Supreme Court dismisses appeal for failure to raise statute of limitations objection in lower court proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed multiple appeals filed against a first-instance judgment, ruling them inadmissible. The appellant failed to raise the statute of limitations objection before the court of first instance or during the appeal phase. The court determined that since this procedural objection was not presented earlier, it could not be raised for the first time on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561(2) and 495(4) of the Code of Civil Procedure; A procedural objection regarding the statute of limitations must be raised before the court of first instance or during the appeal, and cannot be raised for the first time in a subsequent appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1343 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1343/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Δ. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. χήρας Γ. Δ., κατοίκου ..., 2) Π. Γ. Δ., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου της αποβιώσασας αρχικά ενάγουσας Μ. χήρας Μ. Ι., 3) Μ. Γ. Δ., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου της αποβιώσασας αρχικά ενάγουσας Μ. χήρας Μ. Ι., 4) Π. χήρας Ε. Δ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Π. Δ. και κατέθεσαν προτάσεις, 5) Π. Δ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις, 6) Δ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 7) Ε. Δ. του Ε., συζύγου Α. Χ., κατοίκου ..., 8) Ι. Δ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Π. Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.
Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. χήρας Γ. Δ., κατοίκου ..., 2) Π. Γ. Δ., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου της αποβιώσασας αρχικά ενάγουσας Μ. χήρας Μ. Ι., 3) Μ. Γ. Δ., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου της αποβιώσασας αρχικά ενάγουσας Μ. χήρας Μ. Ι., 4) Π. χήρας Ε. Δ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Π. Δ. και κατέθεσαν προτάσεις, 5) Π. Δ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις, 6) Δ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 7) Ε. Δ. του Ε., συζύγου Α. Χ., κατοίκου ..., 8) Ι. Δ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Π. Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Γ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Λύτρα και δεν κατέθεσε προτάσεις, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ρουμελιώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Γ. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ρουμελιώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. χήρας Γ. Δ., κατοίκου ..., 2) Π. Γ. Δ., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου της αποβιώσασας αρχικά ενάγουσας Μ. χήρας Μ. Ι., 3) Μ. Γ. Δ., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου της αποβιώσασας αρχικά ενάγουσας Μ. χήρας Μ. Ι., 4) Π. χήρας Ε. Δ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Π. Δ. και κατέθεσαν προτάσεις, 5) Π. Δ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις, 6) Δ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 7) Ε. Δ. του Ε., συζύγου Α. Χ., κατοίκου ..., 8) Ι. Δ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Π. Δ. και κατέθεσαν προτάσεις, 9) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κουτσουλέλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Δ. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κουτσουλέλο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Λύτρα και κατέθεσε προτάσεις.
Ε. Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Λύτρα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. χήρας Γ. Δ., κατοίκου ..., 2) Π. Γ. Δ., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου της αποβιώσασας αρχικά ενάγουσας Μ. χήρας Μ. Ι., 3) Μ. Γ. Δ., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου της αποβιώσασας αρχικά ενάγουσας Μ. χήρας Μ. Ι., 4) Π. χήρας Ε. Δ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Π. Δ. και κατέθεσαν προτάσεις, 5) Π. Δ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις, 6) Δ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 7) Ε. Δ. του Ε., συζύγου Α. Χ., κατοίκου ..., 8) Ι. Δ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Π. Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/1/2007 αγωγή, την από 27/12/2007 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή, την από 28/2/2012 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή και την από 5/12/2007 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4765/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7056/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, Ε αναιρεσείοντες με τις από 22/6/2015, 15/6/2015, 18/6/2015, 10/10/2015 και 22/7/2015 αιτήσεις τους αντίστοιχα.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε α) την από 28/3/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 22/6/2015 αιτήσεως αναιρέσεως, β) την από 29/3/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 15/6/2015 αιτήσεως αναιρέσεως, γ) ανέγνωσε την από 24/3/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 18/6/2015 αιτήσεως αναιρέσεως, δ) την από 23/3/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 10/10/2015 αιτήσεως αναιρέσεως και ε) την από 23/3/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 22/7/2015 αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας δια των κατατεθεισών προτάσεων την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι από 15-6-2015, 18-6-2015, 22-6-2015, 22-7-2015 και 10-10-2015 αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 7056/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που πρέπει να συνεκδικαστούν, αφού, με τον τρόπο, αυτό διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1). Με τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 7056/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί των α) από 6-11-2012 έφεσης της αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "..." (από 18-6-2015 αίτηση αναίρεσης), β) από 10-12-2012 έφεσης του αναιρεσείοντος Δ.
Ρ. (από 22-6-2015 αίτηση αναίρεσης), γ) από 11-12-2012 έφεσης των αναιρεσειόντων Κ. Δ. κ.λπ. (από 15-6-2015 αίτηση αναίρεσης), δ) από 12-12-2012 έφεσης του αναιρεσείοντος Γ. Σ. (από 22-7-2015 αίτηση αναίρεσης) και ε) από 18-4-2013 έφεσης της αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "..." (από 10-10-2015 αίτηση αναίρεσης) κατά της υπ' αριθμ. 4765/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 5-1-2007 αγωγή των αναιρεσειόντων Κ.
Δ. κ.λπ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. και 104 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου εμφανίζεται στο δικαστήριο, αλλά δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, την οποία αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικώς απών. Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 576 του ίδιου Κώδικα, εάν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο παριστάμενος ομόδικος του απολιπομένου διαδίκου ή ο αντίδικος αυτού, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο 'Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση, αν δε στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο, που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής της στο πινάκιο είναι, ότι ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως όταν κατ' αυτή εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, για τον οποίο δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη σχετικής πληρεξουσιότητας, και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επισπεύσεως της συζητήσεως ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλητεύσεώς του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υποθέσεως από το πινάκιο και η αναγραφή αυτή για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του, για τη νέα δικάσιμο (ΑΠ 1973/2008).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του Ν. 1157/1981 "η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών άρχεται από της επιούσης της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7ην μ.μ. ώραν της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμον εξαιρετέα ή Σάββατο την αυτήν ώραν της επομένης εργασίμου ημέρας".
Όπως συνάγεται από τη διατύπωσή της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ.1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξεως, σε τρόπο ώστε, αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, που, σημειωτέον, θεωρείται εξαιρετέα και μη εργάσιμη ημέρα (ΚΠολΔ 144§3) δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας, γεγονός το οποίο συμβαίνει και επί της προθεσμίας των εξήντα ημερών, που απαιτείται για την επίδοση κλήσης για συζήτηση πριν από την ορισθείσα δικάσιμο της αναιρέσεως και η οποία (προθεσμία) τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 568 §§ 2 και 3 ΚΠολΔ.
Επομένως, αν η τελευταία (60η) πριν από τη δικάσιμο ημέρα (με αφετηρία την επομένη της καταθέσεως και επιδόσεως) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη κλήση του διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις παρά πόδας των από 15-6-2015 και 22-6-2015 αιτήσεων αναίρεσης από 21-9-2015 και 1-10-2015 πράξεις του Προέδρου του Τμήματος τούτου αντιστοίχως, ορίστηκε αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών η 4-4-2016, κατά την οποία, όπως περαιτέρω προκύπτει από την επισκόπηση του οικείου πινακίου, ο αναιρεσείων και πρώτος των αναιρεσιβλήτων των από 22-6-2015 και 15-6-2015 αιτήσεων αναίρεσης αντίστοιχα Δ.
Ρ. εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Σ. Α., χωρίς όμως να προκύπτει, ότι ο τελευταίος είχε και σχετική πληρεξουσιότητα. Κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ο προαναφερόμενος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, η από την αρχική ως άνω δικάσιμο αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη δικάσιμο την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δεν ισχύει ως κλήτευση του ανωτέρω αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου.
Περαιτέρω, από τις προσκομιζόμενες, από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες και αναιρεσιβλήτους των από 15-6-2015 και 22-6-2015 αιτήσεων αναίρεσης αντιστοίχως υπ' αριθμ. ... και .../2-2-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Σ. προκύπτει, ότι ο μη παραστάς Δ. Ρ. δεν κλητεύθηκε εμπρόθεσμα για την αρχική δικάσιμο της 4-4-2016, καθόσον η τελευταία (60η) πριν από τη δικάσιμο ημέρα της προθεσμίας των εξήντα ημερών (με αφετηρία την επομένη της κατάθεσης και επίδοσης των ως άνω αιτήσεων αναίρεσης), την οποία ο Πρόεδρος του Τμήματος τούτου, με τις παραπάνω πράξεις του, όρισε για την επίδοση της κλήσης για τη συζήτηση της υπόθεσης (ΚΠολΔ 568 § 2 περ.
β') συμπίπτει με Σάββατο, που θεωρείται εξαιρετέα και μη εργάσιμη ημέρα (ΚΠολΔ 144 § 3). Ενόψει όλων αυτών, πρέπει η συζήτηση της από 22-6-2015 αίτησης αναίρεσης, καθώς και της από 15-6-2015 αίτησης αναίρεσης, ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, να κηρυχθεί απαράδεκτη. Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι, εκ πλαγίου, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και, συνεπώς, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως αόριστη, μη νόμιμη ή για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης, με βάση τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της αγωγής πραγματικά περιστατικά, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (ΑΠ 701/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη νόμου, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Εξάλλου, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο Γ. Δ., ετών 52, σύζυγος της πρώτης των κυρίως εναγόντων και νυν εκκαλούντων - εφεσιβλήτων (Κ. χήρας Γ. Δ.), πατέρας της δεύτερης (Π. Δ.) και τρίτης (Μ. Δ.), υιός της τέταρτης (Π.
χήρας Ε. Δ.), αδελφός των πέμπτου (Π. Δ.), έκτου (Δ. Δ.), έβδομης (Ε. Δ.) και όγδοου (Ι. Δ.) και γαμπρός από θυγατέρα της ένατης απ' αυτούς (Μ. χήρας Μ. Ι. το γένος Γ. Τ.), η οποία απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι της (εγγονές της): α] Π. Δ. και β] Μ. Δ., κατά τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2001, αισθάνθηκε ενοχλήσεις νευρολογικής φύσης στο δεξιό άνω άκρο του και ειδικότερα πόνο στη δεξιά ωμοπλάτη και μούδιασμα του δεξιού άνω άκρου.
Αμέσως, επισκέφθηκε τον οικογενειακό του ιατρό Α. Μ., ορθοπεδικό, ο οποίος του συνέστησε να υποβληθεί σε μαγνητική τομογραφία της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Τα αποτελέσματα της εν λόγω εξέτασης ανέδειξαν καλοήθη όγκο νωτιαίου μυελού και σπονδυλικής στήλης, στο επίπεδο 1ου και 2ου αυχενικού σπονδύλου ο οποίος παρουσίαζε χαρακτηριστικά νευρινώματος.
Εν συνεχεία, εξετάστηκε από εξειδικευμένους για το συγκεκριμένο ιατρικό ζήτημα ιατρούς και συγκεκριμένα από τον δεύτερο εναγόμενο (Γ. Σ.), χειρουργό - ορθοπεδικό, Αναπληρωτή Καθηγητή …, ειδικό επί της σπονδυλικής στήλης, ο οποίος, λόγω της υφής του προβλήματος, τον παρέπεμψε προς εξέταση και στον πρώτο εναγόμενο (Δ.
Ρ.), νευροχειρουργό, Αναπληρωτή Καθηγητή …, στην έδρα …. Οι τελευταίοι, αξιολογώντας όλες τις εξετάσεις του ασθενή, συμφώνησαν με την διάγνωση περί "νευρινώματος της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης στο επίπεδο Α1-Α2" και αποφάνθηκαν υπέρ της αφαίρεσής του (καλοήθους όγκου), καθόσον η παραμονή του στη θέση που ανευρέθη και είχε αναπτυχθεί ενείχε σοβαρούς κινδύνους για πρόκληση βλάβης στο νευρικό ιστό (παραλύσεις μέχρι τετραπληγίας) και πιθανόν να οδηγούσε στο θάνατο, για τους κινδύνους δε αυτούς ενημέρωσαν τον ίδιο και τους οικείους του.
Ενόψει δε του ότι η πιεστική αντίδραση του όγκου επί του άνω αυχενικού μυελού και των σύστοιχων αυχενικών νευρικών ριζών είχε ήδη αρχίσει, αποφασίστηκε η υποβολή του πάσχοντος σε άμεση διπλή χειρουργική επέμβαση, κατά την οποία αρχικά θα αφαιρείτο ο όγκος (νευρίνωμα) από τον νευροχειρουργό, Δ. Ρ. και εν συνεχεία, στην ίδια εγχειρητική συνεδρία, θα ακολουθούσε στήριξη της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης με ινιοαυχενική σπονδυλοδεσία από τον χειρουργό-ορθοπεδικό, Γ.
Σ.. Η εγχείρηση αποφασίστηκε να λάβει χώρα στην ιδιωτική κλινική εκμετάλλευσης της τρίτης εναγόμενης - προσεπικαλούσας ενάγουσας "... Α.Ε.", με τον διακριτικό τίτλο "...", στην οποία προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, ως συνεργαζόμενοι ιδιώτες ιατροί, ο μεν Δ. Ρ., ως Διευθυντής του Νευροχειρουργικού Τμήματος, ο δε Γ.
Σ., ως Διευθυντής του Ορθοπεδικού Τμήματος. Την 9η-1-2002 ο ασθενής εισήχθη στην άνω κλινική και υποβλήθηκε στον συνήθη απαιτούμενο κλινικό και εργαστηριακό προεγχειρητικό έλεγχο από την ιατρική ομάδα της, συνιστάμενο σε αιματολογικές, ακτινολογικές και καρδιολογικές εξετάσεις, το μόνο δε αξιοσημείωτο που κατεδείχθη από τη διενεργηθείσα ψηφιακή αγγειογραφία των τραχηλικών αγγείων (καρωτίδων και σπονδυλικών αρτηριών), ήταν "...
στένωση της τάξεως του 60% στην έκφυση της δεξιάς έσω καρωτίδας, σε μήκος 0,5 cm περίπου.., χωρίς εμφανή παθολογικά ακτινολογικά ευρήματα" (αρτηριακή υπέρταση) και χωρίς αυτό να αποτελεί λόγο ματαίωσης της προγραμματισθείσας επέμβασης. Παράλληλα, ο ασθενής έλαβε προεγχειρητική προφύλαξη με αντιβιοτικά "Rocephin" (κεφτριαξόνη) και "Briklin" (αμικασίνη), τα οποία ελάμβανε ενδοφλεβίως και την επόμενη ημέρα, ήτοι την 10η-1-2002, υποβλήθηκε σε ενδεκάωρη περίπου διπλή χειρουργική επέμβαση, πρώτα από την νευροχειρουργική ομάδα, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Δ.
Ρ. και κατόπιν από τον ορθοπεδική ομάδα, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Γ. Σ.. Κατά την διπλή αυτή επέμβαση καταρχήν επιτεύχθηκε από την νευροχειρουργική ομάδα πλήρης και επιτυχής αφαίρεση του καλοήθους όγκου (νευρινώματος), ο οποίος, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τους εναγόμενους από 10-1-2002 πρακτικό χειρουργείου, ήταν "εκφυόμενος από τη δεξιά Α2 νωτιαία ρίζα, κατά την έξοδό της από τον νωτιαίο μυελό, επεκτεινόμενος σε όλο το μήκος του τρήματος και εξερχόμενος αυτού διηθώντας τους συνδέσμους των αρθρικών αποφύσεων".
Μετά την αφαίρεση των νευροϊνωματωδών μαζών παρέμεινε ανοικτό τμήμα της σκληράς μήνιγγας, διότι δημιουργήθηκε έλλειμμα σ' αυτήν (κατά την απομάκρυνσή της για την επέμβαση στο σημείο που βρισκόταν ο όγκος και την επανατοποθέτησή της), το οποίο καλύφθηκε με πλαστική χειρουργική επέμβαση με ειδικό υλικό "Tutoplast fascia lata" (μόσχευμα που προέρχεται από ανθρώπινη πλατειά μηριαία περιτόνια) και περαιτέρω με "αυτόλογο λίπος", δηλαδή με επιπρόσθετη εναπόθεση μοσχεύματος λίπους από τον ίδιο τον ασθενή.
Στη συνέχεια ακολούθησε πλήρης αποσυμπίεση του νωτιαίου σάκου και ινιοαυχενική σπονδυλοδεσία για τη στήριξη του αυχένος από την ορθοπεδική ομάδα και τελική συρραφή των μαλακών μορίων και του δέρματος ... Μετά το πέρας της εγχείρησης ο ασθενής ανένηψε καλώς και μεταφέρθηκε για νοσηλεία στη Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας.
Το ίδιο βράδυ της 10ης-1-2002 προς 11ης-1-2002 παρουσίασε πυρετό 38°C και το τραύμα αιμορράγησε, οπότε εκλήθη ο νευροχειρουργός Α. Γ., ο οποίος προέβη σε "πιεστική αλλαγή του τραύματος και τοποθέτηση τριών ραμμάτων". Ακολούθως, την πρώτη μετεγχειρητική ημέρα (11η-1-2002) η κατάσταση του ασθενούς εξελισσόταν ομαλά, οπότε αποσυνδέθηκε από τα "monitors" παρακολούθησης και μεταφέρθηκε σε κανονικό θάλαμο νοσηλείας.
Την επομένη (12η-1-2002) ήταν σε καλή γενική κατάσταση και εμφάνισε πυρετική κίνηση κάτω των 38°C. Έγινε αλλαγή τραύματος και κινητοποιήθηκε με την βοήθεια ορθοπεδικού, φορώντας αυχενικό κηδεμόνα, πλην όμως παρατηρήθηκε διαφυγή Ε.Ν.Υ. (εγκεφαλονωτιαίου υγρού) από τη μεσότητα του χειρουργικού τραύματος ... Την 13η-1-2002 (3η μετεγχειρητική ημέρα) η κατάστασή του παρέμενε γενικά καλή, ήταν κινητοποιημένος και η πυρετική του κίνηση μέχρι την 14η-1-2002 (4η μετεγχειρητική ημέρα) δεν ξεπερνούσε τους 38°C, ενώ στην ανωτέρω αναφορά ενεργειών δεν αναφέρεται ότι παρατηρήθηκε συνέχιση της διαφυγής ΕΝΥ από το τραύμα.
Ο πυρετός που εμφάνισε ο ασθενής τις τρεις πρώτες ημέρες αποδόθηκε ακριβώς στην επέμβαση, που είχε προηγηθεί, ήτοι χαρακτηρίστηκε ως μετεγχειρητικός, αφού μάλιστα, κατά το χρονικό διάστημα από τις 11 το βράδυ μέχρι τις 6 το πρωί της επόμενης ημέρας ήταν δεκατικός, ενώ είχε ήδη διακοπεί η χορήγηση παρακεταμόλης (apotel).
Ωστόσο, την 15η-1-2002 (5η μετεγχειρητική ημέρα), δηλαδή πέντε ημέρες μετά την επέμβαση και ενώ είχε προηγηθεί ένα 24ωρο σχεδόν πλήρους απυρεξίας (θερμοκρασία μέχρι 37°C), από την 6η πρωινή ώρα καταγράφηκε αιφνιδίως υψηλός πυρετός 39°C και προσήλθαν προς εξέταση του ασθενούς δύο ιατροί παθολόγοι, η Λ. Δ. κατά τις πρωινές ώρες και ο Ε.
Π. κατά τις απογευματινές. Οι τελευταίοι, από τον έλεγχο της κλινικής κατάστασης του ασθενούς, δεν διέγνωσαν την ύπαρξη εμφανούς εστίας λοίμωξης, παρά μόνο υψηλό πυρετό (έως 39°C) χωρίς άλλα συνοδά συμπτώματα, γι' αυτό και συνέστησαν σειρά εργαστηριακών εξετάσεων (υπέρηχο κοιλίας, υπέρηχο καρδίας, γενική εξέταση αίματος, αιμοκαλλιέργειες, γενική και μικροβιολογική εξέταση ούρων), για τον εντοπισμό της λοίμωξης και αλλαγή του αντιβιοτικού σχήματος σε primaxin (ιμιπενέμη) και garamycin (γενταμικίνη), επί εμμονής δε του πυρετού στα ίδια επίπεδα προσθήκη "apotel" ...
