Supreme Court partially allows appeal on business sale defects and set-off, remanding for further trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting a hotel company's claim for price reduction due to business defects and accepting a counterclaim for set-off. The appellants argued the lower court erred in dismissing the defect claim and improperly rejected the set-off defense, while the respondent maintained the original ruling was correct. The court found the defect claim and set-off arguments legally sound but remanded the case for further proceedings on the counterclaim's specific amount.
Legislator headnote
AI generatedArticles 361, 479, 513 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The principle of freedom of contract allows agreement on business sale, and defects in the sold business constitute grounds for price reduction claims, while set-off is permissible if conditions are met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1342 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1342/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Π. του Ν., κατοίκου ... και 2) Α. Π., το γένος Μ. Ψ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλκιβιάδη Παππά.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ Α.Κ.Σ. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ & ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Τόμπρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 7-11-2014 ανταγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3704/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 762/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-10-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμ. 762/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά της 3704/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε συνεκδικάσει την από 16-12-2011 αγωγή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ Α.Κ.Σ.
ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ & ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και ήδη με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ Α.Κ.Σ. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ & ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", ήδη αναιρεσίβλητης, κατά των Γ. Π., και Α. Π., εναγόμενων, ήδη αναιρεσειόντων, και την από 7-11-2014 ανταγωγή των τελευταίων, ήδη αναιρεσειόντων, κατά της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας, ήδη αναιρεσίβλητης, και αφού εξαφάνισε αυτήν, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή προβληθείσας από τους αναιρεσείοντες ένστασης συμψηφισμού, και έκανε εν μέρει δεκτή την ανταγωγή των αναιρεσειόντων.
Η αίτηση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 361, 479 και 513 του ΑΚ προκύπτει ότι, με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, οι συμβαλλόμενοι μπορούν να συμφωνήσουν την πώληση επιχείρησης.
Ως επιχείρηση νοείται, κατά τις γενικές αρχές του δικαίου των συναλλαγών σύνολο πραγμάτων, δικαιωμάτων, άυλων αγαθών ή πραγματικών καταστάσεων, όπως ακίνητα, κινητά, πελατεία, φήμη, πίστη στις συναλλαγές κλπ., που έχουν οργανωθεί σε οικονομική ενότητα και εξουσιάζεται από τον επιχειρηματία. Το άϋλο αγαθό της επιχείρησης, ως σύνολο, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο πώλησης που περιλαμβάνει όχι μόνο τα νομικώς αλλά και τα οικονομικώς αυθύπαρκτα δικαιώματα.
Η κατάσταση αυτή περιλαμβάνει και τα κατ` ιδίαν (εμπράγματα, ενοχικά κλπ.) δικαιώματα, καθώς και τα ιδιαίτερα δικαιώματα επί άϋλων αγαθών (σήματος, διακριτικού γνωρίσματος κλπ.), εις τρόπον ώστε ο αποκτών με την πώληση να συνεχίζει την επιχείρηση και να καθίσταται δικαιούχος όλων των επί μέρους δικαιωμάτων.
Η μεταβίβαση των επί μέρους δικαιωμάτων της επιχείρησης δεν συντελείται με μία πράξη αλλά απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων για την μεταβίβαση καθενός δικαιώματος, αφού παρά την εκποίηση διατηρείται συγχρόνως η επιχείρηση ως ενότητα και αυθύπαρκτη οικονομική μονάδα (ΟλΑΠ 7/2009, ΑΠ 781/2018). Με την πώληση επιχείρησης πρέπει να εξομοιωθεί η πώληση και μεταβίβαση όλων των μετοχών ή μεριδίων μιας κεφαλαιουχικής ή προσωπικής εταιρείας, η οποία είναι φορέας μιας επιχείρησης.
Στις περιπτώσεις αυτές δεν είναι αναγκαία η μεταβίβαση των κατ' ιδίαν στοιχείων της επιχείρησης. Η επιχείρηση αποκτάται από τον αγοραστή με την απόκτηση του συνόλου ή της πλειοψηφίας των μετοχών ή μεριδίων της εταιρείας. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 534 επ. του ΑΚ προκύπτει ότι μια επιχείρηση έχει πραγματικό ελάττωμα με βάση το σκοπό για τον οποίο αγοράζεται της συνέχισης της λειτουργίας της με την ίδια μορφή και αντικείμενο δραστηριότητας εκ μέρους του αγοραστή, όταν αποδειχθούν ελαττωματικά τα επιμέρους στοιχεία της, τα οποία θεωρούνται ουσιώδη για τη συνέχιση της λειτουργίας της, και αποκλίνουν από τις ρητά εκ μέρους του πωλητή υπεσχημένες ιδιότητες της επιχείρησης, ιδιαίτερα όταν αφορούν το ακίνητο στο οποίο στεγάζεται η επιχείρηση, με τρόπο ώστε να επηρεάζεται τελικά η λειτουργική και εισοδηματική αξία της επιχείρησης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο είναι ευχερής ή όχι ιδιαίτερα από άποψη κόστους ή χρονικής διάρκειας η αντικατάσταση ή επιδιόρθωση των ελαττωμάτων (ΑΠ 737/2011).
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 522, 534, 535, 540 και 543 του ΑΚ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρ. 1 παρ. 1 του ν. 3043/2002 και έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση κατά το άρθρο 24 ΕισΝΑΚ, αφού οι ένδικη σύμβαση καταρτίσθηκε πριν από την 21-8-2002, ο πωλητής ευθύνεται, αν το πράγμα που πωλήθηκε έχει, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, δηλαδή κατά τον οριζόμενο στο άρθρ. 522 του ΑΚ χρόνο της παράδοσής του σ' αυτόν ή προκειμένου για ακίνητο κατά το χρόνο της τυχόν προηγούμενης μεταγραφής του, πραγματικά ελαττώματα, φανερά ή κρυφά, γνωστά ή άγνωστα στον πωλητή, που αναιρούν ή μειώνουν ουσιωδώς την αξία ή τη χρησιμότητά του ή δεν έχει τις συμφωνημένες ιδιότητες, οπότε παρέχεται στον αγοραστή το δικαίωμα να απαιτήσει είτε την αναστροφή της πώλησης είτε τη μείωση του τιμήματος είτε αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση λείπει κατά τη σύναψη της πώλησης η συμφωνημένη ιδιότητα του πράγματος ή ο πωλητής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το ελάττωμα του πράγματος (ΑΠ 1596/2014, ΑΠ 1095/2013).
Σε περίπτωση που το πραγματικό ελάττωμα δημιουργηθεί μετά την μετάθεση του κινδύνου στον αγοραστή, δεν υπάρχει σχετικά ευθύνη του πωλητή, εκτός αν κατά τους κρίσιμους αυτούς χρόνους ήταν ήδη υπαρκτές, χωρίς να έχουν ολοκληρωθεί, οι παράγουσες την ελαττωματικότητα αναγκαίες προϋποθέσεις, οι οποίες ακολούθως και σε σύντομο χρονικό διάστημα, κατ' αιτιώδη δυναμικότητα, εξελίχθηκαν και επέφεραν την ολοκλήρωση και ανάδειξη του ελαττώματος (ΟλΑΠ 29/1990, ΑΠ 536/2007, ΑΠ 1341/2007).
Υπάρχει πραγματικό ελάττωμα και όταν η ατέλεια αυτού ανάγεται στην νομική του κατάσταση, εφόσον τούτο δεν προέρχεται από δικαίωμα τρίτου (Ολ ΑΠ 29/1990), όπως όταν πρόκειται για αυθαίρετη οικοδομή ή για αυθαίρετο κατασκεύασμα σε ακίνητο (ΑΠ 1734/2013, ΑΠ 1341/2007, ΑΠ 1291/2000). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 34/2021).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 50/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα - αντεναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) είναι ανώνυμη εταιρία με αντικείμενο τις ξενοδοχειακές και τουριστικές επιχειρήσεις. Τον Μάρτιο του 2001 ήλθε σε διαπραγματεύσεις με τον πρώτο εναγόμενο - αντενάγοντα (ήδη πρώτο αναιρεσείοντα) που ήταν βασικός μέτοχος σε ποσοστό 96% και η δεύτερη εναγομένη αντενάγουσα (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα) σε ποσοστό 4%, της εταιρίας "ΠΑΡΑΣ Α.Ε.", ιδιοκτήτριας του ξενοδοχείου "ANABELLE VILLAGE" στη Χερσόνησο, στο Ηράκλειο της Κρήτης, για αγορά της.
Ως προς το τίμημα της αγοραπωλησίας, το οποίο αρχικά διαπραγματεύονταν σε δολάρια Η.Π.Α., υπήρξαν εκ μέρους του πρώτου εναγομένου - αντενάγοντος, δύο προτάσεις. Η πρώτη πρόταση ήταν το τίμημα να ανέρχεται στο ποσό των 24.000.000 δολαρίων Η.Π.Α., η μεταβίβαση της επιχείρησης να γίνει μετά το τέλος της θερινής περιόδου και οι πωλητές να κρατήσουν τα κέρδη της χρήσης.
Η δεύτερη πρόταση ήταν το τίμημα να ανέρχεται στο ποσό των 25.000.000 δολαρίων Η.Π.Α., η μεταβίβαση της επιχείρησης να γίνει μέχρι το τέλος Ιουνίου 2001 και η αγοράστρια να προσποριστεί το κέρδος της χρήσης. Τελικά, επελέγη η δεύτερη πρόταση, το τίμημα συμφωνήθηκε στο ποσό των 25.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, με την ειδικότερη συμφωνία ότι καταβάλλεται το υπερβάλλον ποσό των 1.000.000 δολαρίων Η.Π.Α.
για την προαγορά των κερδών της επιχείρησης. Συμφωνήθηκε δηλαδή, ότι την ημέρα της μεταβίβασης των μετοχών, η εταιρεία "ΠΑΡΑΣ Α.Ε." θα μεταβιβαζόταν χωρίς παθητικό παρά μόνο με τα μέχρι την ημέρα της μεταβίβασης κέρδη της χρήσης 2001, τα οποία η ενάγουσα - αντεναγομένη θα προαγόραζε καταβάλλοντας 1.000.000 δολάρια Η.Π.Α..
Η μη ύπαρξη οφειλών της "ΠΑΡΑΣ ΑΕ" από προηγούμενα έτη-χρήσεις ήταν εξαιρετικής σημασίας, αφού η εμφάνιση οποιαδήποτε τέτοιας οφειλής στην χρήση του έτους 2001, θα μείωνε τα κέρδη της αγοράστριας του έτους 2001, για την προαγορά των οποίων αυτή κατέβαλε 1.000.000 δολαρίων ΗΠΑ. Σε εκτέλεση των ανωτέρω, υπογράφηκε...
το από 29.06.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης μετοχών,... με το οποίο οι εναγόμενοι - αντενάγοντες μεταβίβασαν στην ενάγουσα - αντεναγομένη το σύνολο των μετοχών τους στην εταιρεία "ΠΑΡΑΣ Α.Ε. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", δηλαδή 192.600 μετοχές ο πρώτος εναγόμενος (ποσοστό 96% του μετοχικού κεφαλαίου) και 8.025 μετοχές η δεύτερη εναγομένη (ποσοστό 4% του μετοχικού κεφαλαίου), και συνολικά 200.625 μετοχές, που αποτελούν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου της ως άνω εταιρείας, αντί τελικού συνολικού τιμήματος 9.750.000,000 δραχμών, δηλαδή 28.613.352,90 ευρώ.
Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο ανωτέρω συμφωνητικό πώλησης συμφωνήθηκαν οι ακόλουθοι όροι: {Όρος Δ2}: "Το τίμημα συμφωνείται να καταβληθεί με τον ακόλουθο τρόπο: Δ2α) ποσό 6.020.651.121 δραχμών, δηλαδή 17.668.822,07 ευρώ, κατεβλήθησαν αυθημερόν (29.06.2001), από τον εκπρόσωπο της αγοράστριας Μ. Σ. στους πωλητές, Δ2β) ποσό 1.607.396.136 δραχμών, δηλαδή 4.717.230,03 ευρώ, στη γερμανική τράπεζα DRESDNER ΒΑΝΚ ΑG προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση (κεφάλαιο, τόκοι κλπ.) της οφειλής της εταιρείας "ΠΑΡΑΣ Α.Ε." από δάνειο" Δ2γ) ποσό 197.591.597 δραχμών, δηλαδή 579.872,62 ευρώ, στην τράπεζα SCΟΤΙΑ ΒΑΝΚ προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση (κεφαλαίο, τόκοι κλπ.) της οφειλής της εταιρείας "ΠΑΡΑΣ Α.Ε." από δάνειο Δ2δ) ποσό 551.216.435 δραχμών, δηλαδή 1.617.656,44 ευρώ, στη γερμανική εταιρεία "LTU TOURISTIC GESELLSCHAFT MBH" προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση (κεφάλαιο, τόκοι κλπ.) της οφειλής της εταιρείας "ΠΑΡΑΣ Α.Ε." από δάνειο Δ2ε) ποσό 406.162.391 δραχμών, δηλαδή 1.191.965,93 ευρώ στην τράπεζα ΕUROΒΑΝΚ προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση (κεφάλαιο, τόκο, κλπ,) της οφειλής της εταιρείας "ΠΑΡΑΣ Α.Ε." από δάνειο.
Επίσης, συμφωνήθηκαν και τα εξής: {Δ3 Όρος}: "Το ποσό 479.482.320 δρχ. παρακράτησε η αγοράστρια σε δεσμευμένο έντοκο τραπεζικό λογαριασμό και αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει στους πωλητές για τις παρακάτω επιμέρους αιτίες: α) ....β).....γ).....δ)... ε)...", {Πρόσθετος Ε1 όρος): "Οι πωλητές αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εξοφλούν εντός 10 ημερών από της σχετικής έγγραφης ειδοποίησης τους τις τυχόν οφειλές της εταιρείας "ΠΑΡΑΣ Α.Ε." και γενικά απαιτήσεις τρίτων φυσικών ή νομικών προσώπων έναντι αυτής, προερχόμενες από τη μέχρι τότε (29.06.2001) δράση και λειτουργία της εταιρείας, εφόσον οι απαιτήσεις αυτές προκύψουν ή βεβαιωθούν στο μέλλον (π.χ.
ασφαλιστικές εισφορές) ή υπάρχουν ήδη αλλά δεν αναφέρονται στα βιβλία και στοιχεία της εταιρείας άλλως η εταιρεία θα εξοφλεί την προβαλλόμενη από τρίτο απαίτηση και θα δικαιούται να απαιτήσει από τους πωλητές το καταβληθέν για την αιτία αυτή ποσό. Πάντως οι πωλητές διαβεβαιώνουν τον εκπρόσωπο της αγοράστριας ότι τέτοιες απαιτήσεις τρίτων κατά της εταιρείας δεν υπάρχουν. {Πρόσθετος όρος Ε3}: "Για όλες τις απορρέουσες από τη σύμβαση αυτή υποχρεώσεις οι "πωλητές" ευθύνονται έναντι της "αγοράστριας" εις ολόκληρον". - (Πρόσθετος όρος Ε7}: "Μετά την παραλαβή του ξενοδοχείου θα γίνει έλεγχος όλων των δαπανών (εμπορικών, επενδυτικών, λειτουργικών) του ξενοδοχείου - εταιρείας από τους λογιστές των συμβαλλομένων και εφόσον υπήρχαν δαπάνες μη εύλογες και υπερβολικές δεν θα γίνουν δεκτές από τη αγοράστρια και θα βαρύνουν του πωλητές δοθέντος ότι έχει συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων ότι όλα τα αποτελέσματα (κέρδη κλπ.) θα ανήκουν στην αγοράστρια.
Κατά τον έλεγχο αυτό τα σχηματισθέντα αποθεματικά της "ΠΑΡΑΣ ΑΕ" θα υπολογισθούν υπέρ των πωλητών". {Πρόσθετος Ε6 όρος}: "Ολόκληρο το φορολογικό κόστος της μεταβίβασης των μετοχών βαρύνει τους πωλητές. Σύμφωνα με τα παραπάνω προκύπτει ότι ο μεν Ε1 όρος κάλυπτε την περίπτωση οφειλών που προϋπήρχαν της μεταβίβασης της επιχείρησης και αφορούσαν σε ποσά που τυχόν θα κατέβαλε η εταιρεία προς τρίτους από αυτήν την αιτία, ενώ ο Ε7 όρος κάλυπτε την περίπτωση να εμφανισθούν στην χρήση του 2001 δαπάνες της εταιρείας, μη αφορώσες αυτήν πραγματικά αλλά προσωπικά τους εναγόμενους και δαπάνες άλλων χρήσεων οι οποίες επίσης βάρυναν τους εναγόμενους, αφού η χρήση του έτους 2001 συμφωνήθηκε να προαγορασθεί έναντι 1.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, "καθαρή" από οφειλές προηγούμενων ετών.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, προκειμένου το προσωπικό της εταιρείας να μην αντιληφθεί την αγοραπωλησία και να μην διαταραχθεί η ομαλή λειτουργία του ξενοδοχείου εν μέσω της θερινής σεζόν, δεν επέτρεψε το έλεγχο της εταιρείας και ως εκ τούτου δεν έγινε ο απαραίτητος έλεγχος του ξενοδοχείου ούτε λεπτομερής λογιστικός έλεγχος αλλά έγινε κυρίως νομικός έλεγχος είτε από έγγραφα (ΦΕΚ, συμβάσεις κλπ.), που προσκόμιζε ο (τότε) δικηγόρος των εναγομένων - αντεναγόντων, Γεώργιος Τσικνάκης, στο ξενοδοχείο της ενάγουσας "ΑΚΣ ΜΙΝΟΑ PALACE ΑΕ" στην Κρήτη είτε σε άλλους χώρους π.χ.
υποθηκοφυλακεία. Ειδικά λογιστικός έλεγχος της εταιρείας, πριν την μεταβίβαση των μετοχών ουδέποτε έγινε, γι' αυτό άλλωστε προβλέφθηκε στο συμφωνητικό πώλησης ότι θα ακολουθήσει ο λογιστικός έλεγχος και για εξασφάλιση της αγοράστριας παρακρατήθηκε και κάποιο ποσό από το τίμημα για τα οφειλόμενα πριν την μεταβίβαση σε τρίτους ποσά, ως κατωτέρω αναλυτικά θα εκτεθεί.
Άλλωστε εάν είχε γίνει από την αγοράστρια έλεγχος ουδείς εκ των όρων Δ3, Ε1 και Ε7 θα υπήρχε. Για πρώτη φορά η αγοράστρια "ΑΚΣ ΑΕ" έλαβε σαφή γνώση των λογιστικών και Οικονομικών στοιχείων της "ΠΑΡΑΣ Α.Ε." μετά την μεταβίβαση των μετοχών, δηλαδή μετά την 29.6.2001 και συγκεκριμένα μετά την συγχώνευση δια απορροφήσεως της "ΠΑΡΑΣ ΑΕ" από την "ΑΚΣ ΑΕ", οπότε οι ελεγκτές της "Grant Thorton" συνέταξαν τον ισολογισμό μετασχηματισμού.
Μετά δε την μεταβίβαση διαπιστώθηκε ότι τα βιβλία και γενικά όλα τα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας "ΠΑΡΑΣ Α.Ε." ήταν ελλιπέστατα και ανακριβή. Ειδικότερα έως την 31/05/2001 δεν εμφανιζόταν στα βιβλία της εταιρείας ο πραγματικός δανεισμός της εταιρείας "ΠΑΡΑΣ Α.Ε.", δηλαδή τέσσερις δανειακές συμβάσεις, συνολικού ποσού 2.762.366.559 δραχμών ήτοι 8.106.725,04 ευρώ με αποτέλεσμα το ταμείο της εταιρείας να εμφανίζεται, πιστωτικό ενώ στην πραγματικότητα ήταν χρεωστικό.
Το θέμα αυτό του εικονικού ταμείου ποσού 2,7 δις δρχ. προέκυψε καθόσον ο εναγόμενος εισέπραξε από τις τράπεζες για λογαριασμό της εταιρείας, ισόποσο ποσό δανείου και το απέσυρε από το ταμείο της εταιρείας, προκειμένου να το επενδύσει για σκοπούς ξένους προς την εταιρεία, αντί αυτό να επενδυθεί στο ξενοδοχείο σύμφωνα με το δανειστικό συμβόλαιο.
Η εγγραφή των ανωτέρω δανείων στα βιβλία της εταιρείας έγινε έναν μήνα περίπου πριν την ημερομηνία της μεταβίβασης των μετοχών (29.06.2001). Εκείνες τις ημέρες (Μάιος 2001), προκειμένου να εμφανισθεί στα βιβλία της εταιρείας ο δανεισμός της, που δεν εμφανιζόταν επί σειρά ετών, έγιναν μαζικές εγγραφές στα βιβλία της εταιρείας και η εταιρεία φάνηκε να έχει διαθέσιμο ταμείο την ημέρα της μεταβίβασης 2.700.000.000 δρχ.
το οποίο βέβαια στην πραγματικότητα δεν υπήρχε, διότι τα χρήματα του δανεισμού ουδέποτε "μπήκαν" στην εταιρεία. Ως αποτέλεσμα δηλαδή αυτών των λογιστικών εγγραφών η οφειλή προς τις τράπεζες ήταν πραγματική αλλά η εμφάνιση του ταμείου των 2,7 δις δρχ., που υποτίθεται ότι είχε, δεν ήταν πραγματική. Προκειμένου να αποκατασταθεί η πραγματικότητα ο εναγόμενος διέθεσε 2,7 δις από το τίμημα εξαγοράς για να το καταθέσει στο ταμείο ώστε να πάψει πλέον να είναι εικονικό....
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα πραγματικά "διαθέσιμα" της εταιρείας, στις 29.06.2001, τα οποία συνίστανται σε αποθέματα, εισπράξεις από πελάτες, απαιτήσεις προς είσπραξη (επιταγές μεταχρονολονημένες) και μετρητά, ανέρχονταν στο ποσό των 114.288.055 δραχμών, δηλαδή 335.401,48 ευρώ, όπως οι ίδιοι οι εναγόμενοι - αντενάγοντες είχαν αποτυπώσει στον από 27/6/2001 ισολογισμό της "ΠΑΡΑΣ Α.Ε." μετά του συνημμένου προσωρινού ισοζυγίου της εταιρείας με ημερομηνία 28/6/2001,...
Εξάλλου, οι δε υποχρεώσεις της εταιρείας ανέρχονταν στο ποσό των 563.166.134 δρχ. δηλαδή 1.652.725,26 ευρώ. Προκειμένου να μηδενιστεί η διαφορά οι εναγόμενοι - αντενάγοντες έπρεπε να καλύψουν το έλλειμμα της εταιρείας, ποσού 448.878.079 (563.166.134 - 114.288.055) δραχμών δηλαδή 1.317.323,78 ευρώ, το οποίο δεν είχαν να το δώσουν και συμφωνήθηκε να καλυφθεί από το τίμημα που θα ελάμβαναν.
