Legislator Case Law & Legislation
1343/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination due to lack of reasoning regarding the three-month delay.

Case Number 1343/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second-instance judgment regarding a labor contract termination. The lower courts found the termination abusive because it was motivated by the employee's testimony against the employer in a separate lawsuit, but failed to explain the three-month gap between the testimony and the termination. The Court ruled that this omission rendered the reasoning insufficient for appellate review, thereby upholding the original decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)(a) and 524(3)(a) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not examine the substantive application of law if the lower court's reasoning is insufficient to justify the decision, particularly when a significant time interval between key events remains unexplained.

Keywords

AI generated
labor contract termination abuse of right insufficient reasoning appellate review good faith principle Code of Civil Procedure legal reasoning standard

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 524(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 669(2) of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1343 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1343/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Πελαγία Ακάσογλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Κοκοτίνη), Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ελένη Κατσούλη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Aρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:

Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΕΤΙΚΕΤΑ Α.Ε. Ανώνυμη Εταιρεία», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Νέο Ηράκλειο Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Γκαγκάνα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου:

Ζ. Σ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Σαπουντζάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14.10.2013 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 905/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1668/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την οποία προσέβαλε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 30.08.2019 ανακοπή ερημοδικίας, στο ανωτέρω Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την 2236/2020 απόφασή του. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19.10.2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 553 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 524 παρ.3 εδ. α’ ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 - άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται επί εφέσεων που κατατίθενται μετά την 01.01.2016 (άρθρο 1 - άρθρο ένατο παράγραφοι 2 και 4 ν. 4335/2015), ορίζεται ότι σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, ενώ προ της αντικαταστάσεώς του, όριζε ότι σε αυτήν την περίπτωση, εφαρμόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγοντος (άρθρο 272 παράγραφοι 1 και 2 ΚΠολΔ), οπότε εξετάζεται αν η συζήτηση γίνεται με επιμέλειά του, και έτσι αν αυτός δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση ή δεν λάβει μέρος κανονικά σε αυτήν, απορρίπτεται και πάλι η έφεση.

Έτσι, παρά τη διαφοροποίηση στη διατύπωσή τους, η ρύθμιση που περιέχουν οι παραπάνω διατάξεις είναι όμοια, αφού σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να ερευνηθεί κατ’ αρχήν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της έφεσης καθώς και τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του απουσιάζοντος εκκαλούντος, αν δεν είναι ο ίδιος επισπεύδων αυτής.

Όταν την επίσπευση κάνει ο εκκαλών ή ο εφεσίβλητος και ο εκκαλών σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, θα απορρίψει την έφεση. Η απόρριψη της έφεσης, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ’ ουσίαν και όχι κατά τύπους διότι παρ’ όλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι.

Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, με το ένδικο μέσο της αναίρεσης προσβάλλεται μόνον η μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση. Με τον τρόπο αυτό, τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, θεωρούμενα ως επικυρωθέντα από το Εφετείο, μπορούν να προβληθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφ' όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/90, ΑΠ 617/2019, ΑΠ 67/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 554 ΚΠολΔ, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της αποφάσεως, που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι προσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφ’ όσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής. Σύμφωνα με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές (ΚΠολΔ 553 παρ.1 εδ. α), η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφ' ότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην αποφάσεως είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματός του να ασκήσει ανακοπή. Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση αφ' ότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία, επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση, εφ' όσον υπάρχει κάποιος βάσιμος λόγος κατ’ αυτής. Όσο η δίκη επί της ανακοπής εκκρεμεί, δεν μπορεί να γίνει λόγος για έναρξη ή αναστολή της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην εφετειακής απόφασης, έστω και αν στο στάδιο αυτό επιδοθεί η εν λόγω απόφαση, αφού δεν είναι τότε ακόμη δεκτική αναίρεσης.

Συνεπώς, η επίδοση της ερήμην αποφάσεως κινεί μόνο την προθεσμία για την ανακοπή και δεν αρκεί για την έναρξη της προθεσμίας της αναίρεσης. Ούτε μόνη η έκδοση της απορριπτικής της ανακοπής απόφασης του εφετείου κινεί την προς αναίρεση προθεσμία. Διότι κατά την αληθή έννοια των ως άνω διατάξεων σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 564 και 499 ΚΠολΔ, για την έναρξη της προς αναίρεση προθεσμίας πρέπει και να επιδοθεί η απορρίπτουσα την ανακοπή απόφαση.

Η ανάγκη της επίδοσης συνάγεται και από την ουσιαστική (εσωτερική) συνάφεια των αποφάσεων αυτών, ένεκα της οποίας, αλλά και για λόγους οικονομίας της δίκης, ο νομοθέτης προέβλεψε, με την ως άνω διάταξη του άρθρου 554 ΚΠολΔ, τη σύγχρονη άσκηση και συνεκδίκαση της συγχωρούμενης κατ' αυτών αίτησης αναίρεσης.

Επί πλέον, με την επίδοση αποτρέπεται ο αιφνιδιασμός και η παγίδευση του διαδίκου, ο οποίος διαφορετικά θα έπρεπε να επαγρυπνεί για να πληροφορηθεί πότε εκδόθηκε η ερήμην απόφαση ώστε να μην απολέσει την προθεσμία αναίρεσης κατ’ αυτής. Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από την τελική φράση του άρθρου 554 ΚΠολΔ «εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής» διότι η προϋπόθεση αυτή αναφέρεται στην περίπτωση, που παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής κατά της ερήμην απόφασης και ο διάδικος ασκεί κατ' αυτής εκπροθέσμως ανακοπή (ΟλΑΠ 11/98, ΑΠ 121/2021, ΑΠ 197/2020, ΑΠ 464/2018, ΑΠ 349/2015, ΑΠ 1260/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση από 19.10.2020 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται: (α) κατά της υπ’ αριθ. 1668/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε σε πρώτη συζήτηση ενώπιόν του κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και με την οποία απορρίφθηκε, ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας της εκκαλούσας, η από 10.06.2016 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθ. 905/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει ολικώς δεκτή στην ουσία η από 14.10.2013 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας, και (β) κατά της υπ’ αριθ. 2236/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επίσης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και με την οποία απορρίφθηκε η από 30.08.2019 ανακοπή ερημοδικίας της αναιρεσείουσας κατά της αμέσως ανωτέρω υπ' αριθ. 1668/2019 αποφάσεως, που είχε εκδοθεί σε βάρος της.

Από τα υπάρχοντα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα επίδοση της τελευταίας αυτής υπ' αριθ. 2236/2020 εφετειακής αποφάσεως, με την οποία (επίδοση) κινείται η προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αυτής καθώς και κατά της ερήμην εκδοθείσας υπ’ αριθ. 1668/2019 αποφάσεως, η δε κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε με κατάθεση στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, την 20.10.2020.

Υπό τα δεδομένα αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκείται νομίμως και εμπροθέσμως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ’ αυτή λόγων (άρθρο 577 §§ 1 και 3 ΚΠολΔ).

Α: Όσον αφορά την υπ’ αριθ. 2236/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου, η γνώμη της πλειοψηφίας δηλαδή των Αρεοπαγιτών Δήμητρας Ζώη - Εισηγήτριας Ιωάννας Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ελένης Κατσούλη και Δημητρίας Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση έχει, όπως παρακάτω:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά αποφάσεως, που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε ανυπαίτιο και απρόβλεπτο γεγονός εξαιρετικής φύσεως, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν αναμενόταν και ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί από το διάδικο ακόμα και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΟλΑΠ 29/1992, ΑΠ 219/2016, ΑΠ 1506/2013).

