Supreme Court allows acquittal appeal due to lack of specific and detailed reasoning in the lower court's verdict.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the prosecutor's appeal against the acquittal of a defendant charged with negligent homicide. The lower court failed to provide specific and detailed reasoning regarding traffic conditions, vehicle positions, and conflicting expert testimonies. Consequently, the court found the original verdict legally flawed and remanded the case for retrial by a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 505(2), 507, 510(1)(D) of the Code of Criminal Procedure; The prosecutor may appeal any decision within the statutory period, and a decision lacking the specific and detailed reasoning required by Articles 93(3) of the Constitution and 139 of the Code of Criminal Procedure is subject to annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1343 / 2020 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1343/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη και Νικόλαο Βεργιτσάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαρίας Μαλλούχου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 4286/2018 αποφάσεως του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Γ. Γ... του Π., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αλεξόπουλο. Με πολιτικώς ενάγουσα - υποστηρίζουσα την κατηγορία την Α. Μ... του Ν., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ανδρουλάκη.
Το Γ' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ.29/26.6.2020 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δέσποινας Χρονοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 608/20.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ. 2 Κ.Π.Δ., να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507 του ιδίου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της αποφάσεως αυτής στο υπό του άρθρου 473 παρ. 3 του αυτού Κώδικα προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης, εκδιδομένης υπό οιουδήποτε Ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που περιλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ , μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ).
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση υπ` αριθμ. 29/2020 από 26-6-2029 αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ` αριθμ 4286/13-6-2018 αποφάσεως του Γ' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ο κατηγορούμενος Γ. Γ. του Π. αθώος, για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή (άρθρα 28, 302 ΠΚ), που εμπροθέσμως (καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο οικείο βιβλίο στις 29-4-2020) και νομίμως, ασκήθηκε με δήλωση του άνω Εισαγγελέως στη Γραμματέα του Αρείου Πάγου (άρθρα 474 παρ. 1 και 508 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) και έχει εισαχθεί προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, για τον προβλεπόμενο λόγο που διαλαμβάνεται στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. και που αφορά την έλλειψη της, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί η βασιμότητα του μοναδικού λόγου της.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 28 και 302 ΠΚ προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα εξής: α) ο δράστης να μην έχει καταβάλει την επιβαλλομένη, κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή (περίσκεψη - επιμέλεια), την οποία, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, οφείλει να καταβάλλει ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του οικείου τομέα κοινωνικής δραστηριότητας με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συναλλακτικές συνήθειες και την κοινή πείρα και λογική, (εάν δεν είναι ενσυνείδητη αμέλεια), β) ο δράστης να είχε τη δυνατότητα, με βάση τις ατομικές ιδιότητες, ικανότητες, γνώσεις και λοιπές προσωπικές περιστάσεις, που συνάπτονται ιδίως με το επάγγελμα ή την υπηρεσία που ασκεί, να προβλέψει και να αποφύγει το συγκεκριμένο αξιόποινο αποτέλεσμα, δηλαδή (να προβλέψει και να αποφύγει) την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του συγκεκριμένου εγκλήματος που τελέστηκε (και όχι οποιουδήποτε άλλου εγκλήματος ή επιβλαβούς αποτελέσματος) και γ) η πράξη του δράστη, ενεργεία η παράλειψη, να βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε, κατά τις αρχές της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων (condition sine qua non) που επικρατεί στον χώρο του ποινικού δικαίου, ώστε να είναι βέβαιο ότι το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα προήλθε από την αμελή συμπεριφορά του δράστη και δεν θα επερχόταν, αν ο δράστης τηρούσε την ενδεδειγμένη συμπεριφορά.
Εξ άλλου, κατά την έννοια της διάταξης αυτής του άρθρου 28 ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη ενσυνείδητη, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της οφειλόμενης προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, αλλά πίστεψε ότι δεν θα επερχόταν. Ενόψει αυτής της διάκρισης, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα δύο είδη της αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ., λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους, και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα.
Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ.
Α.Π. 1/2018, 1/2005). Ακόμη η αιτιολογία δεν δύναται να είναι "επιλεκτική", να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ' αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να κρίνεται μία τέτοια αιτιολογία, ως εμπεριστατωμένη.
Έτσι, για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να συνάγεται, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά κατ'επιλογή, υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στα πρακτικά ή όταν δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη στο σύνολο τους κάποια έγγραφα ή το περιεχόμενο μαρτυρικών καταθέσεων.
Τέλος η αθωωτική απόφαση ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ (ν.δ.53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη δεν αποτελεί η αθωότητα, αλλά η ενοχή του κατηγορουμένου, υπάρχει έλλειψη της απαιτούμενης (από ης προαναφερόμενες διατάξεις) ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' ΚΠοινΔ, όταν: α) είτε δεν αναφέρονται στην απόφαση καθόλου είτε αναφέρονται με τρόπο ελλιπή η ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, έστω ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις) για τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατό να καταλήξει σε πόρισμα νόμιμης ανατροπής του τεκμηρίου αθωότητας, δηλαδή στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης.
Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί, παραθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που προέκυψαν από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα κατά την ακροαματική διαδικασία (από την κατηγορούσα αρχή και από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο υπεράσπισής του), διαμορφώνοντας αντίστοιχες πορισματικές παραδοχές και διατυπώνοντας σχετικές αιτιολογικές σκέψεις, γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί, με παράθεση σχετικών περιστατικών και πορισματικών παραδοχών, γιατί πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, αφού, όπως σημειώθηκε, αντικείμενο της ποινικής δίκης είναι η ενοχή και όχι η αθωότητα αυτού (ΟλΑΠ 2/2017). Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 Κ.Π.Α., με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο (όπως είναι και οι πταισματοδίκες και ειρηνοδίκες, όταν διενεργούν προανάκριση η προκαταρκτική εξέταση, κατ αρθρ. 31 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) ή από το δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στη διάταξη του άρθρου 178 του ίδιου Κώδικα, στην οποία γίνεται ενδεικτική απαρίθμηση των κυριότερων αποδεικτικών μέσων, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη.
Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο αναφερόμενος ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Ειδικότερα, μάλιστα, ο λόγος αυτός γεννάται, όταν το δικαστήριο δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη συμπεράσματα, οπότε πρέπει να αιτιολογεί την αντίθετη δικανική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν όσα οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους (ΑΠ 1016 / 2019).
IV. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη από την Αντεισαγγελέα του Αρείου πάγου, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 505 παρ. 2 ΚΠοινΔ, υπ' αριθμ. 4286/13-6-2018 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο Γ. Γ. του Π., της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή σε τροχαίο ατύχημα που αυτός ενεπλάκη ως οδηγός αυτοκινήτου.
Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι το παραπάνω δικαστήριο, αφού συνεκτίμησε τα προσδιοριζόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχτηκε στο αιτιολογικό του, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατά πιστή αντιγραφή, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, ότι:
Ο κατηγορούμενος την 18-4-2013 και περί ώρα 15.30 οδηγούσε με κανονική ταχύτητα (50 χλμ/ώρα), το υπ' αριθ. κυκλ. ... αυτοκίνητο εργοστασιακής κατασκευής MERCEDES, επί της ... στη ... (η οποία διαθέτει δύο ρεύματα κυκλοφορίας με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, χωρίς διαγράμμιση διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας) και συγκεκριμένα αυτός εκινείτο με κατεύθυνση από το ...
προς τη Λ. ... και η πορεία του, λόγω της κλίσεως της επιφάνειας του εδάφους προς τα κάτω, ήταν κατωφερής. Επί της αυτής οδού, με αντίθετη όμως κατεύθυνση από αυτήν του κατηγορουμένου, ήτοι με κατεύθυνση από την Λ. ... προς το ... και με πορεία ανωφερή, εκινείτο το υπ' αριθ ... ΙΧΕ αυτοκίνητο εργοστασιακής κατασκευής TOYOTA, οδηγούμενο από την Ε.
Μ., επί του οποίου επέβαινε, στη θέση του συνοδηγού ο σύζυγος της Ν. Μ.. Όταν τα αντιθέτως κινούμενα ως άνω αυτοκίνητα, πλησίαζαν στον οικοδομικό αριθμό 15 της ανωτέρω οδού και πριν αυτά φθάσουν στο ίδιο ύψος της ανωτέρω οδού (...), το οδηγούμενο από την Ε.Μ. ως άνω όχημα εξετράπη αιφνιδίως προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του και εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας που εκινείτο το όχημα του κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα το αριστερό ήμισυ της εμπρόσθιας επιφάνειάς του, να συγκρουσθεί μετωπικά με το αριστερό ήμισυ της επιφάνειας του οχήματος του κατηγορουμένου και από την σύγκρουση αυτή να τραυματισθούν θανάσιμα η οδηγός του υπ' αριθ.
κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου (Ε.Μ.) και ο επιβαίνων σε αυτό Ν.Μ., συγκεκριμένα δε, αυτοί υπέστησαν, από τη σύγκρουση των άνω αυτοκινήτων, βαριές κακώσεις κοιλιάς και θώρακος από τις οποίες επήλθε αιτιακά ο θάνατός τους. Ο κατηγορούμενος οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς την προσοχή του τεταμένη στην οδήγηση, αλλά παρ' όλα αυτά, δεν ήταν δυνατόν να τροχοπεδήσει και να ακινητοποιήσει το όχημά του προκειμένου να αποφύγει την άνω σύγκρουση, ούτε να διενεργήσει ενδεδειγμένο για την περίπτωση ελιγμό αποτροπής της σύγκρουσης, διότι το οδηγούμενο από την Ε.Μ.
