Legislator Case Law & Legislation
1343/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appeal admissibility grounds and substantive lack of evidence regarding unjust enrichment.

Case Number 1343/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the final appellate judgment regarding a dispute over the management of the deceased's estate. The appellants argued that the lower court failed to properly assess evidence and limit the return of profits derived from the deceased's assets. The court rejected these claims, ruling that the appellate decision was substantively correct in finding liability for unjust enrichment and that the appeal was inadmissible due to procedural errors in citing the wrong legal provision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 734, 739 of the Civil Code; The court held that profits derived from the management of another's property must be returned in full to the owner, and an appeal based on alleged procedural errors regarding the citation of the correct legal provision is inadmissible.

Keywords

AI generated
unjust enrichment management of another's property appeal admissibility civil procedure estate liability appellate review legal citation error

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 734 of the Civil Code
Article 739 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1343 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1343/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χ. Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. χας Ι. Χ., 2Α. Χ. του Ι., κατοίκων ... και 3.Μ. Χ. του Ι., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαζαφειρόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ά. - Μ. Φ. του Γ., (ως κληρονόμου του αρχικού ενάγοντος Γ. Φ.), κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Μαρία Νάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Φεβρουαρίου 1993 αγωγή του αρχικού ενάγοντος Γ. Φ. η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9260/1995 εν μέρει οριστική και 5198/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4464/2010 τελεσίδικη του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27 Οκτωβρίου 2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 27 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την υπ' αριθ. 4464/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και ήδη αναιρεσιβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, απορρίφθηκε από ουσιαστικής πλευράς η από 14.7.2008 έφεση των αναιρεσειόντων, ενώ έγινε δεκτή η από 2.7.2008 αντίθετη έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 5198/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ύστερα από την υπ' αριθ. 9260/1995 εν μέρει οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, έγινε εν μέρει δεκτή η από 2.2.1993 αγωγή του Γ.

Φ. και υποχρεώθηκαν οι αναιρεσείοντες να καταβάλουν κατά την εξ αδιαθέτου μερίδα τους στην κληρονομία του Ι. Χ. το ποσό των 29.347,03 ευρώ στην αναιρεσίβλητη, η οποία υπεισήλθε ως κληρονόμος επ' ωφελεία απογραφής στη δικονομική θέση του αποβιώσαντος κατά τη διάρκεια της επιδικίας Γ. Φ. και συνέχισε στο όνομά της τη βιαίως διακοπείσα προηγουμένως δίκη.

Με την ίδια εφετειακή απόφαση αναγνωρίσθηκε περαιτέρω ότι οι αναιρεσείοντες είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν επιπλέον στην αναιρεσίβλητη το ποσό μεν των 155.204,69 ευρώ κατά την ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα τους, το δε ποσό των 18.065,30 ευρώ ως εις ολόκληρο συνοφειλέτες στο πλαίσιο αδικοπρακτικής ευθύνης τους και ευθύνης τους από μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων, νομομοτόκως όλα τα ποσά από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2. Η διοίκηση αλλοτρίων ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρ. 730-740 ΑΚ ως ενοχή εξωδικαιοπρακτική, που παράγεται αμέσως από το νόμο μεταξύ του διοικητή και του κυρίου της υπόθεσης και μάλιστα από μόνο το γεγονός ότι ο διοικητής χειρίζεται και διοικεί ξένη υπόθεση χωρίς να έχει δικαίωμα ή σχετική υποχρέωση.

Οι διατάξεις αυτές διακρίνουν μεταξύ γνήσιας και μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων, ενώ και η γνήσια διοίκηση αλλοτρίων διακρίνεται περαιτέρω σε θεμιτή και αθέμιτη (ΑΠ 784/2005), η δε μη γνήσια σε αυτή που διεξάγεται εν γνώσει του διοικητή ότι αφορά ξένη υπόθεση και σε αυτή που γίνεται εν αγνοία του, οπότε πρόκειται για ιδιοτελή κατά πλάνη διοίκηση αλλοτρίων.

Η έννοια της γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων δίνεται από τις διατάξεις του άρθρ. 730 ΑΚ, κατά τις οποίες όποιος διοικεί χωρίς εντολή ξένη υπόθεση έχει υποχρέωση να τη διεξάγει προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέλησή του, δεν λαμβάνεται δε υπόψη αντίθετη θέληση του τελευταίου για τη διοίκηση της υπόθεσής του, αν αντιβαίνει στο νόμο ή στα χρηστά ήθη.