Ειδικότερα, ως ανώτερη βία, στο πεδίο του δικονομικού δικαίου, νοείται κάθε τυχαίο και ανυπαίτιο γεγονός παρακωλυτικό της εμφανίσεως του διαδίκου στο ακροατήριο και της συμμετοχής του στην εκδίκαση της υποθέσεώς του, το οποίο ήταν εξαιρετικό και απρόβλεπτο και δεν μπορούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποτραπεί από αυτόν ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως.

Τέτοια γεγονότα μπορεί να είναι, πλην άλλων και η αιφνίδια και απρόβλεπτη ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου, εξ αιτίας της οποίας αυτός δεν μπόρεσε να εμφανισθεί στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και να ασκήσει τα δικαιώματά του, εφόσον τα γεγονότα αυτά υπήρξαν απρόβλεπτα και αναπότρεπτα και επί πλέον συνέβαλαν στην επέλευση της ερημοδικίας.

Με την έννοια αυτή η ανώτερη βία, αξιολογούμενη στο χώρο του δικονομικού δικαίου, ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, από την οποία διαφοροποιείται μόνον κατά τις συνέπειες. Η δικονομική ανώτερη βία οδηγεί σε επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με αντίστοιχη ανατροπή της κύρωσης που προκάλεσε η παραβίαση συγκεκριμένου δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο η ανώτερη βία λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη.

Επομένως, στο χώρο του δικονομικού δικαίου συνιστά ανώτερη βία η κατάσταση αδυναμίας του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου να ανταποκριθούν σε κάποιο δικονομικό βάρος τους, παρά την εκ μέρους τους καταβολή της οφειλόμενης (εξιδιασμένης) προσοχής και επιμέλειας, με αποτέλεσμα η σχετική διαδικαστική πράξη τους να πάσχει από ακυρότητα ή να είναι απαράδεκτη.

Ωστόσο η έννοια της ανώτερης βίας του άρθρου 501 ΚΠολΔ είναι έννοια νομική εκ του ουσιαστικού δικαίου, αφού ανήκει σε εκείνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, που ρυθμίζουν την άσκηση και τη διασφάλιση του κατοχυρωμένου- από το άρθρο 20 του Συντάγματος- δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 289/2020, ΑΠ 1540/2017, ΑΠ 219/2016, ΑΠ 91/2025).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 6/2019, 8/2018, 1/1999).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 728/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την από 30.08.2019 ανακοπή ερημοδικίας, ζήτησε να εξαφανιστεί η υπ’ αριθ. 1668/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην της και απέρριψε ως ανυποστήρικτη την από 10.06.2016 έφεσή της κατά της υπ’ αριθ. 905/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενη τη συνδρομή περίπτωσης ανώτερης βίας. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε με την ανακοπή της ότι το πρωί της ημέρας της δικασίμου της 05.02.2019 κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου, η πληρεξουσία δικηγόρος της εμφάνισε εκτεταμένη μητρορραγία, συνοδευόμενη από πολύ έντονο πόνο, συνεπεία της οποίας βρισκόταν σε ημιλυπόθυμη κατάσταση και πλήρη σωματική αδυναμία, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να παρασταθεί στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 2236/2020 απόφασή του, απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας, δεχόμενο ότι η μη παράσταση της ανωτέρω δικηγόρου στο Εφετείο κατά τη δικάσιμο της 05.02.2019, δεν μπορούσε να αποδοθεί σε ανώτερη βία. Ειδικότερα το Εφετείο με την ως άνω απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, τα ακόλουθα:

Ότι, όσον αφορά στην επικαλούμενη από την ανακόπτουσα ασθένεια της πληρεξουσίας δικηγόρου της, Ε. Γ., στην οποία, ως λόγο ανωτέρας βίας, ισχυρίζεται ότι οφείλεται η ερημοδικία της, κατά την δικάσιμο της 05.02.2019, οπότε και συζητήθηκε ερήμην της, από το Μονομελές Εφετείο Αθηνών και απορρίφθηκε η από 10.06.2016 (αριθ. κατάθ. 1991/10-6-2016 έφεσή της, κατά της με αριθ. 905/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, προσκομίζονται μετ’ επικλήσεως:

(1) το από 05.03.2015 γυναικολογικό υπερηχογράφημα με το σχετικό πόρισμα του Μαιευτήρα - Γυναικολόγου Κ. Γ. και

(2) το από 21.01.2020 ιατρικό σημείωμα του Μαιευτήρα Γυναικολόγου, Α. Ε., Επιμελητή Κλινικής «...», από τα οποία προκύπτει ότι η ανωτέρω πληρεξουσία δικηγόρος της ανακόπτουσας φέρει ινομύωμα μεγέθους 5εκ. στην οπίσθια επιφάνεια της μήτρας. Ότι, στο ως άνω ιατρικό σημείωμα αναφέρεται επίσης ότι η κατά την έμμηνο ρύση μεγαλύτερη ροή αίματος αντιμετωπίζεται διά λήψεως δισκίων μητροσυσταλτικού σκευάσματος (Mothergin).

Ότι από τα ανωτέρω ιατρικά έγγραφα, τα οποία σημειωτέον έχουν ληφθεί, το μεν πρώτο σε προγενέστερο χρονικό χρόνο (έτος 2015), το δε δεύτερο το έτος 2020, ήτοι ένα σχεδόν έτος μετά την κρίσιμη ημερομηνία της δικασίμου (05.02.2019) και ως εκ τούτου δεν αναφέρονται στην κατάσταση της υγείας της ως άνω δικηγόρου κατά την κρίσιμη ημερομηνία της 05.02.2019, δεν πιθανολογείται το επικαλούμενο ανυπέρβλητο κώλυμα της πληρεξουσίας δικηγόρου της ανακόπτουσας για τη μη εμφάνιση αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προς εκπροσώπησή της.

Ότι ως εκ τούτου η πληρεξουσία δικηγόρος της ανακόπτουσας μπορούσε και όφειλε, όπως κάθε μέσος συνετός παραστάτης, να ενημερώσει εγκαίρως την ανακόπτουσα για την επικαλούμενη αδυναμία προσέλευσής της στο Δικαστήριο, έτσι ώστε να αιτηθεί την αναβολή της υπόθεσης ή την ματαίωση αυτής. Ότι, με βάση τα παραπάνω, δεν πιθανολογήθηκε ότι υφίστατο ανωτέρα βία κατά τον κρίσιμο χρόνο της 05.02.2019 σύμφωνα με την έννοια που προεκτέθηκε, δηλαδή δεν πιθανολογήθηκε ότι η επικαλούμενη ασθένεια της πληρεξουσίας δικηγόρου της ανακόπτουσας αποτέλεσε ανυπέρβλητο κώλυμα για την μη εμφάνιση αυτής της ίδιας ή κάποιου άλλου δικηγόρου σε αντικατάστασή της, ενώπιον του Δικαστηρίου, προς εκπροσώπηση της ανακόπτουσας, λαμβανομένου υπόψιν ότι το λειτούργημα που ασκεί ο δικηγόρος, απαιτεί την προσήκουσα εκπλήρωση των ανειλημμένων υποχρεώσεών του προς το συμφέρον του εντολέως του.

