Supreme Court allows appeal against dismissal of claim for remedy against administrative silence in public contracts. The court found the lower court erred in applying the law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the dismissal of a claim for a remedy against administrative silence in a public contract dispute. The appellant argued that the lower court incorrectly applied the law by rejecting the claim for a remedy while accepting a settlement request, despite the regulation's validity. The court held that the lower court erred in interpreting the relevant statutes and regulations, finding the appeal admissible and remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 12(3) and 14(1) of Law 1418/1984; Article 5(8) of Law 2229/1994; Article 199(1) of Law 4281/2014: The court must apply the correct legal provisions regarding remedies for administrative silence in public contracts, rejecting the dismissal of a claim for a remedy when the lower court failed to do so.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1343 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1343/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α… ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Κούκλη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "…..", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Γεωργιάδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/12/2012 προσφυγή-αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Λάρισας.
Εκδόθηκε η 116/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/8/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1, 2, 3, 4, 7 και 8 του ν. 1418/1984, όπως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τους, η παρ. 1 με το άρθρο 3 ν. 2940/2001 και 15 ν. 3212/2003 η παρ. 3 με το άρθρο 3§1 ν. 2229/1994 και η παρ. 8 με το άρθρο 3 παρ. 2 ν. 2229/1994, ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Κατά των πράξεων ή παραλείψεων της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, που προσβάλλουν έννομο συμφέρον του αναδόχου, χωρεί ένσταση.
Η ένσταση ασκείται με κατάθεση στη Διευθύνουσα Υπηρεσία, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δεκαπέντε ημερών, από την κοινοποίηση της πράξης ή τη συντέλεση της παράλειψης, εκτός αν σε ειδικές περιπτώσεις ορίζεται διαφορετικό στο νόμο αυτόν ή τα προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με εξουσιοδότηση του. 2.
Η ένσταση απευθύνεται στην προϊσταμένη αρχή, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Η αρμόδια αρχή υποχρεούται να εκδώσει την απόφασή της μέσα σε δύο μήνες από την κατάθεση της ένστασης. 3. Αν η ένσταση απορριφθεί στο σύνολο της ή μερικώς ή αν παρέλθει άπρακτη η δίμηνη προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου, ο ανάδοχος μπορεί να ασκήσει αίτηση θεραπείας σε ανατρεπτική προθεσμία τριών μηνών, από την κοινοποίηση της απόφασης ή από την άπρακτη πάροδο του διμήνου.
Η έκδοση ή κοινοποίηση απόφασης επί της ενστάσεως μετά την πάροδο του διμήνου δεν μεταθέτει την έναρξη της ανωτέρω προθεσμίας για την άσκηση αίτησης θεραπείας. Αίτηση θεραπείας ασκείται επίσης και κατά αποφάσεων ή πράξεων της προϊσταμένης αρχής ή του κυρίου του έργου, εφόσον με τις αποφάσεις ή πράξεις αυτές δημιουργείται για πρώτη φορά διαφωνία.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν απαιτείται να προηγηθεί ένσταση και η τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία για την άσκηση της αίτησης θεραπείας αρχίζει από την κοινοποίηση της απόφασης ή της πράξης στον ανάδοχο. 4. Η αίτηση θεραπείας απευθύνεται στον Υπουργό Δημοσίων Έργων και η επίδοσή της γίνεται πάντοτε με δικαστικό επιμελητή. 5....6...7.
Σε κάθε αίτηση θεραπείας αποφασίζει ο Υπουργός Δημοσίων Έργων, ύστερα από γνώμη του Τεχνικού Συμβουλίου, μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την επίδοση της αίτησης θεραπείας. 8. Αν η αίτηση θεραπείας απορριφθεί με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων ή αν ο Υπουργός δεν εκδώσει και κοινοποιήσει την απόφασή του μέσα στην τρίμηνη προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου, δικαιούται αυτός που υπέβαλε την αίτηση θεραπείας να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του επόμενου άρθρου.
Η κοινοποίηση της απόφασης γίνεται μέσα στην ανωτέρω τρίμηνη προθεσμία..." Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 1,2,3 του ν. 1418/1984, όπως οι παρ. 1 και 3 τροποποιήθηκαν με το άρθρο 4 παρ. 3α του ν. 3481/2006: "1. Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων.
Η κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας διάκριση μεταξύ των ενδίκων βοηθημάτων της προσφυγής και της αγωγής (άρθρα 63 και 71) ισχύει και στις διαφορές του παρόντος νόμου. 2. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των διαφορών αυτών είναι το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο.... 3.
