1343/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα δικαίου (ουσιαστικού), που κατά το αναιρετήριο παραβιάστηκε (Ολ.ΑΠ. 28/1998).
Legislator headnote
AI generated1343/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ της 28-6-1999 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής.
Full text
Απόφαση 1343 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1343/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 2) Γ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Χ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 4) Α. Π. του Θ., κατοίκου ..., 5) Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 6) Α. Τ. του Π., κατοίκου ..., 7) Γ. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., 8) Α. Δ. του Μ., κατοίκου ..., 9) Α. Ψ. του Ε., κατοίκου ..., 10) Κ. Α. του Φ., κατοίκου ..., 11) Π. Ν. του Α., κατοίκου ..., 12) Ε. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 13) Α. Π. του Δ., κατοίκου ..., 14) Δ. Δ. του Χ., κατοίκου ... και 15) Β. Λ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λαμπρόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", νόμιμα εκπροσωπουμένης από την εκκαθαρίστρια εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντιγόνη Κίσσα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 347/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3841/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες την από 18-12-2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας διάβασε την από 28-4-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 18-12-2013 αίτησης για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3841/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα δικαίου (ουσιαστικού), που κατά το αναιρετήριο παραβιάστηκε (Ολ.ΑΠ. 28/1998).
Η παράβαση δε του νόμου με την προαναφερθείσα έννοια κρίνεται κατ' αρχή σε σχέση με το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο που εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, με την προϋπόθεση όμως ότι το δίκαιο αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρεπτά ρυθμίζει την επίδικη έννομη σχέση όταν ανάγεται στο παρελθόν.
Εξάλλου, η φύση της σύμβασης ή της δικαιοπραξίας, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτή οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, γιατί ο χαρακτηρισμός αυτός αποτελεί έργο του δικαστηρίου της ουσίας κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας του, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση που στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 559 ή 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας, δεν αποκλείεται ακόμη και στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006 και 19/2007, η δεύτερη καθόσον αφορά μόνο το μέχρι την 17.4.2001 χρονικό διάστημα και όχι το μεταγενέστερο που άρχισαν να ισχύουν οι προστεθείσες παράγραφοι 7 και 8 του Συντάγματος), αλλά ούτε και από εσωτερικό κανονισμό της υπηρεσίας του εργοδότη είτε ανήκει στον δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα, ακόμα και εάν ο κανονισμός αυτός έχει αποκτήσει ισχύ νόμου (Ολ.ΑΠ. 7/2011).
Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ της 28-6-1999 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής.
Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.
Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου αυτού νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων (των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920), συνάγεται ότι: α) Σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου είναι εκείνη στην οποία οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ρητώς ή σιωπηρώς ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.
β) Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Στο άρθρο δε 671 του ΑΚ ορίζεται ότι "η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης" ενώ στο άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 ότι "οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση καταρτίστηκε υποχρεωτικώς ως ορισμένης διάρκειας, εκ του νόμου, όπως στην περίπτωση του άρθρου 3 παρ. 5 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού Ολυμπιακής Αεροπορίας, που κυρώθηκε με το Ν. 2602/1998 "Για την ολοκλήρωση της εξυγίανσης και την ανάπτυξη της Ολυμπιακής Αεροπορίας", που επέχει ισχύ νόμου ορίζεται ότι "Έκτακτο προσωπικό είναι όσοι προσλαμβάνονται για την κάλυψη εποχικών αναγκών ή αναγκών πρόσκαιρων ή επείγουσας φύσης με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου...
Το έκτακτο προσωπικό υπάγεται στον παρόντα Κανονισμό, μόνον όπου αυτό στις επόμενες διατάξεις ορίζεται ρητώς και ειδικώς. Η διάρκεια, το είδος και οι όροι απασχόλησης του έκτακτου προσωπικού ορίζονται στην ατομική σύμβαση εργασίας, η οποία λήγει αυτοδικαίως με την πάροδο της συμφωνηθείσας διάρκειάς της, χωρίς να απαιτείται προς τούτο καμία άλλη διατύπωση και απαγορευομένης της, για οποιονδήποτε λόγο, μετατροπής της σε σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου...