Κατόπιν αυτών, απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, χωρίς αντιφάσεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την μη συνδρομή εν προκειμένω των περιστατικών, που είναι κατά νόμο αναγκαία για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, σχετικά με την έννοια της ανώτερης βίας, χωρίς να είναι αναγκαία η παράθεση και άλλης ειδικότερης αιτιολογίας. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ επίσης εν προκειμένω το δικαστήριο της ουσίας αναλυτικά ερεύνησε τα επιχειρήματα της ανακόπτουσας και το αποδεικτικό του πόρισμα ότι θα μπορούσε να είχε αποτραπεί η ερημοδικία της εκκαλούσας, αν η ίδια η δικηγόρος της έδειχνε τη συνήθη επιμέλεια, εκτίθεται σαφώς. Κατόπιν αυτών ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 2236/2020 απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008, 8/20016). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να προσδιορίζεται το αποδεικτικό περιεχόμενο καθενός από αυτά, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 92/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλει αιτιάσεις κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την υπ’ αριθμ. .../3-2-2020 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά της Δ. Κ., η οποία αναφέρεται στην κατάσταση της υγείας της πληρεξουσίας της δικηγόρου, κατά τη ημέρα της δικασίμου. Ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζεται, ειδικότερα, το περιεχόμενο της ως άνω ένορκης βεβαίωσης, είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της ως άνω αποφάσεως και τις παραδοχές της, το Εφετείο έλαβε υπόψη του την ένορκη αυτή βεβαίωση για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφερόμενο μάλιστα ρητά σ’ αυτή και δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι τη συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.

Β: Όσον αφορά την υπ’ αριθμ. 1668/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η υπ’ αριθμ. 905/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η γνώμη της πλειοψηφίας, ήτοι των Αρεοπαγιτών Δήμητρας Ζώη, Εισηγήτριας, Ιωάννας Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ελένης Κατσούλη και Δημητρίας Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση έχει όπως παρακάτω:

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/ 1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955, συνάγεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζομένου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.

Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (άρθρο 281 ΑΚ). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα.

Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη συμπεριφορά του εργαζομένου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία διότι λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της, ο εργοδότης δεν έχει υποχρέωση να τη δικαιολογήσει.

Αντίθετα, ο εργαζόμενος, προβάλλοντας ακυρότητα της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει το άρθρο 281 ΑΚ και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη (ΑΠ 630/2020, ΑΠ 721/2018, ΑΠ 1461/2017, ΑΠ 179/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης υπ’ αριθ. 1668/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στην οποία ενσωματώνεται η υπ’ αριθ. 905/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:

«Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε στις 26.05.2006 από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα, που έχει αντικείμενο δραστηριότητας τις γραφικές τέχνες και ειδικότερα την εκτύπωση ετικετών, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως οδηγός, με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας και επί οκτάωρο ημερησίως, έναντι μηνιαίων αποδοχών, που το έτος 2011 ανέρχονταν στο ποσό των 1.216,25 ευρώ.

Ότι ο ενάγων από το χρόνο της προσλήψεώς του, με την ειδικότητά του αυτή, προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη μέχρι τις 13.12.2011, οπότε η τελευταία κατήγγειλε εγγράφως την σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντας σε αυτόν και τη νόμιμη, όπως δεν αμφισβητείται, αποζημίωση απολύσεως. Ότι προηγουμένως όμως, στις 08.09.2011 ο ενάγων εξετάστηκε ως μάρτυρας, στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας, κατά την εκδίκαση ασκηθείσας αγωγής από τον επίσης εργαζόμενο στην εναγομένη έως την 01.003.2010 αδερφό του Κ.

Σ., σε βάρος της εναγομένης, με αντικείμενο την καταψήφιση του ποσού της διαφοράς μεταξύ της καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης ως εργάτη και του ποσού της καταβλητέας αποζημίωσης ως υπαλλήλου ύψους 6.389,34 ευρώ. Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε στις 10.11.2011 η υπ’ αριθ. 493/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας, με την οποία, γενομένης αυτής δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης, υποχρεώθηκε η εναγόμενη στην καταβολή προς τον Κ.

Σ., ποσού 6.389,34 ευρώ, νομιμοτόκως. Ότι το γεγονός αυτό, ήτοι η κατάθεση του ενάγοντος ως μάρτυρα αποδείξεως της ασκηθείσας από τον αδερφό του αγωγής, προκάλεσε την δυσαρέσκεια της εναγομένης, της οποίας η νόμιμη εκπρόσωπος Σ. Β., ήδη από την ημέρα εκδικάσεως της υπόθεσης, του απέδωσε την μομφή ότι κατέθεσε ψευδή περιστατικά.

Ότι στον αμέσως επόμενο χρόνο και συγκεκριμένα στις 18.11.2011, η ίδια ως άνω νόμιμη εκπρόσωπος της εναγομένης ζήτησε από τον ενάγοντα την, σε καθημερινή βάση και μετά το πέρας του ωραρίου εργασίας του μεταφορά και φύλαξη στην οικία του, του ταμείου τρεχόντων εξόδων της εταιρείας, ενέργεια την οποία αρνήθηκε ο ενάγων.

Ότι στις 21.11.2011 ζητήθηκε από την ίδια ως άνω νόμιμη εκπρόσωπο της εναγομένης να διενεργεί ο ενάγων τραπεζικές εργασίες, όπως κατάθεση και είσπραξη επιταγών, και στην άρνηση του ενάγοντος, η νόμιμη εκπρόσωπος του ζήτησε να φύγει από το γραφείο της, απευθυνόμενη προς αυτόν με εξυβριστικούς χαρακτηρισμούς όπως «ψεύτη» και «κλέφτη».

Ότι λόγω της εξακολούθησης της προσβλητικής προς τον ενάγοντα συμπεριφοράς, ο τελευταίος επέδωσε στην ανωτέρω νόμιμη εκπρόσωπο της εναγομένης στις 15.12.2011 (υπ'αριθ. .../15.12.2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Παναγιώτη Μπρή) την από 09.12.2011 εξώδικη διαμαρτυρία, με την οποία, αφού εξέθετε τα ανωτέρω περιστατικά, διαμαρτυρόμενος για το κλίμα, που δημιουργήθηκε στον εργασιακό χώρο της εταιρείας, κάνοντας λόγο για επίδειξη αποστροφής προς το πρόσωπό του, αιτήθηκε την ανάκληση των σε βάρος του λεχθέντων και την υποβολή συγγνώμης για τις ύβρεις, καθώς και την παύση της επανάληψης αυτής της συμπεριφοράς, προκειμένου για την ύπαρξη καλού εργασιακού κλίματος, επιφυλασσόμενος του δικαιώματός του να προσφύγει στα ποινικά και αστικά δικαστήρια για την προστασία των δικαιωμάτων και της τιμής του.

Ότι στις 13.12.2011 είχε χωρήσει η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την οποία αρνήθηκε να υπογράψει και τελικά του επιδόθηκε στις 15.12.2011. Ότι από τα παραπάνω εκτεθέντα προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε από λόγους εκδίκησης προς τον ενάγοντα, εξαιτίας της κατάθεσης αυτού ως μάρτυρα αποδείξεως των αγωγικών ισχυρισμών του αδερφού του σε βάρος της εναγομένης.

Ότι αυτό καταδεικνύεται από το γεγονός ότι αυτό αποτέλεσε το χρονικό σημείο διαφοροποίησης της συμπεριφοράς της εναγομένης, όπως αυτή εκδηλώθηκε διά της νομίμου εκπροσώπου της προς τον ενάγοντα, η οποία έως τότε 08.09.2011 εντασσόταν στα πλαίσια ομαλής εξέλιξης της εργασιακής σχέσης, ενώ έκτοτε ενείχε τέτοια ένταση και διάθεση προσβολής και δη τέτοιας έντασης που να αιτηθεί ο ενάγων, διά του εξωδίκου εγγράφου, το οποίο προφανώς συντάχθηκε πριν την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ανεξάρτητα από τον χρόνο επίδοσης του, να ζητήσει τόσο την υποβολή συγγνώμης από τη Σ.

Β. Ότι η άρνηση του ενάγοντος ανάληψης της ευθύνης μεταφοράς και φύλαξης του ταμείου τρεχόντων εξόδων της εναγομένης, δεν συνιστά άρνηση εκτέλεσης καθήκοντός του, ενόψει μάλιστα του ότι ο ίδιος δεν εξέφρασε αντίρρηση για την διαχείριση μικρού ύψους ποσών της τάξεως των 50-100 ευρώ που ήταν αναγκαία για την εκτέλεση της εργασίας του ως οδηγού.