Εφόσον ο διοικητής ανέλαβε τη διοίκηση της ξένης υπόθεσης και τη διεξάγει ως ξένη προς το συμφέρον και σύμφωνα με την πραγματική ή εικαζόμενη θέληση του κυρίου, πρόκειται για γνήσια θεμιτή διοίκηση αλλοτρίων και ο διοικητής έχει κατά το άρθρ. 736 ΑΚ το δικαίωμα να ζητήσει από τον κύριο τις δαπάνες της διοίκησης και την ανόρθωση των ζημιών κατά τις διατάξεις για την εντολή, που εφαρμόζονται αναλόγως, διαφορετικά πρόκειται για γνήσια μεν, αθέμιτη όμως διοίκηση αλλοτρίων και ο διοικητής δικαιούται κατά το άρθρ. 737 ΑΚ να ζητήσει μόνο την απόδοση των δαπανών του κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Αντίθετα πρόκειται για μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων όταν ο διοικητής διοικεί την ξένη υπόθεση σαν δική του, δηλαδή αποβλέποντας στο δικό του συμφέρον και όχι στο συμφέρον του κυρίου (ΑΠ 668/2007), οπότε αν μεν αγνοεί ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση και τη διεξάγει νομίζοντας πως είναι δική του, τότε κατά το άρθρ. 740 ΑΚ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων, αλλά αυτές για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή τις αδικοπραξίες, εφόσον ειδικότερα η πλάνη του διοικητή οφείλεται σε αμέλειά του και η διοίκηση της ξένης υπόθεσης συνιστά παράνομη πράξη, όπως κατά κανόνα συμβαίνει.

Αν όμως ο διοικητής γνωρίζει ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση και παρόλα αυτά τη διοικεί σαν δική του, τότε κατά το άρθρ. 739 ΑΚ και με την επιφύλαξη της τυχόν ευθύνης του από αδικοπραξία έχει και πάλι τις υποχρεώσεις από τη διοίκηση αλλοτρίων, ενώ δαπάνες έχει δικαίωμα να απαιτήσει μόνο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Στην περίπτωση δηλαδή αυτή, ανεξάρτητα από την αδικοπρακτική ευθύνη του διοικητή, ο νόμος, με σκοπό την πληρέστερη κατοχύρωση των δικαιωμάτων του κυρίου της υπόθεσης, ορίζει ως εφαρμοστέες και στη μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων τις διατάξεις που ρυθμίζουν την ευθύνη του διοικητή στη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων, παραπέμποντας έτσι μεταξύ άλλων και στη διάταξη του άρθρ. 734 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο διοικητής αλλοτρίων έχει απέναντι στον κύριο υποχρέωση να λογοδοτήσει, να αποδώσει όσα απέκτησε από τη διοίκηση και να καταβάλει τόκους κατά τις διατάξεις για την εντολή, που εφαρμόζονται αναλόγως.

Κατ' αυτό τον τρόπο ο κύριος της υπόθεσης μπορεί να επιτύχει όχι μόνο την αποκατάσταση της ζημίας του από την αυθαίρετη επέμβαση στη διαχείριση της υπόθεσής του, αλλά να αξιώσει και την απόδοση του κέρδους που αποκόμισε ο διοικητής από τη διοίκηση αλλοτρίων κατά το ποσό που αυτό υπερβαίνει συνήθως τη προξενηθείσα ζημία.

Ανάλογα θα πρόκειται είτε για πραγματική συρροή αξιώσεων όταν ο κύριος της υπόθεσης ζητεί αποζημίωση και το επιπλέον κέρδος που αποκόμισε από τη διαχείριση της ξένης υπόθεσης ο διοικητής είτε για απλή συρροή των περισσότερων νομικών βάσεων της αυτής ενιαίας αξίωσης, όταν ζητεί αποζημίωση θεμελιώνοντας την αξίωσή του από κοινού στις διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων και σ' αυτές για τις αδικοπραξίες.

Εξ άλλου ναι μεν κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη είναι και η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια, όμως νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αγωγή ούτε η υπαγωγή μ' αυτή των επικαλούμενων περιστατικών σε συγκεκριμένη νομική διάταξη είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, το οποίο αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων (ΑΠ 25/2001? 488/2010).

