1343/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου - Εισηγήτρια και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1343/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εάν η σωματική βλάβη που προκλήθηκε είναι όλως ελαφρά, τιμωρείται με κράτηση έως τρεις (3) μήνες ή με πρόστιμο έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ". Κατά δε την διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ. "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".
Full text
Απόφαση 1343 / 2016 (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1343/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου - Εισηγήτρια και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιουλίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Άννας Ζαΐρη και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ν. Σ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μανόλη Φέλλιο, για αναίρεση της υπ’ αριθ.7995/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Απριλίου 2016 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 585/2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και συγκεκριμένα μόνο για το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, περί της σιωπηρής απόρριψης του αιτήματος της αναιρεσείουσας για την αναγνώριση στο πρόσωπο της ελαφρυντικών περιστάσεων και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 του Π.Κ., όπως τούτο ίσχυε προ της 2-4-2012, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών. Αν η σωματική βλάβη που προκλήθηκε είναι εντελώς ελαφρά, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι τριών (3) μηνών ή χρηματική ποινή".
Ήδη με το άρθρο 24 παρ. 3γ του Ν. 4055/2012, ο οποίος ισχύει από 2-4-2012 και, συνεπώς, ίσχυε κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή την 4-3-2016, η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 314 του Π.Κ. αντικαταστάθηκε ως ακολούθως: "Όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών.
Εάν η σωματική βλάβη που προκλήθηκε είναι όλως ελαφρά, τιμωρείται με κράτηση έως τρεις (3) μήνες ή με πρόστιμο έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ". Κατά δε την διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ. "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, όταν αυτή δεν είναι ενσυνείδητη, απαιτείται: α) ο δράστης να μην έχει καταβάλει την επιβαλλόμενη, κατ’ αντικειμενική κρίση, προσοχή (περίσκεψη - επιμέλεια), την οποία, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, συνήθως καταβάλλει ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του οικείου τομέα κοινωνικής δραστηριότητας με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συναλλακτικές συνήθειες και την κοινή πείρα και λογική, β) ο δράστης να είχε τη δυνατότητα, με βάση τις ατομικές ιδιότητες, ικανότητες, γνώσεις και λοιπές προσωπικές περιστάσεις, που συνάπτονται ιδίως με το επάγγελμα ή την υπηρεσία που ασκεί, να προβλέψει και να αποφύγει το συγκεκριμένο αξιόποινο αποτέλεσμα, δηλαδή (να προβλέψει και να αποφύγει) την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του συγκεκριμένου εγκλήματος που τελέσθηκε, (και όχι οποιουδήποτε άλλου εγκλήματος ή επιβλαβούς αποτελέσματος) και γ) να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως του δράστη, ενέργειας ή παραλείψεως, και του επελθόντος αποτελέσματος της σωματικής βλάβης άλλου, υπό την εκτεθείσα έννοια.
Εάν δε η αμελής πράξη δεν συνίσταται μόνο σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του εγκληματικού αποτελέσματος, για την σωματική βλάβη από αμέλεια που διαπράττεται με αυτόν τον τρόπο και συνιστά έγκλημα που τελείται με παράλειψη, απαιτείται (επιπλέον των όρων του άρθρου 28 του Π.Κ.) και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ., το οποίο ορίζει ότι, "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του (με παράλειψη) τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος".
Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου να προβεί σε ενέργεια αποτρεπτική του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Δεν αρκεί δηλαδή η ύπαρξη απλής ηθικής υποχρεώσεως, ούτε γενικής νομικής υποχρεώσεως για συνδρομή, ώστε να προληφθεί το επιβλαβές αποτέλεσμα, αλλά απαιτείται ιδιαίτερη (ειδική) νομική υποχρέωση, η οποία επιφορτίζει τον υπαίτιο της παραλείψεως με την δημιουργία και διασφάλιση πραγματικής καταστάσεως, που εξυπηρετεί και διαφυλάσσει τα έννομα αγαθά που προσβάλλονται με την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος.
Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση αποτελεί πρόσθετο στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου που επιβάλλει συγκεκριμένη ενέργεια ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου για ενέργεια ή από ειδική έννομη σχέση που απορρέει από σύμβαση ή από προηγούμενη μονομερή ενέργεια του υποχρέου, με την οποία αυτός αυτοβούλως αναδέχεται την αποτροπή μελλοντικών κινδύνων για έννομα αγαθά τρίτων ή από προγενέστερη συμπεριφορά του υπαιτίου που δημιούργησε τον κίνδυνο επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος.
Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραλείψεως και του εγκληματικού αποτελέσματος που επήλθε, όταν, με μεγάλη πιθανότητα (και όχι βεβαιότητα, όπως συμβαίνει στα άλλα εγκλήματα αμελείας και στα εγκλήματα δόλου), θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα (σωματική βλάβη κλπ), εάν ο υπόχρεος πραγματοποιούσε την ενέργεια, στην οποία είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί και την οποία παρέλειψε.
Για την θεμελίωση δε αιτιώδους συνδέσμου, αρκεί η σχετική παράλειψη να ήταν ένας μόνο από τους περισσότερους όρους παραγωγής του εγκληματικού αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο το αποτέλεσμα αυτό δεν θα επερχόταν (Α.Π. 469/2016).
Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης συνίσταται στην πρόκληση σε άλλον σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας του κατά οποιονδήποτε τρόπο, η διαφοροποίηση δε αυτή προσδιορίζεται από το δικαστήριο, αναλόγως των ειδικών περιστατικών τα οποία προβάλλονται και γίνονται αποδεκτά. Η συνδρομή δε των στοιχείων της αντικειμενικής υποστάσεως για το έγκλημα αυτό πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση εν όψει της διαβαθμίσεως της σωματικής βλάβης, αναλόγως της σπουδαιότητάς της σε απλή και σε εντελώς ελαφρά, η οποία χωρίς να είναι εντελώς επουσιώδης έχει επιπόλαιες συνέπειες. Η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας πρέπει να είναι αιτιολογημένη ως προς τον προσδιορισμό με ακρίβεια του είδους της σωματικής κακώσεως ή της βλάβης της υγείας του παθόντος, προκειμένου να ελεγχθεί η ύπαρξη και ο χαρακτήρας της σωματικής βλάβης. Η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος δεν αρκείται στις αφηρημένες εκφράσεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά εκτιμά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να αποφανθεί για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για το είδος της σωματικής βλάβης που προξενήθηκε (Α.Π.508/2015, Α.Π. 492/2010).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δικ., λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην διάταξη που εφαρμόστηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Έτσι, ενόψει της, κατά το ως άνω άρθρο 28 του Π.Κ., διακρίσεως της αμελείας σε μη συνειδητή και σε ενσυνείδητη, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποίο από τα ανωτέρω δύο είδη της αμέλειας συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη αμελείας δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής αυτής ποινικής διατάξεως.
Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δικ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ’ του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσον αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.
Ειδικά στα εγκλήματα από αμέλεια, που τελούνται με παράλειψη του υπόχρεου (κατά το άρθρο 15 Π.Κ.) σε ορισμένη ενέργεια αποτροπής του εγκληματικού αποτελέσματος, πρέπει στην απόφαση να προσδιορίζεται η πηγή προελεύσεως της ειδικής νομικής υποχρέωσης και να μνημονεύεται η αντίστοιχη επιτακτική διάταξη, όταν αυτή είναι η πηγή της σχετικής υποχρεώσεως.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την διαμόρφωση της κρίσεώς του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα.
Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για την διαμόρφωση της δικανικής πεποιθήσεώς του.
Επίσης, δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η στάθμιση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως και συγκρίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από την λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων κλπ., αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υποθέσεως (ΑΠ 469/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθ. 7995/2016 απόφασή του, το ΣΤ’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, χωρίς να αντιφάσκει το περιεχόμενο του ενός των μερών αυτών της αποφάσεως προς το περιεχόμενο του άλλου, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, κατά λέξη, τα εξής: "Από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και κατηγορίας, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι η κατηγορουμένη έχει τελέσει την πράξη που της αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, διότι αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας.
Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι στην Αθήνα, την 23/09/2008, [η κατηγορουμένη] από αμέλεια της, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, που, σύμφωνα με τις περιστάσεις, μπορούσε και όφειλε να καταβάλει, αν και ήταν πρόσωπο, ιδιαιτέρως υπόχρεη προς τούτο, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης της και προκάλεσε σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου.