Ότι ο ενάγων δεν αρνείται ότι και προ της 08.09.2011 μετέφερε επιταγές και κλειστούς φακέλους από την εναγομένη και για λογαριασμό αυτής προς την τράπεζα, χωρίς όμως έως τότε να εισπράττει και να μεταφέρει χρήματα (μετρητά) στην οικία του, όπως του ζητήθηκε κατόπιν από την εναγομένη, ενώ το αντίθετο προ της 08.09.2011 διάστημα δεν προκύπτει από τα προσκομισθέντα από την εναγομένη τραπεζικά παραστατικά, τα οποία φέρουν ημερομηνίες 12.09.2011, 22.09.2011, 06.10.2011, 07.10.2011, 10.10.2011, 26.10.2011, 16.11.2011 και 26.11.2011, ήτοι μετά τις 08.09.2011.

Ότι η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι στο διάστημα που επακολούθησε, από τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2011, ο ενάγων αρνούταν την εκτέλεση των καθηκόντων με τα οποία ήταν επιφορτισμένος και υποχρεωμένους να εκτελεί, όπως μετάβαση στην τράπεζα, ενώ επίσης δεν πραγματοποιούσε όλα τα δρομολόγια που του ανέθετε η εταιρεία, με αποτέλεσμα εξαιτίας της εριστικής συμπεριφοράς του και της αρνήσεώς του να εκτελεί τα καθήκοντά του, να προβεί η εναγομένη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του.

Ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποδεικνύονται αληθείς, καθόσον πέραν της αοριστολογικής διατύπωσής τους, δεν γίνεται επίκληση και παράθεση πραγματικών περιστατικών που να εξειδικεύουν και να συγκεκριμενοποιούν αυτούς. Ότι ως προς τον ισχυρισμό της ότι ο ενάγων αρνούταν την μετάβαση στην τράπεζα, τούτο αναιρείται από την προσκομιδή από την εναγομένη τραπεζικών παραστατικών, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων έπραττε τούτο, παρά την εκφρασθείσα αντίρρησή του για την ανάληψη ευθύνης είσπραξης και μεταφοράς χρημάτων για λογαριασμό της εναγομένης.

Ότι υπό τα άνω περιστατικά, η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας, γενόμενη από λόγους εκδίκησης για την ενέργεια του ενάγοντος να προβεί σε μαρτυρική κατάθεση υπέρ του αδερφού του και σε βάρος της εναγομένης, κατά την εκδίκαση αγωγής του πρώτου σε βάρος της δεύτερης, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του από το άρθρο 669 παρ. 2 του ΑΚ δικαιώματος της καταγγελίας και ως τέτοια, είναι κατά τα εκτιθέμενα στην νομική σκέψη της παρούσας, άκυρη».

Ακολούθως έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 14.10.2013 αγωγή και (α) αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 13.12.2011 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και (β) υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 34.055 ευρώ για μισθούς υπερημερίας. Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, καταφάσκουν προς το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων, οι παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, (α) ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσίβλητου έγινε από λόγους εμπάθειας στο πρόσωπό του και ως εκ τούτου είναι άκυρη, ως καταχρηστική, ήτοι αυτή οφείλεται σε λόγους δυσαρέσκειας και εμπάθειας της νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας εργοδότριας Σ.

Β. προς το πρόσωπό του, που δημιούργησε σ’ εκείνη το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος εξετάστηκε στις 08.09.2011 ως μάρτυρας, στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας, κατά την εκδίκαση ασκηθείσας αγωγής από τον επίσης εργαζόμενο έως την 1-3-2010 στην εναγομένη αδερφό του Κ. Σ., σε βάρος της εναγομένης, με αντικείμενο την καταψήφιση του ποσού της διαφοράς μεταξύ της καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης ως εργάτη και του ποσού της καταβλητέας αποζημίωσης ως υπαλλήλου ύψους 6.389,34 ευρώ και (β) ότι η καταγγελία δεν έγινε λόγω της πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του αναιρεσιβλήτου και την από πλευράς του παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων.

Δεν ήταν δε αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεώς του, ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, να διαλάβει το Εφετείο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, και για ποιους λόγους η ανωτέρω εμπάθεια και δυσαρέσκεια της νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας εκδηλώθηκε μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από την ημερομηνία που αυτός κατέθεσε ως μάρτυρας (βλ.

ΑΠ 1591/2010), ούτε για ποιο λόγο και με ποιο τρόπο τα κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως δύο περιστατικά που έλαβαν χώρα στις 18.11.2011 και στις 21.11.2011 μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και της νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας σχετίζονταν με την κατάθεση του αναιρεσιβλήτου ως μάρτυρα στις 08.09.2011, διότι οι ελλείψεις αυτές ανάγονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξήγαγε το Δικαστήριο της ουσίας από την εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικώς με το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, της καταχρηστικότητας της γενόμενης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες δεν θεμελιώνουν τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, αφού το πόρισμα του Εφετείου, ως προς το ζήτημα αυτό, εκτίθεται με σαφήνεια.

Όσον αφορά τις λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ίδιο αναιρετικό λόγο, για το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει, εκτός από τα ανωτέρω δύο γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 18.11.2011 και στις 21.11.2011 μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και της νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, κάποιο άλλο συγκεκριμένο περιστατικό δηλωτικό της προσβλητικής συμπεριφοράς της εκπροσώπου της εναγομένης προς τον αναιρεσίβλητο, ούτε και εξειδικεύει σε τι συνίστατο η αναφερόμενη στην απόφαση «εξακολούθηση της προσβλητικής συμπεριφοράς», ούτε αιτιολογεί γιατί ο αναιρεσίβλητος κοινοποίησε το εξώδικο προς αυτή κατά την ημέρα που έλαβε χώρα η καταγγελία, παρόλο που το είχε συντάξει δύο μέρες πριν, αυτές πλήττουν την περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και δε μπορούν να θεμελιώσουν τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.

Επομένως ο από την ως άνω διάταξη προβαλλόμενος από την αναιρεσείουσα πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η ένδικη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).

Ένα μέλος του Δικαστηρίου, η προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου μ ε ι ο ψ η φ ε ί και έχει την ακόλουθη γνώμη [άρθρα 93 παρ.3 Συντάγματος, 302 παρ.1 ΚΠολΔ]:

(Ι).- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλ. στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής - ασαφής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος (άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 120, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ. ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 109/2020).

(ΙΙ).- Στο άρθρο 501 ΚΠολΔ ορίζεται ότι: «Ανακοπή κατά απόφασης, που έχει εκδοθεί ερήμην, επιτρέπεται, αν εκείνος, που δικάστηκε ερήμην, δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας». Το άρθρο αυτό είναι ταυτόσημο, με το άρθρο 673 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσε επί της ειδικής διαδικασίας των άρθρων 663 - 676 ΚΠολΔ (εργατικές διαφορές), πριν από την έμμεση κατάργησή τους με το άρθρο 1 / άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ήτοι πριν από την 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 / άρθρο ένατο ν. 4335/2015.

Ήδη από την 01.01.2016, ισχύει για την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το άρθρο 614 παρ.3 ΚΠολΔ (σε συνδυασμό προς τα άρθρα 501, 621, 591, 421, 422 ΚΠολΔ). Ως ανώτερη βία νοείται οποιοδήποτε ανυπαίτιο και απρόβλεπτο γεγονός, εντελώς εξαιρετικής φύσεως, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν αναμενόταν ούτε ήταν δυνατόν να προβλεφθεί ή να αποτραπεί από τον διάδικο, που δικάσθηκε ερήμην, ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέπειας.