Έτσι η αγωγή, με την οποία ο κύριος της υπόθεσης προβάλλει αξιώσεις κατά του διοικητή αυτής, επικαλούμενος ευθύνη του από σχέση μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων, είναι ορισμένη, όταν περιέχει ως στοιχεία α) τη διεξαγωγή ξένης υπόθεσης, που μπορεί να αφορά την επιχείρηση νομικών ή υλικών πράξεων ή και να μην έχει περιουσιακό αντικείμενο, β) τη γνώση του διοικητή ότι η υπόθεση είναι ξένη, δηλαδή πρέπει να γνωρίζει θετικά και όχι απλώς να αγνοεί, έστω και από βαριά αμέλειά του, ότι η υπόθεση που διεξάγει είναι ξένη και γ) τη διεξαγωγή της ξένης υπόθεσης από το διοικητή προς το δικό του αποκλειστικά συμφέρον παρά την ως άνω αντίθετη γνώση του.

Τέλος η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998).

Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981? ΑΠ 1452/2007).

Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε σε πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, διότι η ένδικη αγωγή, μολονότι έχει ως βάση της επικαλούμενης μ' αυτή ευθύνης των αναιρεσειόντων μόνο την ύπαρξη αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους, καθώς και όμοιας προηγουμένως συμπεριφοράς του κληρονομηθέντος απ' αυτούς Ι.

Χ. σε βάρος του αρχικού ενάγοντος Γ. Φ., εντούτοις εσφαλμένα κρίθηκε, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, ότι βασίζεται και σε ενοχή από μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων και έτσι έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν στη βάση αυτή, η οποία είναι σε κάθε περίπτωση αόριστη, όπως η βάση αυτή απαράδεκτα επιχειρήθηκε για πρώτη φορά να εισαχθεί με τις πρωτόδικες προτάσεις του αρχικού ενάγοντος.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη για τη στήριξη της ένδικης αγωγής περιστατικά που δεν προτάθηκαν παραδεκτά και κατατείνουν στη θεμελίωση βάσης που δεν υπάρχει σ' αυτή, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος ως λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού η ως άνω πλημμέλεια ιδρύει λόγο αναίρεσης όχι από τον αριθμό 14, αλλά από τον αριθμό 8α του ίδιου άρθρου.

Σε κάθε περίπτωση η ένδικη αγωγή βασίζεται και σε ενοχή από μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων, αφού κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), ο αρχικός ενάγων Γ. Φ. κατήγγειλε στις 2.11.1982 και τις τρείς από 12.2.1982 συμβάσεις που είχε συνάψει με τον Ι. Χ., όμως αυτός εξακολούθησε και μετά την καταγγελία των συμβάσεων και ειδικότερα της σύμβασης σύστασης αφανούς μεταξύ τους εταιρείας με αντικείμενο τη λειτουργία επιχείρησης στάθμευσης, συντήρησης και ανεφοδιασμού αυτοκινήτων με υγρά καύσιμα στις οριζόντιες ιδιοκτησίες, που συνεισέφερε κατά χρήση στην αφανή εταιρεία ο αντισυμβαλλόμενός του, να κατέχει παράνομα τις ιδιοκτησίες αυτές και να λειτουργεί παράνομα εκεί για δικό του πλέον αποκλειστικά λογαριασμό την επιχείρηση με το ως άνω αντικείμενο, μετά δε το θάνατό του, που συνέβη στις 22.2.1992, συνέχισαν οι αναιρεσείοντες, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, την παράνομη κατοχή και εκμετάλλευση για δικό τους λογαριασμό των αυτών περιουσιακών στοιχείων του ενάγοντος, μέχρι τη βίαιη αποβολή τους στις 2.6.1992, ζημιώνοντας έτσι υπαίτια όλοι αυτοί τον ενάγοντα κατά το ποσό των καθαρών κερδών και μισθωμάτων που αποκόμισαν αντί γι' αυτόν από την παράνομη κατοχή και εκμετάλλευση της περιουσίας του κατά το χρονικό διάστημα από 1.10.1987 έως 2.6.1992.

Δηλαδή με το παραπάνω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή σαφώς περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση όχι μόνο αδικοπρακτικής ευθύνης του Ι. Χ. και των αναιρεσειόντων κληρονόμων του, αλλά και ευθύνης τους από τη σχέση της μη γνήσιας διοίκησης απ' αυτούς αλλότριας περιουσίας, αφού η παράνομη, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, κατοχή και εκμετάλλευση από μέρους τους των επίδικων περιουσιακών στοιχείων του ενάγοντος αποτελεί ασφαλώς διοίκηση ξένης υπόθεσης προς το συμφέρον τους και εν γνώσει τους ότι επρόκειτο για ξένη υπόθεση.