Ειδικότερα ως ιδιοκτήτρια διαμερίσματος 5ου ορόφου, επί της οδού ..., παρέλειψε να λάβει τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, αν και υπήρχαν ρηγματώσεις του διακοσμητικού μαρμάρου από τη μετώπη του εξώστη του διαμερίσματος, ιδιοκτησίας της, δηλαδή δεν προέβη στην τοποθέτηση ικριωμάτων και λινάτσας σε όλο το ύψος και πλάτος των ικριωμάτων, έτσι ώστε οποιαδήποτε πτώση δομικού στοιχείου να γίνεται εντός σκάφης, με συνέπεια να αποκολληθεί τμήμα μαρμάρου από τη μετώπη του εξώστη του διαμερίσματος της και να πέσει επάνω στον Σ.
Γ., ο οποίος κινούνταν επάνω στην υπ’ αριθμ. ... μοτοσυκλέτα του από τον "Ευαγγελισμό" προς την πλατεία Κολωνακίου, και να του προξενήσει: εκτεταμένες εκδορές, κατά την πρόσθια και έσω πλάγια επιφάνεια του αριστερού βραχίονος, εκτεταμένη θλαστική εκχύμωση (αιμάτωμα) των μαλακών μορίων κατά την έσω πλάγια και οπίσθια επιφάνεια του αριστερού βραχίονος και την κατ’ αγκώνα άρθρωση.
Ότι πρόκειται για την άνω πολυκατοικία και το άνω διαμέρισμα προκύπτει σαφώς από την από 8-10-2008 ΕΚΘΕΣΗ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΥ ΟΨΕΩΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ, η οποία σαφώς αναφέρει το περί ου ο λόγος διαμέρισμα, στο οποίο είναι ιδιοκτήτρια η κατηγορουμένη".Με βάση τις παραδοχές αυτές κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, ωσαύτως κατά λέξη, του ότι: "Στην Αθήνα την 23/09/2008, από αμέλειά της, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που, σύμφωνα με τις περιστάσεις, μπορούσε και όφειλε να καταβάλει, αν και ήταν πρόσωπο, ιδιαιτέρως υπόχρεη προς τούτο, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης της και προκάλεσε σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου.
Ειδικότερα ως ιδιοκτήτρια διαμερίσματος, 5ου ορόφου, επί της οδού ..., παρέλειψε να λάβει τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, αν και υπήρχαν ρηγματώσεις και αποκόλληση τμήματος του διακοσμητικού μαρμάρου από τη μετώπη του εξώστη του διαμερίσματος, ιδιοκτησίας της, δηλαδή δεν προέβη στην τοποθέτηση ικριωμάτων και λινάτσας σε όλο το ύψος και πλάτος των ικριωμάτων, έτσι ώστε οποιαδήποτε πτώση δομικού στοιχείου να γίνεται εντός σκάφης, με συνέπεια να αποκολληθεί τμήμα μαρμάρου από τη μετώπη του εξώστη του διαμερίσματος της και να πέσει επάνω στον Σ.
Γ., ο οποίος κινούνταν επάνω στην υπ’ αριθμ. ... μοτοσυκλέτα του, και να του προξενήσει: εκτεταμένες εκδορές κατά την πρόσθια και έσω πλάγια επιφάνεια του αριστερού βραχίονος, εκτεταμένη θλαστική εκχύμωση (αιμάτωμα) των μαλακών μορίων κατά την έσω πλάγια και οπίσθια επιφάνεια του αριστερού βραχίονος και την κατ’ αγκώνα άρθρωση" και επέβαλε σ’ αυτήν ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία.
Με αυτά που δέχθηκε,κατά τον συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, το οποίο, σημειωτέον, εκτός των τυπικών στοιχείων του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσον αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε, σε κάθε περίπτωση, να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού, που παραδεκτά (σκεπτικό και διατακτικό) αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δικ.
ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα και καταδικάστηκε στην ως άνω ποινή, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, τις αποδείξεις από τις οποίες εξήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 314 παρ. 1 εδ.
α’ , 28 και 15 του Π.Κ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και χωρίς να στερήσει την απόφασή του της νομίμου βάσεώς της. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται και προσδιορίζονται στην προσβαλλομένη απόφαση και αιτιολογούνται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, οι εξής, κρίσιμες και αναγκαίες για την θεμελίωση της καταδικαστικής αποφάσεως, ουσιαστικές και νομικές παραδοχές, ήτοι: 1) Ότι η αναιρεσείουσα είναι ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος που βρίσκεται στον πέμπτο όροφο της, επί της οδού..., κειμένης πολυκατοικίας, στην μετώπη του εξώστη του οποίου υπήρχαν ρηγματώσεις και αποκόλληση τμήματος μαρμάρου της διακοσμητικής μαρμάρινης επενδύσεως αυτής (μετώπης του εξώστη), 2) ότι η σωματική βλάβη του παθόντος Σ.