Τέτοιο γεγονός μπορεί να θεωρηθεί (και) η αιφνίδια ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου, εξ αιτίας της οποίας ο δικηγόρος δεν μπόρεσε να παραστεί ενώπιον του δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή να ειδοποιήσει τον εντολέα του ή άλλο δικηγόρο, έστω και μη συνεργάτη του, για την έγκαιρη αντικατάστασή του (ΑΠ 1506/2013, ΑΠ 42/2004).

Το άρθρο 501 ΚΠολΔ, είναι, ως προς την αόριστη νομική έννοια της ανώτερης βίας, ουσιαστικού δικαίου, έτσι, η εξειδίκευσή της από το δικαστήριο της ουσίας ελέγχεται, αναιρετικώς, με λόγο από το άρθρο 559 αριθμοί 1 και 19 ΚΠολΔ για να διαπιστωθεί, αν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο δικόγραφο της ανακοπής ερημοδικίας και δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεδειγμένα, δικαιολογούν την κρίση ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός συνιστά (ή όχι) ανώτερη βία στο πλαίσιο της ορθής (ή μη) υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην έννοιά της (ΑΠ 121/2021, ΑΠ 289/2020, ΑΠ 1540/2017, ΑΠ 741/2016, ΑΠ 1506/2013).

Ο ισχυρισμός περί ανώτερης βίας, όταν συνίσταται σε ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου, ο οποίος δικάσθηκε ερήμην, προσδιορίζεται από το είδος και τη διάρκεια της ασθένειας ώστε να μπορεί το δικαστήριο της ουσίας να κρίνει, αν αποτέλεσε η ασθένεια ανυπέρβλητο κώλυμα για τη μη εμφάνιση του δικηγόρου στο δικαστήριο, εάν ήταν αιφνίδια και ικανή να εμποδίσει τον δικηγόρο να παραστεί στο δικαστήριο και ακόμη, αν τον εμπόδισε να ειδοποιήσει τον εντολέα του ή και να ενεργήσει με άλλο δικηγόρο, έστω και μη συνεργάτη του (ΑΠ 546/2011, ΑΠ 42/2004).

(ΙΙΙ).- Η καταγγελία, ρητή ή σιωπηρή, με την οποία λύεται η σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εργαζομένου, είναι μονομερής, απευθυντέα και, κατά κανόνα, αναιτιώδης δικαιοπραξία συνεπώς, δεν απαιτείται να αιτιολογείται από τον καταγγέλοντα εργοδότη και το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, επίσης, έχει άμεση διαπλαστική ενέργεια, δηλ.

μόλις περιέλθει η σχετική δήλωση βουλήσεως στον αντισυμβαλλόμενο υπάλληλο, αδιακρίτως του τρόπου ανακοινώσεώς της, σε αυτόν (προφορικώς, εγγράφως ή δι' αγγέλου), λύεται για το μέλλον η έννομη σχέση είτε αμέσως (απρόθεσμη) είτε με την πάροδο ορισμένης προθεσμίας (άρθρα 361, 648, 649, 669, 671 ΑΚ). Επί ακυρότητας της καταγγελίας, η διαπλαστική της ενέργεια δεν επέρχεται, η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται και η δικαστική απόφαση, που αναγνωρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας, απλώς επιβεβαιώνει την έκτοτε ανυπαρξία του ως άνω αποτελέσματός της (άρθρα 180, 174 ΑΚ, 68, 70 ΚΠολΔ).

Η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας από τον εργοδότη επιφέρει ακυρότητα [άρθρα 281 ΑΚ, 25 παρ.3 Συντάγματος]. Τους συγκεκριμένους λόγους (ή το λόγο), εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας είναι καταχρηστική, ο εργαζόμενος οφείλει να επικαλεσθεί, σαφώς και ορισμένως, στο δικόγραφο της αγωγής αναγνωρίσεως της ακυρότητος της καταγγελίας [άρθρα 216 παρ.1, 111 παρ.2, 106 ΚΠολΔ] και να αποδείξει.

Καταχρηστική είναι η καταγγελία (και) όταν έγινε, αποκλειστικώς και μόνο, από εκδίκηση στο πρόσωπο του εργαζομένου, συνεπεία προηγούμενης νόμιμης συμπεριφοράς του τελευταίου (εργαζομένου), μη αρεστής στον εργοδότη. Η καταγγελία δεν θεωρείται καταχρηστική, όταν έχει, ως πραγματικό κίνητρο, την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων ή την παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του εργαζομένου (ΑΠ 140/2020).

Η άρνηση του εργοδότη, ύστερα από άκυρη εκ μέρους του (εργοδότη) καταγγελία, να δεχθεί την εργασία του εργαζομένου, τον καθιστά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του εργαζομένου [άρθρα 349, 350 ΑΚ]. Υποχρεούται, τότε, να καταβάλει στον υπάλληλο τις αποδοχές του - μισθούς υπερημερίας, δηλ. το νόμιμο ή συμφωνημένο μισθό και ό,τι άλλο ο εργαζόμενος θα εισέπραττε, ως η προσφορά της εργασίας του να συνεχιζόταν κανονικά, ακόμη και για χρόνο μετά την άσκηση της αγωγής του εργαζομένου μέχρι την άρση της υπερημερίας [άθρα 69 ΚΠολΔ, 648, 649, 654, 655, 653 ΑΚ] ενώ, ο τελευταίος (εργαζόμενος) δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του ή να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο (ΑΠ 179/2016).

Η ακυρότητα της καταγγελίας τάσσεται υπέρ του εργαζομένου και είναι, συνεπώς, σχετική. Έτσι, ο εργαζόμενος μπορεί (άρθρο 306 ΑΚ) να θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία και να αξιώσει την αποζημίωση ενώ μπορεί να ενώσει στο δικόγραφο της αγωγής και τα δύο αιτήματα (ακυρότητα της καταγγελίας, αποζημίωση) κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 παρ.1 ΚΠολΔ), δηλ.

εφ’ όσον το δεύτερο υποβάλλεται επικουρικά, σε περίπτωση απορρίψεως του πρώτου (ΑΠ 749/2020).

(Α).- Όσον αφορά την 2236/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών:

Στην προκειμένη περίπτωση, ο π ρ ώ τ ο ς λόγος αναιρέσεως της 2236/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 2236/2020 απόφαση εκ πλαγίου παραβίασε το άρθρο 501 ΚΠολΔ. Τούτο διότι κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της, όπως πλήρως και σαφώς εκτίθενται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, διέλαβε ανεπαρκείς - ασαφείς αιτιολογίες, ως προς τη συνδρομή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, των περιστατικών, που είναι, κατά νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή του άρθρου 501 ΚΠολΔ, σχετικά με την έννοια της ανώτερης βίας. Κατά τα εκτεθέντα στην (Ι) νομική σκέψη, ο λόγος αυτός είναι παραδεκτός (ορισμένος). Στην 2236/2020 απόφαση, παραδεκτώς επισκοπούμενη από τον Άρειο Πάγο, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας αυτού του λόγου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), το εφετείο, που δίκασε κατά το ισχύον άρθρο 614 παρ.3 ΚΠολΔ (σε συνδυασμό προς τα άρθρα 501, 621, 591, 422, 421 ΚΠολΔ), εκτιμώντας την από 30.08.2019 ανακοπή ερημοδικίας της (ήδη) αναιρεσείουσας δέχθηκε, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτή (ανακοπή ερημοδικίας) ότι:

Η ανακόπτουσα - εκκαλούσα - εναγομένη, ερήμην της οποίας εκδόθηκε, κατά το ισχύον άρθρο 614 παρ.3 ΚΠολΔ, η 1668/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ζητά την εξαφάνισή της (1668/2019 αποφάσεως), αφού δεν μπόρεσε να παραστεί από ανώτερη βία στη νόμιμη δικάσιμο της 05.02.2019, οπότε συζητήθηκε και, εν τέλει, απορρίφθηκε η από 10.06.2016 έφεσή της κατά της 905/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ενώ, με την 905/2016 απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 663 - 676 ΚΠολΔ, έγινε ολικώς δεκτή στην ουσία η κατ’ αυτής από 14.10.2013 αγωγή του καθ’ ού η ανακοπή ερημοδικίας - εφεσίβλητου - ενάγοντος.