Την 16η-1-2002 (6η μετεγχειρητική ημέρα) συνεχίζονταν οι εργαστηριακές εξετάσεις, σύμφωνα με τις υποδείξεις των παθολόγων, χωρίς όμως παθολογικά ευρήματα, και ο ασθενής εξακολουθούσε να εμφανίζει υψηλό πυρετό (μέχρι 39°C), χωρίς εν τω μεταξύ να έχει αναδειχθεί συγκεκριμένη παθολογική κατάσταση ή κλινική εστιακή λοίμωξη.
Την ίδια ημέρα (16η-1-2002) εντέλλεται από τον νευροχειρουργό, Π. Α., επιμελητή της κλινικής, που προΐστατο ο πρώτος εναγόμενος, η διενέργεια γενικής εξέτασης και καλλιέργειας ΕΝΥ και επί υπερπυρεξίας χορήγηση στον ασθενή αντιπυρετικών (εναλλάξ μιας αμπούλας Apotel και egicalm). Κατά την παρακέντηση συλλογής υγρού από το χειρουργηθέν τραύμα, αφαιρέθησαν 30 c.c. εγκυστωμένου ΕΝΥ και εστάλησαν για γενική εξέταση Ε.Ν.Υ.
και καλλιέργεια Ε.Ν.Υ. Η ανάλυση του, ως άνω, υγρού, τα αποτελέσματα της οποίας αναγράφονται την ίδια ημέρα, κατέδειξε 20.000 ερυθρά κ.κ.χ., 1.800 λευκά κ.κ.χ. (90% πολυμορφοπύρηνα), 380 mg/dl λεύκωμα και 37 mg/dl σάκχαρο. Οι εν λόγω τιμές από μόνες τους αναδεικνύουν παθογόνο κατάσταση, όπως τούτο προκύπτει από την εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, έστω και αν η καλλιέργεια απέβη αρνητική για ανάπτυξη μικροβίων, αφού, κατά το ίδιο διάστημα, ο ασθενής καλυπτόταν από αντιβιοτική αγωγή, η λήψη της οποίας συνήθως έχει, ως αποτέλεσμα, οι καλλιέργειες να εμφανίζονται στείρες μικροβίων.
Μετά την εξέταση αυτή δόθηκε η οδηγία από τον ίδιο ιατρό διακοπής της χορήγησης των αντιβιοτικών, που μέχρι τότε ελάμβανε ο ασθενής και έναρξης χορήγησης αντιβίωσης primaxin και voncon, η οποία ξεκίνησε από την επόμενη ημέρα (17η-1-2002). Η λήψη αυτής όπως και των προηγούμενων αντιβιοτικών φαρμάκων, γινόταν ενδοφλεβίως.
Δηλαδή ο συγκεκριμένος ιατρός, μετά την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων του ΕΝΥ, που παρέπεμπαν σε παθογόνο κατάσταση, έστω και αν δεν ανέδειξαν ανάπτυξη συγκεκριμένων μικροβίων, τροποποίησε αμέσως την μέχρι τότε προληπτική θεραπευτική αντιβιοτική αγωγή, που ελάμβανε ο ασθενής και του χορήγησε βανκομυκίνη, ήτοι αντιβιοτικό με υψηλή συγκέντρωση στο ΕΝΥ, το οποίο συνιστάται σε περιπτώσεις λοίμωξης από μηνιγγίτιδα.
Την ίδια ημέρα 17η-1-2002 (7η μετεγχειρητική) συνεχίστηκε η πυρετική κίνηση μέχρι 39°C, ενώ την 18η-1-2002 (8η μετεγχειρητική ημέρα) και την 19η-1-2002 (9η μετεγχειρητική ημέρα) παρέμενε στην ίδια κατάσταση με πυρετό μέχρι 38,8°C. Ως εκ τούτου, κατόπιν εντολής του ορθοπεδικού Α. Μ., αφαιρέθηκε ο καθετήρας "Folley", ενόψει του ενδεχόμενου να προκαλεί προδιαθεσικό παράγοντα για ουρολοίμωξη.
Λόγω δε της εμμονής του πυρετού και της αδυναμίας εντοπισμού της ακριβούς αιτίας, που τον προκαλούσε, ο δεύτερος εναγόμενος (Γ. Σ.) επικοινώνησε με την ιατρό λοιμωξιολόγο, Κ. Κ., προκειμένου να της ζητήσει την βοήθειά της και την επίσκεψή της στο νοσοκομείο, ωστόσο τούτο δεν επιτεύχθηκε, καθόσον αυτή, ως καθηγήτρια Πανεπιστημίου και εργαζόμενη στο … Νοσοκομείο δεν είχε την δυνατότητα να επισκέπτεται ασθενείς που νοσηλεύονταν σε ιδιωτικά νοσοκομεία.
Τις επόμενες ημέρες ο ασθενής παρέμεινε στην ίδια κατάσταση και μέχρι την 21η-1-2002 ήταν ήσυχος, ο δε πυρετός του έφθανε υπό αντιπυρετική και αντιμικροβιακή αγωγή σχεδόν τους 39°C. Την 22η-1-2002 (12η μετεγχειρητική ημέρα) ο ασθενής είχε σταθερά πυρετική κίνηση κυμαινόμενη μεταξύ 37,5°C και 38°C. Ενόψει δε του ότι οι συγγενείς του ανέφεραν συγχυτικά επεισόδια με συνοδεία απώλειας μνήμης, ζητήθηκε η εξέτασή του από ιατρό νευρολόγο.
Πράγματι, εξεταζόμενος την ίδια ημέρα από τον νευρολόγο Δ. Λ., διαπιστώθηκε ότι "ήταν ασθενής σε εγρήγορση, χωροχρονικά προσανατολισμένος, αναφέρθηκε συγχυτικό επεισόδιο με ψευδαισθητώσεις, από τη νευρολογική του δε εξέταση προέκυψε διαταραχή της θέσης των μελών στο χώρο, τα κάτω άκρα και σημείο Romberg, από τα λοιπά όμως συστήματα ουδέν παθολογικό ανευρέθη" ...
Κρίθηκε, εντούτοις, απαραίτητη η διενέργεια ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος για αποκλεισμό ερεθιστικής αιτίας και σε περίπτωση σύγχυσης συνεστήθη η χορήγηση του φαρμάκου Risperdal. Την 23η-1-2002 (13η μετεγχειρητική ημέρα) και ενώ συνεχιζόταν η αντιπυρετική αγωγή, η κατάσταση του ασθενούς δεν άλλαξε, η πυρετική του κίνηση ήταν μεταξύ 37,5°C και 38°C και διενεργήθηκε από τον νευρολόγο, Δ.
Λ., τόσο το προγραμματισθέν ηλεκτροεγκεφαλογράφημα, το οποίο κατέδειξε "... διάγραμμα ελαφρά και διάχυτα ανώμαλο, με παροξυσμικές βραδυρρυθμίες, κυρίως κατά την υπέρπνοια, με ασταθή δεξιά ημισφαιρική επικράτηση ..." ... όσο και μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου (MRI), κατά την οποία παρατηρήθηκαν "... πολλαπλές, μικρών διαστάσεων, εστίες αυξημένης έντασης σήματος στην περιοχή της περικοιλιακής λευκής ουσίας, ιδιαίτερα στο δεξιό μετωπιαίο λοβό, και το κοιλιακό σύστημα απεικονίζεται φυσιολογικό ως προς τη θέση, τη μορφολογία και τις διαστάσεις ..."...Το πρωί της 24ης-1-2002 (14ης μετεγχειρητικής ημέρας) ο χειρουργηθείς ασθενής εμφάνισε πυρετό 37,7°C με φθίνουσα πορεία τις επόμενες ώρες μέχρι το μεσημέρι, κατερχόμενος στα επίπεδα της δεκατικής κίνησης της τάξης του 37,5°C και 37,2°C, οπότε και, κατόπιν συνεννόησης των θεραπόντων ιατρών του, Δ.
Ρ. και Γ. Σ., αποφασίστηκε η διακοπή της ενδοφλέβιας αντιβίωσης και η χορήγηση εξιτηρίου, το οποίο υπογράφηκε από τον νευροχειρουργό Π. Α., με "... ύφεση των κλινικών νευρολογικών ευρημάτων, καθώς και της πυρετικής κίνησης ...". Κατά την έξοδο του ασθενούς από την άνω ιδιωτική κλινική, του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια και συστήθηκε επανέλεγχος μετά την πάροδο ενός μηνός, συνέχιση αντιβιοτικής αγωγής, την οποία θα λάμβανε από το στόμα (ciproxin, zantac, lonarid, salospir, apotel και egicalm), καθώς και λήψη του ηρεμιστικού risperdal (αντιψυχωσικού) σε περίπτωση ανησυχίας.
Έκτοτε, όμως, η κατάσταση του ασθενούς έβαινε συνεχώς επιδεινούμενη, καθόσον ήδη την 27η-1-2002, ήτοι μόλις τρεις ημέρες μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο "…", τα συγχυτικά φαινόμενα εντάθηκαν σε σημείο που δεν αναγνώριζε τα στενά συγγενικά του πρόσωπα (σύζυγο και θυγατέρες), κατόπιν δε επικοινωνίας των οικείων του με τον πρώτο εναγόμενο νευροχειρουργό, Δ.
Ρ., ο τελευταίος τους συνέστησε τη διακομιδή του στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "...". Πράγματι, τις βραδινές ώρες της 27ης-1-2002 ο ασθενής διακομίσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία της Νευρολογικής Κλινικής του Γ.Κ.Ν.Α. "...", παρουσιάζοντας την ημέρα εκείνη "διαταραχή στην πρόσφατη μνήμη και μέτρια στην απώτερη μνήμη, μειωμένες γνωσικές λειτουργίες, κατονομαστική αφασία, διανοητική σύγχυση, υπερτονία και κλόνο των κάτω άκρων, χωρίς διαταραχές της αισθητικότητας".
Η επείγουσα αξονική τομογραφία (CT) εγκεφάλου, στην οποία υποβλήθηκε, ενόψει του ότι η κλινική εικόνα του έδειχνε "συμπτώματα από αρχόμενο υδροκέφαλο", επιβεβαίωσε την κλινική διάγνωση της "υδροκεφαλίας". Η συνολική κλινική εικόνα και η αξονική τομογραφία του ασθενούς εκτιμήθηκαν από τους νευροχειρουργούς του άνω νοσοκομείου και ενόψει του ότι δεν έχρηζε επείγουσας χειρουργικής επέμβασης (με τοποθέτηση βαλβίδας υδροκεφαλίας για αποσυμπίεση), αποφασίστηκε η εισαγωγή του την 28η-1-2002 στη Νευρολογική Κλινική του, ως άνω, νοσοκομείου για συντηρητική αντιμετώπιση της υδροκεφαλίας με επανειλημμένες εκκενωτικές οσφυονωτιαίες παρακεντήσεις.
Και ενώ, σύμφωνα με τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους εναγόμενους φύλλα νοσηλείας της Νευρολογικής Κλινικής του Γ.Κ.Ν.Α. "...", την 29η-1-2002 ο ασθενής υποβλήθηκε σε νέα αξονική τομογραφία εγκεφάλου (CT), η οποία εμφανίζει ίδια εικόνα με την προηγούμενη, την επομένη ημέρα η κατάστασή του επιδεινώνεται ως προς το επίπεδο της συνείδησής του, ενώ ο πυρετός του ανέρχεται στο 38,7°C.
Εν τω μεταξύ είχε προσκομιστεί από τους οικείους του ασθενούς και ο ιατρικός του φάκελος από το ιδιωτικό θεραπευτήριο "...", οπότε εκτιμήθηκαν και τα αποτελέσματα της γενικής εξέτασης ΕΝΥ, που είχε διενεργηθεί εκεί και που ανέδειξε, όπως ήδη προαναφέρθηκε, 20.000 ερυθρά κ.κ.χ., 1.800 λευκά κ.κ.χ. (90% πολυμορφοπύρηνα), 380 mg/dl λεύκωμα και 37 mg/dl σάκχαρο.
Κατόπιν τούτων, την 30η-1-2002 υποβάλλεται σε ακτινογραφία θώρακος και οσφυονωτιαία παρακέντηση, το δε ληφθέν εγκεφαλονωτιαίο υγρό είχε όψη διαυγή, χροιά υποκίτρινη, λευκοκύτταρα 10/μΙ, ερυθρά 0/μΙ, λεύκωμα 20mg/dl, γλυκόζη 33mg/ dl, LDH 35mu/ml και χρώση Gram αρνητική για πυοσφαίρια και βακτήρια ... Εντούτοις, με την καλλιέργεια του ίδιου Ε.Ν.Υ., απομονώθηκε το μικρόβιο "Staphylococcus Epidermidis" και διαφάνηκε ήπια μηνιγγική αντίδραση.
Αμέσως, τέθηκε υπό αγωγή με κεφτριαξόνη (Rocephin), ενώ, όταν την 4η-2-2002 γίνεται νέα παρακέντηση (Ο.Ν.Π.), η οποία καταδεικνύει τα ίδια περίπου στοιχεία, ήτοι κύτταρα 10/μΙ με αυξημένο λεύκωμα 264mg/dl, στην αντιβιοτική του αγωγή προστέθηκε βανκομυκίνη και ριφαμπικίνη ... Την 7η-2-2002 συνεκλήθη ιατρικό συμβούλιο, στο οποίο μετείχαν οι Κ.
Κ. (διευθύντρια της νευρολογικής κλινικής του ΓΚΝ), Γ. Ο. (αναπληρωτής διευθυντής της νευροχειρουργικής κλινικής του ΓΚΝ), Ε. Α. (Επιμελητής Α' της νευροχειρουργικής κλινικής του ΓΚΝ), Κ. Λ. (Επιμελητής λοιμωξιολόγος του εν λόγω νοσοκομείου) και οι κληθέντες ως εξωτερικοί σύμβουλοι ιατροί, Α. Β. (λοιμωξιολόγος), Α.
Σ. (παιδίατρος-Επιμελήτρια στο Νοσοκομείο …) και ο πρώτος εναγόμενος, Δ. Ρ. (νευροχειρουργός). Στο συμβούλιο αυτό εκτέθηκε αναλυτικά η κατάσταση της υγείας του ασθενούς, όπως είχε πριν και μετά την έξοδό του από το ιδιωτικό θεραπευτήριο "..." και οι συμμετέχοντες σ' αυτό ιατροί κατέληξαν στο ότι είχε προσβληθεί από τη λοίμωξη της μηνιγγίτιδας οφειλόμενης στο μικρόβιο του σταφυλόκοκκου.
Ωστόσο, λόγω των δυσκολιών που θα παρουσίαζε η υποβολή του σε μια δεύτερη χειρουργική επέμβαση, εξαιτίας της σπονδυλοδεσίας, η οποία είχε προηγηθεί, αποφασίστηκε η συνέχιση της συντηρητικής αντιμικροβιακής αγωγής με χορήγηση ενδοφλέβιας αντιβίωσης (βανκομυκίνης, ριφαμπικίνης και κεφτριαξόνης) για θεραπεία της λοίμωξης της μηνιγγίτιδας, καθώς και οι συνεχείς εκκενωτικές οσφυονωτιαίες παρακεντήσεις, με τοποθέτηση παροχέτευσης του ΕΝΥ επί της σπονδυλικής στήλης, για την αντιμετώπιση του υδροκέφαλου.
Τις επόμενες ημέρες ο ασθενής υποβάλλεται σε επανειλημμένες εξετάσεις του ΕΝΥ, οι οποίες εμφανίζουν μείωση των λευκοκυττάρων και μάλιστα πολλές φορές παρουσιάζονται μηδενικά. Η πορεία του αρχίζει να είναι ικανοποιητική με βελτίωση της νευρολογικής κλινικής του εικόνας και του επιπέδου συνείδησης, πτώση του πυρετού και σχεδόν πλήρη εξάλειψη των στοιχείων της φλεγμονής του ΕΝΥ, χαμηλά λευκοκύτταρα (0-35) και στείρες καλλιέργειες με χαμηλές τιμές σακχάρου του Ε.Ν.Υ., χωρίς σύγχρονη μέτρηση του σακχάρου του αίματος.
Ωστόσο, μετά από είκοσι πέντε ημέρες χορήγησης ενδοφλέβιας αντιβιοτικής αγωγής, ήτοι την 24η- 2-2002, ο ασθενής εμφάνισε λευκοπενία, λόγω αντίδρασης του οργανισμού στην παρατεταμένη λήψη αντιβιοτικών, ελάττωση του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων του αίματος στα 1500 και εξάνθημα, με αποτέλεσμα την αναγκαστική διακοπή της αντιβιοτικής αγωγής.
Τούτο, όμως, είχε ως συνέπεια την επανεμφάνιση πυρετού, ο οποίος την 3η-3-2002 έφθασε τους 38°C και την εν γένει επιδείνωση της κατάστασής του. Νέα καλλιέργεια του ΕΝΥ, που έλαβε χώρα την 4η-3-2002, κατέδειξε λευκοκύτταρα 1.500/μΙ, εκ των οποίων το 95% πολυμορφοπύρηνα, ερυθρά 10/μΙ, λεύκωμα 58mg/dl, γλυκόζη 24mg/dl, LDH 34mu/ml, χρώση Gram θετική σε σπάνιους διπλοκόκκους ...
και απομονώθηκε και πάλι το μικρόβιο "Staphylococcus Epidermidis". Όλα τα ανωτέρω στοιχεία αναδείκνυαν την προσβολή του ασθενούς από την λοίμωξη της μηνιγγίτιδας. Επιπλέον, η μαγνητική τομογραφία (MRI) εγκεφάλου της ίδιας ημέρας έδειξε "υδροκέφαλο με αύξηση του οιδήματος και μικρού βαθμού κατάδυση των αμυγδαλών της παρεγκεφαλίδας, χωρίς πιεστικά φαινόμενα".
Έτσι, συνεχίστηκε η χορήγηση τριπλού σχήματος αντιβίωσης (μεροπενέμης, βανκομυκίνης και ριφαμπικίνης). Την 5η-3-2002, όμως, διεκόπη η μεροπενέμη (Meronem), λόγω δερματικού, φαρμακευτικού εξανθήματος, και συνεκλήθη δεύτερο ιατρικό συμβούλιο, στο οποίο μετείχαν από τη νευροχειρουργική κλινική του ΓΚΝ ο νευροχειρουργός, Ε.
Α., ο λοιμωξιολόγος Λ. και η νευρολόγος Κ. και ως εξωτερικός ιατρός ο δεύτερος εναγόμενος Γ. Σ., ενώ απούσιαζε, παρότι εκλήθη, ο πρώτος εναγόμενος, Δ. Ρ.. Στο συμβούλιο αυτό αποφασίστηκε να υποβληθεί ο ασθενής σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση του μοσχεύματος της τεχνητής μήνιγγος, θεωρούμενο ως επιμολυσμένο και αίτιο της υποτροπής της λοίμωξης, καθώς και η τοποθέτηση προσωρινής εξωτερικής βαλβίδας παροχέτευσης του Ε.Ν.Υ., προς αντιμετώπιση του υδροκέφαλου.
Την 11η-3-2002 ο ασθενής διακομίσθηκε στη Νευροχειρουργική Κλινική του Γ.Κ.Ν.Α. "..." με την κλινική πληροφορία ότι νοσηλεύεται από την 27η-1-2002 με διάγνωση ατελώς θεραπευθείσας μηνιγγίτιδας. Η πυρετική του κίνηση έφθανε έως 37,8°C, ήταν αιμοδυναμικά σταθερός, κατά διαστήματα διατηρούσε επικοινωνία με το περιβάλλον, αλλά ήταν συχνά συγχυτικός και βύθιος, εξακολουθούσε δε να βρίσκεται υπό ενδοφλέβια αντιβίωση με Voncon και Rifadin για θεραπεία από το μικρόβιο του "Staphylococcus aureus", όπως αυτό είχε ταυτοποιηθεί σε καλλιέργεια Ε.Ν.Υ. ...
