Supreme Court dismisses appeal against auction decision due to collusion preventing free competition and low sale price.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a public auction. The court found that the appellant and others conspired to suppress competition, resulting in the property being sold at an unreasonably low price of 16.684 million drachmas. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the first respondent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 200, 281, 288 of the Civil Code; The court established that actions intended to prevent free competition in auctions, such as collusion to exclude bidders, violate the principle of good faith and justify the revocation of the auction decision if it results in a significantly undervalued sale.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1343 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1343/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γιώργου Πατεραντωνάκη.
Των αναιρεσιβλήτων : Ψ1, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Παναγιώτης Τριάντος και Ψ2, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18.02.2002 ανακοπή της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2469/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5792/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23.11.2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης ανέγνωσε την από 09.11.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως . Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το άρθρο 568 παρ.4 ΚΠολΔ, κατά το οποίο ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος εκδίδει κλήση στους άλλους διαδίκους και από το άρθρο 576 παρ. 1,2 και 3 του ίδιου Κώδικα, κατά το οποίο επί ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη ερευνάται αν ο απών διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε από τον επισπεύδοντα αυτήν, συνάγεται ότι αν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσείων οφείλει να κλητεύσει τον αναιρεσίβλητο, σε καταφατική δε περίπτωση ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Εξάλλου, στην περίπτωση αναβολής της υπόθεσης από το πινάκιο εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 498 παρ. 2,3 ΚΠολΔ και η διάταξη του άρθρου 226 παρ.4, κατά την οποία η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων χωρίς να απαιτείται κλήση του διαδίκου που δεν είχε εμφανιστεί για την μετ' αναβολή δικάσιμο, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση ότι η προηγούμενη κλήτευση ήταν νόμιμη και εμπρόθεσμη.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα επέσπευσε τη συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 19-11-2007, για την οποία κλήτευσε τον αναιρεσίβλητο Ψ2 νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως τούτο προκύπτει από την προσκομιζόμενη 6747/17-9-2007 έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.
Η υπόθεση όπως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, κατά την οποία δεν παρέστη ο πιο πάνω αναιρεσίβλητος. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 959, 963, 988 και 1005 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι κάθε ενέργεια του δανειστή ή του υπερθεματιστή ή τρίτων που βρίσκονται σε συνεννόηση με τον υπερθεματιστή, η οποία παρεμποδίζει την πλειοδοσία και κατά συνέπεια την επιτυχία μεγαλύτερου εκπλειστηριάσματος και ειδικότερα κάθε ενέργεια των ανωτέρω προσώπων που τείνει σε παρακώλυση του ελεύθερου συναγωνισμού με απομάκρυνση των πλειοδοτών προς το σκοπό να κατακυρωθεί το πράγμα αντί κατωτέρου τιμήματος στον υπερθεματιστή, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη που διέπει την ελευθερία των συναλλαγών και ο πλειστηριασμός που διενεργείται με τέτοιες αθέμιτες πράξεις και ενέργειες είναι άκυρος.
Για να απαγγελθεί όμως στην περίπτωση αυτή ακυρότητα, πρέπει ο επικαλούμενος αυτήν να καθορίζει στο δικόγραφο της ανακοπής και τα πρόσωπα τα οποία προσήλθαν ή επρόκειτο να προσέλθουν κατά τη διενέργεια του πλειστηριασμού και τα οποία απομακρύνθηκαν ή εμποδίσθηκαν να προσέλθουν συνεπεία δολίων ενεργειών του δανειστή ή του υπερθεματιστή, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η βασιμότητα τούτου.
Σε αντίθετη περίπτωση, υπάρχει αοριστία του δικογράφου της ανακοπής, η οποία δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με τις αποδείξεις. Εξάλλου, η παράλειψη του δικαστηρίου να απορρίψει την αγωγή, ως αόριστη, θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, μόνον αν ο σχετικός ισχυρισμός για την αοριστία της αγωγής είχε προταθεί και στο ουσιαστικό δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, η ανακόπτουσα ζήτησε με την από 18.2.2002 ανακοπή της την ακύρωση του με αυτή προσβληθέντος πλειστηριασμού ακινήτου, που διενεργήθηκε με ελεύθερη πώληση, για το λόγο ότι η πρώτη των καθών (αναιρεσείουσα) και άλλοι ευρισκόμενοι σε συνεννόηση με αυτήν παρακώλυσαν τον ελεύθερο συναγωνισμό και απομάκρυναν τους αναφερομένους στην ανακοπή ενδιαφερομένους να πλειοδοτήσουν, με αποτέλεσμα να μην επιτευχθεί μεγάλο πλειστηριασμό, με αντίστοιχη βλάβη αυτής (ανακόπτουσας).