Η αγωγή αφορά απαιτήσεις του ενάγοντος εργαζομένου - υπαλλήλου έναντι της εναγομένης εργοδότριας. Ειδικότερα, η αγωγή, κατά τη μοναδική βάση της -μετά την παραίτηση από το επικουρικό αίτημα για αποζημίωση καταγγελίας- αφορά την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, την 13.12.2011, της επίμαχης συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, συνολικού ποσού 34.055 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 13.12.2011 μέχρι 13.12.2013.

Η ανώτερη βία συνίσταται στο ότι η Ε. Γ., πληρεξούσια δικηγόρος της ανακόπτουσας, ασθένησε, αιφνιδίως, κατά την ημέρα της νόμιμης δικασίμου (05.02.2019). Συγκεκριμένα, ενώ ήταν μόνη στην οικία της, την 05.02.2019, εμφάνισε εκτεταμένη μητρορραγία με πολύ έντονο πόνο, η μητρορραγία προκλήθηκε από την ύπαρξη ινομυώματος μήτρας, περίπου 7 εκ., σε συνδυασμό με τη σύμπτωση της εμμήνου ρήσεώς της.

Η αιμορραγία και ο έντονος πόνος, που βίωνε, είχαν ως αποτέλεσμα να βιώνει ίλιγγο, ναυτία και εμετούς, να είναι σε ημιλυπόθημη κατάσταση και σε πλήρη σωματική αδυναμία καθώς και σε πνευματική και ψυχική σύγχυση μέχρι το απόγευμα της ίδιας ημέρας. Εξ αιτίας της καταστάσεως αυτής, ήταν αδύνατον να προσέλθει στο δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Αθηνών) καθώς και να ειδοποιήσει την ανακόπτουσα (εντολέα) για να προβεί, έγκαιρα, στην αντικατάστασή της ή να ειδοποιήσει κάποιο άλλο δικηγόρο ώστε η ανακόπτουσα να εκπροσωπηθεί στη δίκη έτσι, η από 10.6.2016 έφεση απορρίφθηκε.

Στη συνέχεια, το εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του ότι:

«Δεν πιθανολογήθηκε η βασιμότητα του ως άνω λόγου της ένδικης ανακοπής ερημοδικίας. Ειδικότερα, όσον αφορά στην επικαλούμενη από την ανακόπτουσα ασθένεια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ε. Γ., στην οποία, ως λόγο ανώτερης βίας, ισχυρίζεται ότι οφείλεται η ερημοδικία της, κατά τη δικάσιμο της 05.02.2019, οπότε συζητήθηκε, ερήμην της, από το Μονομελές Εφετείο Αθηνών και απορρίφθηκε η από 10.06.2016 έφεσή της κατά της 905/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προσκομίζονται μετ’ επικλήσεως, (1).- το από 05.03.2015 γυναικολογικό υπερηχογράφημα με το σχετικό πόρισμα του Μαιευτήρα - Γυναικολόγου Κ.

Γ. και (2).- το από 22.01.2020 ιατρικό σημείωμα του Μαιευτήρα - Γυναικολόγου Α. Ε., Επιμελητή Κλινικής «...», από τα οποία προκύπτει ότι η ανωτέρω πληρεξούσια δικηγόρος της ανακόπτουσας φέρει ινομύωμα μεγέθους 5 εκ. στην οπίσθια επιφάνεια της μήτρας. Στο ως άνω ιατρικό σημείωμα αναφέρεται, επίσης, η κατά την έμμηνο ρύση μεγαλύτερη ροή αίματος αντιμετωπίζεται δια λήψεως δισκίων μητροσυσταλτικού σκευάσματος (Mothergin).

Από τα ανωτέρω ιατρικά έγγραφα, τα οποία σημειωτέον έχουν ληφθεί, το πρώτο, σε προγενέστερο χρονικό σημείο (έτος 2015) και το δεύτερο, το έτος 2020, ήτοι ένα σχεδόν έτος μετά την κρίσιμη ημερομηνία της δικασίμου (05.02.2019) και ως εκ τούτου δεν αναφέρονται στην κατάσταση της υγείας της ως άνω δικηγόρου, κατά την κρίσιμη ημερομηνία της 05.02.2019, δεν πιθανολογείται το επικαλούμενο ανυπέρβλητο κώλυμα της πληρεξούσιας δικηγόρου της ανακόπτουσας για τη μη εμφάνιση αυτής ενώπιον του δικαστηρίου προς εκπροσώπησή της.

Ενισχυτικό της ανωτέρω κρίσεως αποτελεί και το γεγονός ότι όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο μάρτυρας της ανακόπτουσας Δ. Κ., σύζυγος της πληρεξούσιας δικηγόρου, η τελευταία το βράδυ της 04.02.2019 (προηγούμενη της δικασίμου) είχε φέρει μαζί της στο σπίτι τον φάκελο της υποθέσεως με τα σχετικά έγγραφα γιατί θα πήγαινε απ’ ευθείας στο δικαστήριο.

Ως εκ τούτου, η πληρεξούσια δικηγόρος της ανακόπτουσας μπορούσε και όφειλε, όπως κάθε μέσος συνετός νομικός παραστάτης, να ενημερώσει εγκαίρως την ανακόπτουσα ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτής για την επικαλούμενη αδυναμία προσέλευσής της στο δικαστήριο, έτσι ώστε να αιτηθούν την αναβολή της υπόθεσης ή τη ματαίωση αυτής.

Έτσι, δεν πιθανολογήθηκε ότι υφίστατο ανώτερη βία, κατά τον κρίσιμο χρόνο της 05.02.2019, δηλ. δεν πιθανολογήθηκε ότι η επικαλούμενη ασθένεια της πληρεξούσιας δικηγόρου της ανακόπτουσας αποτέλεσε ανυπέρβλητο κώλυμα για τη μη εμφάνιση αυτής της ίδιας ή κάποιου άλλου δικηγόρου, σε αντικατάστασή της, ενώπιον του δικαστηρίου, προς εκπροσώπηση της ανακόπτουσας, λαμβανομένου υπ' όψη ότι το λειτούργημα, που ασκεί ο δικηγόρος, απαιτεί την προσήκουσα εκπλήρωση των ανειλημμένων υποχρεώσεών του προς το συμφέρον του εντολέως του.

Κατά συνέπεια, εφ’ όσον δεν πιθανολογήθηκε η ουσιαστική βασιμότητα του μοναδικού λόγου της ένδικης ανακοπής ερημοδικίας, πρέπει να απορριφθεί η ανακοπή ερημοδικίας ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη».

Με την κρίση αυτή και εν όψει των εκτεθέντων στις (Ι) και (ΙΙ) νομικές σκέψεις, το εφετείο διέλαβε στην 2236/2020 απόφασή του ανεπαρκείς - ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή (ή μη) εφαρμογή του άρθρου 501 ΚΠολΔ, ουσιαστικού δικαίου και δη, αναφορικά με τη συνδρομή (ή μη) στη συγκεκριμένη περίπτωση των περιστατικών, που είναι, κατά νόμο, αναγκαία προς εφαρμογή του (άρθρου 501 ΚΠολΔ), σχετικά με την έννοια της ανώτερης βίας. Συγκεκριμένα, το εφετείο έχει ανεπαρκείς - ασαφείς αιτιολογίες στο αν η Ε. Γ., πληρεξούσια δικηγόρος της ανακόπτουσας - ήδη αναιρεσείουσας (i).- τον κρίσιμο χρόνο (05.02.2019) «φέρει» (ή όχι) ινομύωμα στην οπίσθια επιφάνεια της μήτρας και, (ii).- επίσης, τον κρίσιμο χρόνο (05.02.2019), εκδηλώθηκε (ή όχι) η επικαλούμενη ασθένειά της (εκτεταμένη μητρορραγία με πολύ έντονο πόνο, η οποία προκλήθηκε από την ύπαρξη ινομυώματος μήτρας, σε συνδυασμό με τη σύμπτωση της εμμήνου ρήσεώς της) καθώς και η διάρκεια της ασθένειας, εάν εκδηλώθηκε, την 05.02.2019.