Ωστόσο, η προγραμματισμένη για την ημέρα αυτή (11η-3-2002) εγχείρηση αναβλήθηκε, διότι είχε υποστεί βλάβη το κατάλληλο όργανο για την αναισθησία (ινοπτικό βροχοσκόπιο), γεγονός που δεν επέτρεψε να πραγματοποιηθεί ούτε την επόμενη ημέρα, ήτοι την 12η-3-2002. Τις ημέρες που ακολουθούν, όπως προκύπτει από το φύλλο πορείας του ασθενούς του ΓΚΝ, η κλινική εικόνα του παραμένει η ίδια, ο πυρετός του βρίσκεται σε ύφεση, συνεχίζει την ανωτέρω ενδοφλέβια αντιβιοτική αγωγή και τις εκκενωτικές Ο.Ν.Π., οι καλλιέργειες Ε.Ν.Υ.
εμφάνιζαν μειωμένα έως μηδενικά τα κύτταρα και αύξηση της γλυκόζης στα φυσιολογικά επίπεδα, στοιχεία που έδιδαν την εντύπωση ότι η αντιβιοτική αγωγή που ακολουθείτο από τους ιατρούς ήταν η ενδεδειγμένη. Πλην, όμως, στη νέα καλλιέργεια του Ε.Ν.Υ., που έλαβε χώρα την 22η-3-2002 και το αποτέλεσμά της έγινε γνωστό την 26η-3-2002 και ενώ ο ασθενής ήταν απύρετος, απομονώθηκε και πάλι το μικρόβιο "Staphylococcus aureus".
Για το λόγο δε αυτό αποφασίστηκε να υποβληθεί ο ασθενής σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση της τεχνητής σκληράς μήνιγγας η οποία θεωρείτο ως υλικό αποικισμένο με σταφυλόκοκκο, που δεν ήταν δυνατόν να αποστειρωθεί. Η χειρουργική επέμβαση προγραμματίστηκε να λάβει χώρα δύο ημέρες αργότερα, ήτοι την 28η-3-2002, καθόσον εξ αρχής δεν ήταν δυνατή η διασωλήνωση του ασθενούς, λόγω της προηγηθείσας ινιοαυχενικής σπονδυλοδεσίας και κατέστη αναγκαίο να προηγηθεί η προγραμματισμένη για την ημέρα εκείνη (28η-3-2002) υποβολή του σε τραχειοστομία.
Η εν λόγω επέμβαση τελικά πραγματοποιήθηκε, το μόσχευμα αφαιρέθηκε και εστάλη για καλλιέργεια, έγινε νέα πλαστική επέμβαση μήνιγγας με αυτομόσχευμα (fascia lata), που ελήφθη από την πλατειά περιτονία του μηρού του ασθενούς και τοποθετήθηκε συνεχής οσφυονωτιαία παροχέτευση Ε.Ν.Υ. για την αντιμετώπιση της υδροκεφαλίας.
Στη σχετική απάντηση του εργαστηρίου σημειώνεται ότι στα εξετασθέντα τεμάχια τεχνητής μήνιγγας και ράμματος "... στην άμεση χρώση GRAM δεν παρατηρήθηκαν πυοσφαίρια και βακτηρίδια ...", πλην όμως, από την καλλιέργεια του υλικού της ψευδοκάψας παλαιού ράμματος απομονώθηκε Staphylococcus epidermidis". Ακολούθησε ανάνηψη του ασθενούς από την νάρκωση και διακομιδή του από το χειρουργείο στο νοσηλευτικό τμήμα του άνω νοσοκομείου, όπου ανέκτησε το επίπεδο της συνείδησής του και είχε επικοινωνία με το περιβάλλον.
Παρόλη, όμως, την αφαίρεση του μολυσμένου σώματος, το ίδιο βράδυ παρουσίασε πυρετό, ο οποίος από τις πρωινές ώρες της επόμενης ημέρας (29ης-3-2002), επιτάθηκε και συγκεκριμένα έφθασε έως 39°C. Ακολούθησε επεισόδιο υπερτονίας και εγκατάσταση οξείας αναπνευστικής ανεπάρκειας και κώματος με ανισοκορία, οπότε και τέθηκε άμεσα σε μηχανική υποστήριξη της αναπνοής και διακομίσθηκε στο χειρουργείο, όπου τοποθετήθηκε εξωτερική κοιλιακή παροχέτευση ΔΕ μετωπιαία.
Στη συνέχεια, λόγω αιμοδυναμικής αστάθειας τέθηκε σε ινότροπα και μεταφέρθηκε στη Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας (Μ.Α.Φ.), ενώ την 30η-3-2002 τέθηκε σε καταστολή και, κατόπιν συνεχούς επιδείνωσης της ήδη βαριάς κατάστασής του, την 31η-3-2002 και ώρα 04:35 - απεβίωσε ... Ως αιτία θανάτου αναφέρθηκε καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια, οφειλόμενη σε εγκεφαλικό οίδημα, το οποίο ήταν απότοκο μηνιγγίτιδας.
Από όλα τα παραπάνω πλήρως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και δη από την προαναφερθείσα συνολική κλινική εικόνα του ασθενούς, Γ. Δ., κατά την παραμονή του στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "...", την εξέλιξη της μετεγχειρητικής του πορείας και τον ιατρικό τρόπο αντιμετώπισής της, σαφώς προκύπτει ότι στο επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του τελευταίου συνετέλεσαν συγκεκριμένες παραλείψεις των θεραπόντων ιατρών του, Δ.
Ρ. και Γ. Σ. (πρώτου και δεύτερου των εναγόμενων), στις οποίες μάλιστα υπέπεσαν, λόγω αμελούς συμπεριφοράς, την οποία επέδειξαν, κατά την άσκηση των συγκεκριμένων ιατρικών καθηκόντων τους, ήτοι δεν ενήργησαν, όπως όφειλαν και μπορούσαν, με βάση τις ιδιαίτερες ιατρικές τους γνώσεις και την εμπειρία τους, ως εκ της ειδικότητάς τους.
Συγκεκριμένα, από την εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, με ασφάλεια συνάγεται ότι η συνολική κλινική εικόνα του ασθενούς, σε συνδυασμό με τα χαρακτηριστικά της γενικότερης μετεγχειρητικής πορείας του, κατά τον χρόνο της παραμονής του στο άνω θεραπευτήριο, αναδείκνυαν ευθέως την σοβαρή παθογόνο κατάσταση του τελευταίου και μάλιστα με ιδιαίτερα ισχυρή την πιθανότητα προσβολής του από την λοίμωξη των μηνίγγων.
Η εν λόγω κρίση εξάγεται με επάρκεια και ασφάλεια λαμβανομένων υπόψη των παρακάτω αποδειχθέντων, ως κοινώς γνωστών στην ιατρική επιστήμη, στοιχείων και δη ότι: α] η φύση της επέμβασης, στην οποία είχε υποβληθεί, ενείχε μεγάλη πιθανότητα για ανάπτυξη μετεγχειρητικής μηνιγγίτιδας, αφενός μεν λόγω της αδυναμίας απόλυτης αποστείρωσης και απολύμανσης του δέρματος και της ατμόσφαιρας, αφετέρου δε λόγω της τοποθέτησης ξένου σώματος (τεχνητής μήνιγγας), β] υπήρχε έστω και μικρή διαρροή (ή διαφυγή) Ε.Ν.Υ από τη μεσότητα του χειρουργικού τραύματος, η οποία ενείχε και αυτή σοβαρή δυνατότητα μόλυνσης, αφού, ναι μεν αντιμετωπίστηκε πρόσκαιρα με την προσθήκη ραμμάτων, πλην όμως ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη, καθόσον ανοίχθηκε με τον τρόπο αυτό μία πύλη επικοινωνίας του μηνιγγικού χώρου και του ευρισκόμενου σε στάδιο μετεγχειρητικής ανάρρωσης οργανισμού με το περιβάλλον, που επέτρεπε την ελεύθερη διείσδυση σ' αυτόν μικροβίων κατ' ανάδρομη πορεία, γ] εμφανίστηκε υψηλός πυρετός από την 5η μετεγχειρητική ημέρα, που δεν υποχωρούσε, έστω και αν παρουσίαζε παροδικά ύφεση, η ύπαρξη του οποίου δεν αποδόθηκε σε άλλη αιτία, δ] η αντιβιοτική αγωγή ευρέως φάσματος, η οποία χορηγήθηκε αρχικά στον ασθενή και συγκεκριμένα κεφαλοσπορίνη και αμικασίνη, ήταν αναποτελεσματική και μόνο η ενδοφλέβια χορήγηση βανκομυκίνης, που διαπερνά τον εγκεφαλικό φραγμό, είχε ως αποτέλεσμα την ύφεση του πυρετού, γεγονός που καταδείκνυε ότι ο οργανισμός του ασθενούς ανταποκρινόταν στη συγκεκριμένη θεραπευτική αγωγή και ε] εμφανίστηκαν συγχυτικά φαινόμενα, που παρέπεμπαν ευθέως σε προσβολή (μόλυνση) του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ).
Η ανωτέρω κλινική εικόνα του ασθενούς, καθώς και τα αποτελέσματα της καλλιέργειας του Ε.Ν.Υ (εγκεφαλονωτιαίου υγρού), που λήφθηκε από το χειρουργικό τραύμα, η οποία, ναι μεν απέβη αρνητική σε μικρόβια, ωστόσο παρουσίασε "20.000 ερυθρά, 1800 λευκά (90% πολυμορφοπύρηνα), χαμηλό σάκχαρο και αυξημένο λεύκωμα", είναι κοινώς ιατρικό γνωστό, ότι αποτελούν σοβαρές ενδείξεις, που παραπέμπουν ευθέως στην ανάπτυξη λοίμωξης των μηνίγγων και σε κάθε περίπτωση δημιουργούν βάσιμες και σοβαρές υπόνοιες για προσβολή του ασθενούς από την λοίμωξη αυτή.
Τούτο, όπως και όλα τα προαναφερόμενα, επιβεβαιώνει με την ένορκη κατάθεσή του, ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ο μάρτυρας των εναγόντων Δ. Σ. (νευροχειρουργός), ο οποίος μελέτησε τον ιατρικό φάκελο του ασθενούς, ρητά δε και κατηγορηματικά αναφέρει ότι η προαναφερόμενη συνολική κλινική εικόνα του, η οποία προκύπτει πέραν πάσης αμφιβολίας απ' αυτόν (ιατρικό φάκελο), συνδυαζόμενη με τα αποτελέσματα των ιατρικών εξετάσεων, στις οποίες υποβλήθηκε, κατά την παραμονή του στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "...", δίδει σαφή ένδειξη για μεγάλη πιθανότητα προσβολής του από μετεγχειρητική μηνιγγίτιδα.
Ειδικότερα, ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρει ότι ο υψηλός πυρετός, τα συγχυτικά φαινόμενα, η αύξηση των λευκών σε 1.800 και το χαμηλό σάκχαρο, που εμφάνισε ο ασθενής, είναι σαφή στοιχεία, που δημιουργούν σοβαρή υπόνοια για προσβολή από την λοίμωξη των μηνίγγων, γεγονός που δεν δύναται να αναιρεθεί από την εκτίμηση και αξιολόγηση οποιουδήποτε άλλου αποδεικτικού μέσου.
Από όλα τα παραπάνω, καθίσταται σαφές ότι οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων (Δ. Ρ. και Γ. Σ.), οι οποίοι είναι διακεκριμένοι επιστήμονες στην προαναφερόμενη ειδικότητά του ο καθένας, είχαν τη δυνατότητα, ως θεράποντες ιατροί του άνω ασθενούς, λόγω των προαναφερόμενων ενδείξεων, που αυτός εμφάνισε κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "...", να διαγνώσουν ότι είχε προσβληθεί από λοίμωξη των μηνίγγων και ότι απαιτείτο άμεση θεραπεία για την αποτελεσματική αντιμετώπισή της και σε κάθε περίπτωση έπρεπε να τους δημιουργηθούν βάσιμες και σοβαρές υπόνοιες για προσβολή του από τη λοίμωξη αυτή και να προβούν στις ενδεδειγμένες προς τούτο ιατρικές ενέργειες, προκειμένου είτε να εκμηδενίσουν την πιθανότητα αυτή, είτε να την επιβεβαιώσουν.
Είχαν δε όλο τον απαιτούμενο χρόνο και διέθεταν όλα τα απαραίτητα ιατρικά μέσα, προς τούτο. Εν τούτοις, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν και μπορούσαν να επιδείξουν, ακριβώς λόγω της επιστημονικής τους επάρκειας και των ιδιαζουσών γνώσεών τους, παρέλειψαν να αξιολογήσουν τα αποτελέσματα της διενεργηθείσας καλλιέργειας του Ε.Ν.Υ, τα οποία, συνδυαζόμενα με τα υπόλοιπα στοιχεία (κλινική εικόνα ασθενούς, υψηλός πυρετός, συγχυτικά φαινόμενα), έδιδαν σαφείς ενδείξεις για προσβολή του από την λοίμωξη των μηνίγγων.
Ακόμη, δηλαδή και στην περίπτωση που η διαγνωστική αξία της, ως άνω, εξέτασης ήταν περιορισμένη, ενόψει του ότι ο ασθενής ελάμβανε μετεγχειρητικά αντιβιοτικά φάρμακα, εξαιτίας των οποίων συνήθως οι καλλιέργειες εμφανίζονται στείρες μικροβίων ..., οι τελευταίοι όφειλαν να την αξιολογήσουν σε συνδυασμό με την συνολική κλινική εικόνα του ασθενούς, προκειμένου να έχουν σαφή εικόνα για την ανάπτυξη ή όχι λοίμωξης του ασθενούς και κατόπιν να του χορηγήσουν εξιτήριο.
Σε κάθε περίπτωση είχαν την δυνατότητα και όφειλαν να επαναλάβουν μια άμεση οσφυονωτιαία παρακέντηση εγκεφαλονωτιαίου υγρού και καλλιέργεια αυτού, προκειμένου να αποκλείσουν ή να επιβεβαιώσουν την περίπτωση προσβολής του ασθενούς από τη λοίμωξη της μηνιγγίτιδας. Παρά την ύπαρξη, λοιπόν, όλων των ανωτέρω ενδείξεων, που παρέπεμπαν ευθέως σε μηνιγγίτιδα ή έστω δημιουργούσαν βάσιμες και σοβαρές υπόνοιες για προσβολή του ασθενούς από τη λοίμωξη αυτή, οι, ως άνω, θεράποντες ιατροί, χωρίς επιπροσθέτως καν να αναμένουν ούτε το αποτέλεσμα της μαγνητικής τομογραφίας εγκεφάλου (ΜΤΕ), που είχε παραγγείλει ο νευροχειρουργός Π.
Α. και είχε λάβει χώρα την 23η-1-2002, το οποίο, αξιολογούμενο σε συνδυασμό με τα λοιπά στοιχεία, σαφώς και θα έδιδε μια πληρέστερη εικόνα της μετεγχειρητικής κατάστασης του ασθενούς και χωρίς να επαναλάβουν την εξέταση του Ε.Ν.Υ, έσπευσαν, παρά την ύπαρξη πυρετού (ο οποίος το βράδυ πριν την έξοδο του ασθενούς έφθασε μέχρι 38°C), να του χορηγήσουν εξιτήριο, διακόπτοντας αναγκαστικά την αντιβιοτική ενδοφλέβια αντιβίωση (VONCON), η οποία ήταν ενδεδειγμένη για την θεραπεία της μικροβιακής μηνιγγίτιδας, από την οποία είχε προσβληθεί και μολονότι είχε αποδειχθεί ότι ο οργανισμός του ανταποκρινόταν σ' αυτήν, συστήνοντάς του συγχρόνως τη λήψη από το στόμα πολύ μικρότερης δυναμικότητας αντιβιοτικού.
Μάλιστα οι τελευταίοι δεν αξιολόγησαν ούτε το γεγονός ότι, όπως προαναφέρθηκε, μία ημέρα πριν την έξοδο αναφέρθηκε στον νευρολόγο, Δ. Λ., ο οποίος τον εξέτασε, συγχυτικό επεισόδιο με ψευδαισθητώσεις, δηλωτικό αλλαγής του συνειδησιακού επιπέδου, καθώς και ότι από την νευρολογική εξέταση προέκυψε και διαταραχή της θέσης των μελών στο χώρο.
Αποτέλεσμα δε της εξόδου του ασθενούς από το ιδιωτικό θεραπευτήριο "..." την 24η-1-2002 και της διακοπής χορήγησης της ενδοφλέβιας αντιβίωσης, ήταν
το μικρόβιο του σταφυλόκοκκου να εδραιωθεί, να αποικίσει στα ξένα σώματα (τεχνητή μήνιγγα), τα οποία του είναι ιδιαίτερα προσφιλή και να αναζωπυρωθεί έτσι η λοίμωξη. Και τούτο ήταν αναμενόμενο, αφού μέχρι την έξοδό του από το νοσοκομείο ελάμβανε τριπλό, όπως προαναφέρθηκε, σχήμα αντιβίωσης και κυρίως βανκομυκίνη (VONCON), το οποίο είναι το πλέον κατάλληλο αντιβιοτικό για την αντιμετώπιση της συγκεκριμένης λοίμωξης, ενώ μετά του χορηγήθηκε κιπροφλοσαξίνη (ciproxin), το οποίο είναι αντιβιοτικό που έχει περιορισμένη δράση κατά του μικροβίου του σταφυλόκοκκου και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί ενδεδειγμένη θεραπεία για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της λοίμωξης της μηνιγγίτιδας.
Είναι δε ιατρικώς γνωστό ότι η διακοπή των αντισταφυλοκοκκικών αντιβιοτικών επανατροφοδοτεί τη μηνιγγίτιδα και επιτρέπει στα μικρόβια, που αποικίζουν το ξένο σώμα, εντός ολίγων ημερών, να εκδηλώσουν πλήρη λοίμωξη, ενώ, αντίθετα, η έγκαιρη χορήγηση των ενδεδειγμένων αντιβιοτικών τα περιορίζει στη βιολογική φωλιά τους (ξένο σώμα), ακόμη και όταν δεν μπορεί να τα ξεριζώσει.
Βέβαια οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι, κατά την νοσηλεία του ασθενούς στο ιδιωτικό νοσοκομείο ..., δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι είχε προσβληθεί από την λοίμωξη της μηνιγγίτιδας και τούτο διότι από μόνη της η ύπαρξη πυρετού δεν αποτελεί στοιχείο λοίμωξης και στην προκειμένη περίπτωση ήταν μετεγχειρητικής υφής, στις καλλιέργειες του ΕΝΥ δεν ανιχνεύτηκε οποιοδήποτε μικρόβιο, ενώ τα αποτελέσματα της μαγνητικής τομογραφίας εγκεφάλου, που διενεργήθηκε την 23η-1-2002, δεν ήταν ενδεικτικά μηνιγγίτιδας.
Ωστόσο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση της ένορκης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου του προαναφερόμενού μάρτυρα Δ. Σ., νευροχειρουργού, αλλά και των ενόρκων καταθέσεων ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων, ήτοι στο πλαίσιο της ποινικής δίκης για την υπό κρίση υπόθεση, των ιατρών Α.
Β. (παθολόγου - λοιμωξιολόγου), Π. Σ., Χ. Β. (νευρολόγου - ψυχίατρου), Δ. Σ., Γ. Κ. (καρδιολόγου - παθολόγου), Γ. Α. (ψυχίατρου) και Κ. Κ. (λοιμωξιολόγου), συνάγεται ότι ο μετεγχειρητικός πυρετός, κατά κανόνα, διαρκεί τα δύο ή τρία μετά την επέμβαση, 24ωρα και σε καμία περίπτωση δεν δύναται να διαρκέσει επί είκοσι και πλέον ημέρες, όπως συνέβη στη προκειμένη περίπτωση.