Γ. επήλθε, εξ αιτίας της πτώσεως του αποκολληθέντος ως άνω τμήματος μαρμάρου από την μετώπη του εξώστη του ως άνω διαμερίσματος επάνω σ’ αυτόν (παθόντα), καθ’ ον χρόνο αυτός, οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... μοτοσυκλέτα του, εκινείτο επί του οδοστρώματος της προαναφερομένης οδού, κάτωθεν του ως άνω διαμερίσματος, 3) Ότι η αμέλεια της αναιρεσείουσας συνίσταται στο ότι, αν και υπήρχαν οι ως άνω ρηγματώσεις και η αποκόλληση του τμήματος του μαρμάρου, αυτή (αναιρεσείουσα), ως ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος αυτού και έχουσα, ως εκ τούτου, ειδική νομική υποχρέωση, η οποία την επιφόρτιζε με την δημιουργία και διασφάλιση πραγματικής καταστάσεως, που εξυπηρετεί και διαφυλάσσει τα έννομα αγαθά της ασφαλούς και ακίνδυνης, εκ της πτώσεως διαφόρων αποκολληθέντων από τον εξώστη του διαμερίσματός της δομικών στοιχείων, κινήσεως και κυκλοφορίας των πεζών και των εποχουμένων επί του κάτωθεν του διαμερίσματός της τμήματος του οδοστρώματος της προαναφερομένης οδού, ούσα, επομένως, υπεύθυνη για την συντήρησή της (μετώπης του εξώστη) και την λήψη όλων των απαραιτήτων, αναγκαίων, καταλλήλων και απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας προς άρση της επικινδυνότητας της εμφανιζούσης ρηγματώσεις και αποκόλληση τμήματος μαρμάρου διακοσμητικής μαρμάρινης επενδύσεως της μετώπης του εξώστη του διαμερίσματός της, δεν φρόντισε να τοποθετήσει ικριώματα και λινάτσες σε όλο το ύψος και πλάτος αυτών (ικριωμάτων), έτσι ώστε οποιαδήποτε πτώση δομικού στοιχείου από την μετώπη του εξώστη του διαμερίσματός της να γίνεται εντός σκάφης, στις οποίες (παραδοχές αυτές) λογικώς και αναγκαίως περιέχονται και εκείνες ότι η αναιρεσείουσα, ως κυρία του εν λόγω διαμερίσματος, ώφειλε, καταβάλλοντας την επιβαλλόμενη, κατ’ αντικειμενική κρίση, επιμέλεια και προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος ιδιοκτήτης διαμερίσματος οφείλει, υπό τις ίδιες περιστάσεις, να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής, να έχει προβεί στην συντήρηση της διακοσμητικής μαρμάρινης επενδύσεως της μετώπης του εξώστη του εν λόγω διαμερίσματος, ώστε να μην υπάρχουν ρηγματώσεις και αποκολλήσεις τμημάτων μαρμάρου και, συνακολούθως, να μην υφίσταται κίνδυνος αποκολλήσεως μαρμάρων ή τμημάτων αυτών. 4) Ότι η αναιρεσείουσα είχε την δυνατότητα να προβλέψει το εν λόγω αξιόποινο αποτέλεσμα της παραλείψεώς της αυτής, δηλαδή, την, ενόψει των ανωτέρω συνθηκών και περιστάσεων, πτώση του αποκολληθέντος ως άνω τμήματος μαρμάρου επάνω σε διερχόμενο πεζό και τον ένεκα αυτής (πτώσεως του αποκολληθέντος μαρμάρου) τραυματισμό του τελευταίου. 5) Ότι η μορφή υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας στην πρόκληση του εν λόγω αποτελέσματος ήταν η μη ενσυνείδητη αμέλεια, υπό την σαφή παραδοχή, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό, ότι αυτή δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της ως άνω παραλείψεώς της, 6) Ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραλείψεως αυτής της αναιρεσείουσας και του επελθόντος αποτελέσματος, ο οποίος προκύπτει από τις παραδοχές ότι η σωματική βλάβη του παθόντος επήλθε εκ της παραλείψεως της αναιρεσείουσας να λάβει τα προαναφερόμενα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, στις οποίες (παραδοχές αυτές) λογικώς και αναγκαίως περιέχονται και εκείνες ότι εάν ελαμβάνοντο τα μέτρα αυτά, με πιθανότητα, που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, το επελθόν ως άνω αξιόποινο αποτέλεσμα δεν θα είχε επέλθει, 7) ρητώς αναφέρεται η έννομη σχέση από την οποία πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση της αναιρεσείουσας