Επομένως, κ α τ ά τ η γ ν ώ μ η τ η ς μ ε ι ο ψ η φ ί α ς, ο λόγος αυτός (π ρ ώ τ ο ς) αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ έπρεπε να γίνει δεκτός, ως βάσιμος και να αναιρεθεί η 2236/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ενώ, εξ αιτίας της αναιρετικής εμβέλειας του πρώτου λόγου, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ διότι το εφετείο στην 2236/2020 απόφαση δεν έλαβε υπ' όψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που η αναιρεσείουσα παραδεκτώς προσκόμισε και επικαλέσθηκε.

(Β).- Όσον αφορά την 1668/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στην οποία ενσωματώνεται η 905/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών:

Στην προκειμένη περίπτωση, ο μ ο ν α δ ι κ ό ς λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 905/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που ενσωματώνεται στην 1668/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκ πλαγίου παραβίασε το άρθρο 281 ΑΚ, εφ' όσον κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της, όπως πλήρως και σαφώς εκτίθενται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταχρηστικότητας της καταγγελίας της επίμαχης από 26.05.2006 συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Κατά τα εκτεθέντα στην (Ι) νομική σκέψη, ο λόγος είναι παραδεκτός (ορισμένος).

Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας του λόγου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), των αποφάσεων 1668/2019 του εφετείου και 905/2016 του πρωτοδικείου, προκύπτουν τα εξής:

Το εφετείο στην 1668/2019 απόφασή του δέχθηκε, ανελέγκτως ότι: «Από το αντίγραφο της από 10.06.2016 υπό κρίση εφέσεως κατά της 905/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ) επί της από 14.10.2013 αγωγής προκύπτει ότι η συζήτησή της επισπεύσθηκε, με την επιμέλεια της εκκαλούσας (ήδη αναιρεσείουσας). Η εκκαλούσα, όμως, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ ότι επιθυμεί να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς την εμφάνιση του πληρεξουσίου της στο ακροατήριο και, συνεπώς, πρέπει να δικασθεί ερήμην και η έφεσή της να απορριφθεί».

Το πρωτοδικείο δε, στην 905/2016 απόφασή του δέχθηκε, ανελέγκτως ότι: «Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε, την 26.05.2006, από την εναγομένη ανώνυμη εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα), που έχει αντικείμενο δραστηριότητας τις γραφικές τέχνες και, ειδικότερα, την εκτύπωση ετικετών, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως οδηγός, με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας και επί οκτάωρο ημερησίως, έναντι μηνιαίων μεικτών αποδοχών, που το έτος 2011, ανέρχονταν στο ποσό των 1.216,25 ευρώ.

Ο ενάγων από της προσλήψεώς του, με την ειδικότητά του, προσέφερε τις υπηρεσίες του μέχρι την 13.12.2011, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντας σε αυτόν και τη νόμιμη, όπως δεν αμφισβητείται, αποζημίωση απολύσεως. Προηγουμένως, όμως, την 08.09.2011, ο ενάγων εξετάσθηκε ενόρκως, ως μάρτυρας, στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας, κατά την εκδίκαση ασκηθείσας αγωγής από τον επίσης εργαζόμενο έως την 01.03.2010 στην εναγομένη, αδελφό του Κ.

Σ., σε βάρος της εναγομένης, με αντικείμενο την καταψήφιση του ποσού της διαφοράς μεταξύ της καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης, ως εργάτη και του ποσού της καταβλητέας αποζημίωσης, ως υπαλλήλου, ύψους 6.389,34 ευρώ. Επί της αγωγής, εκδόθηκε, την 10.10.2011, η 493/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας, με την οποία, γενομένης αυτής δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης, υποχρεώθηκε η εναγομένη στην καταβολή προς τον Κ.

Σ., ποσού 6.389,34 ευρώ, νομιμοτόκως. Το γεγονός αυτό, ήτοι η κατάθεση του ενάγοντος ως μάρτυρα αποδείξεως της ασκηθείσας από τον αδελφό του αγωγής, προκάλεσε τη δυσαρέσκεια της εναγομένης, της οποίας η νόμιμη εκπρόσωπος Σ. Β., ήδη από την ημέρα εκδικάσεως της υπόθεσης, του απέδωσε τη μομφή ότι κατέθεσε ψευδή περιστατικά.

Στον αμέσως επόμενο χρόνο και, συγκεκριμένα, την 18.11.2011, η ίδια ως άνω νόμιμη εκπρόσωπος της εναγομένης ζήτησε από τον ενάγοντα την σε καθημερινή βάση και μετά το πέρας του ωραρίου εργασίας του μεταφορά και φύλαξη στην οικία του, του ταμείου τρεχόντων εξόδων της εταιρίας, ενέργεια, την οποία αρνήθηκε ο ενάγων.

Την 21.11.2011, ζητήθηκε από την ίδια ως άνω νόμιμη εκπρόσωπο της εναγομένης να διενεργεί ο ενάγων τραπεζικές εργασίες, όπως κατάθεση και είσπραξη επιταγών και στην άρνησή του (ενάγοντος), η νόμιμη εκπρόσωπος του ζήτησε να φύγει από το γραφείο της, απευθυνόμενη προς αυτόν με εξυβριστικούς χαρακτηρισμούς, ως «ψεύτη» και «κλέφτη».

Λόγω της εξακολούθησης της προσβλητικής προς τον ενάγοντα συμπεριφοράς, ο τελευταίος επέδωσε στην ανωτέρω νόμιμη εκπρόσωπο της εναγομένης, την 15.12.2011, την από 09.12.2011 εξώδικη διαμαρτυρία, με την οποία, αφού εξέθετε τα ανωτέρω περιστατικά, διαμαρτυρόμενος για το κλίμα, που δημιουργήθηκε στον εργασιακό χώρο της εταιρίας, κάνοντας λόγο για επίδειξη αποστροφής προς το πρόσωπό του, αιτήθηκε την ανάκληση των σε βάρος του λεχθέντων και την υποβολή συγγνώμης για τις ύβρεις καθώς και την παύση της επανάληψης αυτής της συμπεριφοράς, προκειμένου για την ύπαρξη καλού εργασιακού κλίματος, επιφυλασσόμενος του δικαιώματός του να προσφύγει στα ποινικά και αστικά δικαστήρια για την προστασία των δικαιωμάτων του και της τιμής του.

Ως εκτέθηκε ανωτέρω, την 13.12.2011, είχε χωρήσει καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την οποία αρνήθηκε να υπογράψει και, τελικά, του επιδόθηκε, την 15.12.2011. Από τα έως τώρα εκτεθέντα, προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε από λόγους εκδικήσεως προς τον ενάγοντα εξ αιτίας της κατάθεσης αυτού, ως μάρτυρα αποδείξεως των αγωγικών ισχυρισμών του αδελφού του, σε βάρος της εναγομένης.

Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι αυτό αποτέλεσε το χρονικό σημείο διαφοροποίησης της συμπεριφοράς της εναγομένης, όπως αυτή εκδηλώθηκε δια της νομίμου εκπροσώπου της προς τον ενάγοντα, η οποία έως τότε (08.09.2011) εντασσόταν στα πλαίσια ομαλής εξέλιξης της εργασιακής σχέσης, ενώ έκτοτε ενείχε ένταση και διάθεση προσβολής και, τέτοιας έντασης, που να αιτηθεί ο ενάγων, δια του εξωδίκου εγγράφου, το οποίο, προφανώς, συντάχθηκε πριν από την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ανεξάρτητα από το χρόνο επίδοσής του, να ζητήσει, τόσο την υποβολή συγγνώμης από τη Σ.

Β. και ανάκληση των εξυβριστικών χαρακτηρισμών, όσο και τη μελλοντική παύση της συμπεριφοράς αυτής. Η άρνηση του ενάγοντα ανάληψης της ευθύνης μεταφοράς και φύλαξης του ταμείου τρεχόντων εξόδων της εναγομένης, δεν συνιστά άρνηση εκτέλεσης καθήκοντός του, καθ' όσον τούτο δεν ενέπιπτε στην εργασιακή απασχόληση αυτού, εν όψει μάλιστα του ότι ο ίδιος δεν εξέφρασε αντίρρηση για τη διαχείριση μικρού ύψους ποσού της τάξεως των 50 - 100 ευρώ, που ήταν αναγκαία για την εκτέλεση της εργασίας του, ως οδηγού.

Περαιτέρω, ο ενάγων δεν αρνείται ότι και προ της 08.09.2011, μετέφερε επιταγές και κλειστούς φακέλους από την εναγομένη και για λογαριασμό αυτής προς την τράπεζα, χωρίς όμως έως τότε να εισπράττει και να μεταφέρει χρήματα (μετρητά) στην οικία του, όπως του ζητήθηκε, κατόπιν από την εναγομένη, ενώ το αντίθετο, για το προ της 08.09.2011 διάστημα, δεν προκύπτει από τα προσκομισθέντα από την εναγομένη τραπεζικά παραστατικά, τα οποία φέρουν ημερομηνίες 12.09.2011, 22.09.2011, 06.10.2011, 07.10.2011, 10.10.2011, 26.10.2011, 16.11.2011 και 26.11.2011, ήτοι μετά την 8.9.2011.

Περαιτέρω, η εναγομένη, κατά τη διαδικασία, που έλαβε χώρα ενώπιον των επιθεωρητών του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Τμήμα Νέας Ιωνίας) ισχυρίσθηκε ότι στο διάστημα, που επακολούθησε από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2011, ο ενάγων αρνούταν την εκτέλεση των καθηκόντων, με τα οποία ήταν επιφορτισμένος και υποχρεωμένος να εκτελεί, όπως τη μετάβαση στην τράπεζα, ενώ, επίσης, δεν πραγματοποιούσε όλα τα δρομολόγια, που του ανέθετε η εταιρία, με αποτέλεσμα, εξ αιτίας της εριστικής συμπεριφοράς του και της αρνήσεώς του να εκτελεί τα καθήκοντά του να προβεί η εναγομένη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας.

Οι ισχυρισμοί όμως δεν αποδεικνύονται αληθείς, καθ’ όσον πέραν της αοριστολογίας διατύπωσής τους, δεν γίνεται επίκληση και παράθεση πραγματικών περιστατικών, που να εξειδικεύουν και συγκεκριμενοποιούν αυτούς, εν όψει μάλιστα του ότι αποδίδεται στον ενάγοντα άρνηση εκτέλεσης των ανατεθέντων σε αυτόν δρομολογίων, το οποίο αποτελεί το κύριο αντικείμενο της εργασίας του, ενώ, επίσης, δεν εξειδικεύεται, σε τι συνίσταται η εριστική συμπεριφορά του ενάγοντος, όπως, ενδεικτικά, με αδιαφορία, ύβρεις κ.λπ.

Ως προς δε, τον ισχυρισμό της ότι ο ενάγων αρνείται τη μετάβαση στην τράπεζα, τούτο αναιρείται από την προσκομιδή από την εναγομένη τραπεζικών παραστατικών εγγράφων, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων έπραττε τούτο, παρά την εκφρασθείσα αντίρρησή του για την ανάληψη της ευθύνης είσπραξης και μεταφοράς χρημάτων για λογαριασμό της εναγομένης.

Υπό τα άνω περιστατικά, η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας, γενομένη από λόγους εκδικήσεως για την ενέργεια του ενάγοντος να προβεί σε μαρτυρική κατάθεση υπέρ του αδελφού του και σε βάρος της εναγομένης, κατά την εκδίκαση της αγωγής του πρώτου σε βάρος της δεύτερης, υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του από το άρθρο 669 παρ.2 ΑΚ δικαιώματος της καταγγελίας και ως τέτοια είναι άκυρη.

Η εναγομένη, από τότε που κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας (την 13.12.2011), μη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες του ενάγοντος, όπως η άρνησή της αυτή εμπεριέχεται και στην καταγγελία, περιήλθε σε υπερημερία και οφείλει να καταβάλει τους μισθούς (υπερημερίας) του ενάγοντος».

Εν τέλει, η αγωγή έγινε ολικώς δεκτή στην ουσία, κατά την ως άνω μοναδική βάση της έτσι, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας, την 13.12.2011, της από 26.05.2006 επίμαχης συμβάσεως εργασίας και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 34.065 ευρώ (χωρίς τόκους).

Με την κρίση αυτή και εν όψει των εκτεθέντων στις (Ι) και (ΙΙΙ) νομικές σκέψεις, το πρωτοδικείο στην 905/2016 απόφασή του, που ενσωματώνεται στην 1668/2019 απόφαση του εφετείου, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής (ή μη) εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ.

Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας κάνει, ως άνω, τις παραδοχές ότι «από τα έως τώρα εκτεθέντα, προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε από λόγους εκδικήσεως προς τον ενάγοντα, εξ αιτίας της κατάθεσης αυτού, ως μάρτυρα αποδείξεως των αγωγικών ισχυρισμών του αδελφού του, σε βάρος της εναγομένης» και ότι «υπό τα ως άνω περιστατικά, η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας, γενομένη από λόγους εκδικήσεως για την ενέργεια του ενάγοντος να προβεί σε μαρτυρική κατάθεση υπέρ του αδελφού του και σε βάρος της εναγομένης, κατά την εκδίκαση αγωγής του πρώτου, σε βάρος της δεύτερης, υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του από το άρθρο 669 παρ.2 ΑΚ δικαιώματος της καταγγελίας και, ως τέτοια είναι άκυρη».

Έτσι, ενώ, κατά τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας συνδέει την καταχρηστικότητα της καταγγελίας, την 13.12.2011, της επίμαχης συμβάσεως εργασίας, μόνο, με την κατάθεση, την 8.9.2011, στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας, του αναιρεσίβλητου, ως μάρτυρος αποδείξεως, δεν περιέχει παραδοχές, για την επάρκεια της αιτιολογίας γιατί μεσολάβησε από την μαρτυρική κατάθεση (08.09.2011) μέχρι την καταγγελία (13.12.2011), τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα (τρεις μήνες).

Επομένως, κ α τ ά τ η γ ν ώ μ η τ η ς μ ε ι ο ψ η φ ί α ς, ο λόγος αυτός (μ ο ν α δ ι κ ό ς) αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ έπρεπε να γίνει δεκτός, ως βάσιμος (ΑΠ 140/2020, ΑΠ 179/2016, ΑΠ μειοψ. 1591/2010) και να αναιρεθεί η 1668/2019 απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η 905/2016 απόφαση του πρωτοδικείου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κατά πλειοψηφία, απορρίπτει την από 19.10.2020 αίτηση για αναίρεση, α) της υπ’ αριθμ. 1668/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στην οποία ενσωματώνεται η υπ’ αριθ. 905/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) της υπ’ αριθμ. 2236/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο για τα δικαστικά του έξοδα, το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2021.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