Εξάλλου, υπήρξε πτώση του πυρετού που ο ασθενής εμφάνισε αμέσως μετά την επέμβαση και δύναται να χαρακτηρισθεί, ως μετεγχειρητικός, ενώ ο υψηλός πυρετός της τάξης των 39°C εμφανίστηκε αιφνίδια την 5η μετεγχειρητική ημέρα και αφού είχε μεσολαβήσει ένα 24ωρο σχεδόν πλήρους απυρεξίας. Από μόνο του δε το γεγονός αυτό, ακόμη και χωρίς την ύπαρξη καμίας άλλης ένδειξης, έπρεπε να ανησυχήσει τους θεράποντες ιατρούς του, πρώτο και δεύτερο των εναγόμενων και να τους εμβάλλει σε υποψία για την αιτία της εμφάνισής του σε χρόνο που δεν δικαιολογείται από την προηγηθείσα επέμβαση.
Εξάλλου, επί επανεμφάνισης του πυρετού, δόθηκε εντολή από τους παθολόγους του "..." να υποβληθεί ο ασθενής σε γενικές εξετάσεις (γενική αίματος, ούρων, ακτινογραφία θώρακος), γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι τελευταίοι δεν απέδωσαν τον υψηλό πυρετό στην προηγηθείσα χειρουργική επέμβαση, αλλά στην πιθανότητα προσβολής του ασθενούς από λοίμωξη κατά την εγχείρηση.
Η έλλειψη δε εντοπισμού μικροβίου στην καλλιέργεια ΕΝΥ, που ελήφθη από τον ασθενή την 16η-1-2002, οφειλόταν στο γεγονός ότι ο τελευταίος καλυπτόταν από αντιβιοτική αγωγή, η οποία εμπόδιζε την ένδειξη μικροβίων, παρά την ύπαρξή τους, όπως τούτο σαφώς προκύπτει και από τις προαναφερόμενες μαρτυρικές καταθέσεις, ενώ η διακοπή της, μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο, επέτρεψε την αναζωπύρωσή τους (μικροβίων) και την εμφάνισή τους στις μετέπειτα καλλιέργειες που έλαβαν χώρα στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο.
Οι άνω εναγόμενοι, ως διακεκριμένοι και έμπειροι ιατροί ο καθένας στην ειδικότητά του, όφειλαν να εκτιμήσουν τούτο και επί εμμονής του πυρετού να υποψιαστούν την ύπαρξη λοίμωξης και παρά την μη εμφανή ένδειξη μικροβίων στην καλλιέργεια του ΕΝΥ (εγκεφαλονωτιαίου υγρού), εφόσον γνώριζαν ότι η εξέταση αυτή διενεργήθηκε σε χρόνο που ο ασθενής ελάμβανε αντιβιοτική αγωγή.
Όσο αφορά δε την μαγνητική τομογραφία, στην οποία, κατά τους ισχυρισμούς των άνω ιατρών (πρώτου και δεύτερου των εναγομένων), δεν υπήρχαν ενδείξεις για προσβολή του ασθενούς από τη λοίμωξη της μηνιγγίτιδας, δεν προέκυψε ότι την είδαν και την συνεκτίμησαν με την υπόλοιπη κλινική του εικόνα, όπως όφειλαν, αφού αυτοί έσπευσαν να του χορηγήσουν εξιτήριο την επόμενη αμέσως ημέρα, ήτοι την 24η-1-2002, ενώ τα αποτελέσματά της εκκρεμούσαν, όπως τούτο προκύπτει από την προαναφερόμενη αναφορά ενεργειών νοσηλείας στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "...".
Ούτε, άλλωστε, από την ίδια αναφορά προκύπτει οποιαδήποτε ενημέρωσή τους για το αποτέλεσμα της εν λόγω εξέτασης. Εξάλλου, από το γεγονός ότι τα αποτελέσματα της επείγουσας αξονικής τομογραφίας (CT), στην οποία υποβλήθηκε ο ασθενής όταν εισήχθη επειγόντως στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο την 30η-1-2002, ανέδειξαν "αρχόμενο υδροκέφαλο", που υποδηλώνει προϋπάρχουσα κατάσταση, ενισχύεται η κατάθεση του μάρτυρα, Δ.
Σ., ο οποίος υποστηρίζει ότι η άνω μαγνητική τομογραφία, που έλαβε χώρα στο "...", κατέδειξε εστίες με παθολογικό σήμα, που έπρεπε, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα συμπτώματα του ασθενούς, να δημιουργήσει υποψία για την προσβολή του από μηνιγγίτιδα, ενώ αναιρούνται οι ένορκες καταθέσεις των ιατρών Π. Ε. (ορθοπεδικού) και Γ.
Σ. (παθολόγου-λοιμωξιολόγου), οι οποίοι, επίσης, εξετάστηκαν ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και η τεχνική έκθεση του τελευταίου, που υποστηρίζουν ότι από τις εξετάσεις, στις οποίες υποβλήθηκε ο ασθενής κατά τη νοσηλεία του στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "...", δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη μηνιγγίτιδας και ότι ο τελευταίος προσβλήθηκε από την λοίμωξη κατά τη νοσηλεία του στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο και μάλιστα εξαιτίας των επανειλημμένων εκκενωτικών οσφυονωτιαίων παρακεντήσεων, που έλαβαν εκεί χώρα.
Τούτο, ότι δηλαδή ο ασθενής προσβλήθηκε από την λοίμωξη της μηνιγγίτιδας κατά την είσοδό του στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο, σε καμία περίπτωση δεν αποδεικνύεται βάσιμος, καθόσον, εκτός από την "αρχόμενη υδροκεφαλία", που διαγνώστηκε αμέσως κατά την εισαγωγή του σ' αυτό, η εμφάνιση πυρετού, κατά τη διάρκεια νοσηλείας του στο "...", ο οποίος εξακολουθούσε, έστω και με διαστήματα ύφεσης, μέχρι την έξοδό του από το νοσοκομείο, αποδεικνύει πλήρως ότι η λοίμωξη της μηνιγγίτιδας είχε εμφανιστεί κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο εν λόγω νοσοκομείο (...) και μάλιστα κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης, στην οποία υποβλήθηκε και ότι η πρόωρη έξοδός του απ' αυτό, η οποία συνοδεύτηκε με τη διακοπή της χορήγησης ενδοφλεβίως βανκομυκίνης, είχε ως αποτέλεσμα να αναστραφεί η βελτίωση της υγείας του και μάλιστα να επιδεινωθεί σοβαρά.
Ιδιαίτερα ενισχυτικό της κρίσης αυτής είναι το γεγονός ότι ο ασθενής, κατά την παραμονή του στο νοσοκομείο "...", εκτός από υψηλό πυρετό, εμφάνιζε και συγχυτικά επεισόδια, δηλωτικά διαταραχής της συνείδησης, που παρέπεμπαν σε μόλυνση του κεντρικού νευρικού συστήματος, για τον λόγο δε αυτό ζητήθηκε και η εξέτασή του από ιατρό νευρολόγο.
Κατά την εξέτασή του δε από τον ιατρό νευρολόγο, Δ. Λ., την 22η-1-2002, αναφέρεται συγχυτικό επεισόδιο, το οποίο ο τελευταίος σημειώνει στην από 22-1-2002 γνωμάτευσή του. Από την ίδια γνωμάτευση προκύπτει ότι η νευρολογική εξέταση του ασθενή, εκτός των άλλων, ανέδειξε "... διαταραχή της θέσης των μελών στο χώρο στα κάτω άκρα και σημείο Romberg...." ...
Είναι σαφές, λοιπόν, ότι ο ασθενής την 22η-1-2002 εμφάνισε συγχυτικό επεισόδιο και φυσικά δεν ήταν το μοναδικό, αλλά αντιθέτως τα συγχυτικά φαινόμενα ήταν πολλά και διάρκειας, όπως βεβαιώνει και ο μάρτυρας Δ. Σ., με αποτέλεσμα να θορυβηθούν οι οικείοι του, ιδιαίτερα δε η αδελφή του Ε. Δ., ιατρός και να ζητήσουν την εξέτασή του από τον ανωτέρω ιατρό-νευρολόγο.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο ασθενής πριν την υποβολή του στην άνω χειρουργική επέμβαση εμφάνιζε οποιουδήποτε είδους νευρολογικό σύμπτωμα. Ενισχυτικό, επίσης, της κρίσης αυτής είναι το γεγονός ότι, αμέσως μετά την έξοδό του από το "...", η κατάστασή του επιδεινώθηκε σημαντικά, ενώ τα συγχυτικά φαινόμενα εντάθηκαν, σε σημείο μάλιστα που δεν αναγνώριζε ούτε τους οικείους τους, ήτοι την σύζυγό του και τις θυγατέρες του.
Από όλα τα παραπάνω σαφώς συνάγεται ότι οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων είχαν την δυνατότητα, αν αξιολογούσαν σωστά τα παραπάνω στοιχεία (ήτοι αποτελέσματα τιμών καλλιέργειας ΕΝΥ, υψηλό πυρετό, συγχυτικά επεισόδια, αποτελέσματα μαγνητικής τομογραφίας), να διαγνώσουν και σε κάθε περίπτωση να υποψιαστούν ότι ο ασθενής είχε προσβληθεί από την λοίμωξη της μηνιγγίτιδας, αφού όλα τα προαναφερόμενα συμπτώματα συνιστούν σοβαρές ενδείξεις ανάπτυξης της λοίμωξης αυτής, η οποία, άλλωστε, συμβαίνει σε ποσοστό τουλάχιστον 15% σε ανάλογου είδους επεμβάσεις, όπως τούτο προκύπτει και από τις προαναφερόμενες καταθέσεις των ιατρών.
Όφειλαν, λοιπόν, οι εναγόμενοι να ξεκινήσουν εμπειρική αντιβιοτική θεραπεία και σε περίπτωση που η κατάσταση της υγείας του ασθενούς δεν παρουσίαζε βελτίωση, έπρεπε, μετά από επαναλαμβανόμενες καλλιέργειες του ΕΝΥ, οι οποίες θα διενεργούνταν, κατ' ανάγκη και μετά από πρόσκαιρη διακοπή της αντιβιοτικής αγωγής, να απομονώσουν τον υιό του σταφυλόκοκκου και να εφαρμόσουν πλέον την κατάλληλη για την αντιμετώπιση της μηνιγγίτιδας θεραπευτική αγωγή.
Πλην όμως, αυτοί του χορήγησαν εξιτήριο, διακόπτοντας την ενδοφλέβια αντιβιοτική αγωγή, την χρονική στιγμή μάλιστα που ο οργανισμός του άρχισε να ανταποκρίνεται σ' αυτήν, με αποτέλεσμα το μικρόβιο του σταφυλόκοκκου να επικολληθεί στα ξένα σώματα και, να δημιουργήσει αμυντικούς μηχανισμούς, ιδιαίτερα ανθεκτικούς στην αντιμικροβιακή δράση των πολλών αντιβιοτικών, τα οποία, τελικά, μετατράπηκαν από βακτηριοκτόνα σε βακτηριοστατικά, αποτέλεσμα ιατρικώς αναμενόμενο.
Τούτο, όμως, είχε ως περαιτέρω συνέπεια η μετέπειτα θεραπευτική προσπάθεια, με τη χρήση αντιβιοτικών, να είναι πλέον πολύ δύσκολη, αν όχι καταδικασμένη να αποτύχει, χωρίς ταυτόχρονη αφαίρεση του μολυσμένου ξένου σώματος, εγχείρημα το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενείχε ιδιαίτερη δυσκολία, αφού ο ασθενής είχε ήδη υποβληθεί σε διπλή επέμβαση, η οποία περιελάμβανε και σπονδυλοδεσία.
Όλα τα ανωτέρω σαφώς και γνώριζαν οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων, οι οποίοι είναι ιατροί με μεγάλη εμπειρία και επιστημονική κατάρτιση και γνώση (πανεπιστημιακού επιπέδου), στην οποία, άλλωστε, απέβλεψε ο θανών και οι οικείοι του, όταν τους ανέθεσαν την αντιμετώπιση της κατάστασής του. Αυτοί όμως, ούτε καν αξιολόγησαν τις εξετάσεις, στις οποίες υποβλήθηκε ο ασθενής, σε συνδυασμό με την συνολική κλινική του εικόνα και του χορήγησαν εξιτήριο στον χρόνο που θα χορηγούσαν σε έναν αντίστοιχο ασθενή, η μετεγχειρητική πορεία του οποίου, όμως, δεν θα είχε παρουσιάσει παρενέργειες.
Αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας, λοιπόν, ότι η νοσηλεία του συγκεκριμένου ασθενούς έπρεπε να είχε παραταθεί μέχρι πλήρους και βέβαιης αποστείρωσης του Ε.Ν.Υ. (εγκεφαλονωτιαίου υγρού), έκλειψης κάθε συμπτώματος και σταθερής ανταπόκρισης στη χορηγούμενη για δύο τουλάχιστον συνεχόμενες εβδομάδες αντιβίωση, χωρίς υποτροπές ή εξάρσεις της λοίμωξης και οι άνω θεράποντες ιατροί του δεν έπρεπε να περιοριστούν μόνο στη διάγνωση ότι όλα τα προαναφερόμενα συμπτώματα οφείλονταν στην πολύ σοβαρή χειρουργική επέμβαση, στην οποία είχε υποβληθεί, αποκλείοντας την εκδοχή, παρά την παρατεταμένη συμπτωματολογία, της συνύπαρξης κάποιας άλλης νόσου.
Βέβαια, σε περίπτωση που και πάλι η κατάσταση του ασθενούς συνέχιζε να μην παρουσιάζει καμία βελτίωση και η αποστείρωση των αποικισμένων με σταφυλόκοκκο ξένων σωμάτων είχε πλέον αποκλεισθεί, με τη χορήγηση αντιβιοτικής αγωγής, έπρεπε με νεότερη χειρουργική επέμβαση να αφαιρεθούν, αλλά αφού προηγουμένως είχε καταβληθεί κάθε δυνατή ενδεδειγμένη ιατρικά προσπάθεια για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της λοίμωξης, με την έγκαιρη λήψη της κατάλληλης για την περίπτωση θεραπευτικής αγωγής.
Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι η, ως άνω, διαμορφωθείσα κατάσταση της υγείας του ασθενούς ήταν αναστρέψιμη κατά τον χρόνο που ο ασθενής εισήχθη στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο και ότι δεν θα επήρχετο ο θάνατός του αν αφαιρείτο το μολυσμένο μόσχευμα έγκαιρα από τους ιατρούς του, όπως υποστηρίζουν οι εναγόμενοι.
Τούτο διότι πράγματι οι ιατροί του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου χορήγησαν στον ασθενή άμεσα την ενδεδειγμένη αντιβιοτική θεραπεία, η οποία, όμως, δεν έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα, αφού η μόλυνση είχε επεκταθεί σημαντικά και δεν ήταν πλέον δυνατή η αντιμετώπισή της. Η χορήγηση αντιβιοτικής αγωγής κατά την νοσηλεία του ασθενούς στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο, κρίθηκε αρχικά ως η μόνη ενδεδειγμένη θεραπευτική μέθοδος, αφού η μόλυνση είχε επεκταθεί και δεν ήταν δυνατή η αντιμετώπισή της, δεδομένου ότι και αν ακόμη αφαιρείτο το μολυσμένο μόσχευμα την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, είχαν δημιουργηθεί εκτεταμένες εστίες μόλυνσης, από τις οποίες υπήρχε η πιθανότητα να επιμολυνθεί και το νέο (ξένο) μόσχευμα και να επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο η κατάσταση υγείας.
Ειδικότερα, οι ιατροί του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου είχαν να αντιμετωπίσουν μία κατάσταση, η οποία πολύ δύσκολα ανατρεπόταν, αφού υπήρχε εμφύτευμα (τεχνητή μήνιγγα), μετά την αφαίρεση του οποίου υπήρχε κίνδυνος για διασπορά της μόλυνσης και επιμόλυνσης και του νέου μοσχεύματος, ενώ υπήρχε και η σπονδυλοδεσία, η οποία πιθανόν να είχε και αυτή μολυνθεί και η αντικατάστασή της ήταν αδύνατη.
Για τον λόγο αυτό, άλλωστε και οι τελευταίοι προσπάθησαν να αποφύγουν, κατά τον χρόνο εκείνο, την υποβολή του ασθενή σε νέα χειρουργική επέμβαση και να αντιμετωπίσουν τη λοίμωξη, με την χορήγηση της ενδεδειγμένης αντιβιοτικής αγωγής, πιστεύοντας, όπως άλλωστε έδειχναν και οι εξετάσεις του ΕΝΥ, που διενεργούσαν σχεδόν καθημερινά, ότι βρισκόταν σε ύφεση.
Ωστόσο, δεν επήλθε το επιθυμητό αποτέλεσμα και αναγκάστηκαν να χειρουργήσουν τον ασθενή, αφαιρώντας την μολυσμένη τεχνητή μήνιγγα και αποκαθιστώντας τον κενό χώρο, που δημιουργήθηκε, με νέο μόσχευμα, χωρίς όμως και μετά την επέμβαση αυτή η λοίμωξη να εξαφανιστεί ή να περιοριστεί, αφού ο ασθενής και πάλι παρουσίασε υψηλό πυρετό και μετά από λίγες ημέρες απεβίωσε.
Από όλα τα παραπάνω πλήρως αποδεικνύεται ότι τόσο η εμφάνιση της λοίμωξης της μηνιγγίτιδας, όσο και η σημαντική επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του ασθενούς, έλαβαν χώρα κατά την παραμονή και νοσηλεία του στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "..." και όχι κατά τη νοσηλεία του στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο, οι ιατροί του οποίου είχαν να αντιμετωπίσουν μία κατάσταση ήδη εξελιχθείσα και μη αναστρέψιμη.
Όλα τα ανωτέρω δεν δύναται να αναιρεθούν από την προαναφερόμενη έκθεση του τεχνικού συμβούλου, Γ. Σ., αλλά ούτε και από την μαρτυρική κατάθεση του ιδίου, ο οποίος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο ασθενής καθόλη τη διάρκεια της νοσηλείας του στο "..." δεν νόσησε από μηνιγγίτιδα, χαρακτηρίζοντας τον υψηλό πυρετό που παρουσίασε κατά την παραμονή του εκεί, ως μετεγχειρητικό, καθώς και ότι η κλινική κατάστασή του και τα δεδομένα των εξετάσεων δεν ήταν αποτρεπτικά της χορήγησης εξιτηρίου, ενώ πλήρως αποδείχθηκε, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ότι η ύπαρξη λευκών στον αριθμό των 1.800 από τα οποία 95% πολυμορφοπύρηνα, συνδυαζόμενη με τη μείωση του σακχάρου αποτελεί σημαντική ένδειξη λοίμωξης.
Επίσης, ο ίδιος ιατρός αναφέρει ότι η καλλιέργεια του ΕΝΥ ήταν αρνητική σε μικρόβια, ενώ γνωρίζει ότι ο ασθενής ελάμβανε αντιβίωση, η οποία κάλυπτε οποιαδήποτε καλλιέργεια για εμφάνιση μικροβίων. Περαιτέρω, αξιολογεί το συγχυτικό επεισόδιο που καταγράφει ο νευρολόγος, Δ. Λ., στη γνωμάτευσή του, ως παροδικό συγχυτικό φαινόμενο, το οποίο δεν είναι ενδεικτικό λοίμωξης μηνιγγίτιδας και το οποίο αποδίδει σε πιθανό παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο, ενώ, όπως προκύπτει από την ίδια γνωμάτευση, ο άνω ιατρός, που κλήθηκε και εξέτασε τον ασθενή, δεν το αποδίδει στον άνω παράγοντα, αλλά ζήτησε την περαιτέρω εξέτασή του.