Ειδικότερα σαφή ασφαλώς γνώση του Ι. Χ. για το ότι μετά την από μέρους του ενάγοντος καταγγελία των μεταξύ τους συμβάσεων διαχειριζόταν πλέον ξένη υπόθεση σηματοδοτεί το γεγονός αυτό καθ' εαυτό της καταγγελίας των συμβάσεων, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ήταν έκτοτε αδικαιολόγητη η απ' αυτόν τον ίδιο και κατ' επέκταση και από τους αναιρεσείοντες κατοχή και εκμετάλλευση των οριζόντιων ιδιοκτησιών του ενάγοντος.

Για το λόγο αυτό άλλωστε ένα μέρος της ζημίας του ενάγοντος υπολογίζεται στην ένδικη αγωγή με αναγωγή στα καθαρά κέρδη που απέφερε για τον Ι. Χ. και τους αναιρεσείοντες κληρονόμους του η λειτουργία απ' αυτούς επιχείρησης στάθμευσης, συντήρησης και ανεφοδιασμού αυτοκινήτων με υγρά καύσιμα στις παράνομα κατεχόμενες από τους ίδιους οριζόντιες ιδιοκτησίες του ενάγοντος.

Κατά την έννοια αυτή υφίσταται συρροή αδικοπρακτικής ευθύνης τους με ευθύνη τους βασιζόμενη σε σχέση μη γνήσιας διοίκησης απ' αυτούς ξένης υπόθεσης, το γεγονός δε ότι στην ένδικη αγωγή δεν χαρακτηρίζεται ρητά ως διοίκηση αλλοτρίων η παράνομη απ' αυτούς κατοχή και εκμετάλλευση των επίδικων περιουσιακών στοιχείων του ενάγοντος, δεν είναι, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, καθοριστικής σημασίας για την ύπαρξη και την πληρότητα της αντίστοιχης αγωγικής βάσης, εφόσον κατά τα λοιπά εκτίθενται στην αγωγή τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της στοιχεία.

Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που προσάπτεται μ' αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση η επικουρική αιτίαση ότι παρά το νόμο έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή ως προς τη θεμελίωση ευθύνης των αναιρεσειόντων στη βάση της μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων, στην οποία, έστω και εσφαλμένα, έκρινε ότι αυτή στηρίζεται, ενώ έπρεπε να την κρίνει ως αόριστη και να την απορρίψει ως απαράδεκτη, οπότε, κρίνοντας διαφορετικά το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος και κατά την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση περαιτέρω πλημμέλεια από τον αυτό αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη αναφορικά με την ευθύνη των αναιρεσειόντων ως κληρονόμων του Ι.

Χ., παρόλο που στην αγωγή δεν εξειδικεύεται το ποσό για το οποίο κάθε ένας απ' αυτούς ευθύνεται. Όμως ρητά στην αγωγή αναφέρεται ότι αυτοί ενάγονται για το διάστημα από 1.10.1987 έως 2.6.1992 ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Ι. Χ. με βάση τη μεταξύ τους συγγενική σχέση, η οποία επίσης προσδιορίζεται, όπως και το ποσό της συνολικής οφειλής του Ι.

Χ., οπότε με δεδομένο από το νόμο το μέγεθος της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας κάθε αναιρεσείοντος (άρθρ. 1813-1824 ΑΚ) εύκολα προσδιορίζεται με απλό μαθηματικό υπολογισμό το ποσό από τη συνολική οφειλή του Ι. Χ., που αντιστοιχεί στην εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα κάθε αναιρεσείοντος. 3. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα.

Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν με επίκληση έγγραφα.

Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989? 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Εξ άλλου η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, εφόσον ο σχετικός με το δεδικασμένο ισχυρισμός προτάθηκε κατά το άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή όταν περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος (ΟλΑΠ 1339/1985? ΑΠ 2/2006).

Αντίθετα αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16, αλλά από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με την προϋπόθεση, που πρέπει επίσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την τελεσίδικη απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και το επικαλέσθηκε προς απόδειξη ή απόκρουση της ένδικης αγωγής (ΑΠ 1098/2011).

