληθέντα ισχυρισμό τους, με τον οποίο διατείνονται ότι η άσκηση από την ενάγουσα του δικαιώματος να ζητήσει τη διάρρηξη της ένδικης μεταβίβασης υπερβαίνει τα όρια που διαγράφει το άρθρο 281 ΑΚ και είναι καταχρηστική διότι α) από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει δόλος της πρώτης εναγομένης, ότι δηλαδή ενήργησε με πρόθεση να βλάψει την τράπεζα και β) η υπόλοιπη περιουσία της, επί της οποίας μάλιστα έχει εγγράφει προσημειώσεις, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής υπερκαλύπτει τις απαιτήσεις της ενάγουσας.

Με το περιεχόμενο αυτό, ο ισχυρισμός των εναγομένων, και αληθής υποτιθέμενος, δεν δύναται να θεμελιώσει την εκ του άρθρου 281 του ΑΚ καταλυτική της αγωγής ένσταση, καθόσον δεν συγκροτεί τη νομική έννοια της καταχρηστικότητας του ασκουμένου ως άνω δικαιώματος. Και τούτο, διότι για την θεμελίωση της ενστάσεως αυτής απαιτείται άσκηση δικαιώματος, του οποίου τα δικαιοπαραγωγικά περιστατικά έχουν συντελεσθεί και δεν αμφισβητούνται, ενώ οι εναγόμενοι αρνούνται την συνδρομή των προϋποθέσεων, που απαιτούνται, κατά τα άρθρα 939 έως 942 του ΑΚ., για την γέννηση του επιδίκου δικαιώματος της ενάγουσας προς διάρρηξη της άνω δικαιοπραξίας, ως καταδολιευτικής και, ειδικότερα, την πρόθεση βλάβης της ενάγουσας δανείστριας εκ μέρους της πρώτης εναγομένης και την φερεγγυότητα αυτής κατά τον χρόνο άσκησης της εναντίον της αγωγής, που αποτελούν στοιχεία της βάσεως της αγωγής της ενάγουσας...

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός τους πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Συνακόλουθα τούτων, το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι, η ως άνω απαλλοτριωτική πράξη ως καταδολιευτική, υπόκειται σε διάρρηξη και δικαιούται η ενάγουσα να απαιτήσει τη διάρρηξη της ένδικης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας της γονικής παροχής και μάλιστα στο σύνολό της, σύμφωνα με τα προμνημονευόμενα και συνεπώς, η ένδικη αγωγή κρίνεται ως κατ' ουσία βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή και να απαγγελθεί η διάρρηξη της προαναφερομένης γονικής παροχής".

Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή και δικάζοντας επί της ουσίας δέχθηκε την αγωγή και απήγγειλε την διάρρηξη της αναφερόμενης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας. Ειδικότερα, με βάση τις παραδοχές του το Εφετείο έκρινε: α) ότι τα παραγωγικά περιστατικά της απαίτησης της αναιρεσίβλητης τράπεζας, συνολικού ποσού 580.060,25 ευρώ, είχαν συντελεστεί ήδη από το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού (5-3-2008) και του ομολογιακού δανείου (13-3-2008) και έκτοτε δημιουργήθηκε ενοχή για το κατάλοιπο, β) ότι η πρώτη εναγομένη με την υπ' αριθ. ...-2011 πράξη της συμβολαιογράφου Κομοτηνής Σ.

Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στο ανήλικο τέκνο της, Α. Α., που γεννήθηκε το έτος 2008, νομίμως εκπροσωπούμενο από την ίδια και τον δεύτερο εναγόμενο, πατέρα του, ως ασκούντων από κοινού τη γονική του μέριμνα, κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, το ως άνω υπό στοιχ. Δ ακίνητο ήτοι οικόπεδο εμβαδού 1.632 τμ, μετά των επ' αυτού κτισμάτων και ειδικότερα, μια οικία εμβαδού 66 τμ, μια άλλη διώροφη οικία εμβαδού 78,05 τμ και μια αποθήκη εμβαδού 19,23 τμ, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή Προσκυνητών του Δήμου Μαρώνειας Ν.

Ροδόπης, αντικειμενικής αξίας 180.789 €, όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο, γ) ότι με την προαναφερόμενη γονική παροχή του ακινήτου της η πρώτη εναγομένη ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη της ενάγουσας, διότι κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης γνώριζε πως με τη μεταβίβαση αυτή θα περιέλθει σε αδυναμία να εξοφλήσει την τελευταία, αφού η υπόλοιπη περιουσία της δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση αυτής, δ) ότι η αφερεγγυότητα αυτή της πρώτης εναγομένης υπήρχε τόσον κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης όσον και της συζητήσεως της αγωγής, καθότι η αξία των εξ αδιαιρέτου ποσοστών της πρώτης εναγομένης επί των υπό στοιχ.