Εξάλλου, ο άνω ιατρός σημειώνει ότι η μετεγχειρητική υδροκεφαλία αποτελεί από μόνη της μια συχνή παρενέργεια των νευροχειρουργικών επεμβάσεων, σε ποσοστό 15%- 20%, που προκαλεί διανοητική σύγχυση και δεν υποδηλώνει μηνιγγίτιδα, ενώ ο ίδιος στην κατάθεσή του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, σε σχετικές ερωτήσεις απαντά ότι η αύξηση των κυττάρων του ΕΝΥ, τα συγχυτικό φαινόμενα (παρατηρούμενα σε μακρύ χρονικό διάστημα), η εμφάνιση πυρετού και το αρχόμενο υδροκέφαλο, ως εν προκειμένω, αποτελούν ένδειξη μηνιγγίτιδας ...
Άλλωστε, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι ο θάνατος του ασθενούς προήλθε από άλλο αίτιο και συγκεκριμένα από εκείνο του οξέος ισχαιμικού επεισοδίου, που σημαίνει απότομη διακοπή της αιματικής άρδευσης τμήματος του εγκεφάλου, συνεπεία αιφνίδιας απόφραξης μείζονος εγκεφαλικού αγγείου από θρόμβο και όχι από την λοίμωξη της μηνιγγίτιδας, όπως υποστηρίζει και ο ανωτέρω τεχνικός σύμβουλος.
Από την εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και η αναφορά ενεργειών νοσηλείας του ασθενούς, κατά την παραμονή και νοσηλεία του στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "...", προκύπτει ότι ουδέποτε υπήρξε θεραπευτική αγωγή προς την κατεύθυνση της πρόληψης του εγκεφαλικού επεισοδίου, ούτε σε κανένα από τα ιατρικά συμβούλια, που έλαβαν χώρα και στις μεταξύ των ιατρών διαβουλεύσεις αναφέρθηκε ότι ο ασθενής αντιμετώπιζε πρόβλημα, τέτοιο που μπορούσε να τον οδηγήσει στο θάνατο, διαφορετικό από εκείνο της προσβολής του από την λοίμωξη της μηνιγγίτιδας.
Σημειωτέον, ότι και η κατάσταση που είχε απεικονιστεί στην ψηφιακή τομογραφία, που υποβλήθηκε ο ασθενής πριν από την επέμβαση, ήταν η συνήθης για άτομο της ηλικίας του (52 ετών) και δεν ενέπνεε οποιαδήποτε ανησυχία. Εξάλλου, αν πραγματικά η κατάσταση που διέγνωσαν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, πριν από την υποβολή του ασθενούς σε χειρουργική επέμβαση, ήταν επιβαρυμένη, όφειλαν να είναι ακόμη πιο προσεκτικοί, αφού η εμφάνιση οποιουδήποτε από τα προαναφερόμενα συμπτώματα, ιδιαίτερα δε του αρχόμενου υδροκέφαλου, αποτελούσε ιδιαίτερα επιβαρυντικό παράγοντα της υγείας του και σαφώς ήταν υποχρεωμένοι να μην επιτρέψουν την έξοδό του από το νοσοκομείο, προτού να είναι σίγουροι ότι υπήρχε πτώση του πυρετού και ότι δεν υπήρχε ούτε καν έναρξη υδροκεφαλίας και όχι να του χορηγήσουν εξιτήριο, χωρίς προηγουμένως να μελετήσουν τα αποτελέσματα της μαγνητικής τομογραφίας και να τα αξιολογήσουν με την συνολική κλινική του εικόνα.
Όλα τα ανωτέρω δεν αναιρούνται ούτε από την ένορκη κατάθεση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων του μάρτυρα, Ι. Τ., νευροχειρουργού, ο οποίος, με την υπ' αρ. 8861/2006 προδικαστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, είχε διοριστεί ως πραγματογνώμονας, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης για την ένδικη υπόθεση, προκειμένου να αποφανθεί σχετικά με τα αίτια θανάτου του Γ.
Δ. και ο οποίος, μεταξύ άλλων, υποστηρίζει ότι η γενική εξέταση του ΕΝΥ, που λήφθηκε από την χειρουργική περιοχή δεν εμφανίζει στοιχεία λοίμωξης, αποδίδει τα συγχυτικά φαινόμενα σε αγγειακές βλάβες του ασθενή, αναφέρει ότι ο πυρετός που παρουσίαζε ο ασθενής κατά την έξοδό του από το "..." δεν ήταν ανησυχητικός και κατά την παραμονή του στο νοσοκομείο αυτό δεν υπήρχε ούτε καν υποψία λοίμωξης και ότι αντιθέτως η χορήγηση εξιτηρίου ενδεικνυόταν, για την αποφυγή λοίμωξης του τραύματός του από άλλα μικρόβια.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, ο άνω πραγματογνώμονας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αιτία θανάτου του ασθενή ήταν αγγειακής προέλευσης και όχι οφειλόμενη σε μηνιγγίτιδα, χωρίς ωστόσο να εξηγεί επακριβώς και με επιστημονικά τεκμηριωμένα επιχειρήματα τα στοιχεία, που τον οδήγησαν, στην ανωτέρω κρίση του, όταν μάλιστα όλα τα περιστατικά, που εκτέθηκαν παραπάνω, οδηγούν με βεβαιότητα στην προσβολή του ασθενούς από τη λοίμωξη της μηνιγγίτιδας κατά την παραμονή του στο νοσοκομείο "...", η οποία αποτέλεσε και τη μόνη αιτία θανάτου του.
Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι η άνω κατάθεση δεν είναι δυνατόν να αποτελέσει ασφαλές αποδεικτικό μέσο για την συναγωγή συμπερασμάτων υπέρ της άποψης, που αυτός εκφράζει, λαμβανομένου υπόψη και του ότι, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους κυρίως ενάγοντες - εκκαλούντες- εφεσίβλητους υπ' αρ. 5910/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων, ο τελευταίος κηρύχθηκε ένοχος τελεσίδικα για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας πραγματογνώμονα στην υπό κρίση υπόθεση, για την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών.
Από όλα τα ανωτέρω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, πλήρως αποδεικνύεται ότι αιτία του θανάτου του Γ. Δ. υπήρξε η προσβολή του από τη λοίμωξη της μηνιγγίτιδας, οφειλόμενης στο μικρόβιο του σταφυλόκοκκου, κατά τη διάρκεια της διπλής χειρουργικής επέμβασης, στην οποία υποβλήθηκε από τους δύο πρώτους εναγόμενους και η μη αποτελεσματική αντιμετώπισή της από τους τελευταίους, οι οποίοι ενεργώντας αντίθετα με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμελείας, περιορίσθηκαν μόνο στη διάγνωση ότι όλα τα μετεγχειρητικά συμπτώματα οφείλονταν στην πολύ σοβαρή χειρουργική επέμβαση, στην οποία είχε υποβληθεί ο πάσχων, αποκλείοντας την εκδοχή, παρά την παρατεταμένη συμπτωματολογία, της συνύπαρξης κάποιας άλλης νόσου.
Στο σημείο αυτό, εντούτοις, θα πρέπει να τονιστεί ότι, ενώ η εστία του προβλήματος οφείλεται στη μόλυνση της χειρουργικής τομής αρχικά, και στη συνέχεια ολόκληρου του οργανισμού από τον παθογόνο σταφυλόκοκκο επιδερμίτη, η οποία έλαβε χώρα κατά το χρονικό διάστημα παραμονής του ασθενούς στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "..." και όχι κατά την νοσηλεία του στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο, εξαιτίας των επανειλημμένων οσφυονωτιαίων παρακεντήσεων, στις οποίες υποβλήθηκε εκεί, δεν βαρύνει τον νευροχειρουργό, Δ.
Ρ. η ευθύνη της μη πλήρους στεγανοποίησης του μηνιγγικού ελλείμματος μετά από τη συρραφή και τοποθέτηση τεχνητής μήνιγγας, δηλαδή ενός ιστού που δεν έχει αιμοφόρα αγγεία, καθόσον τούτο σχεδόν ποτέ δεν είναι απόλυτα εφικτό άμεσα, κατά τις πρώτες μετεγχειρητικές ημέρες, όπως βεβαιώνει με την κατάθεσή του και ο μάρτυρας απόδειξης, Δ.
Σ., επίσης νευροχειρουργός. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί και η κατά κανόνα απουσία του Δ. Ρ., μετά την ολοκλήρωση της ένδικης επέμβασης, ο οποίος μόνο μία φορά είχε επισκεφθεί προσωπικά τον χειρουργηθέντα ασθενή του, παρόλες τις εκκλήσεις των οικείων του τελευταίου για το αντίθετο, ενώ γνώριζε και όφειλε να γνωρίζει ότι η κλινική εικόνα του ασθενούς είναι εκείνη που αποτελεί οδηγό του ιατρού για την παρακολούθηση της μετεγχειρητικής του πορείας.
Εξάλλου και όταν ενημερώθηκε από τους οικείους του για την σοβαρή επιδείνωση της υγείας του τρεις μόλις ημέρες μετά την έξοδό του από το "...", αυτός, αντί να θορυβηθεί και να συστήσει την επανεισαγωγή του στο άνω ιδιωτικό θεραπευτήριο, προκειμένου να αναλάβει ο ίδιος την αντιμετώπιση της ήδη επιβαρυμένης κατάστασής του, όπως όφειλε, ως νευροχειρουργός που πραγματοποίησε την χειρουργική επέμβαση και ως θεράπων ιατρός του και γνωρίζοντας, λόγω της ιδιότητάς του αυτής τον ιατρικό του φάκελο, πρότεινε την εισαγωγή του, προς περαιτέρω αντιμετώπιση της κατάστασης της υγείας του, στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών "...", απεκδύοντας έτσι κάθε ευθύνη για την οποιαδήποτε τυχόν άσχημη εξέλιξη.
Παρά δε τις προσκλήσεις των ιατρών του Γ.Κ.Ν.Α, συμμετείχε μόνο στο πρώτο ιατρικό συμβούλιο που έλαβε χώρα εκεί. Αλλά και ο δεύτερος εναγόμενος (Γ. Σ.), ως συνθεράπων ιατρός του ασθενούς, είχε την ευθύνη, μαζί με τον πρώτο (Δ. Ρ.), της παρακολούθησης της μετεγχειρητικής πορείας του, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον τελευταίο, γεγονός το οποίο βεβαιώνει και ο μάρτυρας, χειρουργός-ορθοπεδικός, Π.
Ε.. Τα υποστηριζόμενα από τους ενόρκως βεβαιούντες ιατρό-ορθοπεδικό, Α. Μ., ο οποίος ανήκε στην ορθοπεδική ομάδα του δεύτερου εναγόμενου, Θ. Π. και Π. Κ., ιατρούς ορθοπεδικούς και δη ότι ο τελευταίος έφερε ευθύνη μόνο για την επέμβαση της σπονδυλοδεσίας και την μετεγχειρητική της πορεία και συνεπώς δεν είχε κανένα λόγο να αντιταχθεί στη χορήγηση εξιτηρίου του ασθενούς, καθόσον υπεύθυνοι προς τούτο ήταν μόνο οι ιατροί της νευροχειρουργικής κλινικής, αναιρούνται από όλα τα προαναφερόμενα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά.
Ενώ, λοιπόν, αυτός είχε άμεση εικόνα της μετεγχειρητικής κατάστασης του ασθενούς, κατά το διάστημα παραμονής του στο θεραπευτήριο "..." και μολονότι του είχε δημιουργηθεί η υπόνοια προσβολής του από μετεγχειρητική μικροβιακή λοίμωξη, γι' αυτό, άλλωστε και κάλεσε την ειδικό ιατρό λοιμωξιολόγο Κ. Κ., όταν η τελευταία δεν προσήλθε, δεν φρόντισε να διασκεδάσει ή να επιβεβαιώσει τις αμφιβολίες του, προβαίνοντας στις ενδεδειγμένες προς τούτο προαναφερόμενες ιατρικές ενέργειες, ήτοι σε επανάληψη των εξετάσεων, ιδιαίτερα εκείνης του Ε.Ν.Υ., μετά από διακοπή της χορήγησης αντιβιοτικών, προκειμένου τα αποτελέσματα να είναι περισσότερο αξιόπιστα.
Αλλά ούτε και εναντιώθηκε, όπως όφειλε και μπορούσε, στην πρόωρη έξοδο του ασθενούς από το προαναφερθέν νοσοκομείο, ενώ αντιθέτως αρκέστηκε στην ιατρική γνώμη των μελών της νευροχειρουργικής ομάδας, ιδιαίτερα δε του Δ. Ρ., χωρίς να σταθμίσει τους κινδύνους εξόδου του, βασιζόμενος στη δική του επιστημονική κατάρτιση και εμπειρία.
Από την προαναφερθείσα συνολική κλινική εικόνα και την γενική μετεγχειρητική πορεία του ασθενή, Γ. Δ., πλήρως αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, οι οποίοι ήταν επιφορτισμένοι με την από κοινού παρακολούθηση της μετεγχειρητικής πορείας του, ως άνω, ασθενούς ως ομάδα, κατά την άσκηση των εν λόγω ιατρικών τους καθηκόντων, λαμβανομένου υπόψη του πρότυπου επιμέλειας, που όφειλαν και μπορούσαν να επιδείξουν, λόγω των ιδιαίτερων γνώσεων, που διέθεταν ως ιατροί, και δη καθηγητές Ιατρικών Σχολών Πανεπιστημίου, με την ειδικότητα του νευροχειρουργού ο πρώτος και του χειρουργού - ορθοπεδικού ο δεύτερος, δεν ενήργησαν, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές και τους ενδεδειγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και συγκεκριμένα όπως θα έπραττε κάθε μέσος συνετός και επιμελής ιατρός της ειδικότητάς τους, όπως όφειλαν και σαφώς μπορούσαν, κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, έχοντας την αντίστοιχη ειδικότητα και κτηθείσα πείρα ...
Αντίθετα αυτοί επιδεικνύοντας αμέλεια, προέβησαν σε συγκεκριμένες παραλείψεις, αφού, ενώ όφειλαν και μπορούσαν, αφενός μεν δεν διέγνωσαν την λοίμωξη της μηνιγγίτιδας, από την οποία είχε προσβληθεί ο ασθενής, μολονότι διέθεταν την απαιτούμενη προς τούτο επιστημονική γνώση και εμπειρία και ο ασθενής εμφάνισε ενδεικτική προς τούτο συμπτωματολογία, αφετέρου δεν προέβησαν στις προαναφερόμενες ενδεδειγμένες ιατρικές ενέργειες για την αποτελεσματική αντιμετώπισή της, με συνέπεια να προκληθεί ο θάνατός του, μολονότι είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, λόγω του επαγγέλματος τους, να παρεμποδίσουν την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος.
Η εν λόγω δε συγκλίνουσα αμελής συμπεριφορά τους ήταν ικανή και πρόσφορη από μόνη της, ήτοι χωρίς τη μεσολάβηση άλλων γεγονότων, να επιφέρει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε, αφού οι συγκεκριμένες παραλείψεις τους αποτέλεσαν αναγκαίους όρους του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του ασθενούς, που αν έλειπαν δεν θα επερχόταν, ...
ενώ σε καμία περίπτωση δεν συντέλεσαν σ' αυτό οι ιατρικές ενέργειες που ακολούθησαν κατά τη νοσηλεία του στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο. Αποδεικνύεται συνεπώς, ότι αποκλειστικά και μόνο η εν λόγω παράνομη και υπαίτια (ζημιογόνος) συγκλίνουσα συμπεριφορά τους συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του Γ.
Δ., εφόσον, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει το ανωτέρω επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι από μόνη της επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρά τα αντίθετα υποστηρίζομενα από τους τελευταίους ...
Σημειώνεται στο σημείο τούτο ότι οι πρώτος και δεύτερος εναγόμενοι, χειρουργοί ιατροί, για την προαναφερόμενη συγκλίνουσα αμελή συμπεριφορά, που επέδειξαν κατά την άσκηση των ιατρικών τους καθηκόντων και την εξαιτίας αυτής επέλευση του θανάτου του Γ. Δ., κρίθηκαν ένοχοι με την υπ' αρ. 5433α, 5433/2008 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών στον καθένα απ' αυτούς, ενώ με την ίδια απόφαση οι νευροχειρουργοί, Γ.
Ο. και Ε. Α., οι οποίοι ανέλαβαν τη μετέπειτα νοσηλεία του στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών, κηρύχθηκαν αθώοι για την ίδια, ως άνω, αποδιδόμενη σ' αυτούς αξιόποινη πράξη... Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων, οι οποίοι, όπως προεκτέθηκε, πραγματοποίησαν την διπλή χειρουργική επέμβαση του άνω ασθενή και ήταν συνθεράποντες ιατροί του και συνυπεύθυνοι για την εξέλιξη της πορείας της υγείας του από την εισαγωγή του στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "...", το οποίο εκμεταλλεύεται η τρίτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...
ΑΕ.", συνδέονταν με σχέση χαλαρής, έστω, εργασιακής εξάρτησης και ελεύθερης συνεργασίας με την τελευταία. Βάσει δε αυτής της έννομης σχέσης, είχαν το δικαίωμα να διενεργούν, με ιδία πρωτοβουλία στο αμιγώς ιατρικό μέρος των καθηκόντων τους, στους χώρους της Κλινικής, χειρουργικές επεμβάσεις σε ασθενείς τους και να επιμελούνται της θεραπείας τους, εντασσόμενοι όμως στο πρόγραμμά της (κλινικής), η οποία, ως φορέας ιατρικής περίθαλψης, έθετε στη διάθεσή τους, ως προστηθέντων απ' αυτήν ιατρών, τους χώρους των εγκαταστάσεών της, το λοιπό ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, εργαλεία, φάρμακα, αναλώσιμα υλικά, κάθε είδους τεχνολογικό εξοπλισμό και κάθε άλλο αναγκαίο μέσο, προκειμένου να προβαίνουν σε κάθε απαραίτητη ιατρική πράξη, με σκοπό τη νοσηλεία των ασθενών τους.
Ταυτόχρονα, αυτή καθόριζε και τους γενικούς όρους που αφορούσαν τον τόπο, τον χρόνο και τις προϋποθέσεις παροχής της ιατρικής συνδρομής τους, ως συνεργαζόμενων μ' αυτήν ελευθέρων επαγγελματιών ιατρών των ανωτέρω ειδικοτήτων, καθώς και την αμοιβή τους, ενώ, εκμεταλλευόμενη το, ως άνω, θεραπευτήριο, ωφελούνταν από τη δραστηριότητά τους, αφού διευκολύνετο στην επέκταση του επαγγελματικού κύκλου δράσης της και, συνακόλουθα στην επαύξηση των κερδών της, διευρύνοντας όμως και το πεδίο των κινδύνων από την δραστηριότητά τους, ως προστηθέντων οργάνων της.
Στο πλαίσιο αυτό και υπό το προαναφερθέν καθεστώς πραγματοποιήθηκε, στους χώρους των εγκαταστάσεων της κλινικής της τρίτης εναγομένης και η χειρουργική επέμβαση στον ασθενή, Γ. Δ., από τους δύο πρώτους εναγόμενους και συνεργαζόμενους μ' αυτήν, ως ελεύθεροι επαγγελματίες, χειρουργούς ιατρούς. Εφόσον, λοιπόν, αποδεικνύεται, κατά τα ανωτέρω, η ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ των εναγομένων ιατρών - χειρουργών και της τρίτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας, η οποία εκμεταλλευόταν το ιδιωτικό θεραπευτήριο με τον διακριτικό τίτλο "...", η τελευταία ευθύνεται αντικειμενικά για το θάνατο του νοσηλευθέντος ασθενή Γ.
Δ. ... καθόσον το εν λόγω επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα βρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια, όπως προεκτέθηκε, με την αμελή, κατά την εκτέλεση των ιατρικών τους καθηκόντων, συμπεριφορά των άνω προστηθέντων απ' αυτήν ιατρών....". Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ο θάνατος του Γ.