Της προσφυγής στο εφετείο προηγείται υποχρεωτικά αίτηση θεραπείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, διαφορετικά η προσφυγή κηρύσσεται απαράδεκτη. Η προσφυγή στο εφετείο ασκείται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης που εκδόθηκε στην αίτηση θεραπείας ή από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας της παραγράφου 7 του προηγούμενου άρθρου....Δεν απαιτείται η τήρηση ενδικοφανούς προδικασίας στις περιπτώσεις που ασκείται από τον ενδιαφερόμενο αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας δεν σωρεύεται αίτημα ακύρωσης ή τροποποίησης διοικητικής πράξης ή παράλειψης".
Εξάλλου με το άρθρο 5 παρ. 6 του ν. 2229/1994, το τρίτο εδάφιο της οποίας προστέθηκε με το άρθρο τέταρτο ν. 2372/1996, ορίζεται ότι: "6. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να ιδρύονται νομικά πρόσωπα, ιδιωτικού δικαίου χωριστά για κάθε μεγάλο έργο ύψους άνω των είκοσι πέντε δισεκατομμυρίων (25.000.000.000) δραχμών με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας, Με τις αποφάσεις αυτές προσδιορίζεται το συγκεκριμένο έργο, την πραγματοποίηση του οποίου αναλαμβάνει η εταιρεία και καθορίζεται κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.
Με όμοια απόφαση, καθορίζεται ο τρόπος χρηματοδότησης του έργου. Τα νομικά αυτά πρόσωπα, εφεξής, θα διέπονται από τις διατάξεις του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920, όπως κάθε φορά ισχύει, εφόσον δεν τροποποιούνται από τις διατάξεις του νόμου αυτού". Με την παρ. 8 του ανωτέρω άρθρου ορίζεται ότι: "8. Η εκπόνηση των μελετών και η εκτέλεση των έργων των εταιριών, καθώς και οι συναφείς προμήθειες και εργασίες γίνονται κατ' εξαίρεση από κάθε κείμενη διάταξη, πλην εκείνων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σχετική με την ανάθεση μελετών και εκτέλεση δημόσιων έργων και τη διενέργεια κρατικών προμηθειών.
Τα πλαίσια των διαδικασιών καθορίζονται με κανονισμούς που εγκρίνονται από τους εποπτεύοντες υπουργούς και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με τους ανωτέρω κανονισμούς μπορεί να ρυθμίζεται και κάθε θέμα που αφορά στην ανάθεση και εκπόνηση μελετών, στην ανάθεση και κατασκευή των έργων και στη διενέργεια προμηθειών".
Κατά δε την παρ. 11 του ίδιου άρθρου: "11. Οι εταιρείες λειτουργούν για χάρη του δημόσιου συμφέροντος, είναι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Οι εταιρείες δεν υπάγονται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα ούτε στις διατάξεις που διέπουν εταιρείες που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα στο Δημόσιο.
Οι μετοχές τους ανήκουν αποκλειστικά στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπείται στη Γενική Συνέλευση από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και τον αρμόδιο κατά περίπτωση υπουργό". Περαιτέρω, κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 6 του όρθρου 5 του Ν. 2229/1994, ιδρύθηκε με την Δ17α/02/69/ΦΝ/380/10-11-1994 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Αναπληρωτή Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ Β" 846 και 896/1994) η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "…....", με έδρα ….,, καθορίστηκε ο σκοπός της (κατασκευή Ε…) και ρυθμίστηκαν διάφορα θέματα της οργάνωσης και λειτουργίας της.
Η εταιρία είναι επιχείρηση κοινής ωφέλειας, διέπεται από τις διατάξεις για τις επιχειρήσεις αυτές και λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 8 του άρθρου 5 του Ν. 2229/1994, εγκρίθηκε, με την 17α/ 10/ 59/ ΦΝ/ 393/10.7.1996 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ Β'661/1996), ο Κανονισμός αναθέσεως και εκπονήσεως μελετών και εκτελέσεως της εταιρίας αυτής.
Απέκτησε, έτσι, ισχύ ουσιαστικού νόμου, στο μέτρο που η εγκριτική αυτού υπουργική απόφαση καλύπτεται από τη νομοθετική εξουσιοδότηση, που, κατά τα ανωτέρω, παρασχέθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 5 ν. 2229/1994, στην οποία γίνεται ρητή παραπομπή. Με το άρθρο 4 του εγκριθέντος με την ανωτέρω ΥΑ κανονισμού της αναιρεσίβλητης και υπό τον τίτλο "Επίλυση των διαφορών" προβλέπεται ότι: "Η προσφυγή στο αρμόδιο δικαστήριο ασκείται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο (2) μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης που εκδόθηκε στην αίτηση θεραπείας ή από την άπρακτη πάροδο του τριμήνου προς έκδοσή της.