να παρεμποδίσει την επέλευση της σωματικής βλάβης του παθόντος (προγενέστερη συμπεριφορά της κατηγορουμένης, που δημιούργησε τον κίνδυνο επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος και συγκεκριμένα το ότι αυτή, ως ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος και υπεύθυνη, ως εκ τούτου, για την συντήρηση του εξώστη αυτού, παρέλειψε να προβεί σ’ αυτήν, αν και ήταν υποχρεωμένη) και 8) για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της σωματικής βλάβης εξ αμελείας προσδιορίζεται με σαφήνεια ότι ο παθών υπέστη σωματική κάκωση, συνισταμένη σε "εκτεταμένες εκδορές κατά την πρόσθια και έσω πλάγια επιφάνεια του αριστερού βραχίονος, εκτεταμένη θλαστική εκχύμωση (αιμάτωμα) των μαλακών μορίων κατά την έσω πλάγια και οπίσθια επιφάνεια του αριστερού βραχίονος και την κατ’ αγκώνα άρθρωση", ήτοι προσδιορίζεται με ακρίβεια το είδος της προκληθείσας στον παθόντα σωματικής βλάβης, η οποία, ενόψει των κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκληθεισών ως άνω εκτεταμένων εκδορών και αιματώματος, στοιχειοθετούν, εν προκειμένω απλή σωματική βλάβη όπως κατ’ ορθήν συνεπώς ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων δέχθηκε και το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλομένη απόφασή του.
Η ειδικότερη αιτίαση ότι δεν αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση της αναιρεσείουσας κρίνεται αβάσιμη και απορριπτέα, αφού, όπως έχει ήδη εκτεθεί, διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η ιδιαίτερη νομική της υποχρέωση πηγάζει από την ιδιότητά της ως ιδιοκτήτριας του διαμερίσματος, υπεύθυνης, συνεπώς, για την συντήρηση της προαναφερόμενης μετώπης του εξώστη αυτού, ώστε να μην δημιουργείται εξ αυτής οποιοσδήποτε κίνδυνος, στηριζομένης, επομένως, της ευθύνης αυτής (αναιρεσείουσας) αποκλειστικά στις γενικές διατάξεις του ποινικού δικαίου.
Εξ άλλου, για την καταδικαστική της αναιρεσείουσας για το ανωτέρω έγκλημα κρίση του, το δικαστήριο της ουσίας, ως διαβεβαιώνει με την προσβαλλομένη απόφασή του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, μαρτυρικές καταθέσεις), χωρίς να εξαιρέσει κανένα, ούτε από τα έγγραφα, ούτε από τους μάρτυρες και χωρίς να κάνει επιλογή αυτών, δεν ήταν δε αναγκαία η παράθεση της αξιολογικής συσχετίσεως και συγκρίσεως των αποδεικτικών τούτων μέσων μεταξύ τους και χωρίς να είναι απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρει από ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο απεδείχθη η κάθε παραδοχή και γιατί επείσθη από το ένα και όχι από το έτερο ή έτερα αποδεικτικά μέσα, ως και να συσχετίσει και να συγκρίνει τις καταθέσεις των μαρτύρων, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, οι αιτιάσειςδε αυτής, ότι αγνόησε ή εσφαλμένα αξιολόγησε ορισμένα από αυτά είναι απαράδεκτες, καθόσον, με την, κατ` επίφαση, επίκληση, ως αναιρετικών λόγων, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης εφαρμογής των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.
Η περαιτέρω αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι, λόγω των προσωπικών της περιστάσεων, ιδιοτήτων, ικανοτήτων και γνώσεων και συγκεκριμένα, λόγω απουσίας της, κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του 2008 μέχρι τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους, στο εξωτερικό, δεν είχε την δυνατότητα να τηρήσει την αξιούμενη από αυτήν επιμέλεια, ώστε να προβλέψει και να αποφύγει την πρόκληση της σωματικής βλάβης του παθόντος, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, αφού συνιστά αμφισβήτηση της εις βάρος της αναιρεσείουσας σχετικής ουσιαστικής παραδοχής της προσβαλλομένης καταδικαστικής αποφάσεως.