όχημα, ενώ ευρίσκετο σε μικρή απόσταση από το όχημα του κατηγορουμένου, όλως αιφνιδίως εξετράπη προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της ανωτέρω οδού όπου εκινείτο το όχημα του κατηγορουμένου με το οποίο και συγκρούσθηκε. Δηλαδή ο κατηγορούμενος, λόγω της αιφνίδιας εισόδου του ως άνω οχήματος, στο ρεύμα κυκλοφορίας του, δεν είχε τον απαιτούμενο χρόνο για να αντιδράσει και συγκεκριμένα να τροχοπεδήσει και να ακινητοποιήσει πριν την σύγκρουση το όχημά του ή να διενεργήσει ενδεδειγμένο για την περίσταση ελιγμό αποτροπής της σύγκρουσης.
Ως εκ τούτου, αποδεικνύεται ότι δεν βαρύνει τον κατηγορούμενο οποιαδήποτε μορφή αμέλειας για τον επελθόντα, εξαιτίας της άνω σύγκρουσης των οχημάτων, θάνατο των ανωτέρω, γι' αυτό πρέπει, κατά την πλειοψηφούσα στο Δικαστήριο γνώμη, να κηρυχθεί αθώος της αποδιδόμενης δια του κατηγορητηρίου σ' αυτόν πράξης, ήτοι της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας κατά συρροή".
Ακολούθως, το ως άνω δικαστήριο, κήρυξε, κατά πλειοψηφία, αθώο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στη ..., στις 18-04-2013, από έλλειψη της προσοχής που εξ αντικειμένου αναμένεται από το μέσο συνετό άνθρωπο την οποία και μπορούσε, ενόψει των προσωπικών του ικανοτήτων, να επιδείξει επέφερε το θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψει το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο επί του δεξιού άκρου της ..., με κατεύθυνση από το ... προς τη Λεωφόρο ..., δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση με αποτέλεσμα να μη αντιληφθεί ότι το υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ όχημα που κινούταν επί της ..., με κατεύθυνση από τη Λεωφόρο ... προς το ..., εξετράπη αριστερά της πορείας του και εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας του δικού του οχήματος και να μην ενεργήσει εγκαίρως ελιγμό αποτροπής σύγκρουσης, ακινητοποιώντας το όχημα του, μόλις δε τα δύο οχήματα έφθασαν στο ίδιο ύψος της ...
συγκρούστηκαν μετωπικά, από τη σύγκρουση δε αυτή υπέστησαν η οδηγός του υπ' αριθ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Μ.Ε. και ο συνοδηγός του προαναφερθέντος οχήματος Ν.Μ. βαριές κακώσεις κοιλίας και θώρακος από τις οποίες επήλθε αιτιακά ο θάνατος αμφοτέρων". V. Με αυτά που διέλαβε στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της η ως άνω υπ` αριθμ 4286/13-6-2018 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο, δεν έχει την προσήκουσα από το Σύνταγμα και τη διάταξη του άρθρου 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την ως άνω κρίση της, δεδομένου ότι, (α') δεν αναφέρεται ουδαμού στην απόφαση, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και την με αριθμό 220713 Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Κ.
Ν., εγχειρισθείσα στις 22-7-2013 ενώπιον των διενεργούντων αυτεπάγγελτη προανάκριση (άρθρο 243 παρ 2 ΚΠοινΔ) για το ένδικο ατύχημα προανακριτικών υπαλλήλων του Τμήματος Τροχαίας Ελληνικού, η οποία συντάχθηκε από τον ανωτέρω, κατόπιν του διορισμού του ως πραγματογνώμονα, σύμφωνα με το άρθρο 183 ΚΠΔ, με την υπ' αριθμ 2514/9/223-1/18-4-2013 παραγγελία του Υπαστυνόμου Α' του ως άνω Τμήματος Τροχαίας Κ.
Τ., ενώπιον του οποίου δόθηκε και ο σχετικός κατ' άρθρο 194 ΚΠΔ όρκος πραγματογνώμονα και η οποία (έκθεση πραγματογνωμοσύνης) όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Για την έκθεση αυτή, η οποία αποτελεί, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 178 και 183 ΚΠοινΔ, ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, εφ' όσον η σχετική πραγματογνωμοσύνη, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, διατάχθηκε από τους προανακριτικούς υπαλλήλους του Τμήματος Τροχαίας Ελληνικού, στα πλαίσια της διεξαχθείσας για την υπόθεση αυτεπάγγελτης προανάκρισης, δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία αυτής, ούτε στο προοίμιο του αιτιολογικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ούτε αναφέρεται στη συνέχεια, όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά, που οδήγησαν το δικάσαν Τριμελές Εφετείο στην αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση του.