Η έκδοση ή κοινοποίηση απόφασης επί της αίτησης θεραπείας μετά την πάροδο του τριμήνου δεν μεταθέτει την έναρξη της ανωτέρω προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής", ενώ με το άρθρο 5 του ίδιου κανονισμού και υπό τον τίτλο "Αποφαινόμενα όργανα", προβλέπεται ότι: "Οι προβλεπόμενες από τα νομοθετικά κείμενα που μνημονεύονται στο άρθρο 2 του παρόντος αρμοδιότητες, α) του "κυρίου του έργου" (εργοδότη) ασκούνται από τη εταιρεία "…….." και β) της "προϊσταμένης αρχής", της διευθύνουσας υπηρεσίας", του "Τεχνικού Συμβουλίου" του αποφαινομένου επί αιτήσεων θεραπείας οργάνου και οποιοσδήποτε άλλης "Επιτροπής" λειτουργεί κατά το προσυμβατικό ή συμβατικό στάδιο, ασκούνται από τα αρμόδια όργανα της, όπως αυτά καθορίζονται κάθε φορά με αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας".
Στη συνέχεια, με την Δ17α/163/4/Π.Ε/ΦΝ393 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ Β'305/2001) τροποποιήθηκε ο επίμαχος κανονισμός και μεταξύ άλλων προστέθηκε άρθρο 8, υπό τον τίτλο "Συμβιβαστική επίλυση διαφορών από συμβάσεις έργων", στο οποίο ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Επιφυλασσομένης της ισχύος των διατάξεων των άρθρων 12 του Ν. 1418/84, 9 του παρόντος Κανονισμού και 293 ΚΠολΔ, ο ανάδοχος μπορεί εναλλακτικώς αντί της άσκησης αιτήσεως θεραπείας, να υποβάλει αίτηση συμβιβαστικής κατά τα άρθρα 871 και 872 του Αστικού Κώδικα, επιλύσεως των διαφορών του.
Αποκλείεται παράλληλη άσκηση αιτήσεως θεραπείας και αιτήσεως συμβιβασμού. 2. Η αίτηση της προηγουμένης παραγράφου ασκείται μέσο σε ανατρεπτική προθεσμία τριών μηνών από την κοινοποίηση της επί της ασκηθείσης ενστάσεως εκδοθείσης αποφάσεως ή από την άπρακτη πάροδο της δίμηνης προθεσμίας του άρθρου 12 παρ. 3 του Ν. 1418/1984 για την έκδοση της.
Η έκδοση ή κοινοποίηση απόφασης επί της ενστάσεως μετά την πάροδο της δίμηνης προθεσμίας, δεν μεταθέτει την έναρξη της ανωτέρω προθεσμίας για τη υποβολή της αίτησης συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς...Η διαδικασία του συμβιβασμού πρέπει να ολοκληρώνεται εντός τριμήνου χρονικού διαστήματος από την υποβολή της σχετικής αίτησης.
Αν η αίτηση συμβιβασμού δεν γίνει αποδεκτή με εμπρόθεσμη απόφαση ή μέσα στην παραπάνω προθεσμία δεν εκδοθεί σχετική απόφαση, ο ανάδοχος δικαιούται να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 1418/1984, χωρίς την προηγούμενη άσκηση αιτήσεως θεραπείας. 3....4. Επί της αιτήσεως συμβιβασμού αποφαίνεται το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας ύστερα από γνώμη Επιτροπής που συγκροτείται από το Γενικό Διευθυντή και στην οποία συμμετέχουν εξωτερικοί εμπειρογνώμονες κύρους...".
Από, τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι με τον κανονισμό της αναιρεσίβλητης δεν καθιερώνεται δικαστική διαδικασία, προς επίλυση των διαφορών μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου, διαφορετική από εκείνη του άρθρου 13 του ν. 1418/1984, εφόσον προβλέπεται προσφυγή στο αρμόδιο δικαστήριο σύμφωνα με τκ;
διατάξεις του ως άνω άρθρου. Η δε καθιέρωση με αυτόν (κανονισμό) διαζευκτικής ευχέρειας στη διοικητική προδικασία, με την δυνατότητα, εναλλακτικώς, αντί της άσκησης αιτήσεως θεραπείας (που δεν καταργείται), υποβολής αιτήσεως συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς κατά τα άρθρα 871 και 872 ΑΚ που προσιδιάζει στο χαρακτήρα της αναιρεσίβλητης, ως νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι βρίσκεται εκτός της ευρείας νομοθετικής εξουσιοδότησης που χορηγήθηκε με το άρθρο 5 παρ. 8 του ν. 2229/1920. (ΑΠ i214/2017).
Ειδικότερα, η εξουσιοδοτική αυτή διάταξη προβλέπει, ότι με τους κανονισμούς που εγκρίνονται από τους εποπτεύοντες υπουργούς και δημοσιεύονται στην Η Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορούν να καθορίζονται τα πλαίσια των διαδικασιών και να ρυθμίζεται και κάθε θέμα που αφορά, μεταξύ άλλων, στην "ανάθεση και κατασκευή των έργων".