Συνεπώς, οι συναφείς με τις προεκτεθείσες αιτιάσεις, εκ του άρθρου 510 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δικ., πρώτος, τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του, τέταρτος και πέμπτος, λόγοι της αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.
Κατά την σαφή έννοια του άρθρου 364 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δικ., η μη ανάγνωση των αναφερομένων σ’ αυτήν εγγράφων, δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της διαδικασίας, εκτός αν ζητήθηκε η ανάγνωση ορισμένου εγγράφου από τον Εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά με την αίτηση που υποβλήθηκε για το σκοπό αυτό, οπότε υπάρχει έλλειψη ακροάσεως, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Β’ του ίδιου Κώδικα, ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως η αναιρεσείουσα υπέβαλε στο Δικαστήριο που την εξέδωσε αίτημα για την ανάγνωση του αναφερομένου στην αίτηση αναιρέσεως εγγράφου και συγκεκριμένα της υπ’ αριθμ. ...4.11.2008 άδειας οικοδομής, η οποία εκδόθηκε για την επισκευή της μετώπης του διαμερίσματός της.
Όπως δε προκύπτει επίσης από τα προαναφερόμενα πρακτικά το δικάσαν Δικαστήριο, κατά την ανάγνωση των αναγνωστέων εγγράφων, ανέγνωσε έγγραφο που επιγράφεται ως "άδεια οικοδομής από 4/11/2008". Από την παραδεκτή επισκόπηση του εγγράφου αυτού προκύπτει ότι πρόκειται περί του ιδίου ως άνω εγγράφου, το οποίο προσκόμισε η αναιρεσείουσα και ζήτησε την ανάγνωσή του, το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα και αναγνώστηκε.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ του Κ.Ποιν.Δικ. τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα. Η, κατά τα ανωτέρω, απαιτουμένη, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του.
Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του Κ.Ποιν.Δικ. και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση του καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή την μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως.
Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά, κατά τρόπο ορισμένο και πλήρη ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, όπως είναι και περί μεταβολής της κατηγορίας ισχυρισμός, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας ή σε ισχυρισμό περί μεταβολής της κατηγορίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, για τις ανάγκες του αναιρετικού αυτού λόγου, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, δια του συνηγόρου της, ζήτησε την καταχώρηση εγγράφως στα πρακτικά ισχυρισμών, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικά, μεταξύ των οποίων ο υπ’ αριθμ…., με το εξής, κατά λέξη, περιεχόμενο: "ΕΠΙΤΡΕΠΤΗ ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ - ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΑΞΙΟΠΟΙΝΟΥ ΠΡΑΞΕΩΣ Επικουρικώς και σε περίπτωση που ήθελε τυχόν κριθεί υπό του Υμετέρου Δικαστηρίου ότι ετέλεσα την αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορούμαι, προβάλλω τον ακόλουθο αυτοτελή ισχυρισμό:
Σύμφωνα με το άρθρο 2§1 Π.Κ. "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις". Ακολούθως το άρθρο 314§1 Π.Κ., όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της ως άνω αποδιδομένης σε εμένα αξιοποίνου πράξεως όριζε ότι "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών.
Αν η σωματική βλάβη που προκλήθηκε είναι εντελώς ελαφρά, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι τριών μηνών ή χρηματική ποινή", σήμερα δε, μετά την τροποποίησή του με το ν.4055/2012 προβλέπει ότι "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν η σωματική βλάβη που προκλήθηκε είναι όλως ελαφρά,τιμωρείται με κράτηση έως τρεις (3) μήνες ή με πρόστιμο έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ".