Δεδικασμένο κατά το άρθρ. 896 ΚΠολΔ αποτελεί και η διαιτητική απόφαση, αν με τη συμφωνία της διαιτησίας δεν ορίζεται προσφυγή κατά το άρθρ. 895§2 του ίδιου Κώδικα ή πέρασε η ορισμένη για την προσφυγή προθεσμία. Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν οι αναιρεσείοντες την αιτίαση στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι μολονότι με την υπ' αριθ. 6/1992 διαιτητική απόφαση, που εκδόθηκε μεταξύ του Ι.

Χ. και του αρχικού ενάγοντος, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι κατά το προηγούμενο της ένδικης αγωγής χρονικό διάστημα ο Ι. Χ. κατείχε νόμιμα τα επίδικα ήδη περιουσιακά στοιχεία του ενάγοντος, έχοντας ασκήσει κατ' αυτού δικαίωμα επίσχεσης, εντούτοις το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο αυτό, που επικαλέσθηκαν τόσο με τις πρωτόδικες προτάσεις τους όσο και με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους προκειμένου να υποστηρίξουν τον κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό τους ότι ο Ι.

Χ. εκμεταλλεύτηκε εξακολουθητικά τα επίδικα περιουσιακά στοιχεία του ενάγοντος, δηλαδή και κατά το διάστημα που αφορά η ένδικη αγωγή, νομίζοντας καλόπιστα ότι διαχειρίζεται δική του υπόθεση, με αποτέλεσμα έτσι το Εφετείο να απορρίψει τον ισχυρισμό τους αυτό, που αποκλείει κατά το άρθρ. 740 ΑΚ την εφαρμογή των διατάξεων για τη διοίκηση αλλοτρίων στη δικαζόμενη υπόθεση.

Από την παραδεκτή κατά το άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση της ως άνω διαιτητικής απόφασης προκύπτει ότι αυτή, αντίθετα με όσα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, δεν έκρινε τον Ι. Χ. ως καλόπιστο κάτοχο των επίδικων περιουσιακών στοιχείων του αρχικού ενάγοντος Γ. Φ., αλλά αντίθετα έκρινε ότι αυτός μετά την έγκυρη από 2.11.1982 καταγγελία από τον Γ.

Φ. των τριών μεταξύ τους από 12.2.1982 συμβάσεων και τη λύση έκτοτε της συσταθείσας αφανούς εταιρείας τους όφειλε να αποδώσει αμέσως σ' αυτόν τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, που ο τελευταίος (Γ. Φ.) είχε εισφέρει κατά χρήση για τη λειτουργία της αφανούς εταιρείας τους, αφού ο 14ος όρος της σύμβασης για την αφανή εταιρεία τους, κατά τον οποίο σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης θα ενεργοποιούνται αυτοδικαίως οι συμφωνημένες μεταξύ των αυτών προσώπων συμβάσεις μίσθωσης των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών, έχει την έννοια ότι η ενεργοποίηση των εικονικών κατά τα λοιπά μισθωτικών αυτών συμβάσεων θα λάμβανε χώρα μόνο σε περίπτωση άκαιρης και χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελίας της αφανούς εταιρείας από τον Γ.

Φ. και ότι κατά μετατροπή του ως άνω όρου αυτός έπρεπε να ισχύσει σαν δικαίωμα συμφωνημένης επίσχεσης από τον Ι. Χ. των ευρισκόμενων στην κατοχή του οριζόντιων ιδιοκτησιών του Γ. Φ. μέχρι που ο τελευταίος να του απέδιδε τις δαπάνες του για την αποπεράτωσή τους. Τις δαπάνες αυτές η διαιτητική απόφαση τις υπολόγισε σε 18.128.038 δραχμές και δεχόμενη σχετική ένσταση του Γ.

Χ., που προβλήθηκε μέχρι τα μέσα περίπου του 1987, όπως αναφέρεται και στο αναιρετήριο, τις θεώρησε συμψηφισμένες με ισόποση αξίωση αποζημίωσης του Γ. Φ. για τις ζημίες που αυτός υπέστη από το γεγονός ότι για σπουδαίο λόγο αναγκάστηκε να καταγγείλει πρόωρα τη μεταξύ τους αφανή εταιρεία. Εξ άλλου από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη οι παραπάνω παραδοχές της διαιτητικής απόφασης, αφού μεταξύ άλλων αναφέρονται στην απόφαση του Εφετείου και τα ακόλουθα: "Ο αρχικός ενάγων Γ.