Δ. οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια των θεραπόντων ιατρών του Δ. Ρ. και Γ. Σ. και ότι υφίσταται πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής της παράνομης και αμελούς συμπεριφοράς και του επισυμβάντος θανάτου του Γ. Δ.. Α) Επί της από 15-6-2015 αιτήσεως αναιρέσεως:
Κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης.
Από το άρθρο αυτό προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, καθώς και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών.
Περαιτέρω, τα άνω προσδιοριστικά στοιχεία πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις), αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αριθ. 1 ή 19) η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολομ.
ΑΠ 9/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασης, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "...Ο θανών Γ. Δ., ο οποίος, κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν 52 ετών, ζούσε αρμονικά με τη σύζυγό του και τα δύο ενήλικα τέκνα του, συνδεόμενοι με στενούς ψυχικούς δεσμούς και αγάπη, ενώ και η σχέση του με τη μητέρα του, τα αδέλφια του και την πεθερά του ήταν ιδιαίτερα στοργική.
Έτσι, συνεπεία του απροσδόκητου και κάτω από τις εκτεθείσες συνθήκες θανάτου του, η σύζυγός του (πρώτη ενάγουσα), οι δύο θυγατέρες του (δεύτερη και τρίτη των εναγόντων), η μητέρα του (τέταρτη - ενάγουσα), τα τέσσερα αδέλφια του (πέμπτος, έκτος, έβδομη και όγδοος των εναγόντων) και η πεθερά του, δοκίμασαν βαθύτατη θλίψη και πόνο γι' αυτό και δικαιούνται, για την άμβλυνση της ψυχικής τους οδύνης, την ψυχική παρηγοριά και ηθική ανακούφισή τους, εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας, λαμβανομένων υπόψη του βαθμού συγγένειας του αποβιώσαντος με καθένα από τους άνω ενάγοντες, της ηλικίας του, των αισθημάτων αγάπης και στοργής που τους συνέδεε, του βαθμού και του είδους του πταίσματος των εναγομένων, της έκτασης της βλάβης των εναγόντων και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 80.000 ευρώ για κάθε μία από τις πρώτη, δεύτερη και τρίτη των εναγουσών (σύζυγο και θυγατέρες του αποβιώσαντος), στο ποσό των 60.000 ευρώ για την τέταρτη ενάγουσα (μητέρα του), στο ποσό των 35.000 ευρώ για καθένα από τους πέμπτο, έκτο, έβδομη και όγδοο των εναγόντων (αδέλφια του) και στο ποσό των 5.000 ευρώ για την ένατη αρχικώς ενάγουσα (πεθερά του), για την οποία τη δίκη συνεχίζουν οι νόμιμες κληρονόμοι της, Π.
και Μ. Δ. (2η και 3η των αναιρεσιβλήτων)...". Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι επιδίκασε υπέρ αυτών για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, από το θάνατο του συγγενούς τους, τα αναφερόμενα παραπάνω ποσά και ότι έτσι παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, κρίνοντας κατά τα παραπάνω, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού τα επιδικασθέντα ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς από τα συνήθως επιδικαζόμενα ποσά σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Κατά το άρθρο 928 παρ.1 του ΑΚ σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλει τα νοσήλια και τα έξοδα της κηδείας σ' εκείνον που κατά το νόμο βαρύνεται με αυτά. Η διάταξη δεν καθορίζει το πρόσωπο το οποίο δικαιούται να αξιώσει νοσήλια και έξοδα κηδείας του θανατωθέντος. Κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, το πρόσωπο που βαρύνεται με νοσήλια είναι αυτό που είχε υποχρέωση να διατρέφει το θανατωθέντα.
Διαφορετικά, στην περίπτωση που ο θανατωθείς διατρεφόταν από τα εισοδήματα της εργασίας ή της περιουσίας του, βαρύνεται με τα νοσήλια ο κληρονόμος του και στην περίπτωση που υπόχρεοι είναι περισσότεροι κληρονόμοι και τα νοσήλια καταβάλει ένας από αυτούς, τότε δικαιούται να ζητήσει από τον ευθυνόμενο τρίτο, όλο το ποσό και όχι μόνο το ποσό που αντιστοιχεί στην κληρονομική του μερίδα, στρεφόμενος κατά το υπόλοιπο κατά των άλλων κληρονόμων (ΑΠ 585/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι, με την από 5-1- 2007 κύρια αγωγή η πρώτη, η έβδομη και ο πέμπτος από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, εκτός άλλων, εξέθεταν, ότι συνεπεία του θανάτου του συγγενούς τους, Γ. Δ., υπέστησαν περιουσιακή ζημία και ειδικότερα Α) η πρώτη κατέβαλε 1) για την αμοιβή των δύο πρώτων εναγομένων, χειρουργών ιατρών και ήδη αναιρεσίβλητων, για τη χειρουργική επέμβαση του αποβιώσαντος συζύγου της, το ποσό των 8.217,16 €, 2) για την αγορά του υλικού σπονδυλοδεσίας, το ποσό των 7.489,40 € και 3) για την αγορά υποκατάστατης τεχνητής μήνιγγας το ποσό των 793,80 €, Β) η έβδομη κατέβαλε για τα έξοδα ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης του ασθενούς αδελφού της στην κλινική της τρίτης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, το συνολικό ποσό των 18.904,20 € και Γ) ο πέμπτος κατέβαλε για τη νοσοκομειακή περίθαλψη του ασθενούς αδελφού του στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "...", στο οποίο εισήχθη προς αντιμετώπιση της μετεγχειρητικώς εμφανισθείσας στην κλινική της τρίτης εναγομένης λοίμωξης, το ποσό των 600,00 € και ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι να καταβάλλουν στον καθένα, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, πέραν άλλων και τα παραπάνω ποσά.
Στη συνέχεια το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ότι οι άνω ενάγοντες ζητούν την επιδίκαση των παραπάνω ποσών, ως καταβαλόντες αυτά για τις προεκτεθείσες αιτίες, προς εκπλήρωση της βαρύνουσας τους ίδιους αποκλειστικά και μόνο νομικής και συμβατικής προς τούτο υποχρέωσης και όχι λόγω της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων ή υποχρέων για τη διατροφή του θανόντος συζύγου και αδελφού τους, αντίστοιχα και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη κατά τα υπό στοιχεία Α και Β κεφάλαια και ως αβάσιμη κατά το υπό στοιχείο Γ κεφάλαιο, κατά παραδοχή σχετικής έφεσης των εναγόντων αυτών, που παραπονούντο για την απόρριψή τους, απέρριψε την αγωγή κατά τα κεφάλαιά της αυτά ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης αυτών και χωρίς ειδικό παράπονο, καθόσον η απόφαση καθίσταται ευνοϊκότερη για τους τελευταίους.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα με τα παραπάνω αναφερόμενα, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την παραπάνω διάταξη του άρθρου 928 παρ. 1 ΑΚ, καθόσον, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει, ότι οι προαναφερόμενοι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες την επιδίκαση των άνω ποσών ζητούσαν, ως καταβαλόντες αυτά για την προεκτεθείσα αιτία, προς εκπλήρωση βαρύνουσας τους ίδιους αποκλειστικά και μόνο νομικής και συμβατικής προς τούτο υποχρέωσης και όχι λόγω της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων ή υποχρέων για τη διατροφή του θανόντος συζύγου και αδελφού τους αντίστοιχα.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης και κατά το σχετικό του σκέλος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση της αιτίασης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος και κατά το σχετικό του σκέλος, με το οποίο οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση της αιτίασης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν ότι το Εφετείο κατέληξε στο άνω πόρισμά του εντελώς αναιτιολόγητα, είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της αγωγής και στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή των αναιρεσειόντων, κατά τα άνω κεφάλαιά της, απερρίφθη, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης, με βάση τα εκτιθέμενα στο δικόγραφό της, χωρίς δηλαδή την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους.
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 178 του ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2915/2001, σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, το δικαστήριο κατανέμει τα έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας του καθενός, ενώ, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, στις περιπτώσεις της παραγράφου 1, ο δικαστής μπορεί να επιβάλει το σύνολο των εξόδων σε βάρος του ενός μόνο διαδίκου, αν το μέρος που απορρίφθηκε από την αίτηση του άλλου διαδίκου είναι ελάχιστο και δεν έδωσε αφορμή για να αυξηθούν τα έξοδα ή αν ο καθορισμός του μεγέθους της απαίτησης είχε εξαρτηθεί από την κρίση του δικαστή ή από την εκτίμηση πραγματογνωμόνων.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ένδικου μέσου επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, σε βάρος του διαδίκου που το άσκησε, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε, οι διατάξεις των άρθρων 176 και 182 εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή.
Από τις διατάξεις αυτές, σαφώς προκύπτει ότι σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αναφορικά με τον καθορισμό της αναλογίας του ύψους της επιδικαστέας δικαστικής δαπάνης, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 77/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε, εκτός άλλων: α) την από 11-12-2012 έφεση των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσίβλητων και της υπ' αριθ. 4765/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επέβαλε τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας (ελλείψει σχετικού αιτήματος για τα δικαστικά έξοδα του πρώτου βαθμού), σε βάρος των αναιρεσειόντων, κατά το μέρος της ήττας τους και προσδιόρισε αυτά στο ποσό των 9.000,00 € και β) τις από 10-12-2012, 12-12-2012 και 6-11-2012 εφέσεις των αναιρεσίβλητων αντίστοιχα κατά των αναιρεσειόντων και της ίδιας παραπάνω απόφασης και επέβαλε τα δικαστικά έξοδα καθενός των αναιρεσίβλητων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, σε βάρος των αναιρεσειόντων, κατά το μέρος της ήττας τους και προσδιόρισε αυτά στο ποσό των 6.300 € για κάθε μία έφεση.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το Εφετείο, επέβαλε τη δικαστική δαπάνη στις δίκες ενώπιον του, τόσον υπέρ των αναιρεσειόντων, όσο και εις βάρος αυτών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 178 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το μέρος της ήττας κάθε μέρους, όπως βεβαιώνεται στην απόφασή του. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει για δικαστική δαπάνη τα παραπάνω ποσά παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 178 ΚΠολΔ, διότι δεν κατένειμε τα δικαστικά έξοδα ανάλογα με τη νίκη και την ήττα αυτών και των αναιρεσίβλητων, δεδομένου ότι η έφεση αυτών έγινε δεκτή κατά το μεγαλύτερο μέρος της, ενώ οι εφέσεις των αναιρεσίβλητων κατά ένα μικρό μέρος και σε κάθε περίπτωση δεν έλαβε υπόψη, ότι αυτοί δεν έδωσαν αφορμή στην αύξηση των εξόδων, σε αντίθεση με τους αναιρεσίβλητους, οι δύο πρώτοι από τους οποίους αρνήθηκαν την υπαιτιότητά τους, παρόλο ότι είχαν αμετακλήτως καταδικασθεί για ανθρωποκτονία από αμέλεια και χρησιμοποίησαν ψευδή και χαλκευμένα αποδεικτικά μέσα, με αποτέλεσμα να αναγκασθούν, προκειμένου να συλλέξουν αποδεικτικό υλικό προς αντίκρουση αυτών, να υποβληθούν σε επιπλέον έξοδα.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η κρίση του Εφετείου αναφορικά με τον καθορισμό της αναλογίας του ύψους της επιδικαστέας δικαστικής δαπάνης, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η από 15-6-2015 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσίβλητης, που υπέβαλε και σχετικό αίτημα, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).
Β) Επί της από 18-6-2015 αιτήσεως αναιρέσεως:
Από τη διάταξη του άρθρου 928 εδ. β' ΑΚ, η οποία παρέχει αξίωση αποζημίωσης και σε εκείνον που είχε απέναντι στο θανατωθέντα αξίωση διατροφής από το νόμο, συνάγεται, ότι η αξίωση αυτή αποτελεί γνήσια αξίωση αποζημίωσης και αποσκοπεί να φέρει το δικαιούχο της διατροφής στη θέση που θα βρισκόταν, αν δεν θανατωνόταν ο υπόχρεος να τον διατρέφει.
Έτσι, από άποψη έκτασης η αποζημίωση αυτή, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1389 επ., 1442 επ, 1485 επ., και 1504 ΑΚ, περιλαμβάνει ό, τι και για όσο χρόνο θα όφειλε να καταβάλει ο θανατωθείς στο δικαιούχο της διατροφής. Η απορρέουσα από τη διάταξη του άρθρου 928 εδ. β' Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης έχει άμεση σχέση με την αξίωση διατροφής, διότι τόσο η γέννηση του σχετικού δικαιώματος, όσο και το οφειλόμενο ποσό (μέτρο) προσδιορίζονται από τις σχετικές διατάξεις του ΑΚ για τη διατροφή (ανιόντων - κατιόντων ή συζύγων), που όφειλε το θύμα σε εκείνον που ζητά αποζημίωση από τον υπεύθυνο για τη θανάτωση του υπόχρεου διατροφής, για τον δε προσδιορισμό αυτής λαμβάνονται υπόψη η πιθανή διάρκεια της ζωής του θύματος και του δικαιούχου και η πιθανή εξέλιξη της οικονομικής κατάστασης (ΑΠ 1322/2013).
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 480/2010).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής (ΚΠολΔ 561 § 2), προκύπτει, ότι η 2η και η 3η των αναιρεσιβλήτων με την αγωγή τους ζητούν, πέραν των άλλων, να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα, εις ολόκληρον με τους λοιπούς εναγομένους - προστηθέντες από αυτήν ιατρούς, να τους καταβάλουν ως αποζημίωση, για στέρηση της διατροφής τους, επί μία πενταετία, αρχομένη από 1-9-2002, στη μεν 2η αναιρεσίβλητη, σπουδάστρια της Νοσηλευτικής από το έτος 2002, το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως και συνολικά το ποσό των 24.000 ευρώ, στη δε 3η αναιρεσίβλητη, σπουδάστρια των ΤΕΙ Λαρίσης στο τμήμα Διοίκησης και Διαχείρισης Έργων, το ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως και συνολικά το ποσό των 36.000 ευρώ, τα οποίο, ο πατέρας τους (ο οποίος όταν ζούσε λάμβανε από την εργασία του το ποσό των 1.800 ευρώ μηνιαίως) θα τους κατέβαλε, εάν βρισκόταν στη ζωή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, για έξοδα διατροφής και εν γένει δαπάνες διαβίωσής τους κατά το στάδιο των σπουδών τους, αλλά και μέχρι την επαγγελματική και οικογενειακή τους αποκατάσταση, διότι στερούνται εισοδημάτων και περιουσίας.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή (κατά το μέρος που εδώ ενδιαφέρει) είναι αρκούντως ορισμένη και πρέπει ο σχετικός λόγος αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο διότι η παράλειψη επουσιωδών στοιχείων, όπως η μη αναφορά στην αγωγή του έτους φοίτησης των 2ης και 3ης των αναιρεσιβλήτων, όπως και ο προσδιορισμός των ετών φοίτησης των σχολών τους δεν καθιστά αόριστη την αγωγή, καθόσον τα περιστατικά αυτά δεν ήταν αναγκαία για την ιστορική θεμελίωση της αγωγής, ενώ μπορούν να προκύψουν από τις αποδείξεις.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας υπάρχει, όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε, - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του -, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης), είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε όντως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των (ιατρικών) υπηρεσιών του.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 24 Α.Ν. 1565/1939 "περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 330 και 914 ΑΚ, προκύπτει, ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που έπαθε ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλειά του, ακόμη και ελαφρά, αν, κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων, παρέβη την υποχρέωσή του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, δηλαδή αυτή που αναμένεται από τον μέσο εκπρόσωπο του κύκλου του.
Δηλαδή, θα πρέπει να μην καταβλήθηκε από τον ιατρό η επιβαλλόμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν και την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική και συγχρόνως να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ιατρικής πράξης ή παράλειψης και του αξιόποινου μη επιδιωκόμενου αποτελέσματος, ενώ ουδεμία ευθύνη φέρει ο ιατρός αν ενήργησε κατά τους πιο πάνω κανόνες (lege artis) και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και με τα στην διάθεσή του μέσα, ένας συνετός και επιμελής ιατρός.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, και γι' αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 633/2014, ΑΠ 1693/2013, ΑΠ 180/2011).
Στην παραπάνω περίπτωση, ο ιατρός ευθύνεται αναλόγως και για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος ασθενούς ή ψυχικής οδύνης των μελών της οικογένειας αποβιώσαντος ασθενούς κατά τους όρους των άρθρ. 299 και 932 Α.Κ. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 299, 330 εδ.
β', 914 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, σε περίπτωση πρόκλησης σωματικής βλάβης ή θανάτου από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση της ζημίας και της ηθικής βλάβης του παθόντος προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης, β) παράνομη και υπαίτια (άρα και αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος, τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση της σωματικής βλάβης ή τον θάνατο και γ) εσωτερική αιτιώδη σχέση μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτέλεσης της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας.
Σχέση πρόστησης υπάρχει, όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιοσδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσης, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών, κοινωνικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά τη οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου.
Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εργασίας των εν λόγω προσώπων, ως προς τον οποίο άλλωστε ο κύριος της υπόθεσης, ελλείψει των σχετικών γνώσεων, δεν είναι σε θέση να τα ελέγξει, αλλά μπορεί και αρκεί (ο έλεγχος) να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους λοιπούς όρους εργασίας των ειδικευμένων προσώπων.
Ειδικότερα, στην περίπτωση νοσηλείας ασθενούς από ιατρό σε νοσηλευτικό ίδρυμα, αρκεί, για τον χαρακτηρισμό του τελευταίου ως προστήσαντος, η εκ μέρους του παροχή γενικών μόνο οδηγιών στον ιατρό, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους εργασίας του τελευταίου. Και τούτο, γιατί η παροχή ειδικών οδηγιών στον ιατρό για τον τρόπο διενέργειας των ιατρικών πράξεων (διαγνωστικών ή θεραπευτικών) δεν είναι δυνατή, αφού, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο άρθρο 24 του α.
ν. 1565/1939, ο ιατρός είναι υποχρεωμένος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, να ενεργήσει όχι σύμφωνα με τις τυχόν ειδικές αυτές οδηγίες, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, ήτοι τα διδάγματα της εν λόγω επιστήμης και την αποκτηθείσα συναφώς ειδική πείρα. Η έννοια της πρόστησης είναι νομική και υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου η κρίση για το αν τα περιστατικά που, έγιναν ανελέγκτως δεκτά συνιστούν την έννοια της πρόστησης (ΑΠ 427/2015).
Υπό τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Κατέληξε δε στο αποδεικτικό του πόρισμα, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, σχετικά με την ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού ότι ο θάνατος του Γ.
Δ. οφείλονταν σε συγκλίνουσα αμέλεια των θεραπόντων ιατρών του και αναιρεσειόντων Δ. Ρ. και Γ. Σ. και ότι η αναιρεσείουσα ευθύνεται, ως προστήσασα αυτούς, σε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση των οκτώ πρώτων αναιρεσιβλήτων (συζύγου τέκνων, μητέρας και αδελφών του θανόντος). Εξάλλου, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα η προσβαλλόμενη απόφαση αρκούν για να χαρακτηρίσουν ως αμελή τη συμπεριφορά των παραπάνω ιατρών και να τη συνδέσουν αιτιωδώς με το θάνατο του Γ.
Δ., στον οποίο (θάνατο) ικανώς συνέβαλαν οι παραλείψεις των ιατρών αυτών, οι οποίοι κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλλουν ως μέσοι συνετοί και επιμελείς ιατροί της ειδικότητάς τους και της κτηθείσης πείρας τους, δεν προέβησαν σε αξιολόγηση της μετεγχειρητικής πορείας του ασθενούς και των αποτελεσμάτων των ιατρικών εξετάσεών του, που παρέπεμπαν σε προσβολή αυτού από την λοίμωξη των μηνίγγων, με συνέπεια να μην λάβουν τα ενδεδειγμένα μέτρα για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της κατάστασης της υγείας του, με συνέπεια τον θάνατό του στις 31-3-2002.