Ως εκ τούτων και δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την ενυπάρχουσα στη σχηματισθείσα εις βάρος μου δικογραφία από 23-09-2008 (ήτοι, την ημέρα του ατυχήματος), γνωμάτευση του ιατρού Ε. Χ. του Νοσοκομείου "Ευαγγελισμός" που περιέθαλψε τον παθόντα την ημέρα του ατυχήματος καθώς και την από 1/10/2008 ιατροδικαστική έκθεση της ιατροδικαστού κας Μ., εκ των οποίων η μία περιλαμβάνεται μάλιστα και στον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων, η σωματική κάκωση/βλάβη της υγείας που υπέστη ο παθών ήταν όλως ελαφρά και επιπόλαιη, αφού όπως βεβαιώνεται δια των εν λόγω ιατρικών γνωματεύσεων, "έλεγχος χωρίς εικόνα κατάγματος", "ο γενόμενος ακτινολογικός έλεγχος, την 23.9.2008 στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός απέβη αρνητικός για οστική βλάβη", "εκ της ελαφράς ταύτης σωματικής βλάβης...", δέον όπως μετατραπεί (επιτρεπτώς) η κατηγορία που μου αποδίδεται από σωματική βλάβη εξ αμελείας σε όλως ελαφρά σωματική βλάβη εξ αμελείας.
Κατά συνέπεια, και σύμφωνα με την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου νόμου που τίθεται δια της προαναφερθείσης διατάξεως του άρθρου 2 Π.Κ., η πράξη, για την οποία κατηγορούμαι, έχει μετατραπεί πλέον από πλημμέλημα σε πταίσμα, γεγονός εκ του οποίου παρέπεται κατά λογική, προς δε και νομική αναγκαιότητα ότι το αξιόποινο της έχει πλέον παραγραφεί, συμφώνως προς τον κανόνα που θέτει η διάταξη του άρθρου 111 παρ. 4 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 113 παρ. 3 Π.Κ., δεδομένου ότι παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον του έτους από το χρόνο τελέσεώς της (23-09-2008) μέχρι και το χρόνο που μου επιδόθηκε το ανωτέρω κλητήριο θέσπισμα (04-04-2013).
άλλως μείζον της διετίας από το χρόνο τελέσεώς της μέχρι σήμερα.
Συνεπώς, εκ του λόγου τούτου δέον όπως το Υμέτερο Δικαστήριο διατάξει την οριστική παύση της εις βάρος μου ασκηθείσης ποινικής διώξεως λόγω παραγραφής της αποδιδόμενης σε εμένα αξιοποίνου πράξεως". Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο ο ως άνω ισχυρισμός δεν ετύγχανε αυτοτελής, αλλά ισχυρισμός περί μεταβολής της κατηγορίας και, συνεπώς, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν είχε την υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την κρίση του, παρά ταύτα όμως απάντησε στον εν λόγω ισχυρισμό εκ του πράγματος με την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεώς του επί της αποδιδομένης στην αναιρεσείουσα αξιόποινης πράξεως, δεχόμενο, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, ότι η προκληθείσα στον παθόντα σωματική βλάβη ήταν η παραπάνω αναφερόμενη, δηλαδή πλημμεληματικού και όχι πταισματικού χαρακτήρα, στην παραδοχή δ’ αυτή περιλαμβάνεται αναγκαίως και εκείνη ότι ως πλημμεληματική δεν έχει παραγραφεί το αξιόποινό της.
Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ , Β’ και Η’ του Κ.Ποιν.Δικ. δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, και έκτος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ του Κ.Ποιν.Δικ., λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η έλλειψη της ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας.
Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά την διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α’ του Κ.Ποιν.Δικ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 1941/1991, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση.
Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου να προβάλει αυτοτελείς ισχυρισμούς. Το Δικαστήριο οφείλει να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει, όμως, από την τελευταία, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δικ., ακυρότητα της διαδικασίας απαιτείται να προταθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί κατά τρόπο ορισμένο.
Αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του Π.Κ., αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.
Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρησή της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 του Π.Κ..
Προϋποτίθεται, όμως, όπως προαναφέρθηκε, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 του Π.Κ. θεωρούνται, μεταξύ άλλων, και (υπό στοιχ. β’ ) "το ότι ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του όχι από ταπεινά αίτια" και (υπό στοιχ.
δ’ ) "το ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του". Για την στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περιστάσεως του ότι ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη του όχι από ταπεινά αίτια και το ορισμένο της πρέπει να εκτίθενται και τα ταπεινά αίτια που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του (Α.Π. 2365/2008).
Για την δεύτερη από τις περιστάσεις αυτές (υπό στοιχ. δ’ ), πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με αποδεικνυόμενα περιστατικά, που μαρτυρούν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επεζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης ή θλίψης (Α.Π. 1323/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, δια του συνηγόρου της, κατέθεσε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά αυτοτελείς ισχυρισμούς περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό της των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α’ , β’ και δ’ του Π.Κ.