Για το έκτακτο προσωπικό εφαρμόζονται οι όροι αμοιβής και εργασίας που προβλέπονται στις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, στις οποίες, κατά τις διατάξεις του ν. 1876/1990, σύμφωνα με την ειδικότητα ή το επάγγελμά του, υπάγεται ο κάθε εργαζόμενος, στο μέτρο που είναι ευνοϊκότεροι από τους όρους της ατομικής σύμβασης εργασίας τους".
Η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε.", έχει εξαιρεθεί του δημόσιου τομέα με το ΠΔ 362/1991 και δεν ανήκει στο δημόσιο ή τον ευρύτερο Δημόσιο τομέα.
Συνεπώς, για τις σχέσεις της με τους εργαζόμενους σ' αυτήν δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος. όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, με την αναθεώρηση του 2001. Επ' αυτών ισχύουν οι διατάξεις του ΠΔ 81/2003, για την μετά την ισχύ του χρονικό διάστημα. Πριν δε την ισχύ αυτού, εφαρμογή για το χαρακτηρισμό των συνδεομένων με συμβάσεις εργασίας μισθωτών που απασχολούνται στην αναιρεσίβλητη, ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, έχουν οι διατάξεις του ΑΚ (648, 649, 669, 671 και 672 παρ. 2) και 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, και ανεξαρτήτως, του ότι ο επέχον ισχύ νόμου, κανονισμός της αναιρεσίβλητης, απαγορεύει τη σύναψη συμβάσεων αορίστου χρόνου ή την μετατροπή των διαδοχικών ορισμένου χρόνου συμβάσεων σε αορίστου χρόνου.
Εκτός, όμως των διαγραφομένων πιο πάνω προϋποθέσεων, για να θεωρηθούν οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ως ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου θα πρέπει, μεταξύ τους να μην παρεμβάλλονται μεγάλα χρονικά διαστήματα (πλέον των τριών μηνών), όπως η άποψη αυτή έχει παγιωθεί στη νομολογία και καθιερώθηκε, μεταγενεστέρως από τον νομοθέτη, με τα ΠΔ 81/2003 και 164/ 2004), ως ένα από τα κριτήρια, για το χαρακτηρισμό των επί μέρους συμβάσεων, ως αορίστου χρόνου, έτσι ώστε να υφίσταται η απαιτούμενη κατά νόμο συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ των αλλεπαλλήλων αυτών συμβάσεων.
Στην κρινόμενη υπόθεση, οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες, με την από 8-11-2001 (αρ. κατ. 3684/2001) αγωγή τους στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ιστορούσαν ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη εταιρία, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημεροχρονολογίες, (το χρονικό διάστημα των ετών 1991 μέχρι το 2001) με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οκτάμηνης διάρκειας για κάθε έτος και απασχολήθηκαν σ' αυτήν κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, ως υπάλληλοι, δηλ.
οδηγοί για πάσης φύσεως αυτοκίνητα της εταιρίας, προς κάλυψη αναγκών, τις οποίες η εναγομένη χαρακτηρίζει ως εποχιακές και πρόσκαιρες, ενώ στην πραγματικότητα αυτοί καλύπτουν πάγιες και διαρκείς, όπως και οι συνάδελφοί τους οδηγοί αυτοκινήτων, οι οποίοι υπηρετούν στην εναγομένη με συμβάσεις μισθώσεως εργασίας αορίστου χρόνου, β) ότι στους τελευταίους, οι οποίοι προσφέρουν ίσης αξίας με αυτούς εργασία, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, η εναγομένη εφαρμόζει το μισθολόγιο που προβλέπουν οι εκάστοτε επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας που συνάπτονται μεταξύ της Ομοσπονδίας Σωματείων Πολιτικής Αεροπορίας (Ο.Σ.Π.Α) και της διοίκησης της εναγομένης, τις οποίες όμως η εναγομένη αρνείται να εφαρμόσει και στους ίδιους (που δεν είναι μέλη ουδενός σωματείου), και είναι ευμενέστερες σε σχέση με τις οικείες εκάστοτε ΣΣΕ για τους οδηγούς του ιδιωτικού τομέα που η εναγομένη εφαρμόζει για τη μισθοδοσία τους, κατά παράβαση του νόμου και του κανονισμού, ο οποίος, με ρητή παραπομπή του στις διατάξεις του Ν.1876/1990, προβλέπει για τον καθορισμό των αποδοχών τους την εφαρμογή των ως άνω επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων, αλλά και κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας με αποτέλεσμα να λαμβάνουν μειωμένες αποδοχές σε σχέση με τους συναδέλφους τους οδηγούς, οι οποίοι εργάζονται στην εναγομένη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και γ) ότι συνέπεια της συμπεριφοράς αυτής της εναγομένης - ο καθένας - από αυτούς έχει ζημιωθεί τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά.