Α και Β ακινήτων δεν υπερέβαινε κατά το χρόνο τόσο της απαλλοτρίωσης όσο και της συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου το ποσό των 245.000 € και του υπό στοιχ. Γ των 120.000 € ήτοι γνώριζε ότι η συνολική αξία των ακινήτων της, δεν υπερέβαινε το ποσό των 365.000 € κατά τον ως άνω χρόνο και ότι δεν επαρκούσε προς κάλυψη του χρεωστικού καταλοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού και του ομολογιακού δανείου, ε) ότι η γνώση πήγαζε από τη θέση της αλλά και συγγενική σχέση με την νόμιμη εκπρόσωπο της πιστούχου, γνώριζε δηλ.

την παθητική, σε βάρος της πιστούχου εταιρίας, κατάσταση από τη λειτουργία των ένδικων συμβάσεων και την κίνηση των σχετικών λογαριασμών, που τηρήθηκαν στα πλαίσια αυτών. Το δε γεγονός ότι αναφέρει ότι χρεωστικό κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού στις 30.6.2012 ανέρχονταν στο ποσό των 97.945,04 €, δεν αίρει το στοιχείο της πρόθεσης βλάβης της δανείστριας, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, αυτή υπήρχε και κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, ενώ η σχετική παραδοχή δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στο διατακτικό της προσβαλλομένης, ούτε καθιστά την αιτιολογία ανεπαρκή, καθόσον αυτό που ελέγχεται κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης είναι η πρόθεση βλάβης (δόλος) και η αφερεγγυότητα της οφειλέτιδος, η οποία πρέπει να συντρέχει και κατά τους χρόνους άσκησης και συζήτησης της αγωγής.

Βάσει δε αυτών των περιστατικών δέχθηκε η προσβαλλομενη ότι εδικαιούτο η αναιρεσίβλητη να απαιτήσει τη διάρρηξη της επίμαχης μεταβιβαστικής της κυριότητας του ακινήτου της πρώτης εναγόμενης στο ανήλικο τέκνο της, αφού συνέτρεξαν οι ως άνω προϋποθέσεις της διάρρηξης της επίμαχης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939 έως 942 του ΑΚ, καθώς και αυτές των άρθρων 873, 874 ΑΚ και 112 ΕισΝΑΚ, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων του ΑΚ και δικαιολογούσαν τη διάρρηξη της άνω απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας.

Επίσης το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις αυτές ιδίως ως προς την προσβαλλόμενη παραδοχή του ότι υπήρχε πρόθεση βλάβης της πρώτης αναιρεσείουσας, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το ανωτέρω σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο αυτού σκέλος είναι αβάσιμος. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθ. 939 ΑΚ και 995 παρ.1 εδ. δ' ΚΠολΔ διατάσσοντας την ολική και όχι τη μερική διάρρηξη της κρίσιμης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας.

Ειδικότερα αναφέρεται ότι το Εφετείο ανεπιτρέπτως αναφέρει ότι το ύψος της οφειλής μαζί με τους τόκους έχει ήδη ανέλθει στο ποσό των 615.756,58 ευρώ. Ο λόγος κατά το σκέλος με το οποίο προσβάλλεται η εφετειακή απόφαση για αναφορά του ποσού στο οποίο έχει ανέλθει η οφειλή κατά το χρόνο συζητήσεως της αγωγής, είναι αβάσιμος καθόσον όπως προεκτέθηκε, η οφειλή κατά το χρόνο συζητήσεως της αγωγής αποτελεί στοιχείο προσδιοριστικό της αφερεγγυότητος της οφειλέτιδος.

Όσον αφορά το σκέλος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η παράβαση του άρθ. 995 παρ.1δ ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι η διάταξη αυτή προβλέπει ότι ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό του ακινήτου ορίζεται η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο κατάσχεσης και όχι στα 2/3 της αξίας του ακινήτου, όπως ανάφερε η προσβαλλομένη, ο λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον η εν λόγω διάταξη είναι δικονομικού δικαίου και δεν ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο του αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, σε κάθε όμως περίπτωση είναι και αβάσιμος, καθόσον η μερική διάρρηξη δεν θα ικανοποιούσε τις απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η δε σχετική πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλομένης δεν στηρίζει το διατακτικό.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί αυτή, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθούν οι αναρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις με το σχετικό αίτημά της (άρθ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό αναφερόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-7-2021 αίτηση των Α. Τ. και Α. Α., νομίμως εκπροσωπουμένου, για την αναίρεση της υπ'αριθ. 1217/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