Φ. σύναψε στις 12.2.1982 με το δικαιοπάροχο των εναγομένων (αναιρεσειόντων) Ι. Χ. τρείς συμβάσεις και ειδικότερα α) εργολαβίας... για την αποπεράτωση των ημιτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών του με στοιχεία G1, G2, G3 και BL στο πολυώροφο μέγαρο, στη διασταύρωση της λεωφόρου ... αριθ… με την οδό ... στη ..., β) μισθώσεως με δύο συμβολαιογραφικές πράξεις...

και με δικαίωμα υπεκμισθώσεως της με στοιχεία BL οριζόντιας ιδιοκτησίας... και γ) αφανούς εταιρείας για την εκμετάλλευση των παραπάνω ακινήτων με τη μορφή της επιχείρησης στάθμευσης, συντήρησης και ανεφοδιασμού αυτοκινήτων με υγρά καύσιμα... Με την από 2.11.1982 εξώδικη δήλωσή του προς τον Ι. Χ., που επιδόθηκε σ' αυτόν στις 12.11.1982, ο ενάγων κατήγγειλε τη σύμβαση εργολαβίας και τις λοιπές συμβάσεις, επικαλούμενος σπουδαίο λόγο και δη ότι ο Ι.

Χ. δεν συμμορφώθηκε προς τις υποχρεώσεις του που απέρρεαν από τη σύμβαση εργολαβίας. Επειδή ο Ι. Χ. δεν αποχώρησε από τα ακίνητα, ο ενάγων προσέφυγε, κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ τους, στη διαιτησία... Το διαιτητικό δικαστήριο εξέδωσε την 6/1992 απόφασή του, με την οποία έκρινε με δύναμη δεδικασμένου νόμιμη την καταγγελία για σπουδαίο λόγο της αφανούς εταιρείας, θεωρώντας υπαίτιο τον Ι.

Χ.... και ότι αυτός έπρεπε να του αποδώσει αμέσως μετά την καταγγελία της αφανούς εταιρείας τα κατά χρήση εισφερθέντα σ' αυτή (αφανή εταιρεία) ακίνητά του. Παράλληλα έκρινε ότι δεν ενεργοποιήθηκαν οι συμβάσεις μισθώσεως και ότι η ενεργοποίησή τους θα λάμβανε χώρα μόνο στην περίπτωση που ο ενάγων θα κατήγγειλε ακαίρως και χωρίς σπουδαίο λόγο την αφανή εταιρεία.

Τελικά κατά τη διαιτητική απόφαση, μετά από συμψηφισμό εσόδων και δαπανών, επιδικάσθηκε στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1.1.1983 μέχρι 30.9.1987 το ποσό των 920.762 δραχμών. Ο Ι. Χ. συνέχισε να κατέχει και να εκμεταλλεύεται τα ακίνητα... μέχρι το θάνατό του στις 22.2.1992, ακολούθως δε συνέχισαν να τα κατέχουν και να τα εκμεταλλεύονται οι εναγόμενοι κληρονόμοι του...

Η εκμετάλλευση γινόταν εν γνώσει του Ι. Χ. ότι επρόκειτο για ξένη υπόθεση, εφόσον είχε γίνει καταγγελία της αφανούς εταιρείας για σπουδαίο λόγο και όφειλε να αποδώσει τα ακίνητα... Και υπήρχε μεν στο σχετικό συμφωνητικό όρος ότι σε περίπτωση καταγγελίας της αφανούς εταιρείας θα ίσχυαν οι μισθωτικές συμβάσεις, όμως, όπως δέχθηκε το διαιτητικό δικαστήριο, αυτό θα συνέβαινε, αν η καταγγελία γινόταν χωρίς σπουδαίο λόγο, το οποίο, ως συμβληθείς, ασφαλώς και γνώριζε ο Ι.

Χ., όπως γνώριζε ότι υπήρχε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία, εφόσον δεν είχε τηρήσει τα συμφωνηθέντα με τη σύμβαση εργολαβίας. Δεν δικαιολογείται συνεπώς να θεωρεί ότι πίστευε πεπλανημένα ότι διαχειριζόμενος για δικό του όφελος τα ακίνητα του ενάγοντος διεξάγει δική του υπόθεση και όχι ξένη". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο είναι σαφές ότι απέρριψε τον στηριζόμενο στο άρθρ. 740 του ΑΚ ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι ο Ι.