Η προσβαλλομένη απόφαση (5792/2005 του Εφετείου Αθηνών) απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της καθής η ανακοπή (αναιρεσείουσας) κατά της πρωτόδικης 2469/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί την ανακοπή. Ήδη η αναιρεσείουσα (εκκαλούσα) ζητεί την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως από το λόγο του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, προβάλλοντας την αιτίαση ότι η ανακοπή, για τους αναφερόμενους λόγους, είναι αόριστη.
Ο λόγος αυτός (πρώτος) του αναιρετηρίου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, εγκειμένης στο γεγονός ότι δεν περιέχεται σ' αυτό (αναιρετήριο) ισχυρισμός ότι η αοριστία της ανακοπής είχε προταθεί στο ουσιαστικό δικαστήριο (Εφετείο).
II. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές, αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν είναι ασαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Στις 15.11.2002 εκπλειστηριάσθηκε με ελεύθερη εκποίηση, κατόπιν εκδόσεως της 4197/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ......... το υπό στοιχεία Α1 διαμέρισμα της ανακόπτουσας .........
το ακίνητο κατακυρώθηκε στην πρώτη των καθών. Ο εν λόγω πλειστηριασμός διενεργήθηκε στο γραφείο της επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, όπου παρευρισκόταν ο Β, ο Γ και η Δ, προκειμένου να βοηθήσουν με τις ενέργειές τους, ώστε το ακίνητο να κατακυρωθεί στην πρώτη των καθών. Συγκεκριμένα, τα άτομα αυτά, σε συνεννόηση με την πρώτη των καθών, πλησίασαν τον Ε, ο οποίος με σοβαρή πρόθεση και οικονομική δυνατότητα συμμετείχε στον πλειστηριασμό και είχε πλειοδοτήσει μέχρι του ποσού των 16.683.000 δραχμών, τον απομάκρυναν σε κάποια γωνία και του μιλούσαν συνεχώς, οπότε αυτός σταμάτησε να πλειοδοτεί και αποχώρησε.
Η παρουσία των ανωτέρω προσώπων στον επίδικο πλειστηριασμό και οι ενέργειες αυτών προκύπτουν από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Ζ1, συζύγου της ανακόπτουσας, ο οποίος παρευρισκόταν κατά τη διενέργεια του πλειστηριασμού. Απόδειξη για τα ίδια γεγονότα προκύπτει και από τις ένορκες βεβαιώσεις των Ζ2 και Η, οι οποίοι παρευρίσκονταν στον πλειστηριασμό και μάλιστα ο δεύτερος συμμετείχε σ' αυτόν.
Ο τελευταίος καταθέτει στη ένορκη βεβαίωσή του, ότι τον πλησίασαν τα ανωτέρω πρόσωπα και του πρότειναν να σταματήσει την πλειοδοσία, προσφέροντας του χρηματικά ποσά, προκειμένου το ακίνητο να κατακυρωθεί σε χαμηλή τιμή στην αναδειχθείσα τελικώς υπερθεματίστρια, πρώτη των καθών. Επίσης, καταθέτει ότι, εάν δεν φοβόταν την ακύρωση του πλειστηριασμού εξαιτίας των ενεργειών της ομάδας αυτής, θα πλειοδοτούσε μέχρι του ποσού των 25.000.000 δραχμών, καθόσον η εμπορική αξία αυτού ανερχόταν σε 30.000.000 δραχμές, αλλά τελικώς αποχώρησε, μη συμμετέχοντας πλέον στον πλειστηριασμό.
Ο μάρτυρας Ζ2 στην ένορκη βεβαίωση του καταθέτει ότι η ομάδα των προαναφερομένων προσώπων πλησίασε αυτόν και του είπαν να φύγει, διότι δεν θα τον άφηναν να πάρει το ακίνητο και το ίδιο έκαναν και σε άλλους που προσέρχονταν για να πλειοδοτήσουν. Τον δε Θ, ο οποίος προσήλθε για να πλειοδοτήσει, δεν τον άφησαν.