Το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε σιγή τους ισχυρισμούς αυτούς. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα εξέθεσε, σχετικώς με την συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ.
β’ και δ’ (η προσβαλλομένη δεν πλήττεται ως προς την σιωπηρή απόρριψη της ελαφρυντικής περιστάσεως υπό στοιχ. α’ ), κατά λέξη, τα ακόλουθα: "............ στην ως άνω πράξη μου ωθήθηκα από όχι ταπεινά αίτια, ενόψει του ότι δεν είχα αλλά ούτε και θα μπορούσα να έχω ιδιοτελή κίνητρα. Είμαι μητέρα δυο τέκνων και ιδιαίτερα ευαίσθητος άνθρωπος.
Εκ της ευαίσθητης ιδιοσυγκρασίας μου δεν υπάρχει περίπτωση να επιτρέψω ποτέ την πιθανότητα να τεθεί σε κίνδυνο η υγεία και σωματική ακεραιότητα συνανθρώπου μου από δική μου παράλειψη. Από την φύση της αποδιδόμενης σε εμένα πράξης αλλά από τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκε ο τραυματισμός του κ.
Γ. δεν μπορεί να προκύψει ούτε κακοβουλία εκ μέρους μου ούτε κάποια "διαστροφή χαρακτήρα". Άλλωστε, τον κ. Γ. δεν τον γνώριζα προτού συμβεί το εν λόγω ατύχημα. Επιπλέον, ευθύς αμέσως μετά το συμβάν επέδειξα ειλικρινή μετάνοια, ζήτησα συγγνώμη από τον κ. Γ. και ενδιαφέρθηκα για την υγεία του. Ευθύς μετά την σύνταξη της άνω έκθεσης της Πολεοδομίας προέβην στις αναγκαίες και υποδεικνυόμενες από την Πολεοδομία επισκευαστικές εργασίες και έτσι προσπάθησα να μειώσω τις συνέπειες της κατά τα άνω παράλειψής μου (βλ.
σχετική προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. ...2008 εκδοθείσα άδεια οικοδομής". Ο υπό το ανωτέρω περιεχόμενο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως ότι ωθήθηκε στην πράξη όχι από ταπεινά αίτια ήταν αόριστος, δεδομένου ότι τα επικληθέντα περιστατικά δεν αναφέρονταν στα αίτια που την οδήγησαν στην τέλεση του αδικήματος, ενώ ο αυτοτελής ισχυρισμός της περί συνδρομής στο πρόσωπό της ελαφρυντικής περιστάσεως της ειλικρινούς μετάνοιας, δεν θεμελιώνεται στα επικαλούμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά, καθόσον αυτά δεν αφορούν σε προσπάθεια της αναιρεσείουσας να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς της έναντι του ως άνω παθόντος, αλλά αντίθετα αφορούν σε συμμόρφωσή της προς την, εκ της ιδιότητά της, ως ιδιοκτήτριας του προαναφερθέντος διαμερίσματος, απορρέουσα υποχρέωσή της να προβεί στην συντήρηση της μετώπης του εξώστη του διαμερίσματός της, προκειμένου να δημιουργηθεί και διασφαλισθεί πραγματική κατάσταση τέτοια που να εξασφαλίζει την ασφαλή και ακίνδυνη, εκ της πτώσεως διαφόρων δομικών στοιχείων από την μετώπη του εξώστη του διαμερίσματός της, κίνηση και κυκλοφορία πεζών και εποχουμένων επί του κάτωθεν του διαμερίσματός της τμήματος του οδοστρώματος της οδού ..., προσέτι δε και για το λόγο ότι δεν συνιστά ειλικρινή μετάνοια η απλή ρηματική έκφραση συγγνώμης.
Επομένως, το δικάσαν Δικαστήριο, το οποίο δεν απάντησε στους ως άνω ισχυρισμούς, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια, το μεν της αναιτιολόγητης απορρίψεως αυτών, αφού δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ’ αυτούς, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει με την προσβαλλομένη απόφασή του την επ’ αυτών απορριπτική κρίση του, το δε της ελλείψεως ακροάσεως, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.
Κατ’ ακολουθίαν, οι συναφείς δεύτερος, κατά τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του και τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Β’ , αντίστοιχα, του Κ.Ποιν.Δικ., κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό τους η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.4.2016 αίτηση της Ν. Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 7995/2016 αποφάσεως του ΣΤ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουλίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Αυγούστου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