Ειδικότερα, αν και η φύση της επέμβασης, στην οποία είχε υποβληθεί ο ασθενής, ενείχε μεγάλο κίνδυνο για ανάπτυξη μετεγχειρητικής μηνιγγίτιδας και μολονότι η κλινική εικόνα του ασθενούς και γενικότερα η κακή μετεγχειρητική πορεία του, κατά τον χρόνο της παραμονής του στο θεραπευτήριο "...", αλλά και οι ιατρικές εξετάσεις, στις οποίες υποβλήθηκε στο ως άνω θεραπευτήριο, δημιουργούσαν βάσιμες υπόνοιες και ενδείξεις για προσβολή του ασθενούς από την λοίμωξη των μηνίγγων (υψηλός πυρετός από την 5η μετεγχειρητική ημέρα, που δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά με τη χορήγηση αντιβιοτικών ευρέως φάσματος, εμφάνιση συγχυτικών φαινομένων, που παρέπεμπαν ευθέως σε μόλυνση του κεντρικού νευρικού συστήματος και ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων για ανάπτυξη λοίμωξης των μηνίγγων από την καλλιέργεια του εγκεφαλονωτιαίου υγρού), παρόλα αυτά παρέλειψαν να λάβουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα και να ενεργήσουν κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης για την αντιμετώπιση της λοίμωξης από τον υιό του σταφυλόκοκκου, με τον οποίο είχε προσβληθεί ο ασθενής.
Οι ως άνω όμως ιατροί, παραβλέποντας όλα τα παραπάνω συμπτώματα, από τα οποία μπορούσαν να διαγνώσουν ή τουλάχιστον να υποψιαστούν ότι ο ασθενής είχε προσβληθεί από την λοίμωξη της μηνιγγίτιδας, η οποία προσβάλλει ποσοστό 15% των ασθενών σε αναλόγου είδους επεμβάσεις, αποφάσισαν, κατόπιν συνεννόησης μεταξύ τους, να σταματήσουν την θεραπευτική αγωγή της ενδοφλέβιας χορήγησης βανκομυκίνης, στην οποία έδειχνε να ανταποκρίνεται ο οργανισμός του ασθενούς και να χορηγήσουν σ' αυτόν, στις 24-1-2002, εξιτήριο, με αποτέλεσμα την ραγδαία επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του ασθενούς μετά την έξοδό του από το θεραπευτήριο της αναιρεσείουσας και την ανάγκη της διακομιδής του στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "...", όπου, παρά τις προσπάθειες των ιατρών του νοσοκομείου, τελικά στις 31-3-2002 επήλθε ο θάνατός του.
Σημειώνεται, ότι η έξοδος του ασθενούς από το θεραπευτήριο "..." δεν διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς των ιατρών Δ. Ρ. και Γ. Σ. και του επισυμβάντος θανάτου αυτού, αφού λόγω των προαναφερομένων παραλείψεων των αμέσως παραπάνω ιατρών, η κατάσταση του ασθενούς μέχρι την εισαγωγή του στο νοσοκομείο "...", ήταν πλέον μη αναστρέψιμη, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, είναι ιατρικώς γνωστό, ότι η διακοπή των αντισταφυλοκοκκικών αντιβιοτικών επανατροφοδοτεί τη μηνιγγίτιδα και επιτρέπει στα μικρόβια, που αποικίζουν το ξένο σώμα, να εκδηλώσουν εντός ολίγων ημερών πλήρη λοίμωξη.
Άλλωστε, αυτός ήταν ο λόγος, που, αμέσως μετά την εισαγωγή του ασθενούς στο νοσοκομείο "..." και παρά το γεγονός, ότι οι ιατροί προέβησαν άμεσα στην ενδεδειγμένη αντιβιοτική αγωγή για τον περιορισμό των εκτεταμένων εστιών μόλυνσης και, στη συνέχεια, σε αφαίρεση της μολυσμένης τεχνητής μήνιγγας, αποκαθιστώντας τον κενό χώρο, που δημιουργήθηκε, με νέο μόσχευμα, λόγω της ήδη μεγάλης επέκτασης της μόλυνσης, δεν υπήρξε αποτέλεσμα.
Η προαναφερόμενη δε συγκλίνουσα αμελής συμπεριφορά των θεραπόντων ιατρών ήταν ικανή και πρόσφορη να επιφέρει και, πράγματι επέφερε από μόνη της τον θάνατο του ασθενούς Γ. Δ.. Περαιτέρω, το Εφετείο, κρίνοντας, ότι η συνδέουσα την αναιρεσείουσα, η οποία εκμεταλλεύεται το ιδιωτικό θεραπευτήριο "...", με τους ιατρούς Δ.
Ρ. και Γ. Σ. σχέση είναι εκείνη της πρόστησης, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ., ούτε στερείται νόμιμης βάσης, διότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, καθιδρύουν πράγματι σχέση πρόστησης και, εντεύθεν, αντικειμενική ευθύνη της 3ης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των παραπάνω ιατρών 1ου και 2ου των εναγομένων και ως εκ τούτου, υποχρέωση αυτής για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε από τον θάνατο του Γ.
Δ. στους οκτώ πρώτους των αναιρεσιβλήτων. Τούτο δε, διότι οι ιατροί Δ. Ρ. και Γ. Σ. χρησιμοποίησαν τον εξοπλισμό, όπως και το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό της αναιρεσείουσας, αλλά και κάθε είδους τεχνολογικό της εξοπλισμό, όπως και εργαλεία, φάρμακα, αναλώσιμα υλικά, προκειμένου αυτοί να προβούν στις απαραίτητες ιατρικές πράξεις για την διενέργεια της διπλής χειρουργικής επέμβασης και την νοσηλεία του ασθενούς τους, αφετέρου δε ακολούθησαν τους γενικούς όρους που αφορούσαν τον τόπο, τον χρόνο και τις προϋποθέσεις παροχής της ιατρικής συνδρομής τους, που η αναιρεσείουσα καθόριζε.
Κατόπιν τούτων, οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και, εντεύθεν, απορριπτέοι. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, ότι το Εφετείο, αφενός μεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας επιδικάζοντας σε βάρος της ποσά δυσανάλογα μεγάλα, αφετέρου δε δεν αναφέρει ποια ήταν η οικονομική και η κοινωνική κατάσταση των δικαιούχων, που έλαβε υπόψη για τον προσδιορισμό του εύλογου χρηματικού ποσού της χρηματικής ικανοποίησης αυτών.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όπως οι σχετικές με το ζήτημα τούτο παραδοχές της απόφασής του αναφέρονται στο υπό στοιχ. Α' κεφάλαιο της παρούσας και σύμφωνα με την αναφερόμενη στο ίδιο κεφάλαιο νομική σκέψη, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού τα επιδικασθέντα ποσά είναι κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση μικρότερα από τα συνήθως επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επίσης, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης κάθε δικαιούχου, έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τον βαθμό πταίσματος (αμέλεια) των προστηθέντων από την αναιρεσείουσα ιατρών, την ψυχική οδύνη που υπέστησαν οι οκτώ πρώτοι των αναιρεσιβλήτων.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί, είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει, ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεν συνιστά παραβίαση τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και εμμέσως κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχομένη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά (ΑΠ 115/2013). Η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, επικαλείται την εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και, ειδικότερα, των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ισχυριζομένη, ότι το Εφετείο, μολονότι εμμέσως εδέχθη την ύπαρξη ασαφείας και κενού, όσον αφορά το αν η ασφαλιστική περίπτωση περιλαμβάνεται ή όχι στην παράγραφο 2 των προσθέτων εξαιρέσεων της ασφαλιστικής σύμβασης, την οποία είχε συνάψει με την ένατη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", παρέλειψε, παρά ταύτα, να προσφύγει στην εφαρμογή των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων για την διαπίστωση της αληθούς εννοίας της σχετικής δηλώσεως βουλήσεως των συμβληθέντων.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο, ως προς το ζήτημα αυτό, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... την 28-3-2003 καταρτίστηκε μεταξύ της τρίτης εναγόμενης-εκκαλούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε." (αναιρεσείουσα), στην εκμετάλλευση της οποίας υπόκειται το ιδιωτικό θεραπευτήριο με την επωνυμία "...", και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...." (ένατη αναιρεσίβλητη) το υπ' αριθ. ...
ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο, κατόπιν διαδοχικών ανανεώσεων, εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να βρίσκεται σε ισχύ ... Σύμφωνα δε με τους εμπεριεχόμενους σ' αυτό όρους, η, ως άνω, ασφαλιστική εταιρία υποχρεώθηκε στην κάλυψη, μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ, τόσο της γενικής αστικής ευθύνης της ασφαλισμένης έναντι τρίτων, η οποία θα γεννηθεί από τη λειτουργία της προαναφερθείσας κλινικής και θα συνέχεται με τις ζημίες (σωματικές βλάβες/θάνατο και/ή υλικές ζημίες), συνεπεία ατυχήματος που πιθανώς να προξενηθεί σε τρίτους (ασθενείς, πελάτες, επισκέπτες, προμηθευτές, συνεργάτες κ.λπ.), με υπαιτιότητά της από την κατοχή, χρήση και εν γένει λειτουργία των εγκαταστάσεών της, οι οποίες χρησιμεύουν για νοσοκομειακό/ διαγνωστικό κέντρο, όσο και την επαγγελματική τοιαύτη, προκύπτουσα από την επαγγελματική λειτουργία και δραστηριότητα, καθώς και τις προσφερόμενες υπηρεσίες του εν λόγω νοσοκομειακού κέντρου.
Αναλυτικότερα, στο άρθρο 15 των "ειδικών όρων ασφαλιστηρίου επαγγελματικής αστικής ευθύνης νοσηλευτικού ιδρύματος", οι οποίοι κατισχύουν των γενικών, συμπεριελήφθη και η πρόβλεψη περί του ότι "... Β. Με το Ασφαλιστήριο καλύπτονται οι απαιτήσεις μέχρι τα όρια ευθύνης, τα οποία αναγράφονται σ' αυτό, οι οποίες θα εγερθούν σαν αποτέλεσμα σωματικών βλαβών (περιλαμβανομένου και του θανάτου) και/ή υλικών ζημιών σε βάρος ασθενών του ως άνω ασφαλισμένου, οι οποίες θα επέλθουν μεν εντός της περιόδου ασφαλίσεως, θα δηλωθούν δε στον Ασφαλιστή είτε εντός της ιδίας περιόδου είτε εντός 2 ετών από τη λήξη της περιόδου αυτής και για τις οποίες το νοσηλευτικό ίδρυμα θα θεωρηθεί αστικά υπεύθυνο κατά το νόμο ...", ενώ στην παράγραφο 2 των πρόσθετων εξαιρέσεων ρητώς αναφέρεται ότι "...
Η κάλυψη, η οποία παρέχεται με το παρόν Ασφαλιστήριο δεν περιλαμβάνει και, συνεπώς, ο Ασφαλιστής δεν θα είναι υπεύθυνος για την καταβολή αποζημίωσης για σωματικές βλάβες, περιλαμβανόμενου του θανάτου και/ή υλικές ζημίες, οι οποίες θα προκληθούν από: ... 2. Διάγνωση, θεραπευτική αγωγή, επέμβαση ή κάποιο άλλο γεγονός, το οποίο ανάγεται σε χρόνο προ της ενάρξεως της ισχύος του Ασφαλιστηρίου και του οποίου το αποτέλεσμα εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια ισχύος του Ασφαλιστηρίου...".
Κατά τη ρητή, δηλαδή, επιταγή του προαναφερθέντος όρου της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, προκειμένου η ασφαλίζουσα τον κίνδυνο εταιρία να έχει υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης για τις ιατρικές πράξεις, που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 2 των πρόσθετων εξαιρέσεων αυτής και προκάλεσαν το ζημιογόνο γεγονός (σωματικές βλάβες, θάνατο, υλικές ζημίες), πρέπει αυτές να έχουν λάβει χώρα εντός της διάρκειας ισχύος της, ενώ σε αντίθετη περίπτωση δεν καλύπτονται, έστω και αν το αποτέλεσμά τους εκδηλώθηκε εντός του διαστήματος αυτού.
Δεδομένης δε της σαφήνειας της, ως άνω, πρόσθετης εξαίρεσης της ασφαλιστικής σύμβασης, η οποία ήταν προϊόν ελεύθερης διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών και στην οποία ουδόλως εναντιώθηκε η προσεπικαλούσα - παρεμπιπτόντως ενάγουσα-εκκαλούσα, ούτε αμφισβήτησε με οποιονδήποτε τρόπο την εγκυρότητά της, δεν ανακύπτει ανάγκη ερμηνείας αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να αποσαφηνιστεί το νόημά της με τα κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αλλά, αντίθετα, καθίσταται σαφές ότι κατισχύει, ως ειδική, των λοιπών γενικών όρων.
Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, οι ζημιογόνες ιατρικές πράξεις της αμελούς θεραπευτικής αγωγής και του συνεπεία αυτής θανάτου του Γ. Δ. ανάγονται σε χρόνο προ της έναρξης ισχύος της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης (28-3-2003) και, ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα της νοσηλείας του στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "...", ήτοι από την 9η-1-2002 έως την 24η-1-2002, ενώ ο θάνατός του επήλθε την 31η-3-2002.
Έστω, λοιπόν και αν οι αστικές αξιώσεις των εναγόντων της από 5-1-2007 κυρίας αγωγής κατά της ασφαλισμένης (προσεπικαλούσας- παρεμπιπτόντως ενάγουσας) γνωστοποιήθηκαν στην ασφαλιστική εταιρία την 17η-12-2007 με την επίδοση στην τελευταία της από 5-12-2007 προσεπίκλησης - παρεμπίπτουσας αγωγής ... δηλαδή έστω και αν τόσο η γένεση της αξίωσης της ασφαλισμένης κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, όσο και η γνωστοποίηση της αξίωσης αυτής, έλαβαν χώρα εντός του χρονικού διαστήματος της ασφαλιστικής κάλυψης, εφόσον οι ιατρικές ενέργειες, που προκάλεσαν το ζημιογόνο γεγονός, αλλά ακόμη και η εκδήλωση του αποτελέσματος αυτού (θάνατος του Γ.
Δ.), ανάγονται σε χρόνο προ της έναρξης ισχύος της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης (ήτοι προ της 28ης-3-2003), έχει εφαρμογή η, ως άνω, διατυπούμενη στην παράγραφο 2 εξαίρεση και ως εκ τούτου η παρεμπιπτόντως εναγόμενη-εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία δεν είναι υπεύθυνη για την κάλυψη της ζημίας που προκλήθηκε στους συγγενείς του θανόντος από τις προαναφερόμενες ιατρικές ενέργειες κατά την νοσηλεία του στο ιδιωτικό θεραπευτήριο της αντισυμβαλλόμενης ανώνυμης ασφαλισμένης εταιρείας...".
Ο λόγος όμως αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος, διότι, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της πληττόμενης απόφασης, το Εφετείο, έκρινε, αναιρετικώς ανέλεγκτα, ότι ο επίμαχος όρος της ασφαλιστικής σύμβασης ήταν σαφής και επομένως, ελλείψει αμφιβολίας ή κενού, δεν συνέτρεχε λόγος προσφυγής στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες προς διαπίστωση της αληθούς του εννοίας.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η από 18-6-2015 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των οκτώ (8) πρώτων των αναιρεσιβλήτων, που υπέβαλαν και σχετικό αίτημα, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).
Γ) Επί της από 22-7-2015 αιτήσεως αναιρέσεως:
Aπό τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 3, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να αναφέρει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατ' επιλογή του, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Η αοριστία δε του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 901/2010). Κατόπιν αυτών και λαμβανομένου υπόψη, ότι η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος τους, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, εφόσον διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο μόνο αποσπασματικά και κατ' επιλογή οι παραδοχές του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και όχι όλες οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι φερόμενες παραβιάσεις του νόμου και ειδικότερα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ.
Πέραν τούτων, οι ανωτέρω λόγοι είναι απορριπτέοι και διότι, υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (ΚΠολΔ 561 § 1).
Για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση, αντένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 739/2011). Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος τους, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ελλείψει αναφοράς των παραδοχών του Εφετείου με πληρότητα, είναι αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι και απορριπτέοι. Σημειώνεται, ότι στο αναιρετήριο παρατίθενται περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος παραδοχές του Εφετείου.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος, ότι το Εφετείο, αφενός μεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας επιδικάζοντας σε βάρος του ποσά δυσανάλογα μεγάλα, αφετέρου δε δεν αναφέρει ποια ήταν η οικονομική και η κοινωνική κατάσταση των δικαιούχων, που έλαβε υπόψη για τον προσδιορισμό του εύλογου χρηματικού ποσού της χρηματικής ικανοποίησης αυτών.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όπως οι σχετικές με το ζήτημα τούτο παραδοχές της απόφασής του αναφέρονται στο υπό στοιχ. Α' κεφάλαιο της παρούσας και σύμφωνα με την αναφερόμενη στο ίδιο κεφάλαιο νομική σκέψη, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού τα επιδικασθέντα ποσά είναι, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση μικρότερα από τα συνήθως επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επί πλέον, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης κάθε δικαιούχου, έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τον βαθμό πταίσματος (αμέλεια) των προστηθέντων από την αναιρεσείουσα ιατρών, την ψυχική οδύνη που υπέστησαν οι οκτώ πρώτοι των αναιρεσιβλήτων, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτο λόγω αοριστίας της αγωγής, ως προς τα κονδύλια που αφορούν αποζημίωση για στέρηση διατροφής της δεύτερης και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων.
Στην προκειμένη περίπτωση, στην από 5-1-2007 αγωγή της αναιρεσιβλήτων, κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής, διαλαμβάνονταν, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον συγκεκριμένο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα: "...η δεύτερη και η τρίτη, γνήσια τέκνα του, στερήθηκαν την κάλυψη των μηνιαίων εξόδων διατροφής τους από τον θανόντα πατέρα τους, ποσού 400 ευρώ και 600 ευρώ, αντίστοιχα, στην οποία αυτός θα προέβαινε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών από το χρόνο του θανάτου του και εφεξής, ήτοι για το χρονικό διάστημα μέχρι την άσκηση της αγωγής, συνολικού ύψους (400 Χ 60 μήνες=) 24.000 ευρώ η δεύτερη ενάγουσα και συνολικού ύψους (600 Χ 60 μήνες=) 36.000 ευρώ η τρίτη ενάγουσα, καθόσον οι ίδιες στερούνταν εισοδημάτων και περιουσίας, προκειμένου να μπορούν να αυτοδιατρέφονται, χωρίς τούτο να αποβαίνει σε βάρος των σπουδών τους και της επαγγελματικής τους εκπαίδευσης...".
Με το περιεχόμενο και το αίτημα αυτό, η ένδικη αγωγή είναι, όσον αφορά τα συγκεκριμένα κονδύλια, πλήρως ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία που δικαιολογούν την άσκησή της κατά του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η από 22-7-2015 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).
Δ) Επί της από 10-10-2015 αιτήσεως αναιρέσεως:
Με τη διάταξη του άρθρ. 7 § 1 εδ. α' του Ν. 2496/1997 ορίζεται, ότι ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται εντός 8 ημερών από τότε που έλαβε γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η υπαίτια παράβαση από το λήπτη της ασφάλισης των υποχρεώσεών του από την παρ. 1 του άρθρου αυτού παρέχει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας του.
Ακολούθως, με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, ορίζεται, ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των λοιπών αναφερόμενων στην παράγραφο αυτή προσώπων, ενώ με την παρ. 6 εδ.