Χαρακτηριστικό είναι και το ακόλουθο γεγονός που καταθέτει ο μάρτυρας Ζ1: Έξω από το εκπλειστηριαζόμενο ακίνητο της ανακόπτουσας βρέθηκε πωλητήριο αυτού με τηλέφωνα της Δ και σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί της ο μάρτυρας, ο οποίος εμφανίστηκε ως κάποιος ενδιαφερόμενος για το ακίνητο αυτό, η Δ, η οποία είναι συνεργάτης του Β, του απάντησε ότι αυτοί ελέγχουν τον πλειστηριασμό, να ετοιμάσει 19.000.000 δραχμές, εκ των οποίων τα 2.000.000 δραχμές αποτελούσαν την προμήθεια και τα 17.000.000 το τίμημα για το ακίνητο.
Οι ανωτέρω ενέργειες των προσώπων αυτών, που τελούσαν σε συνεννόηση με την πρώτη των καθών και οι οποίες αποσκοπούσαν να παρακωλύσουν τον ελεύθερο συναγωνισμό, προκειμένου να κατακυρωθεί σ' αυτήν το επίδικο ακίνητο σε μικρότερο τίμημα, είναι αντίθετες προς την ελευθερία των συναλλαγών και τη διέπουσα αυτές καλή πίστη.
Αποτέλεσμα των ενεργειών αυτών ήταν οι προαναφερόμενοι ενδιαφερόμενοι να απομακρυνθούν ή να παρεμποδισθούν να συμμετάσχουν στον πλειστηριασμό και να κατακυρωθεί το επίδικο στο ποσό των 16.684.000 δραχμών, ποσό πολύ χαμηλό σε σχέση με την αξία αυτού, προς όφελος της πρώτης των καθών και αντίστοιχη βλάβη της ανακόπτουσας.
Οι ανωτέρω αποδείξεις δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Ι, αδελφού του επισπεύδοντος, ούτε από άλλο αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο ο οποίος να μπορεί να στηρίξει διαφορετική απόδειξη. Η επίκληση από την εκκαλούσα της προσβαλλόμενης πράξης ελεύθερης εκποίησης, προς απόκρουση του τρίτου λόγου της ανακοπής, είναι αλυσιτελής, διότι τα, ως άνω, αποδεικνυόμενα γεγονότα δεν είναι τέτοια που επιχειρήθηκαν από την υπάλληλο του πλειστηριασμού ή έγιναν ενώπιον της (άρθρο 438 ΚΠολΔ), ούτε αποτελούν γεγονότα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει η συμβολαιογράφος (άρθρο 440 ΚΠολΔ).
Επομένως, η εκκαλουμένη, η οποία με την ίδια αιτιολογία δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμο τον σχετικό (τρίτο) λόγο της ένδικης ανακοπής και κατά παραδοχή της ανακοπής ακύρωσε τον επίδικο πλειστηριασμό, την υπ' αριθμ. 8618/2001 πράξη ελεύθερης εκποίησης ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγνής-Αλίκης Κολιούση και την υπ' αριθμ. 8632/2001 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου της ίδιας συμβολαιογράφου, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η εκκαλούσα με το σχετικό (και μοναδικό) λόγο της έφεσης της είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες στο θέμα της παράβασης των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ και ειδικότερα στην εκ μέρους της αναιρεσείουσας (καθής η ανακοπή) και άλλων προσώπων, ευρισκομένων σε συνεννόηση με αυτή, παρακώλυση του ελεύθερου συναγωνισμού και απομάκρυνση προσώπων (αναφερόμενων στην ανακοπή), ενδιαφερόμενων να πλειοδοτήσουν, με αποτέλεσμα να μην επιτευχθεί μεγάλο πλειστηρίασμα.
Οι αναφερόμενες στο αναιρετήριο αιτιάσεις κατά της προσβαλλομένης απόφασης, που αναφέρονται στην κατάθεση του μάρτυρα Ζ2 και σε ελλείψεις της καταθέσεως αυτού, δεν συνιστούν έλλειψη νόμιμης βάσης, καθόσον πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτες.
Πρέπει, επομένως, ο λόγος αυτός (δεύτερος) της αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ακολούθως τούτων η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-11-2006 αίτηση της Χ για αναίρεση της 5792/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