Ούτε αξιολογείται το πόρισμα αυτής, αλλ' ούτε και από το όλο περιεχόμενο του αιτιολογικού της προσβαλλομένης αποφάσεως συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε και αυτή, κατά τη διερεύνηση των αιτίων του τροχαίου δυστυχήματος και της συνδρομής συγκεκριμένης αμέλειας του κατηγορουμένου, ούτε και αντικρούεται η αντίθετη προς την κρίση του Δικαστηρίου (ως προς την ταχύτητα του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου) γνώμη του ανωτέρω πραγματογνώμονα, (ο οποίος κάνει λόγο για "50 με 60 χλμ/ώρα" ώστε να εξαχθεί με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία το συμπέρασμα, ότι η αθωωτική κρίση του Δικαστηρίου στηρίχθηκε και στην προαναφερθείσα Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης, που αφορά το εν λόγω τροχαίο δυστύχημα και τον απότοκο αυτού θάνατο των παθόντων, (β') δεν αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης : 1) το πλάτος του οδοστρώματος στο σημείο της σύγκρουσης και συγκεκριμένα το πλάτος εκάστου ρεύματος κυκλοφορίας της ..., 2) οι επικρατούσες συνθήκες του οδοστρώματος στο σημείο συγκρούσεως (μείωση του πλάτους του οδοστρώματος) 3) η ακριβής θέση του οχήματος του κατηγορουμένου επί της λωρίδας κυκλοφορίας του, 4) ο βαθμός κλίσης της κατωφέρειας, 5) η ύπαρξη σήμανσης, 6) Το όριο ταχύτητας στην οδό ..., 7) οι συνθήκες ορατότητας και 8) η ύπαρξη ισόπεδου κόμβου και η απόσταση αυτού από το σημείο συγκρούσεως, (γ') Δεν αιτιολογείται γιατί η κατά τις παραδοχές της ταχύτητα των 50 χλμ/ώρα ήταν "κανονική", (δ') ενώ δέχεται ότι "το οδηγούμενο από την Ε.
Μ. όχημα, ενώ ευρίσκετο σε μικρή απόσταση από το όχημα του κατηγορουμένου όλως αιφνιδίως εξετράπη προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του..", δεν προσδιορίζει την απόσταση αυτή, ούτε κατ' εκτίμηση, με τη χρήση μονάδας μέτρησης μήκους και (ε') Δεν αξιολογήθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας οι καταθέσεις στο ακροατήριο του πραγματογνώμονα Κ.
Ν. και του μάρτυρα-τεχνικού συμβούλου Κ. Β., εκ των οποίων ο πρώτος αναφέρει "η ταχύτητα και για τα δυο οχήματα κυμαίνεται στα 50 με 60 χλμ... Σχετικά με τη μορφολογία του δρόμου, υπάρχει μεγάλη στένωση του δρόμου..... Κατευθυνόμενοι προς Λ. ..., η σύγκρουση έγινε γύρω στα 15 με 20 μέτρα από τον ισόπεδο κόμβο" ο δε δεύτερος καταθέτει " Η ...
δεν έχει "στοπ" καθόλου, γι' αυτό θα πρέπει ο κατερχόμενος να έχει μειωμένη ταχύτητα για έλεγχο στον ισόπεδο κόμβο". Πέραν των ασαφειών αυτών, υπάρχει επίσης αντίφαση, διότι, ενώ δέχεται στο σκεπτικό της ότι τα οχήματα συγκρούστηκαν μετωπικά στο αριστερό ήμισυ εμπρόσθιο τμήμα των επιφανειών τους, στη συνέχεια, αντιφατικά προς την ανωτέρω παραδοχή η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει σύγκρουση υπό γωνία, δεχόμενη ότι "το οδηγούμενο από την Ε.
Μ. ως άνω όχημα εξετράπη αιφνιδίως προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του και εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας που εκινείτο το όχημα του κατηγορούμενου με αποτέλεσμα το αριστερό ήμισυ της εμπρόσθιας επιφάνειάς του να συγκρουσθεί μετωπικά με το αριστερό ήμισυ της εμπρόσθιας επιφάνειας του οχήματος του κατηγορουμένου.
Κατ, ακολουθίαν τούτων, η προσβαλλομένη απόφαση στερείται της απαιτούμενης, κατά τα προεκτεθέντα, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την αθωωτική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατόπιν αυτών ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αναιρέσεως , από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠοιν.Δ, είναι βάσιμος στην ουσία και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 19 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4286/13-6-2018 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία ο κατηγορούμενος Γ. Γ. του Π., κηρύχθηκε Αθώος.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2020. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