Χ. εκμεταλλεύτηκε τα επίδικα περιουσιακά στοιχεία του ενάγοντος νομίζοντας καλόπιστα ότι διαχειρίζεται δική του υπόθεση, δηλαδή ισχυρισμό που είναι στην ουσία απλός αρνητικός ισχυρισμός της ύπαρξης ευθύνης τους από σχέση μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων, αφού έλαβε υπόψη το σύνολο των κρίσιμων παραδοχών της διαιτητικής απόφασης και ασφαλώς και το δικαίωμα επίσχεσης του Ι.

Χ., με βάση το οποίο αυτός νόμιμα είχε στην κατοχή του τα περιουσιακά στοιχεία του ενάγοντος μέχρι το συμψηφισμό και την ισόποση απόσβεση των μεταξύ τους αμοιβαίων απαιτήσεων. Άλλωστε το δικαίωμα επίσχεσης του Ι. Χ. νομιμοποιεί μόνο την κατοχή απ' αυτόν των περιουσιακών στοιχείων του ενάγοντος, όχι όμως και την εκμετάλλευσή τους από τον ίδιο και για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό, παρά την εκπεφρασμένη σ' αυτόν αντίθετη θέληση του Γ.

Φ. (πρβλ. ΑΠ 73/1967). Επομένως τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους κατά τα λοιπά, με πρόσχημα πλημμέλειες από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, πλήττεται στην πραγματικότητα η αναιρετικά ανέλεγκτη κατά το άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ουσία της υπόθεσης.

Κατά την ίδια έννοια είναι αβάσιμος και απορριπτέος και ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο, με πρόσχημα και τη φορά αυτή πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, πλήττεται και πάλι η ουσιαστική κρίση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης, η οποία, αντίθετα με όσα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, κατέληξε με τις ως άνω αιτιολογίες σε σαφές αποδεικτικό πόρισμα ως προς την ύπαρξη ευθύνης από σχέση μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων τόσο του ίδιου του Ι.

Χ. και κατ' επέκταση των αναιρεσειόντων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, όσο και ατομικά των ίδιων, για τους οποίους δέχθηκε ότι εξακολούθησαν μετά το θάνατο του Ι. Χ. "να κατέχουν παρανόμως και να εκμεταλλεύονται για λογαριασμό τους και για δικό τους όφελος την επιχείρηση στάθμευσης αυτοκινήτων του ενάγοντος", στον οποίο προξένησαν έτσι πρόσθετη ζημία ύψους 5.815.000 δραχμών, που αντιστοιχεί σε κάθε περίπτωση "στο καθαρό κέρδος που οι εναγόμενοι απέκτησαν από τη διοίκηση και εκμετάλλευση της περιουσίας του ενάγοντος σαν να ήταν δική τους και για δικό τους αποκλειστικά όφελος, γνωρίζοντας ότι πρόκειται για ξένη περιουσία".

Ο ίδιος τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι είναι ανεπαρκής η αιτιολογία με την οποία έκρινε νόμιμη και ορισμένη την ένδικη αγωγή ως προς τη βάση της ύπαρξης ευθύνης του Ι. Χ. και μετέπειτα των αναιρεσειόντων από σχέση μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων, αφού ο συναφής λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αφορά ανεπάρκεια των αιτιολογιών που περιέχονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή ως προς την κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης και όχι αιτιολογίες αναφορικά με τη νομική βασιμότητα της αγωγής .

4. Το κέρδος που προήλθε από τη μη γνήσια (νόθο) διοίκηση αλλοτρίων οφείλει ο διοικητής να το αποδώσει στο σύνολό του στον κύριο της υπόθεσης, αφού η διάταξη του άρθρ. 734 ΑΚ, στην οποία παραπέμπει κατά τα προεκτεθέντα η διάταξη του άρθρ. 739 του ίδιου Κώδικα, δεν συστέλλει αυτό κατά το μέγεθος της τυχόν ιδιαίτερης συμβολής του διοικητή στην επίτευξή του.

Συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατά παράβαση των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων δεν περιόρισε κατά 60% το αποδοτέο στον αρχικό ενάγοντα κέρδος που απέφερε η εκμετάλλευση των περιουσιακών του στοιχείων από τον Ι. Χ.. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.10.2010 αίτηση των Χ. χας Ι. Χ., Α. Ι. Χ. και Μαρίας Ι. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 4464/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2013, όπου και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