Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and failure to appear, upholding lower court's evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding property rights. The appellant failed to appear in court and cited vague grounds for appeal without specifying which documents were misinterpreted or how the evidence was incorrectly evaluated. The court ruled that the appeal was inadmissible because the arguments did not clearly identify the specific documents or the precise legal error committed by the lower court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(2), 559(20), 576(2), 559(12) of the Code of Civil Procedure; An appeal for direct violation of substantive law is inadmissible if the grounds are vague, fail to identify specific documents, or do not clearly articulate the specific error in the lower court's evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1343 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1343/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου-καλούντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Χαλάτσα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 96/2005 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-3-2005 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1917/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 19-11-2007 κλήση του Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 1-11-2006 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Σταύρου Γαβαλά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την ...έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών .. (από πρόδηλη προφανώς αριθμητική παραδρομή αναγράφεται στην έκθεση αυτή ως έτος επίδοσης το "2005") προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου, που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της από 19-11-2007 κλήσης του τελευταίου με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτή (της 14-1-2009), μετά την έκδοση της 1917/2006 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, για το σ' αυτή ειδικότερα διαλαμβανόμενο λόγο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για παράστασή του στο ακροατήριο, κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να προχωρήσει η συζήτηση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, παρά την απουσία του αναιρεσείοντα.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
ΑΠ 32/1996). Για το ορισμένο, επίσης, του λόγου της αναίρεσης σε περίπτωση παραβίασης περισσότερων της μιας διατάξεων πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά απ' αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αναγνωριστική αγωγή του ενάγονται και ήδη αναιρεσιβλήτου και να αναγνωρίσει τον τελευταίο οιονεί νομέα δουλείας διόδου υπέρ του περιγραφόμενου σ' αυτή ακινήτου του και σε βάρος του ακινήτου του αντιδίκου του, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1121 και 1132 ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 30,31,32,33,35 και 36 του ν.δ/τος 1ας 17-7/16-8-1923, όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 6 του "ν. 5269".
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον, μολονότι παρατίθενται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και εκτίθεται επίσης, στο ίδιο η καταληκτική κρίση του Εφετείου, καθώς και οι σχετικές με αυτή απόψεις του αναιρεσείοντα, δεν διαλαμβάνονται σ' αυτό με πληρότητα, αλλά μόνο αποσπασματικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το πιο πάνω Δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι προβαλλόμενες παραβιάσεις των προμνημονευόμενων διατάξεων και δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του εν λόγων Δικαστηρίου, δηλαδή αν η παραβίαση της καθεμιάς από τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή της, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί σε τι συνίσταται το διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου, που οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.
Απορριπτέος, εξάλλου, ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης και κατά το μέρος που με αυτόν, υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων πλήττει την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ. του ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή, αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο, το οποίο, κατά τον τρόπο αυτό, παραμορφώθηκε, Δεν ιδρύεται, συνεπώς, ο αναιρετικός αυτός λόγος όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθά, όπως αυτό έχει, το έγγραφο, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίστηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξεί το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό.
Για να είναι, εξάλλου, ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, πρέπει, εκτός των άλλων, να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποιο είναι το συγκεκριμένο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου κατά τον αναιρεσείοντα παραμορφώθηκε, ποιο το κατά λέξη ακριβές περιεχόμενου του εγγράφου και ποιο περιεχόμενο δέχτηκε το δικαστήριο ότι αυτό έχει.
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτά καθορίζει ο νόμος. Τα έγγραφα, ειδικά, έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη, μόνο αν, κατά τα άρθρα 440, 441, 445 και 447 του ΚΠολΔ, παράγουν πλήρη απόδειξη και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο.
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός της αναίρεσης θα πρέπει να εξατομικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, ως προς τα οποία αποδίδεται η σχετική πλημμέλεια και να αναφέρεται για την απόδειξη ποίου ισχυρισμού προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο, ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποια αποδεικτική δύναμη προσέδωσε σε αυτό το δικαστήριο και ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της απόφασης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, το οποίο δέχτηκε ότι το ακίνητο του αναιρεσιβλήτου εξυπηρετούνταν με τη δίοδο στην οποία αυτός δέχτηκε ότι ασκούσε οιονεί νομή δουλείας οδού, προέβη σε "στρεβλή ερμηνεία" και "εστρέβλωσε την αποδεικτική ισχύν των προσαχθέντων συμβολαιογραφικών εγγράφων πλην του τίτλου κτήσεώς του, γιατί από όλα τα συμβολαιογραφικά έγγραφα που έλαβε υπόψη δεν φέρεται να έχει τέτοιο δικαίωμα.
Επικαλείται δε στο αναιρετήριο ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο "559 αριθ. 2 του ΚΠολΔ" πλημμέλεια. Υπό την εκτίμηση, όμως ότι ο αναιρεσείων από παραδρομή επικαλείται την εντελώς άσχετη με τις προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις, διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, πράγματι δε προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένως τα έγγραφα, τα οποία φέρεται ότι παραμόρφωσε το δικαστήριο της ουσίας, ούτε αναφέρεται ποιο το ακριβές τους περιεχόμενο και ποιο περιεχόμενο προσέδωσε σε αυτά το Εφετείο.
Υπό την εκτίμηση δε ότι ο αναιρεσείων προσάπτει πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ και πάλι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα έγγραφα, ποια η αποδεικτική δύναμη που προσέδωσε σε αυτά το Εφετείο, σχετικά με ποιο ισχυρισμό είχαν αυτά αυξημένη κατά το νόμο αποδεικτική δύναμη, ποια επίδραση είχε ο ισχυρισμός στην έκβαση της δίκης και σε τι συνίσταται σχετικά το σφάλμα του Εφετείου.
Τέλος, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων πλήττει την εκτίμηση από το Εφετείο του περιεχομένου και της αποδεικτικής βαρύτητας, που με τη συνεκτίμηση και των υπόλοιπων αποδείξεων και τη λήψη του υπόψη ως δικαστικών τεκμηρίων, αυτό προσέδωσε στα αορίστως αναφερόμενα συμβολαιογραφικά έγγραφα.
ΓIA ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-3-2005 αίτηση του ...για αναίρεση της 96/2005 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