α' του ίδιου και πάλι άρθρου ορίζεται, ότι με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων. Η υποχρέωση, ειδικότερα, του λήπτη της ασφάλισης να ειδοποιήσει εμπρόθεσμα τον ασφαλιστή για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, συνιστά ασφαλιστικό βάρος, στο οποίο οφείλει αυτός να ανταποκριθεί, διαφορετικά δεν απαλλάσσεται μεν ο ασφαλιστής από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, δημιουργείται, όμως, σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης, εφόσον η παράλειψή του οφείλεται σε υπαιτιότητά του, υποχρέωση προς αποκατάσταση της ζημίας, που προκάλεσε η παράλειψή του στον ασφαλιστή.
Εξάλλου, η δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την "κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων", πρέπει να νοηθεί στο ρυθμιστικό πλαίσιο της διάταξης του άρθρ. 33 § 1 του ως άνω νόμου, κατά την οποία, κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το σύνολο των διατάξεων του Ν. 2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις "ημιαναγκαστικού" κατ' αρχήν δικαίου, με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό, δεν μπορούν να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα των καλυπτόμενων προσώπων παρά μόνο να διευρυνθούν.
Εκδηλώνεται, έτσι, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη προς το ασθενέστερο στη σύμβαση ασφάλισης μέρος, που είναι κατά κανόνα το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, αφού στην ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσης, είναι εμφανής στην περίπτωση αυτή η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρέμβασης υπέρ του ασφαλισμένου, ενόψει του ότι ελλείπει τότε η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών, με κίνδυνο η παρεχομένη ασφαλιστική κάλυψη να φαλκιδευτεί στην περίπτωση αυτή μέσω της ασκουμένης υπό ανίσους όρους συμβατικής ελευθερίας.
Αντίθετα, στις περιπτώσεις της ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν είναι αναγκαία εξ ορισμού η ως άνω προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη και μπορούν κατά περίπτωση να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας.
Ο νομοθέτης, δηλαδή, δεν έχει επιτρέψει την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης σε κάθε περίπτωση ασφάλισης επαγγελματικών κινδύνων, αλλά μόνο σε όσες περιπτώσεις είτε ειδικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρ. 33 § 1 του Ν. 2496/1997, είτε γίνεται με τη διάταξη αυτή παραπομπή σε άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου υπό την έννοια ότι, ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητά στην εν λόγω διάταξη, καλύπτονται όμως από την περιεχόμενη σ' αυτή γενική επιφύλαξη, ότι τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος δεν επιτρέπεται να περιοριστούν συμβατικά, εκτός αν κάτι άλλο ειδικά ορίζεται στο Ν. 2496/1997.
Τέτοια ειδική ρύθμιση είναι και αυτή του άρθρ. 7 § 6 του Ν. 2496/1997, η οποία έχει ευρεία διατύπωση, είναι ενταγμένη στο πρώτο τμήμα του νόμου αυτού (2496/1997), που περιέχει γενικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές συμβάσεις και μπορεί, έτσι, να γίνει ασφαλώς δεκτό, ότι η προβλεπόμενη με τη ρύθμιση αυτή δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, αφορά ποικίλες κατ' αρχήν απαλλακτικές ρήτρες για όλα τα είδη των ασφαλιστικά καλυπτόμενων ζημιών.
Συνεπώς, ως απαλλακτική ρήτρα μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα και η διαμορφωμένη στη διεθνή ασφαλιστική πρακτική στερεότυπη ρήτρα "claims made policy" (αξιώσεις που θα προβληθούν), σύμφωνα με την οποία δεν αρκεί για τη γέννηση υποχρέωσης του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος μόνον η πραγματοποίηση του κινδύνου κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου, αλλά πρέπει και να προβληθούν κατά τη διάρκειά της οι αξιώσεις αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή ή κατά επιεικέστερη παραλλαγή να αναγγελθεί απλώς στον ασφαλιστή κατά τη διάρκειά της η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, που θα πρέπει έτσι να ανακαλυφθεί κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου (ρήτρα ανακάλυψης της ζημίας).
Η υποχρέωση αυτή αναγγελίας δεν συνιστά απλό ασφαλιστικό βάρος κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 7 του Ν. 2496/1997, ώστε και σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης του ασφαλισμένου να δικαιούται αυτός εξακολουθητικά, όπως ήδη αναφέρθηκε, το ασφάλισμα, αλλά συνιστά προϋπόθεση, από την πλήρωση της οποίας εξαρτάται η γέννηση της ίδιας της αξίωσής του προς αποζημίωση.
Επομένως, η παραπάνω απαλλακτική ρήτρα, εφόσον γίνεται τελικά δεκτό, ότι αποτελεί ευχέρεια παρεχομένη από το άρθρ. 7 § 6 του Ν. 2496/1997, δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρ. 33 § 1 του νόμου αυτού. Η ίδια, εξάλλου, ρήτρα δεν παραβλέπει εξ ορισμού τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου, ώστε να αντιτίθεται, αφ' εαυτής, στη ρύθμιση του άρθρου 2 § 8 του ίδιου νόμου, κατά την οποία όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου, ούτε υπερβαίνει τέλος το εύρος της διάταξης του άρθρ. 13 § 3 του αυτού ασφαλιστικού νόμου, κατά την οποία στην ασφάλιση ζημιών μπορεί με το ασφαλιστήριο να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεων κάλυψης, εφόσον υπαγορεύεται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή, αφού και χωρίς την προϋπόθεση αυτή ισχύει στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων η δυνατότητα απαλλαγής του ασφαλιστή, κατά το άρθρ. 7 § 6 του παραπάνω νόμου.
Ωστόσο, στη θεωρία, κυρίως, υποστηρίζεται και η άποψη, ότι η παρ. 6 είναι συνέχεια της παρ. 5 του άρθρου 7 του Ν. 2496/1997 και, συνεπώς, η διεύρυνση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων πρέπει να έχει τη στενότερη έννοια της απόκλισης από το βαθμό μόνο της υπαιτιότητας στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, έτσι ώστε με συμφωνία των μερών ο ασφαλιστής να απαλλάσσεται από την καταβολή του ασφαλίσματος, όχι μόνον όταν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε από δόλο ή βαριά αμέλεια των αναφερόμενων στην παρ. 5 προσώπων, αλλά και όταν προκλήθηκε από ελαφρά αμέλειά τους.
Γι' αυτό, άλλωστε, κατά την ίδια άποψη, η πρόβλεψη της παρ. 6 του άρθρου 7 του Ν. 2496/1997 επαναλαμβάνεται και με άλλες διατάξεις του νόμου αυτού σε ανάλογες περιπτώσεις κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, που θα ήταν περιττές, αν η παρ. 6 είχε γενικευμένη ευρεία εφαρμογή. Όμως, οι μεν διατάξεις της παρ. 4 του άρθρ. 18 του Ν. 2496/1997 για την ανοικτή ασφάλιση και της παρ. 5 του άρθρου 19 του ίδιου νόμου για την ασφάλιση πυρκαγιάς αφορούν γενικότερα τη δυνατότητα συμβατικής τροποποίησης των όρων των άρθρων αυτών, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους, η δε διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 14 του αυτού νόμου, κατά την οποία αν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους, μπορεί να συμφωνηθεί η απαλλαγή του ασφαλιστή στο μέτρο που από υπαιτιότητά τους ματαιώθηκε η άσκηση του αναγωγικού δικαιώματός του κατά του τρίτου που προξένησε τη ζημία, ναι μεν διευρύνει τις προβλεπόμενες στην παρ. 5 του άρθρ. 7 του Ν. 2496/1997 περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή από την καταβολή του ασφαλίσματος μόνον ως προς το βαθμό υπαιτιότητας του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης αναφορικά με την απώλεια του αναγωγικού δικαιώματος του ασφαλιστή, αυτό όμως δεν σημαίνει, ότι ανάλογα περιορισμένη έννοια έχει και η διάταξη της παρ. 6 του άρθρ. 7 του Ν. 2496/1997, αλλά, αντίθετα, αποτελεί πρόσθετο επιχείρημα, ότι ο νομοθέτης, αν ήθελε να περιορίσει το εύρος των απαλλακτικών ρητρών που μπορούν να συμφωνηθούν κατά την ως άνω παρ. 6, θα όφειλε να έχει διατυπώσει την παράγραφο αυτή κατά τρόπο όμοιο με την περιοριστική διατύπωση της παρ. 4 του άρθρ. 14 του Ν. 2496/1997 (Ολομ.
ΑΠ 18/2015). Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, εκτός των άλλων και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "...Τέλος, την 19η-4-2001 καταρτίστηκε μεταξύ του δεύτερου εναγόμενου- παρεμπιπτόντως ενάγοντος-εφεσίβλητου (Γ. Σ.) και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..."" η υπ' αριθ. ...
ασφαλιστική σύμβαση, η οποία αρχικά ήταν ετήσιας διάρκειας, κατόπιν όμως διαδοχικών ανανεώσεων, η ισχύς της, ως άνω, ασφαλιστικής κάλυψης έληξε οριστικά την 18η-4-2008, όπως τούτο δεν αμφισβητείται από την προσεπικαλουμένη - παρεμπιπτόντως εναγόμενη - εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία. Δυνάμει της σύμβασης αυτής, η τελευταία ασφάλισε τον κίνδυνο αστικής ευθύνης του εν λόγω ιατρού (χειρουργού - ορθοπεδικού) έναντι τρίτων, μέχρι του ποσού των 293.470,28 ευρώ, για απαιτήσεις που θα γεννηθούν από σωματικές βλάβες (συμπεριλαμβανομένου του θανάτου) και/ή άμεσες υλικές ζημίες τρίτων, για τις οποίες ο ασφαλισμένος θα καταστεί υπόχρεος για καταβολή αποζημίωσης και/ή χρηματικής ικανοποίησης και οι οποίες θα προκληθούν από αιφνίδιο, απρόβλεπτο και ακούσιο γεγονός:
α) για το οποίο θα θεωρηθεί υπαίτιος ο ασφαλισμένος, και β) που θα είναι απόρροια της ιδιότητας ή δραστηριότητας που αναγράφεται στην περιγραφή του ασφαλιζόμενου κινδύνου (άρθρο 1 των γενικών όρων). Ειδικότερα, στο άρθρο 15 των ειδικών όρων κάλυψης επαγγελματικής αστικής ευθύνης ιατρού, οι οποίοι κατισχύουν των γενικών, ρητώς προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων και ότι "...
Β. Με το Ασφαλιστήριο καλύπτονται οι απαιτήσεις μέχρι τα όρια ευθύνης τα οποία αναγράφονται στο Ασφαλιστήριο, οι οποίες θα εγερθούν σαν αποτέλεσμα σωματικών βλαβών (περιλαμβανομένου και του θανάτου) και/ή υλικών ζημιών σε βάρος ασθενών του, οι όποιες θα επέλθουν μεν εντός της περιόδου ασφαλίσεως, θα δηλωθούν δε στον Ασφαλιστή είτε εντός της ιδίας περιόδου είτε μέσα σε διάστημα 4 ετών από τη λήξη της περιόδου αυτής, για τις οποίες ο Ασφαλισμένος ιατρός θα θεωρηθεί αστικά υπεύθυνος κατά το νόμο και οι οποίες, μεταξύ άλλων, θα οφείλονται: 1] Σε οποιοδήποτε σφάλμα, αμέλεια ή παράλειψη κατά την άσκηση του επαγγέλματος του και εντός των πλαισίων της ειδικότητας την οποία δήλωσε ...
Στη προκειμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω ασφαλισμένος, ανταποκρινόμενος πλήρως στις αναληφθείσες συμβατικές του υποχρεώσεις, φρόντισε για την έγκαιρη και εμπρόθεσμη αναγγελία στην προσεπικαλουμένη - παρεμπιπτόντως εναγομένη-εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία των γενεσιουργών της αξίωσής του γεγονότων, ήτοι του προκληθέντος θανάτου του Γ.
Δ. και της έγερσης αστικών αξιώσεων των συγγενών του εναντίον του, όταν την 9η-3-2012 επέδωσε σ' αυτήν το εισαγωγικό δικόγραφο της από 28-2-2012 προσεπίκλησης - παρεμπίπτουσας αγωγής του (βλ. την υπ' αριθ. …/9-3-2012 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αθανάσιου Γ. Ν.), ήτοι εντός χρονικού διαστήματος τεσσάρων ετών από τη λήξη της περιόδου ασφάλισης, γεγονός άλλωστε, το οποίο δεν αμφισβητείται από την τελευταία, όπως αυτό ρητά επιτασσόταν στην ένδικη ασφαλιστική σύμβαση.
Για τον λόγο αυτό, η προσεπικαλουμένη - παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία ενέχεται στην ασφαλιστική κάλυψη του προσεπικαλούντος - παρεμπιπτόντως ενάγοντος ορθοπεδικού χειρουργού ιατρού, βέβαια μέχρι του συμφωνηθέντος, ως ανώτατου ορίου ευθύνης, ποσού των 293.470,28 ευρώ, σύμφωνα με την προηγηθείσα υπό στοιχείο Χ8 νομική σκέψη, ενώ για το επιπλέον επιδικασθέν ποσό των (509.713 μείον 293.470,28=) 206.529,72 ευρώ, υπάρχει προσωπική ευθύνη του τελευταίου.
Ενόψει δε του ότι οι δικαιούχοι (συγγενείς του θανόντος), δικαιούνται να απαιτήσουν την παροχή, που τους οφείλεται, από οποιονδήποτε εναγόμενο-συνοφειλέτη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο Χ4 προηγηθείσα νομική σκέψη, μέχρι την πλήρη ικανοποίησή τους, υπόχρεοι παραμένουν όλοι οι συνοφειλέτες, ενώ αυτός που θα καταβάλει ολόκληρη την αποζημίωση, έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών, οπότε το δικαστήριο θα προσδιορίσει και το μέτρο της μεταξύ τους ευθύνης, ανάλογα με το βαθμό πταίσματος του καθενός.
Ως εκ τούτου, είναι σαφές ότι η παρεμπιπτόντως εναγόμενη-εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 1 των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου, ενέχεται τόσο για την ασφαλιστική κάλυψη της ευθύνης του ασφαλισμένου της ιατρού για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των κυρίως εναγόντων, όσο και για την αποζημίωσή τους για την αποκατάσταση της περιουσιακή τους ζημίας, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την τελευταία, υποχρεούται να καταβάλει στον παρεμπιπτόντως ενάγοντα- εφεσίβλητο ασφαλισμένο της ολόκληρο το, ως άνω, ποσό της ασφαλιστικής αποζημίωσης (ασφαλίσματος) .....".
Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ή εκ πλαγίου λόγω έλλειψης ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας αιτιολογιών τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Κατόπιν τούτων ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο, αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1413/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ., κατ' εκτίμηση μόνο, 11 γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις το σύνολο των εγγράφων που επικαλέστηκε και προσεκόμισε η αναιρεσείουσα και ειδικότερα το υπ' αριθμ. ...
ασφαλιστήριο αστικής ευθύνης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο, ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, Δ.
Σ., Π. Ε. και Γ. Σ., οι οποίες περιέχονται στα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν..., τα οποία λαμβάνονται υπόψη, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εφεσίβλητη-εκκαλούσα στις υπό στοιχεία (Α) και (Δ) εφέσεις, αντίστοιχα, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...
Α.Ε." υπ' αρ. .../3-1-2011 ένορκη βεβαίωση του Α. Μ., που δόθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Μ. Π. το γένος Φ. Α., κατόπιν προηγούμενης νομότυπης κλήτευσης των αντιδίκων)...., καθώς και από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον εφεσίβλητο- εκκαλούντα στις υπό στοιχεία (Α) και (Γ) εφέσεις, αντίστοιχα (Γ.
Σ.): α] υπ' αρ. .../3-1-2011 ένορκη βεβαίωση του Θ. Π., που δόθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Χαλανδρίου, Σ. Β. - Σ. και β] υπ' αρ. .../3-1-2011 ένορκη βεβαίωση του Π. Κ., που δόθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου, Ι. Μ., κατόπιν προηγούμενης νομότυπης κλήτευσης των αντιδίκων...", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το παραπάνω έγγραφο, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το συγκεκριμένο έγγραφο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγησή του.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα), τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει, είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται, βέβαια, στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιες δίκης. (Α' Ολομ.
ΑΠ 23/2008). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ.4, 566 § 1 και 577 § 3 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται, αυτεπαγγέλτως, ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα, ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 λόγο αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, που το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν ή δεν έλαβε αυτά υπόψη ενώ προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται, ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως.
Τέλος, πρέπει να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, στο διατακτικό (ΑΠ 1185/2010). Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ., κατ' εκτίμηση μόνο, 11 β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του και να απορρίψει την έφεση της αναιρεσείουσας έλαβε υπόψη του έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσίβλητος δεν επικαλέστηκε και δεν προσεκόμισε νόμιμα.
Όπως προκύπτει από τις προτάσεις που κατέθεσε ο τελευταίος ενώπιον του Εφετείου και οι οποίες παραδεκτά επισκοπούνται (ΚΠολΔ 561 § 2), εκείνος επικαλέστηκε τα παρακάτω έγγραφα ως εξής: "Επειδή προσάγω και επικαλούμαι: Αντίγραφο της προσεπικλήσεως-αγωγής μου, Αντίγραφο των προτάσεών μου στο Πρωτοδικείο, Αντίγραφο της εκκαλουμένης υπ' αριθ. 4765/2012 αποφάσεως του ΠΠρΑθ, Αντίγραφο της ασφαλιστική συμβάσεως, Αντίγραφο της εφέσεως της αντιδίκου".
Η με τον τρόπο αυτό επίκληση των ανωτέρω εγγράφων, τα οποία, ας σημειωθεί, αναφέρονται με τα προσδιοριστικά τους στοιχεία, είναι νόμιμη. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα έγγραφα, καθόσον θεώρησε, ότι έγινε νόμιμη επίκλησή τους. Κατόπιν τούτων, ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, πέραν της αοριστίας του, ενόψει του ότι δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν, είναι αβάσιμος και, εντεύθεν, απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 277 ΑΚ, το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή που δεν έχει προταθεί. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, παρεβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ειδικότερα, ότι, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 10 Ν. 2496/1997, το οποίο καθιερώνει πενταετή παραγραφή της αξίωσης, που πηγάζει από τη σύμβαση ασφάλισης προσώπων, αρχομένη από του τέλους του έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση, δεν απέρριψε, κατ' αυτεπάγγελτη ενέργεια, την κατά της αναιρεσείουσας παρεμπίπτουσα αγωγή του αναιρεσίβλητου, παρότι η σχετική αξίωσή του είχε υποπέσει στην ως άνω πενταετή παραγραφή.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα ουδόλως επικαλείται στο αναιρετήριο, ότι προέβαλε τον ισχυρισμό (ένσταση) περί παραγραφής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ούτε ότι επανέφερε αυτόν, με σχετικό λόγο της, ενώπιον του Εφετείου, ασκηθείσας έφεσής της, ή με τις ενώπιον αυτού κατατεθείσες προτάσεις της.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση των παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ ως διαδικαστικών εγγράφων, ελεγχομένων δικογράφων της έφεσης και των προτάσεων της αναιρεσείουσας, προκύπτει, ότι αυτή δεν προέβαλε ισχυρισμό (ένσταση), περί παραγραφής της περιεχομένης στην παρεμπίπτουσα αγωγή αξίωσης του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας, τον οποίο ισχυρισμό, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη το δικαστήριο, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ίδια.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η από 10-10-2015 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 150, 183 και 191 § 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 15-6-2015, 18-6-2015, 22-6-2015, 22-7-2015 και 10-10-2015 αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 7056/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 22-6-2015 αίτησης για αναίρεση της 7056/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 15-6-2015 αίτησης για αναίρεση της 7056/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων.
Απορρίπτει την από 15-6-2015 αίτηση αναίρεσης ως προς τους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Απορρίπτει την από 18-6-2015 αίτηση για αναίρεση της 7056/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των οκτώ (8) πρώτων των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Απορρίπτει την από 22-7-2015 αίτηση για αναίρεσης της 7056/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Απορρίπτει την από 10-10-2015 αίτηση για αναίρεση της 7056/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