Στο ρυθμιστικό πεδίο των διατάξεων που αφορούν την κατασκευή των δημόσιων έργων περιλαμβάνονται και οι διατάξεις που καθορίζουν την ενδικοφανή διοικητική προδικασία επίλυσης των προκυπτουσών διαφορών από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου, όπως προκύπτει από τον ισχύοντα, κατά τον κρίσιμο για την ένδικη διαφορά χρόνο, ν. 1418/1984 (που κωδικοποιήθηκε στη συνέχεια με το ν. 3669/2008), στον οποίο και ειδικότερα στο κεφάλαιο Β, υπό τον τίτλο "Κατασκευή δημόσιων έργων", έχουν ενταχθεί και οι διατάξεις του άρθρου 12 που αφορούν τη διοικητική προδικασία (ενστάσεις-αιτήσεις θεραπείας).
Τούτο καταδεικνύει, ότι ο νομοθέτης της νομοθεσίας για την κατασκευή δημόσιων έργων, θεωρεί την επίμαχη διοικητική προδικασία άρρηκτα συνδεδεμένη με τους κανόνες κατασκευής του δημόσιου έργου και αναπόσπαστο τμήμα της περί αυτού διαδικασίας. (ΑΠ 1215/2017). Τα παραπάνω ενισχύονται και από το γεγονός, ότι με το άρθρο 199 του ν. 4281/2014 (που στη συνέχεια καταργήθηκε με άρθρο 57 ν. 4403/2016) καταργήθηκαν οι διατάξεις των κανονιστικών πράξεων που αφορούν στη διαδικασία ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων προμηθειών, υπηρεσιών και έργων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής αυτού, πλην των διατάξεων που αφορούν ζητήματα εκτέλεσης δημόσιων συμβάσεων, οι οποίες διατηρούνται μέχρι την έκδοση του προβλεπόμενου στο άρθρο 178 αυτού διατάγματος.
Μεταξύ δε των κανονιστικών πράξεων που διατηρούνται κατά ρητή πρόβλεψη του ανωτέρω άρθρου είναι και ο επίμαχος κανονισμός της αναιρεσίβλητης, όπως τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, με την Δ17α/163/4/Π.Ε/ΦΝ393 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ Β'305/2001), γεγονός που καταδεικνύει ότι ο νομοθέτης θεώρησε ισχύουσες, κατά το χρόνο δημοσίευσης του ν. 4281/2014, τις διατάξεις του κανονισμού της αναιρεσίβλητης που συνάπτονται με την εκτέλεση δημόσιων συμβάσεων (ΑΠ 1216, 1217/2017).
Συνεπώς, στην ένδικη περίπτωση, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε, ως απαράδεκτη, την ένδικη προσφυγή της αναιρεσείουσας, με την αιτιολογία ότι στο στάδιο της διοικητικής προδικασίας δεν άσκησε αίτηση θεραπείας κατά της τεκμαιρόμενης σιωπηρής απόρριψης της ένστασης της από την Προϊστάμενη Αρχή αλλά υπέβαλε την προβλεπόμενη από τον κανονισμό της αναιρεσίβλητης αίτηση συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς που, όμως, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, η σχετική ρύθμιση του κανονισμού της αναιρεσίβλητης είναι ανίσχυρη, κείμενη εκτός νομοθετική εξουσιοδοτήσεως, εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 8 του ν. 2229/1994, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 2576/1998, τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 2 και 9 του κανονισμού της αναιρεσίβλητης (με τη μη εφαρμογή τους), τκ διατάξεις των όρθρων 12 παρ. 3 και 13 παρ. 3 του ν. 1418/1984 (κατά το μέρος που δέχτηκε αποκλειστική εφαρμογή των διατάξεων περί ασκήσεως αιτήσεως θεραπείας, κατ' αποκλεισμό τη ρύθμισης του κανονισμού της αναιρεσίβλητης περί υποβολής αιτήσεως συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς) και τις διατάξεις του όρθρου 199 παρ. 1.Β αρ. 20 του ν. 4281/2014.
Επομένως, οι σχετικοί με τα παραπάνω 1ος, 2ος και 3ος λόγο. της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των παραπάνω αναφερθεισών, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων, είναι ουσιαστικά βάσιμοι, [η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών αιτιάσεων], πρέπει, δεκτών γενομένων αυτών ως και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλου δικαστές (αρθρ. 580§3 ΚΠολΔ), διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495§4 ΚΠολΔ), τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν ως εκ του δυσερμηνεύτου των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου (αρθρ. 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 116/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, συγκροτούμενο από διαφορετικούς από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση, δικαστές.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ, ολικά τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Αυγούστου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