Με βάση αυτά ζήτησαν, να αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας τους ήταν ενιαίες αορίστου χρόνου και συνακόλουθα ότι η εναγομένη κατ' επιταγή των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 5 του Νόμου 2602/1998 (Κανονισμός Προσωπικού Ολυμπιακής Αεροπορίας), εκείνες του νόμου 1870/1990, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 4 και 22 του Συντάγματος, είναι υποχρεωμένη να τους καταβάλλει, για το χρονικό διάστημα από 3-5-1997 έως 23-10-2001, τα χρηματικά ποσά που ανέφεραν σ' αυτήν, ως διαφορές των αποδοχών τους, με εκείνες που κατέβαλε, στους λοιπούς εργαζομένους της, μελών της Ο.Σ.Π.Α.
με βάση τις επιχειρησιακές συμβάσεις που είχε συνάψει με την τελευταία. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, απορρίπτοντας την έφεση των αναιρεσειόντων, κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε αποφανθεί ομοίως, με την εξής αιτιολογία "...Η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920, δεν δύναται να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση καταρτίζεται υποχρεωτική ως ορισμένης διάρκειας εκ του νόμου, όπως ορίζεται παραπάνω στον έχοντα ισχύ ουσιαστικού νόμου, όπως προαναφέρθηκε, Κανονισμό Εργασίας Προσωπικού Ολυμπιακής Αεροπορίας, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της συμβάσεως ως ορισμένης διάρκειας, ούτε καθίσταται αορίστου χρόνου η σύμβαση του προσληφθέντος, για ορισμένο χρόνο, βάσει διατάξεως νόμου, αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη".
Με την κρίση του, όμως, αυτή το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 669, 671 και 672 παρ. 2 ΑΚ και 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, τις οποίες δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέες, ενώ εφάρμοσε εκείνες του άρθρου 3 παρ. 5 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού Ολυμπιακής Αεροπορίας, που κυρώθηκε με το Ν. 2602/1998, που σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είχαν εφαρμογή.
Πλην όμως, η αγωγή, με το προεκτεθέν περιεχόμενο, ήταν μη νόμιμη αφού, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν μεταξύ των επίμαχων συμβάσεων, μεσολαβούσαν μεγάλα χρονικά διαστήματα, πλέον των τριών μηνών, χωρίς να γίνεται επίκληση στην αγωγή ότι, κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του, οι αναιρεσείοντες συνέχιζαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους, έστω και με άκυρη σύμβαση εργασίας, έτσι ώστε να μην υφίσταται η απαιτούμενη κατά νόμο συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ των συμβάσεών τους.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, αν και με άλλη αιτιολογία, σε ορθό διατακτικό κατέληξε. Κατά συνέπεια, ο περί του αντιθέτου 1ος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί.
Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αρ. 8 της ίδιας πιο πάνω διατάξεως (άρθρο 559 ΚΠολΔ), με τον οποίο υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ότι το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό τους ισχυρισμό, ότι κάλυπταν με την εργασία τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα να απορρίψει την αγωγή τους, αλυσιτελώς προβάλλεται και συνακόλουθα είναι απορριπτέος δεδομένου ότι, για το χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, ως αορίστου χρόνου, δεν αρκεί, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, να καλύπτουν οι μισθωτοί μόνο πάγιες και διαρκείς ανάγκες της επιχείρησης, αλλά θα πρέπει, μεταξύ των συμβάσεων αυτών, να μη παρεμβάλλονται μεγάλα χρονικά διαστήματα, προϋπόθεση που δεν συνέτρεχε, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή. 2.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Και ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο δεν ερεύνησε την ουσία της υποθέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά το τρίτο σκέλος του και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή τους, με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την αναφερόμενη στην αίτηση ένορκη βεβαίωση, που επικαλέστηκαν και παραδεκτά προσκόμισαν.
Οι λόγοι αυτοί, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, είναι απαράδεκτοι διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν το αγωγικό αίτημα. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης στους ηττηθέντες αναιρεσείοντες (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-12-2013 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 3841/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