Το ποσό αυτό περιορίστηκε και στρογγυλοποιήθηκε στο ποσό των 445.000.000 δραχμών, δηλαδή 1.305.942,77 ευρώ, λόγω μικροδιαφορών που προέκυψαν μεταξύ της ημερομηνίας υπολογισμού (27.06.2001) και της ημερομηνίας υπογραφής της σύμβασης (29.06.2001). Ακόμη συμφωνήθηκε ότι τα ανωτέρω δάνεια της "ΠΑΡΑΣ Α.Ε.", που βάρυναν τους πωλητές, θα τα εξοφλούσαν αυτοί καταβάλλοντας ισόποσο μέρος του τιμήματος.
Οι εναγόμενοι - αντενάγοντες συνομολογούν ότι το ποσό των 2.762.366.559 δραχμών, ήτοι 8.106.725,04 ευρώ, καταβλήθηκε σύμφωνα με το από 29.06.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό για δάνεια της "ΠΑΡΑΣ Α.Ε.", που προϋπήρχαν της μεταβίβασης των μετοχών. Ισχυρίζονται, όμως ότι ουδέποτε εισέπραξαν το σύνολο του ποσού των 6.020.651.121 δραχμών, δηλαδή 17.668.822.07 ευρώ, ως υπόλοιπο του τιμήματος για την πώληση των μετοχών τους, αλλά παρακρατήθηκε από την αντεναγομένη το ποσό των 445.000.000 δραχμών, δηλαδή 1.305.942,77 ευρώ, ως ποσό προοριζόμενο για αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της "ΠΑΡΑΣ Α.Ε." που ουδέποτε έλαβε χώρα.
Ο παραπάνω ισχυρισμός δεν αποδείχθηκε βάσιμος κατ' ουσίαν. Απεναντίας, αποδείχθηκε ότι η αντεναγομένη κατέβαλε, κατά τα συμφωνηθέντα, το σύνολο του συμφωνηθέντος τιμήματος. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η αντεναγομένη κατέβαλε από το τίμημα α) 2.762.366.559 δρχ. για την εξόφληση τραπεζικών δανείων της "ΠΑΡΑΣ ΑΕ" και ειδικότερα για το δάνειο από την τράπεζα "SCOTIA ΒΑΝΚ" κατέθεσε απευθείας σ' αυτήν 197.591.597 δρχ.
ενώ για τα λοιπά τρία δάνεια κατέθεσε 2.564,774.962 δρχ. στις 29.06.2001, στον υπ' αριθ. 3050799 λογαριασμό των πωλητών στην Τράπεζα Κύπρου. Επίσης η αντεναγομένη, όπως αναφέρεται στο συμφωνητικό (Δ3 όρος) και συνομολογείται είχε παρακρατήσει από το τίμημα το ποσό των 479.482.320 δρχ. για την εξόφληση οφειλών προς τρίτους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στον ίδιο ως άνω λογαριασμό των πωλητών αυτή κατέθεσε αυθημερόν (29.6.2001) 487.510.000 δρχ.
για τον φόρο μεταβίβασης μετοχών. Επομένως, η αντεναγομένη κατέβαλε από το τίμημα, κατά τα συμφωνηθέντα καταρχάς 3.729.348.879 δρχ.. Αφαιρουμένου του ποσού αυτού από το συμφωνηθέν τίμημα (9.750.000,000 δρχ.) απομένει υπόλοιπο τιμήματος 6.020.651.121 δρχ.. Από το ποσό αυτό η αντεναγομένη κατέθεσε αυθημερόν στον προαναφερόμενο λογαριασμό των πωλητών 195.000.000 δρχ.
και 5.380.651.121 δρχ. δηλαδή συνολικά 5.575.651.121 δρχ. ενώ το υπόλοιπο ποσό των 445.000.000 (6.020.651.121-5.575.651.121) δρχ., ήτοι 1.305.942,77 ευρώ, δεν πιστώθηκε σε λογαριασμό των πωλητών ούτε εμβάσθηκε από αυτούς στην αντεναγομένη, ούτε το παρακράτησε η τελευταία σε δικό της λογαριασμό αλλά το κατέθεσε αυθημερόν (29.06.2001) απευθείας στον υπ' αριθ. 3050694 λογαριασμό της "ΠΑΡΑΣ Α.Ε." στην Τράπεζα Κύπρου, βάσει προφορικής συμφωνίας με τους εναγόμενους, προκειμένου να καλυφθεί ισόποσο έλλειμμα του ταμείου της, δοθέντος ότι όπως προαναφέρθηκε είχε συμφωνηθεί να παραδοθεί η εταιρεία χωρίς παθητικό...
Επομένως το συμφωνηθέν τίμημα εισπράχθηκε εξ ολοκλήρου από τους αντενάγοντες. Εξάλλου, όπως αναφέρεται και στον Δ2α όρο του συμφωνητικού "6.020.651.121 δρχ. κατεβλήθησαν σήμερα από τον εκπρόσωπο της αγοράστριας Μ. Σ. στους πωλητές, οι οποίοι και το εισέπραξαν" και επομένως ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται για την καταβολή από την αντεναγομένη και του ποσού των 445.000.000 δρχ.
Ο ισχυρισμός των αντεναγόντων ότι το ποσό αυτό παρακρατήθηκε από την αντεναγομένη (αγοράστρια) για την περίπτωση της ανάγκης αύξησης κεφαλαίου της εταιρείας "ΠΑΡΑΣ ΑΕ" η οποία δεν έλαβε χώρα, δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο και αντικρούεται από όλα τα προεκτεθέντα, συνεκτιμωμένου και του ότι οι αντενάγοντες δεν είχαν συμφέρον να "διαθέσουν" ένα τόσο μεγάλο ποσό για την αύξηση κεφαλαίου μιας εταιρείας στην οποία αυτοί δεν ήταν μέτοχοι ούτε θα είχαν, όπως και οι ίδιοι συνομολογούν, εάν γινόταν η αύξηση κεφαλαίου, δικαίωμα εξαγοράς των μετοχών.
Το γεγονός ότι μεταγενέστερα της πώλησης της "ΠΑΡΑΣ ΑΕ." οι αντενάγοντες με την από 02.07.2001 δήλωση τους επιφυλάχθηκαν για την επιστροφή του ποσού των 445.000.000 δραχμών, δηλαδή 1.305.942,77 ευρώ, δεν αναιρεί τη γνώση τους ότι η πραγματική αιτία καταβολής του ανωτέρω ποσού στον υπ' αριθ. 3050694 λογαριασμό της "ΠΑΡΑΣ Α.Ε." στην Τράπεζα Κύπρου και όχι στον υπ' αριθ. 3050799 λογαριασμό τους στην ίδια τράπεζα, ήταν η διαφορά στο ταμείο της εταιρείας κατά το χρόνο μεταβίβασης της την 29.06.2001, ίση με το ποσό των 445.000.000 δραχμών (= 1.305.942,77 ευρώ), για την οποία (αιτία) και αναλώθηκε το ποσό αυτό και όχι η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της "ΠΑΡΑΣ Α.Ε.", όταν αυτοί δεν θα ήταν πια μέτοχοι...
Επομένως το ποσό των 445.000.000 δραχμών, δηλαδή 1.305.942,77 ευρώ, δεν κατακρατήθηκε από την αντεναγομένη, αλλά κατατέθηκε, βάσει της προαναφερόμενης συμφωνίας της με τους αντενάγοντες, σε λογαριασμό της "ΠΑΡΑΣ Α.Ε.", όσο αυτοί ήταν ακόμη μέτοχοι της εν λόγω εταιρείας και η αντεναγομένη (αγοράστρια) κατέβαλε στους αντενάγοντες (πωλητές) το σύνολο του συμφωνηθέντος τιμήματος και δεν αποδείχθηκε ότι κατακράτησε και δεν κατέβαλε το ανωτέρω τμήμα του τιμήματος (445.000.0000 δρχ), όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αντενάγοντες.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι τυχόν μη καταβολή από την αντεναγομένη (αγοράστρια) του παραπάνω ποσού θα συνιστούσε παραβίαση της συμβατικής της υποχρέωσης, ως αγοράστριας, προς καταβολή του τιμήματος της αγοραπωλησίας και όχι υπεξαίρεση, όπως αβασίμως επικαλούνται οι αντενάγοντες και εσφαλμένως δέχθηκε κατά την νομική εκτίμηση του παραπάνω (αντ)αγωγικού ισχυρισμού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Και τούτα διότι το ανωτέρω ποσό δεν το κατέβαλαν οι αντενάγοντες στην αντεναγομένη με την εντολή να χρησιμοποιηθεί για ορισμένο σκοπό, οπότε σε περίπτωση κατακρατήσεώς του από την τελευταία και μη χρησιμοποιήσεως του για τον σκοπό που δόθηκε θα τελείτο υπεξαίρεση αλλά αντιθέτως, όπως εκτίθεται στην ανταγωγή και συνομολογείται το ποσό αυτό το παρακράτησε η αντεναγομένη αγοράστρια από το συμφωνηθέν τίμημα και δεν το κατέβαλε στους πωλητές (αντενάγοντες) κατόπιν σχετικής συμφωνίας με αυτούς, (ώστε να τους το καταβάλει μετά την εξόφληση οφειλών προς τρίτους), οπότε σε περίπτωση παραβιάσεως της εν λόγω υποχρεώσεως της θεμελιώνεται ενδοσυμβατική και όχι αδικοπρακτική ευθύνη (υπεξαίρεση) αυτής.
Ούτε όμως τέτοια (ενδοσυμβατική) ευθύνη της αντεναγομένης συντρέχει αφού όπως προεκτέθηκε, αποδείχθηκε ότι η αντεναγομένη κατέβαλε το παραπάνω ποσό σε λογαριασμό της "ΠΑΡΑΣ ΑΕ", κατόπιν της ειδικής συμφωνίας της με τους αντενάγοντες και επομένως εκπλήρωσε την συμβατική της υποχρέωση για την καταβολή στους αντενάγοντες (πωλητές) του συμφωνηθέντος τιμήματος και συνεπώς δεν υποχρεούται να καταβάλει σε αυτούς το ως άνω διωκόμενο ποσό.
Στην ίδια κρίση καταλήγοντας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο απέρριψε το σχετικό αγωγικό αίτημα και το συναφές αίτημα για ηθική βλάβη, έστω και με άλλη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα (υπαγόμενα τα εκτιθέμενα στην ανταγωγή πραγματικά περιστατικά στην ορθή νομική βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης και όχι σε αδικοπραξία), ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ορθά κατά αποτέλεσμα έκρινε και ο περί του αντίθετου 7ος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος....
Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Δ3 όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης μετοχών, η αντεναγομένη (αγοράστρια) παρακράτησε το ποσό των 479.482.320 δραχμών δηλαδή 1.407.138,14 ευρώ, του τιμήματος σε δεσμευμένο, έντοκο τραπεζικό λογαριασμό και ανέλαβε την υποχρέωση να το καταβάλει για τις παρακάτω επιμέρους αιτίες: α) ποσό 50.000.000 δραχμών, δηλαδή 146.735,14 ευρώ, για ανέλεγκτες εταιρικές χρήσεις των ετών 1999 και 2000 και ποσό 50.000.000 δραχμών, δηλαδή 146.735,14 ευρώ, για το πρώτο εξάμηνο της χρήσης 2001, προκειμένου να καταβληθεί στην ΔΟΥ Λιμένα Χερσονήσου Ηρακλείου Κρήτης, οποιοδήποτε ποσά φόρου, προστίμων κλπ αφορά στις χρήσεις αυτές και θα προκύψει μετ' έλεγχο, με τη συμφωνία ότι, εάν τα ποσά είναι μεγαλύτερα, την επιπλέον διαφορά αναλαμβάνουν την υποχρέωση να καταβάλουν οι πωλητές, ενώ, εάν είναι μικρότερα, την εναπομένουσα διαφορά αναλαμβάνει την υποχρέωση η αγοράστρια να καταβάλει άμεσα στους πωλητές (όρος Δ3α), β) ποσό 150.000.000 δραχμών, δηλαδή 440.205,43 ευρώ, για κάλυψη μέρους του αιτούμενου ποσού των 364.540.000 δραχμών στην από 27.01.2001 και με αριθμό καταθέσεως Γ.Α. 459/ΕΓα/53/2001 εκκρεμή (τότε) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κατά της εταιρείας "ΠΑΡΑΣ Α.Ε.", για τη δίκη της οποίας δόθηκε δικαστική πληρεξουσιότητα στους πωλητές να διεξαχθεί με ευθύνη τους και δαπάνες τους, και με τη συμφωνία ότι, εάν μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων όλων των εναγόντων απομένει υπόλοιπο από το παραπάνω παρακρατηθέν ποσό, η αγοράστρια υποχρεούται να καταβάλει άμεσα το υπόλοιπο αυτό στους πωλητές (όρος Δ3β), γ)...δ)...ε)... 613.261,31 ευρώ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αντεναγομένη είχε παρακρατήσει το ποσό των 440.205,43 ευρώ για την κάλυψη των αξιώσεων των εναγόντων στην από 27.01.2001 και αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κατά της εταιρείας "ΠΑΡΑΣ Α.Ε.", με τη συμφωνία ότι, εάν μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων όλων των εναγόντων απομένει υπόλοιπο από το παραπάνω παρακρατηθέν ποσό, η αγοράστρια υποχρεούται να καταβάλει άμεσα το υπόλοιπο αυτό στους πωλητές (όρος Δ3β συμφωνητικού).
Εξάλλου αποδείχθηκε ότι η ασφαλιστική εταιρεία "ΕΛΛΑΣ ΑΕ" κατέβαλε για τις τελεσίδικα επιδικασθείσες απαιτήσεις των εναγόντων της ανωτέρω αγωγής τα ακόλουθα ποσά: α) στις 5/11/2002 το συνολικό ποσό των (47.000 + 48.000=) 95.000 ευρώ και β) στις 24/1/2005 το συνολικό ποσό των 211.756,05 (8.000 + 11.307,25 + 11.307,25 + 11.307,25 + 24.343,76 + 70.809,60 + 74.680,94) ευρώ, και συνολικά το ποσό των 306.756,05 (95.000 + 211.756,05) ευρώ.
Επομένως, από το ποσό των 440.205,43 ευρώ, που η αντεναγομένη είχε παρακρατήσει για την παραπάνω αιτία (Δ3β όρος συμφωνητικού) αυτή δεν κατέβαλε (είτε προς τρίτους είτε προς τους αντενάγοντες) κανένα ποσό και επομένως, σύμφωνα με τον παραπάνω συμβατικό όρο, οφείλει να καταβάλει στους αντενάγοντες το σύνολο του (απομείναντος) ποσού των 440.205,43 ευρώ, χωρίς όμως συμβατικούς τόκους του ποσού αυτού, όπως αβασίμως ζητούν οι αντενάγοντες, αφού οι συμβατικοί τόκοι των κατατεθειμένων σε τραπεζικό λογαριασμό χρημάτων ανήκουν στην δικαιούχο του λογαριασμού και εν προκειμένω στην αντεναγομένη.
Επομένως, κατά παραδοχή ως ουσία βάσιμου του 6ου λόγου της έφεσης πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά το παραπάνω μέρος της και αφού κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό από το δικαστήριο τούτο πρέπει να υποχρεωθεί η αντεναγομένη να καταβάλει στους αντενάγοντες το ποσό των 440.205,43 ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της ανταγωγής μέχρις εξοφλήσεως, αφού δεν προκύπτει προγενέστερη της ανταγωγής όχληση ούτε δήλη ημέρα για εκπλήρωση της ανωτέρω παροχής, δοθέντος ότι ως δήλη (ορισμένη) ημέρα είναι η προθεσμία που καθορίζεται κατά το ημερολόγιο, δηλαδή άμεσα ή έμμεσα (π.χ.
όταν συμφωνήθηκε ότι η εκπλήρωση θα γίνεται μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου από την επέλευση ορισμένου γεγονότος)... Ο δε επικαλούμενος από τους αντενάγοντες Δ3β όρος του συμφωνητικού δεν καθορίζει δήλη ημέρα αποδόσεως του ποσού αυτού και συγκεκριμένα την ημέρα που ασφαλιστική εταιρεία κατέβαλε στους δικαιούχους των αποζημιώσεων την ασφαλιστική αποζημίωση (25/1/2007), όπως αβασίμως επικαλούνται οι αντενάγοντες - εκκαλούντες, αφού η αναφορά στον παραπάνω όρο "εάν μετά την καταβολή απομένει υπόλοιπο αγοράστρια οφείλει να το αποδώσει αμέσως στους πωλητές" δεν πληροί τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις περί καθορισμού συγκεκριμένης δήλης ημέρας.
Συνεπώς ο περί του αντιθέτου, σχετικά με την τοκοδοσία του οφειλόμενου ποσού 12ος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω συμφωνήθηκε να γίνει, μετά την παραλαβή του ξενοδοχείου, έλεγχος των εμπορικών, επενδυτικών και λειτουργικών δαπανών του ξενοδοχείου - εταιρείας "ΠΑΡΑΣ Α.Ε." από τους λογιστές των συμβαλλομένων και αν υπάρχουν δαπάνες μη εύλογες και προφανώς υπερβολικές να μην γίνουν δεκτές από την αγοράστρια και να βαρύνουν τους πωλητές, δοθέντος ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων ότι όλα τα αποτελέσματα (κέρδη κλπ.) ολόκληρης της χρήσης του έτους 2001 (01.01.2001 μέχρι 31.12.2001) θα ανήκουν στην αγοράστρια.
Ακόμη, συμφωνήθηκε κατά τον έλεγχο αυτό τα σχηματισθέντα αποθεματικά της "ΠΑΡΑΣ Α.Ε." να υπολογισθούν υπέρ των πωλητών (πρόσθετος όρος Ε7 ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης). Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι κατά παράβαση του όρου Ε7 του συμφωνητικού πώλησης του συνόλου των μετοχών της "ΠΑΡΑΣ Α.Ε." χρεώθηκαν στα βιβλία της εταιρείας στη χρήση του έτους 2001, τα έξοδα από τόκους των αναφερόμενων σ' αυτό δανείων, ποσού 49.000.000 δραχμών, που αφορούσε το δεύτερο εξάμηνο του 2000, και ποσού 49.000.000 δραχμών, που αφορούσε το πρώτο εξάμηνο του 2001, δηλαδή συνολικό ποσό 98.000.000 δραχμών ή 287.600 ευρώ, το οποίο επιβάρυνε την ενάγουσα ενώ βαρύνει τους πωλητές, οι οποίοι αρνούνται να της καταβάλλουν, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους....
Ενόψει των ανωτέρω, η ενάγουσα παράνομα και αντισυμβατικά (βλ. Ε7 όρο) ζημιώθηκε κατά το ποσό των 287.600 ευρώ από τόκους των προαναφερόμενων δανείων, που αφενός αφορούσαν ποσά ξένα προς την εκμετάλλευση του ξενοδοχείου και αφετέρου προϋπήρχαν των ανωτέρω ελεγχόμενων χρήσεων, αλλά εμφανίστηκαν από τους εναγομένους - αντενάγοντες στα βιβλία της εταιρείας ένα μήνα περίπου πριν την ημερομηνία μεταβίβασης των μετοχών (29.06.2001).
Στην ίδια κρίση καταλήγοντας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ορθά τον νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ο περί του αντιθέτου 8ος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά παράβαση του όρου Ε1 του ως άνω συμφωνητικού πώλησης μετοχών η εταιρεία "ΠΑΡΑΣ Α.Ε." όφειλε στο Δήμο Χερσονήσου του Νομού Ηρακλείου Κρήτης, τέλη παρεπιδημούντων για το έτος 1993, ποσού 28.158,88 ευρώ το οποίο βαρύνει τους πωλητές.
Αποδείχθηκε όμως ότι από το ανώτερο ποσό η ενάγουσα κατέβαλε 26.420,05 ευρώ και όχι 28.158,88 ευρώ, δεδομένου ότι η τελευταία δόση της παραπάνω οφειλής απηλλάγη πλήρως των προσαυξήσεων... Επομένως, όπως βασίμως υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με τον 9ο λόγο της έφεσης, έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι η ενάγουσα κατέβαλε για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 28.158,88 ευρώ και ότι ακολούθως υποχρεούνται να της καταβάλουν τούτο οι εναγόμενοι.
Συνεπώς, ο σχετικός ως άνω 9ος λόγος της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν και εξαφανιζομένης της εκκαλουμένης, κατά το παραπάνω μέρος, πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 26.420,05 ευρώ. Περαιτέρω, με το από επίδικο από 29.06.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης του συνόλου των μετοχών της "ΠΑΡΑΣ Α.Ε." οι πωλητές ανέλαβαν την υποχρέωση να εξοφλούν εντός δέκα (10) ημερών από της σχετικής έγγραφης ειδοποίησης τους τυχόν οφειλές της εταιρείας "ΠΑΡΑΣ Α.Ε." και γενικά απαιτήσεις τρίτων φυσικών ή νομικών προσώπων έναντι αυτής, προερχόμενες από τη μέχρι τότε (29.06.2001) δράση και λειτουργία της εταιρείας, εφόσον οι απαιτήσεις αυτές προκύψουν ή βεβαιωθούν στο μέλλον (π.χ.
ασφαλιστικές εισφορές) ή υπάρχουν ήδη αλλά δεν αναφέρονται στα βιβλία και στοιχεία της εταιρείας άλλως η εταιρεία θα εξοφλεί την προβαλλόμενη από τρίτο απαίτηση και θα δικαιούται να απαιτήσει από τους πωλητές το καταβληθέν για την αιτία αυτή ποσό (πρόσθετος όρος Ε1 ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης). Με τον ίδιο όρο (Ε1) οι πωλητές διαβεβαίωσαν τον εκπρόσωπο της αγοράστριας ότι τέτοιες απαιτήσεις τρίτων κατά της εταιρείας δεν υπάρχουν.
Για όλες τις απορρέουσες από τη σύμβαση αυτή υποχρεώσεις οι "πωλητές" συμφωνήθηκε ότι ευθύνονται έναντι της "αγοράστριας" εις ολόκληρον (πρόσθετος όρος Ε3 ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης). Επίσης, σύμφωνα με τον πρόσθετο Ε5 όρο του εν λόγω συμφωνητικού "η αγοράστρια παρέλαβε αυθημερόν (29.06.2001) διά του νόμιμου εκπροσώπου της το ξενοδοχειακό συγκρότημα "ΧΩΡΙΟ ΑΝΝΑΜΠΕΛ - ΑΝΝΑΒELLE VILLAGEΕ", την όλη περιοχή του ακινήτου της εταιρείας, τα εντός αυτής δύο κτίρια - κατοικίες, όλες τις εντός και εκτός των κτιρίων εγκαταστάσεις, τον εξοπλισμό του ξενοδοχείου και γενικά όλα τα πράγματα που ανήκαν στην εταιρεία, τα οποία οι πωλητές δήλωσαν και υποσχέθηκαν σε κατάσταση κανονική και καλής λειτουργίας και ότι δεν έχουν πραγματικά ελαττώματα".
Ωστόσο, το ξενοδοχειακό συγκρότημα, κατά το χρόνο σύναψης της εν λόγω σύμβασης πώλησης (29.06.2001) και παράδοσης αυτού στην ενάγουσα - αντεναγομένη είχε πραγματικά ελαττώματα, τα οποία μείωναν ουσιωδώς την αξία και τη χρησιμότητα του και συγκεκριμένα είχε γίνει υπέρβαση του συντελεστή δόμησης της εν λόγω ξενοδοχειακής μονάδας και στη με αριθμό 429/1990 οικοδομική άδεια αναφέρονταν 396 κλίνες ενώ στο σήμα του ΕΟΤ και στη μελέτη διάθεσης λυμάτων αναφέρονταν εγκεκριμένες 530 κλίνες.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η Νομαρχιακή Επιτροπή Τεχνικών Έργων Πολεοδομίας Ηρακλείου - Κρήτης με την υπ' αριθμ. 13/2008 απόφαση της να γνωμοδοτήσει αρνητικά στο Νομαρχιακό Συμβούλιο Ηρακλείου - Κρήτης για τους περιβαλλοντικούς όρους της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του ξενοδοχειακού συγκροτήματος και αυτό να μην μπορεί να λειτουργήσει νόμιμα.
Η ενάγουσα - αντεναγομένη ενημέρωσε σχετικά τον αντίκλητο δικηγόρο των εναγομένων αντεναγόντων, Γεώργιο Τσικνάκη, με την από 15.02.2008 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία της για παράβαση από τους πωλητές του όρου Β3 του από 29.06.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης, σύμφωνα με τον οποίο δήλωναν και υπόσχονταν το όλο ακίνητο και τα κτίρια ελεύθερα από κάθε νομικό ελάττωμα και ότι πληρούν όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις κατασκευής τους και ότι έχουν κατασκευασθεί και λειτουργούν σύμφωνα με τους οριζόμενους από το νόμο και τους σχετικούς κανονισμούς όρους, προϋποθέσεις, άδειες κλπ.
Οι ανωτέρω πολεοδομικές παραβάσεις, που προϋπήρχαν της από 29.06.2001 μεταβίβασης των μετοχών της "ΠΑΡΑΣ ΑΕ" στην ενάγουσα - αντεναγομένη, επιβεβαιώνονται και στην από Αυγούστου 2010 τεχνική έκθεση της μηχανικού Σ. Σ., σύμφωνα με την οποία η τακτοποίηση των χώρων, οι οποίοι βρίσκονται εκτός του εγκεκριμένου όγκου και έχουν αλλάξει χρήση καθ' υπέρβαση των περιορισμών και όρων δόμησης είναι α) 612,05 τ.μ.
στο κεντρικό κτίριο, τα οποία από ημιυπαίθριοι χώροι άλλαξαν χρήση και έγιναν δόμηση και β) 258 τ.μ. στο κεντρικό κτίριο τα οποία προστέθηκαν ως πατάρι ισογείου και υπολογίζονται στη δόμηση. Εξάλλου, η ενάγουσα - αντεναγομένη δαπάνησε για την τακτοποίηση των αυθαίρετων κατασκευών και χρήσεων τα ακόλουθα ποσά:
α) στις 29.05.2013, ποσό 6.000 ευρώ ως τέλος υπαγωγής στη δήλωση ένταξης του Ν. 4014/2011, β) στις 28.06.2013, ποσό 45.883,46 ευρώ, ως εφάπαξ δόση με έκπτωση 20% στη δήλωση ένταξης του Ν.4014/2011, γ) στις 19.12.2013, ποσό 16.605 ευρώ στη Σ. Σ., πτυχιούχο μηχανικό δομικών έργων, για τακτοποίηση των ανωτέρω αυθαίρετων κατασκευών και χρήσεων, δ) στις 19.12.2013, ποσό 3.690 ευρώ στη Χ.
Μ., πτυχιούχο ηλεκτρολόγο - μηχανικό, για ηλεκτρομηχανολογικό έλεγχο, ε) στις 30/12/2013 ποσό 21.648 ευρώ στον Ε. Μ., πολιτικό μηχανικό για έλεγχο στατικής επάρκειας και αποτίμηση υλικών ξενοδοχείου και στ) στις 27/2/2014, ποσό 16.605 ευρώ στον Γ. Θ., πολιτικό μηχανικό, ομοίως για τακτοποίηση των ανωτέρω αυθαίρετων κατασκευών και χρήσεων, δηλαδή συνολικά το ποσό των (6.000 + 45.883,46 + 16.605 + 3.690 + 21.648 + 16.605=) 110.431,46 ευρώ.
Εξάλλου, από τον χρόνο παράδοσης του ξενοδοχειακού συγκροτήματος την 29.06.2001 μέχρι τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής την 21.12.2011 και την 05.01.2012 αντίστοιχα, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι (6) μηνών (άρθρο 554 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν τον Ν. 3043/2012), πλην όμως η αξίωση της ενάγουσας για μείωση του ως άνω τιμήματος αυτού, ένεκα των προαναφερομένων πραγματικών ελαττωμάτων του, δεν υπέκυψε στη βραχυπρόθεσμη αυτή παραγραφή, διότι οι εναγόμενοι δολίως απέκρυψαν τα ελαττώματα αυτά (άρθρα 554, 555 παρ. 1, 557 ΑΚ), αφού οι τελευταίοι γνώριζαν την υπέρβαση του συντελεστή δόμησης της ξενοδοχειακής μονάδας και την μη δυνατότητα έγκρισης της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, λόγω μη πλήρωσης των νόμιμων προϋποθέσεων, δοθέντος ότι το Ειδικό Σήμα Λειτουργίας του ΕΟΤ που είχε χορηγηθεί στους ίδιους την 21.07.1997, αφορούσε 265 κλίνες.
Ως εκ τούτου η προβληθείσα πρωτόδικος ένσταση των εναγομένων περί παραγραφής της ένδικης αξιώσεως της ενάγουσας, που επαναφέρουν με τον 10° λόγο της έφεσης, τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμη, κατόπιν παραδοχής, ως ουσία βάσιμης της προταθείσας από την ενάγουσα αντένστασης περί δόλιας απόκρυψης από τους εναγομένους των πραγματικών ελαττωμάτων.
Στην ίδια κρίση καταλήγοντας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά τον νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις ο περί του αντιθέτου 10ος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Με τον 13ο λόγο έφεσης ....... Ενόψει των ανωτέρω η απαίτηση της ενάγουσας σε βάρος των εναγομένων, για τις προαναφερόμενες αιτίες, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 424.451,51 (287.600 + 26.420,05 + 110.431,46) ευρώ.
Αντιστοίχως οι εναγόμενοι, έχουν, για την προαναφερόμενη αιτία, ληξιπρόθεσμη ομοειδή απαίτηση εναντίον της ενάγουσας ύψους 440.205,43 ευρώ. Οι εναγόμενοι δήλωσαν πρωτοδίκως και κατ' έφεση ότι συμψηφίζουν την αγωγική αξίωση με την ως άνω δική τους ανταπαίτηση. Η δήλωση αυτή, με την οποία οι εναγόμενοι κατήγαν νόμιμα, σε συμψηφισμό την αγωγική απαίτηση με την δική τους αναταπαίτηση επάγεται,..., απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων κατά το μέρος που καλύπτονται.
Επομένως, δεκτής γενομένης ως ουσία βάσιμης της προταθείσας από τους εναγόμενους ένστασης συμψηφισμού, η οποία επέφερε πλήρη απόσβεση της αγωγικής αξίωσης, πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, ενώ οι εναγόμενοι αντενάγοντες διατηρούν, κατά το υπερβάλλον εκ του γενομένου συμψηφισμού ποσό των 15.753,92 (440.205,43 - 424.451,51) ευρώ, ισόποση αξίωση κατά της αντεναγόμενης.
Το ποσό αυτό υποχρεούται να καταβάλει η αντεναγομένη στους αντενάγοντες κατά το ποσοστό συμμετοχής εκάστου, και ειδικότερα υποχρεούται να καταβάλει α) στον αντενάγοντα το ποσό των 15.123,76 (15.753,92 Χ 96%) και στην αντενάγουσα το ποσό των 630,16 (15.753,92 Χ 4%) ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της ανταγωγής μέχρις εξοφλήσεως".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν απέρριψε την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως ουσιαστικά αβάσιμη και έκανε εν μέρει δεκτή την ανταγωγή των αναιρεσειόντων, υποχρεώνοντας την αναιρεσίβλητη να καταβάλει σ' αυτούς το ανωτέρω ποσό των 15.753,92 και συγκεκριμένα στον πρώτο αναιρεσείοντα το ποσό των 15.123,76 ευρώ (15.753,92 Χ 96%) και στη δεύτερη αναιρεσείουσα το ποσό των 630,16 (15.753,92 Χ4%) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της ανταγωγής μέχρι την εξόφληση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 534 και 535 σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 540 και 543 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής αυτών, αφού, σύμφωνα με τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές, κατά τη νοηματική εκτίμησή τους, το ξενοδοχειακό συγκρότημα της πωληθείσας επιχείρησης, κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου, ήτοι της παράδοσης αυτού, στις 29-6-2001, στην αναιρεσίβλητη είχε πραγματικά ελαττώματα, και συγκεκριμένα είχε γίνει υπέρβαση του συντελεστή δόμησης της ξενοδοχειακής μονάδας, με εμφάνιση στην οικοδομική άδεια 396 κλινών [ 205 δωμάτια] και στο σήμα Ε.Ο.Τ. 530 κλινών [265 δωμάτια] και αλλαγή χρήσης χώρων, και οι συνέπειες της μείωσης της αξίας της λειτουργικότητας ολοκληρώθηκαν με την έκδοση της με αριθμ. 13/2008 απόφασης της Νομαρχιακής Επιτροπής Τεχνικών Έργων - Πολεοδομίας Ηρακλείου - Κρήτης, που γνωμοδότησε αρνητικά ως προς το απαραίτητο δικαιολογητικό για τη λήψη σήματος λειτουργίας Ε.Ο.Τ.
και με την ανάγκη τακτοποίησης των αυθαίρετων κατασκευών και χρήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4014/2011, με συνολική δαπάνη 110.431,46 ευρώ, κατά το οποίο μειώθηκε η αξία τιμήματος των μετοχών.
Συνεπώς, ο πέμπτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 534 και 535 Α.Κ., επικαλούμενοι ότι το ξενοδοχειακό συγκρότημα κατά το χρόνο παράδοσης αυτού είχε λειτουργική τακτοποίηση, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του ν. 2160/1933, ν. 2741/1999, 2919/2001 και 3766/2009, στην οποία είχαν προβεί, με καταβολή, το έτος 1995, τελών λειτουργίας, ύψους 183.000,00 ευρώ στον Ε.Ο.Τ., με δυναμικότητα οικοδομικής άδειας 205 δωματίων και λειτουργικότητα 265 δωματίων, και ότι με τον ίδιο τρόπο λειτουργούσε μέχρι το έτος 2015, οπότε, λόγω αλλαγής νομικού πλαισίου, ανέκυψε πολεοδομική τακτοποίηση, το οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει, είναι αβάσιμος, διότι, κατά τις ως άνω παραδοχές, κατά το χρόνο μετάβασης του κινδύνου στην αναιρεσίβλητη υπήρχαν οι αυθαίρετες κατασκευές, η αλλαγή χρήσης και οι συνέπειες της μείωσης της αξίας και λειτουργικότητας της επιχείρησης ολοκληρώθηκαν με την ανωτέρω αρνητική γνωμοδότηση (με αριθμ. 13/2008 απόφαση) και τις διατάξεις του ν. 4014/2011 με τις οποίες ρυθμίστηκε η νόμιμη λειτουργικότητα των αυθαίρετων κατασκευών.
Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της βασιμότητας της αγωγικής απαίτησης της αναιρεσίβλητης από την ένδικη σύμβαση λόγω επιβάρυνσής της με τόκους και έξοδα δανείων που βάρυναν τους πωλητές, ποσού 287.600 ευρώ, και της επακόλουθης απόσβεσης αυτής της απαίτησης, με τη ισόποση ανταπαίτηση των αναιρεσειόντων, την οποία οι τελευταίοι πρότειναν και έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 361 και 440 ΑΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Και τούτο, διότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη, λόγω χρέωσης στα βιβλία της εταιρείας τόκων και εξόδων δανείων, επιβαρύνθηκε με το ανωτέρω ποσό των 287.600 ευρώ, το οποίο ως δαπάνη μη εύλογη βάρυνε τους πωλητές, σύμφωνα με τον όρο Ε7 του συμφωνητικού πώλησης των μετοχών της "ΠΑΡΑΣ Α.Ε.", με τις υποστηρίζουσες το πόρισμα αυτό παραδοχές α) ότι με τον ανωτέρω όρο συμφωνήθηκε να γίνει, μετά την παραλαβή του ξενοδοχείου, έλεγχος των εμπορικών, επενδυτικών και λειτουργικών δαπανών της εταιρείας "ΠΑΡΑΣ Α.Ε." και σε περίπτωση που υπήρχαν δαπάνες μη εύλογες και προφανώς υπερβολικές, αυτές θα βάρυναν τους πωλητές, β) ότι κατά παράβαση του όρου αυτού χρεώθηκαν στα βιβλία της εταιρείας, στη χρήση του έτους 2001, τα έξοδα από τόκους δανείων, ότι η εγγραφή των τεσσάρων δανειακών συμβάσεων έγινε έναν μήνα περίπου πριν την ημερομηνία της μεταβίβασης των μετοχών, χωρίς όμως να έχουν εισέλθει τα ποσά αυτών στο ταμείο της εταιρείας, αφού τα ποσά αυτών είχαν αποσυρθεί από τους πωλητές προκειμένου να επενδυθούν για σκοπούς ξένους προς την εταιρεία, με αποτέλεσμα και οι εγγραφέντες τόκοι αυτών, ποσού 49.000.000 δραχμών, που αφορούσε το δεύτερο εξάμηνο του 2000, και ποσού 49.000.000 δραχμών, που αφορούσε το πρώτο εξάμηνο του 2001, να είναι μη παραγωγικοί, γ) ότι το ανωτέρω συνολικό ποσό των 98.000.000 δραχμών ή 287.600 ευρώ, αφενός μεν ήταν ξένο προς την εκμετάλλευση του ξενοδοχείου, αφετέρου δε προϋπήρχε των ανωτέρω ελεγχόμενων χρήσεων και, ως εκ τούτου, βάρυνε, κατά τον παραπάνω συμβατικό όρο, τους πωλητές, οι οποίοι αρνήθηκαν να το καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη και δ) ότι η αναιρεσίβλητη έλαβε σαφή γνώση των λογιστικών και οικονομικών στοιχείων και διαπίστωσε την ανωτέρω μη εύλογη δαπάνη μετά τη συμφωνία και την παραλαβή της ξενοδοχειακής μονάδας.
Δέχθηκε δηλαδή το Εφετείο, ότι και οι τόκοι της χρήσης 2001 αφορούσαν μη παραγωγικούς τόκους, ξένους προς την επιχείρηση, και ότι αποτελούσαν δαπάνη μη εύλογη, που προέκυψε από τον, μετά τη μεταβίβαση των μετοχών, έλεγχο, και βαρύνει κατά τον συμβατικό Ε7 όρο τους πωλητές, ενώ αμφότερες επιβάρυναν αντισυμβατικώς τα αποτέλεσμα της χρήσης 2001, με την ισόποση μείωση των κερδών αυτής, για την κερδοφορία της οποίας κατέβαλε μέρος του τιμήματος.
Επομένως, ο δεύτερος, από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, καθό μέρος προβάλλονται με αυτόν οι αιτιάσεις α) ότι η προσβαλλομένη δεν διευκρινίζει γιατί και με ποια διάταξη νόμου μία εσφαλμένως εγγραφείσα στα βιβλία δαπάνη μη παραγωγική, που εξοφλήθηκε από τους πωλητές δεν μπορούσε να διορθωθεί και να εγγραφεί στον ισολογισμό, στο ενεργητικό της εταιρίας ως απαίτησή της κατά του πρώτου - εναγόμενου - χρήστη των χρημάτων, και ότι σκόπιμα η ενάγουσα ενέγραψε στους ισολογισμούς τους τόκους ως δαπάνη για να μειωθεί το φορολογητέο εισόδημά της και να ωφεληθεί από την καταβολή λιγότερων φόρων, β) ότι σύμφωνα με ηλεκτρονική επιστολή του λογιστή της αναιρεσίβλητης προς τους προστηθέντες αυτής "η αντιδικία με τον πωλητή οφείλεται σε "λογιστικό λάθος", γ) ότι οι λογιστικές αρχές δεν αποτελούν διάταξη νόμου και δεν είναι τυχαίο ότι οι εκθέσεις των λογιστών επικεντρώνονται μόνο στο ποσό των 49.000.000 δρχ.
που εσφαλμένα ενεγράφη στη χρήση 2001 ενώ ήταν δαπάνη του 2000, και δ) ότι καλούνται να πληρώσουν δύο φορές τους τόκους των δανείων, μία πριν από τη σύμβαση και μία ως ζημία της ενάγουσας, και μάλιστα όχι μόνο για τους τόκους 49.000.000 δρχ. που έπρεπε να εγγραφούν το έτος 2000 αλλά και για τους τόκους 49.000.000 δρχ. της χρήσης 2001, οι οποίοι δεν απορρίφθηκαν από τη φορολογική αρχή, είναι απαράδεκτος, αφού οι αιτιάσεις αυτές αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα αφενός μεν των αναιρεσειόντων προς υποστήριξη των αρνητικών ισχυρισμών τους, και αφετέρου του δικαστηρίου που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και υπό την επίφαση της επίκλησης έλλειψης νόμιμης βάσης πλήττεται η ορθότητα της εκτίμησης των αποδείξεων και η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, και όχι και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Έτσι, έγγραφα κατά την παραπάνω διάταξη θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά μέσα, ενώ αντίθετα δεν αποτελούν έγγραφα τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως η αγωγή, οι προτάσεις των διαδίκων, το δικόγραφο της έφεσης κ.λπ. (ΑΠ 189/2019, ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 204/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του με αριθμ. 341/23-4-2004 Ειδικού Σημειώματος Φορολογικού Ελέγχου και κατέληξε στην κρίση ότι με το σημείωμα αυτό η φορολογική διοίκηση απέρριψε το ποσό τω 49.130.886 δρχ.
ως βαρύνον άλλη χρήση (έτους 2000) απ' αυτήν κατά την οποία φαίνεται να γεννήθηκε (έτος 2001), διότι στο επικαλούμενο ανωτέρω έγγραφο δεν υπάρχει αιτιολογία απόρριψης του ποσού αυτού των τόκων από την αρμόδια αρχή, αφού το πεδίο αιτιολογία είναι κενό, και, ότι εξαιτίας της παραμόρφωσης έγινε δεκτό το αγωγικό κονδύλιο των 287.000,00 ευρώ.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν μόρφωσε τη γνώμη του περί της ουσιαστικής βασιμότητας της συγκεκριμένης ένδικης απαίτησης της αναιρεσίβλητης, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, από το περιεχόμενο του ανωτέρω φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, το οποίο απλώς αναφέρει χωρίς να εξαίρει, αλλά συνεκτίμησε αυτό μαζί με τα λοιπά μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων η από 8-8-2001 έκθεση ελέγχου των λογιστικών καταστάσεων της 30ης Ιουνίου 2001 για την "ΠΑΡΑΣ Α.Ε." από τον ορκωτό λογιστή - λογιστή της εταιρίας ορκωτών λογιστών "Grand Thornton Imt." - Ε.
Δ., περί φορολογικών παραβάσεων και επιβολής φόρων και προσαύξησης και η από 10-9-2010 έκθεση λογιστών της αυτής παραπάνω εταιρίας ορκωτών λογιστών. Επομένως, ο παραπάνω, από τον αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έβδομος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 14/2021).
Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνήσεις (αιτιολογημένοι ή μη) ή οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 1028/2021), ούτε αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 463/2021, ΑΠ 291/2021), ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 455/2021).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11α ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Με την προκείμενη διάταξη που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζήτησης διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 επ. ΚΠολΔ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 1, 2 εδ.
α` και β` ΚΠολΔ, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο και εφαρμόζεται και στη δευτεροβάθμια δίκη (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (Ειρηνοδικείων, Μονομελών και Πολυμελών Πρωτοδικείων), λαμβάνονται υπόψη, τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα.
Ειδικότερα, λαμβάνονται παραδεκτά υπόψη, αδιακρίτως, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, αχαρτοσήμαντα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, και γενικά κάθε είδους έγγραφα και φωτοτυπίες εγγράφων των οποίων δεν βεβαιώνεται η ακρίβειά τους από αρμόδιο για το σκοπό αυτό πρόσωπο χωρίς να ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αρ. 11 εδ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνον τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων (ΟλΑΠ 15/2003), καθώς και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νομική διαδικασία, επειδή είναι ανυπόστατο έγγραφο (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 218/2020, ΑΠ 1658/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αρ. 8β και 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με τις αντίστοιχες αιτιάσεις, ότι το Εφετείο α) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και β) παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεκτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι το εφετείο, για το καταληκτικό πόρισμα απόρριψης ως αβασίμου του κονδυλίου των 445.000.000 δρχ., παρά το νόμο έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, και συγκεκριμένα ένα πρόχειρο ισολογισμό της εταιρίας ΠΑΡΑΣ ΑΕ σε διαφορετικούς χρόνους (27-6-2001 και ξεκαθαρίσματος) μετά του συνημμένου ισοζυγίου της εταιρίας της 28-6-2001 (ήτοι μεταγενέστερου του πρόχειρου ισολογισμού), καίτοι με λόγο έφεσης επανέφεραν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό τους ότι αυτό ήταν ανυπόστατο, καθόσον στο σύνολό του αποτελεί μη γνήσιο έγγραφο με συρραφή του ισοζυγίου της ΠΑΡΑΣ ΑΕ, όπως ήταν στις 28-6-2001 και όχι στις 27-6-2001, με το άγνωστο έγγραφο "ισολογισμός 27-6-2001" που φέρει δύο από 5-7-2001 χρονοσφραγίδες λήψης τηλεμοιοτυπίας, ήτοι μεταγενέστερη της αγοραπωλησίας, δηλαδή αποτελεί συρραφή διαφορετικών εγγράφων, χωρίς συνέχεια αυτών, δεν φέρει ημερομηνία, είναι απλό αντίγραφο συντεταγμένου με μηχανικά μέσα εγγράφου, με σημειώσεις, αλλοιώσεις και εγγραφές, με μόνες τις ανωτέρω χρονοσφραγίδες τηλεμοιοτυπίας, και είχε το ως άνω έγγραφο ουσιώδη επιρροή στη δίκη, καθόσον από τον πρόχειρο ισολογισμό προκύπτει διαφορά μεταξύ του κυκλοφορούντος ενεργητικού και των υποχρεώσεων της ΠΑΡΑΣ ΑΕ.
Ωστόσο, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, αλλά και όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των ενδίκων εγγράφων, πρόκειται για ανυπόγραφα απλά φωτοαντίγραφα από ανυπόγραφα φωτοαντίγραφα εγγράφων με αλλοιώσεις και χειρόγραφες σημειώσεις, και μάλιστα στο από 28-6-2001 προσωρινό ισοζύγιο της εταιρίας είναι συνημμένος ο από 27-6-2001 ισολογισμός και ξεκαθαρίσματος, ήτοι το δεύτερο συνοδεύει το πρώτο, και δεν πρόκειται για συρραφή πολυσέλιδου ενιαίου εγγράφου υπογεγραμμένου στο τέλος ή σε οποιαδήποτε σελίδα αυτού και, συνεπώς, αποτελούν αυτά άκυρα έγγραφα, μη συντεταγμένα κατά τον τύπο ιδιωτικού εγγράφου, τα οποία ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου, εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, νομίμως λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί απαραδέκτου του ως άνω αποδεικτικού μέσου, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος, ούτε και έλαβε υπόψη, παρά το νόμο, αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος.
Επομένως, ο παραπάνω τρίτος, από τους αριθμ. 8β και 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Επίσης, δεν αποκλείεται να στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν, παρότι στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας γίνεται ειδική μνεία ορισμένου αποδεικτικού μέσου, ωστόσο, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως τις αιτιολογίες της γεννώνται αμφιβολίες αν πράγματι αυτό λήφθηκε υπόψη (ΑΠ 85/2021, ΑΠ 87/2021, ΑΠ 2080/2017), καθώς και όταν ναι μεν μνημονεύεται στην απόφαση το αποδεικτικό μέσο, πλην όμως η ειδική αυτή μνεία σχετίζεται αποκλειστικά με ορισμένο ισχυρισμό, ενώ από το περιεχόμενο της απόφασης υπάρχουν αμφιβολίες αν το ίδιο αποδεικτικό μέσο έχει ληφθεί υπόψη για την απόδειξη άλλου ουσιώδους ισχυρισμού (ΑΠ 365/2010, ΑΠ 1282/2009, ΑΠ 1535/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τον αριθμ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ή δημιουργούνται αμφιβολίες αν το Εφετείο έλαβε υπόψη τα παρακάτω αποδεικτά μέσα, για τα οποία παραπονέθηκαν και με σχετικό (8ο) λόγο έφεσης, και συγκεκριμένα:
α) το με αριθμ. 44 σχετικό της ενάγουσας για την κίνηση του τραπεζικού λογαριασμού της εταιρίας "ΠΑΡΑΣ Α.Ε.", από την οποία φέρεται να αποδεικνύεται ότι η δανειακή σύμβαση με την τράπεζα DRESDNER BANK, Bank of Nova Scotia συνήφθη στις 1-12-1998, 19-4-2001, αντίστοιχα, από τα οποία, κατά τους αναιρεσείοντες, αποδεικνύεται ότι το δάνειο και οι τόκοι είναι εγγεγραμένα στις αντίστοιχες χρήσεις, β) τους ισολογισμούς της εταιρίας, την περίληψη εγγραφής προσημείωσης υποθήκης και την έκθεση του ορκωτού λογιστή Ε.
Δ., που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν νομίμως οι εναγόμενοι, από τα οποία, κατά τους αναιρεσείοντες, αποδεικνύεται ότι το ποσό του δανείου από την εταιρία LTU εγγράφηκαν στα βιβλία και στοιχεία της εταιρίας ως προκαταβολές πελάτη και σταδιακά συμψηφιζόταν με την παροχή υπηρεσιών, με τους τόκους να καταβάλλονται στην ολοσχερή, το έτος 2001, εξόφληση αυτών, και το απορριφθέν από το φορολογικό έλεγχο ποσό αφορά τους τόκους μόνο του δανείου της εταιρίας LTU, που έλαβε το έτος 1998, γ) το με αριθμ. 31/23-4-2004 ειδικό σημείωμα ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών που προσκόμισε και επικαλέστηκε η ενάγουσα σε συνδυασμό με την ομολογία της ενάγουσας που διαλαμβάνεται στη σελ. 5 της αγωγής, με τον τίτλο δάνειο 4, όπου αναγράφεται κατά λέξη "Τόκοι 49.130.886 δρχ.", με τα οποία φέρεται να αποδεικνύεται, κατά τους αναιρεσείοντες, ότι από το φορολογικό έλεγχο απορρίφθηκαν, χωρίς αιτιολογία, μόνο οι τόκοι 49.130.886 δρχ., που αφορούν το δάνειο LTU, για το σχηματισμό του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος αποδοχής του αγωγικού κονδυλίου των 287.600,00 ευρώ ως κατ' ουσίαν βάσιμου.
Από τη βεβαίωση, όμως, του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, και τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομότυπα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια ως άνω, από τον αριθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της επαναφερθείσας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με λόγο έφεσης, ένστασης των αναιρεσειόντων περί παραγραφής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 554 και 555 ΑΚ, της αγωγικής αξίωσης της αναιρεσίβλητης για μείωση του τιμήματος κατά το ποσό των ποσού 110.431,46 ευρώ συνεπεία ελαττώματος των κτιριακών εγκαταστάσεων του ξενοδοχείου (δωμάτια επί πλέον της άδειας), κατά παραδοχή ως βάσιμης της από το άρθρο 557 ΑΚ αντένστασης, που προέβαλε η αναιρεσίβλητη, λόγω δόλιας απόκρυψης του ελαττώματος εκ μέρους των αναιρεσειόντων πωλητών, δεν έλαβε υπόψη, παρά τη νόμιμη επίκλησή της με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων στο εφετείο, την περιεχόμενη στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ίδιας της αναιρεσίβλητης, ο οποίος, κατά τους αναιρεσείοντες, επιβεβαίωσε ότι η αναιρεσίβλητη, κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας και παραλαβής του ξενοδοχειακού συγκροτήματος γνώριζε την υπέρβαση του συντελεστή δόμησης, διότι στην άδεια της οικοδομής αναφέρονται 205 δωμάτια και στην άδεια του ΕΟΤ αναφέρονται ότι λειτουργούν 265 δωμάτια.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης προκύπτει ότι ο εξετασθείς μάρτυρας της αναιρεσίβλητης Χ. Σ. κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι στην αναιρεσίβλητη είχε παραδοθεί η οικοδομική άδεια, στην οποία αναφέρονταν ότι το ξενοδοχείο έχει 205 δωμάτια και ότι όταν παρέλαβε το ξενοδοχείο γνώριζε ότι αυτό είχε 265 δωμάτια, ήτοι 60 παραπάνω.
Το Εφετείο, όμως, δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες πωλητές δολίως απέκρυψαν το ελάττωμα, χωρίς να αντικρούει ή να σχολιάζει στην απόφασή του τα περιστατικά που προκύπτουν από την ένορκη κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα της αναιρεσίβλητης, τα οποία δεν συμπορεύονται με τις αμέσως πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά, αντίθετα, αντιστρατεύονται τις τελευταίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της, κατά το χρόνο παραλαβής του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, γνώσης από την αναιρεσίβλητη και της δόλιας απόκρυψης από τους αναιρεσείοντες των ελαττωμάτων υπέρβασης του συντελεστή δόμησης της ξενοδοχειακής μονάδας, αλλαγής χρήσης χώρων και ενδεχόμενης μελλοντικής εμπλοκής στη λειτουργικότητα αυτής.
Κατόπιν αυτών, παρότι μνημονεύεται στην απόφαση το ως άνω αποδεικτικό μέσο, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για την αποδοχή της αντένστασης του άρθρου 557 ΑΚ και την απόρριψη της ένστασης παραγραφής, έλαβε υπόψη την κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα για την απόδειξη του ουσιώδους αυτού ζητήματος ισχυρισμού, και είναι το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο κρίσιμο στοιχείο και θα μπορούσε να επηρεάσει το δικανικό συλλογισμό του Εφετείου σχετικά με το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα.
Επομένως, ο παραπάνω πρώτος, από τον αριθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ, αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς τον δανειστή, έχει το δικαίωμα να ορίσει κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί. Αν δεν όρισε τίποτε, η παροχή που έγινε καταλογίζεται πρώτα στο ληξιπρόθεσμο χρέος και, αν υπάρχουν περισσότερα, σε εκείνο που περιέχει τη μικρότερη ασφάλεια για τον δανειστή, αν υπάρχουν περισσότερα με ίση ασφάλεια, στο επαχθέστερο για τον οφειλέτη, αν υπάρχουν περισσότερα εξίσου επαχθή στο αρχαιότερο, αν όλα τα χρέη είναι σύγχρονα, ο καταλογισμός γίνεται σύμμετρα.
Η διάταξη αυτή είναι ενδοτικού δικαίου, γι' αυτό ο καταλογισμός μπορεί να γίνει με συμφωνία, ρητή ή σιωπηρή, να ρυθμιστεί διαφορετικά, είτε πριν από την καταβολή, είτε κατά, είτε μετά την καταβολή. Και ναι μεν ο δανειστής δεν έχει ποτέ το δικαίωμα να ορίσει μονομερώς το χρέος που θα εξοφληθεί, ο οφειλέτης, όμως, μπορεί να συμφωνήσει, ρητά ή σιωπηρά, στον προσδιορισμό που προτείνει ο δανειστής, οπότε πλέον ο καταλογισμός δεν γίνεται με βάση το άρθρο 422 ΑΚ, αλλά κατά τη συμφωνία των μερών (άρθρ. 361 του ιδίου Κώδικα).
Έτσι, υπάρχει, συμπερασματικά συναγόμενη, (σιωπηρή) αποδοχή της πρότασης καταλογισμού του δανειστή από τον οφειλέτη, όταν ο τελευταίος δεν όρισε κατά την καταβολή κάτι σχετικό, ενώ ο δανειστής προσδιόρισε που θα καταλογιστεί το καταβαλλόμενο και ο οφειλέτης, χωρίς να φέρει αντίρρηση, προέβη στην καταβολή (ΑΠ 370/2001).
Αν δεν υπάρχει συμφωνία των μερών ως προς τον τρόπο του καταλογισμού, ούτε ο οφειλέτης άσκησε το κατά το εδάφιο α` του άρθρου 422 ΑΚ προσδιοριστικό του δικαίωμα, το οποίο είναι δεσμευτικό έναντι του δανειστή, η παροχή καταλογίζεται με βάση τα αναφερόμενα στο εδάφιο β` του ίδιου άρθρου κριτήρια. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία ούτε μονομερής προσδιορισμός από τον οφειλέτη, που είναι δεσμευτικός για τον δανειστή, τότε ο καταλογισμός θα γίνει κατά τον επικουρικό προσδιορισμό του εδ.
β' του άρθ. 422 ΑΚ (ΑΠ 666/2020, ΑΠ 1147/2020, ΑΠ 531/2015). Κατά το άρθρο 423 ΑΚ, αν το χρέος αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, η παροχή καταλογίζεται πρώτα στα έξοδα, έπειτα στους τόκους και τελευταία στο κεφάλαιο. Ο δανειστής μπορεί να αρνηθεί την αποδοχή της παροχής, αν ο οφειλέτης όρισε αλλιώς τον καταλογισμό.
Από τις διατάξεις αυτές του άρθρου 423 ΑΚ, οι οποίες θεσπίστηκαν, κατά την αντίληψη του πρακτικού βίου και των συναλλακτικών ηθών και είναι ενδοτικού δικαίου, προκύπτει ότι α) μπορούν οι συμβαλλόμενοι να συμφωνήσουν, έστω και σιωπηρά, διαφορετικό καταλογισμό και β) αν δεν υπάρξει τέτοια σύμβαση, μόνο αν ο οφειλέτης ορίσει άλλη σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην παρ. 1 του άρθρου αυτού και ο δανειστής έλαβε και κράτησε την παροχή, όπως όρισε τον καταλογισμό της ο οφειλέτης, είναι υποχρεωμένος ο δανειστής να την καταλογίσει σύμφωνα με τη θέληση του οφειλέτη.
Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν υπάρξει συμφωνία και ο οφειλέτης καταβάλει χωρίς να ορίσει σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην παρ. 1, θα ισχύσει η τελευταία. Άρα, στον οφειλέτη εναπόκειται να ισχυριστεί (και σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει) ότι συμφώνησε με τον δανειστή ή ότι όρισε σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην §1, ώστε να μην ισχύσει η τελευταία (ΑΠ 89/2021, ΑΠ 2259/2014, ΑΠ 150/2000).
Πάντως, σε περίπτωση κατά την οποία υπάρχουν περισσότερα ομοειδή χρέη, καθένα από τα οποία αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, ο καταλογισμός γίνεται, πρώτα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 422 ΑΚ και στη συνέχεια, ως προς το καθένα από τα χρέη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 423 ΑΚ (ΑΠ 1039/2013, ΑΠ 214/2012, ΑΠ 1653/2011).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 331/2021, 261/2020, ΑΠ 670/2020).
Για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, και όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας να επαναφέρεται στο εφετείο νόμιμα, είτε δηλαδή με λόγο έφεσης από τον εναγόμενο σε βάρος του οποίου η αγωγή του αντιδίκου του κρίθηκε ορισμένη και παραδεκτή είτε με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητου, προς απόκρουση της έφεσης, και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αντενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες, ισχυρίστηκαν με την ανταγωγή τους, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της, και κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: Ότι με το από 29-6-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησαν και παρέδωσαν στην αντεναγόμενη - αγοράστρια το σύνολο των μετοχών τους και την επιχείρηση του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, αντί συνολικού τιμήματος 9.750.000.000 δρχ., ότι η αντεναγομένη αγοράστρια παρακράτησε μέρος του τιμήματος, σύμφωνα με τον όρο Δ3 του ιδιωτικού συμφωνητικού και για τους αναφερόμενους στην ανταγωγή λόγους, ήταν υποχρεωμένη να τους επιστρέψει όσα παρακρατηθέντα ποσά δεν αναλώθηκαν, κατά τις παρακάτω αναφερόμενες ημερομηνίες, ήτοι: 1) στις 27-12-2001, οπότε συγχωνεύτηκε η εταιρεία ΠΑΡΑΣ ΑΕ και η αγοράστρια, με απορρόφηση της πρώτης, έπρεπε, σύμφωνα με τον όρο Δ3α, να τους επιστρέψει:
α) το ποσό των 50.000.000 δρχ. ή 146.735,14 ευρώ, το οποίο είχε παρακρατήσει, η αντεναγόμενη για την πληρωμή της οφειλής φόρων και προσαυξήσεων για τη χρήση του πρώτου μισού του 2001, επειδή δεν προέκυψαν φόροι και προσαυξήσεις και β) το ποσό των 1.584,74 ευρώ, ως συμβατικούς τόκους που παρήχθησαν από την κατάθεση του ανωτέρω ποσού σε δεσμευμένο τραπεζικό λογαριασμό για το διάστημα από 30-6-2001 έως 27-12-2001, με βάση το μ.ο.
των τραπεζικών επιτοκίων λογαριασμών ταμιευτηρίου, και συνολικά 148.319,88 ευρώ, 2) στις 5-12-2002, έπρεπε να της επιστρέψει: α) το ποσό των 20.835.488 δρχ. ή 61.145,97 ευρώ, ως διαφορά μεταξύ του ποσού των 24.782.320 δρχ., το οποίο η αναιρεσίβλητη παρακράτησε προς εξόφληση βεβαιωμένης διαφοράς τελών παρεπιδημούντων του οικονομικού έτους 1993 προς το Δήμο Χερσονήσου, το οποίο εκκρεμούσε λόγω προσφυγής, και του ποσού των 3.946.832 δρχ, που έπρεπε να καταβάλει, επιδεικνύοντας την αρμόζουσα επιμέλεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 3 στοιχ. 1,β, γ και δ του ν. 3074/4-2-2002, με τις οποίες προβλέφθηκε η δυνητική ρύθμιση εκκρεμών, και με διοικητική δίκη, οφειλών τελών επί των ακαθάριστων εσόδων κέντρων κ.λπ, προς τους Δήμους, με μείωση της οφειλής των εν λόγω τελών στο 40% αυτού, πλέον 10% με την εφάπαξ καταβολή αυτού, και χωρίς προσαυξήσεις, και β) το ποσό των 1.593,65 ευρώ, ως συμβατικούς τόκους, καθώς το ανωτέρω ποσό ήταν δεσμευμένο σε τραπεζικό λογαριασμό, για το διάστημα από 30-6-2001 έως 5-12-2001, με βάση το μ.ο.
των τραπεζικών επιτοκίων λογαριασμών ταμιευτηρίου, και συνολικά 62.739,62 ευρώ, 3) έχοντας παρακρατήσει 100 εκατομμύρια δραχμές για την κάλυψη απαιτήσεων τρίτων, με συμφωνία επιστροφής 50 εκ. δραχμών στις 31-8-2001 και 50 εκ. δραχμών στις 31-12-2001: α) στις 31-8-2001, ως συμφωνηθείσα δήλη ημέρα πληρωμής, έπρεπε να τους επιστρέψει το ποσό των 123.690,02 ευρώ, ως υπόλοιπο του παρακρατηθέντος ποσού των 50.000.000 δρχ.
ή 146.735,14 ευρώ, το οποίο είχε παρακρατήσει η αντεναγόμενη για πληρωμή απαιτήσεων τρίτων, σύμφωνα με τους Β5, Ε1 και Ε7 όρους του από 29-6-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού, μετά την πληρωμή 7.852.623,00 δρχ., ως μέρος των καταλογισθέντων στις 12-7-2001, φόρων και τελών 2000, και β) το ποσό των 457,65 ευρώ, ως συμβατικούς τόκους, καθώς το ανωτέρω ποσό ήταν δεσμευμένο σε τραπεζικό λογαριασμό, για το διάστημα από 30-6-2001 έως 31-8-2001, με βάση το μ.ο.
των τραπεζικών επιτοκίων λογαριασμών ταμιευτηρίου, και συνολικά 124.147,67 ευρώ, β) στις 31-12-2001, ως συμφωνηθείσα δήλη ημέρα πληρωμής, έπρεπε να τους επιστρέψει το ποσό των 122.979,46 ευρώ, ως υπόλοιπο του παρακρατηθέντος ποσού των 50.000.000 δρχ. ή 146.735,14 ευρώ, για την αποπληρωμή απαιτήσεων τρίτων, μετά την πληρωμή απαίτησης ύψους 8.094.611 δρχ.
ή 23.755,27 ευρώ, για αποζημίωση απόλυσης τεσσάρων υπαλλήλων, και β) το ποσό των 1.352,78 ευρώ, ως συμβατικούς τόκους, καθώς το ανωτέρω ποσό ήταν δεσμευμένο σε τραπεζικό λογαριασμό, για το διάστημα από 30-6-2001 έως 31-12-2001, με βάση το μ.ο. των τραπεζικών επιτοκίων λογαριασμών ταμιευτηρίου, και συνολικά 124.332,64 ευρώ. Ότι, συνολικά, η αντεναγόμενη όφειλε να τους επιστρέψει κατά τους παραπάνω χρόνους το συνολικό ποσό των 459.539,81 ευρώ.
Ότι μετά την πληρωμή από την αντεναγόμενη: αα). στις 30-11-2002 του ποσού των 7.000.000 δρχ. ή 20.542,92 ευρώ για εξωδικαστική επίλυση διαφοράς με πρώην εργαζόμενο στην εταιρία "ΠΑΡΑΣ Α.Ε.", ββ) στις 2-10-2003 του ποσού των 3.946.832 δρχ. ή 11.582,78 ευρώ, που έπρεπε, στις 5-12-2002, να καταβάλει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ 3 στοιχ β, γ, δ του ν. 3074/2002, για τέλη παρεπιδημούντων έτους 1997 (και όχι και το επιπλέον ποσό των 19.241,14 ευρώ το οποίο, από πταίσμα της, στις 27-12-2002, κατέβαλε για την αιτία αυτή), καθώς, επίσης, και την επιστροφή από την αντεναγόμενη γγ) στις 23-8-2004 ποσού 100.000,00 ευρώ και δδ) στις 22-9-2004 ποσού 205.997,93 ευρώ, και καταλογίζοντας τις εν λόγω καταβολές πρώτα στους τόκους υπερημερίας κάθε οφειλής, στη συνέχεια στο κεφάλαιο της αρχαιότερης οφειλής, παρέμεινε υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό, το οποίο προσδιόρισαν στο ποσό των 251.760,70 ευρώ, επικαλούμενοι, ότι καταλογίζουν κάθε γενόμενη τμηματική καταβολή εκ μέρους της αντεναγομένης καταρχήν στους τόκους υπερημερίας που είχαν συσσωρευθεί κατά το χρόνο εκάστης καταβολής ή συμψηφισμού απαίτησης έως την εξάντληση του κονδυλίου των τόκων και στη συνέχεια στην αρχαιότερη οφειλή.
Με βάση το ιστορικό αυτό, οι αντενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί η αντεναγομένη να τους καταβάλει το ως άνω ποσό των 251.760,70 ευρώ, κατά ποσοστό 96% στον πρώτο αντενάγοντα και 4% στην δεύτερη αντενάγουσα, με το νόμιμο τόκο από 23-9-2004, ημέρα τελευταίας καταβολής από την αντεναγόμενη, άλλως από την επόμενη της επίδοσης της ανταγωγής.
Ακολούθως δε, λόγω καταβολών από την αντεναγομένη στις 9-6-2003 του ποσού των 95.007,21 ευρώ στο Δήμο Χερσονήσου Κρήτης για τέλη παρεπιδημούντων 1998, 1999 και 2000, και στις 25-7-2003 του ποσού των 22.682,70 ευρώ για εισφορές ΙΚΑ ασφαλισμένου, οι αντενάγοντες παραδεκτά περιόρισαν το αίτημά τους, καταλογίζοντας και τις εν λόγω καταβολές με τον ίδιο ως άνω τρόπο, στο ποσό των 124.383,79 ευρώ, το οποίο και τελικώς ζήτησαν.
Όμως, με αυτό το περιεχόμενο η ανταγωγή, κατά το προαναφερθέν κονδύλιο αυτής, είναι αόριστη, διότι δεν αναφέρεται σε ποια από τις περισσότερες μερικότερες επικαλούμενες απαιτήσεις των αναιρεσειόντων σε βάρος της αυτής οφειλέτριας αναιρεσίβλητης εταιρείας, αντιστοιχεί ως υπόλοιπο το αιτούμενο ποσό των 251.760,70 ευρώ και τελικώς των 124.383,79 ευρώ, ενόψει του ότι αφενός οι αναιρεσείοντες για τις με στοιχείο (1) και (2) απαιτήσεις δεν αναφέρουν το λόγο για τον οποίο οι αντίστοιχες απαιτήσεις ήταν ληξιπρόθεσμες στις 27-12-2001 και 5-12-2002, είτε ως συμφωνηθείσα δήλη ημέρα επιστροφής είτε λόγω προηγούμενης όχλησης, και, συνεπώς, ως προς τις ένδικες αυτές απαιτήσεις ελλείπει το επικαλούμενο σταθερό στοιχείο του χρόνου που ήταν καταβλητέες οι αντίστοιχες απαιτήσεις, και αφετέρου επικαλέστηκαν αορίστως καταλογισμό καταρχήν στους τόκους υπερημερίας που είχαν συσσωρευθεί κατά το χρόνο εκάστης καταβολής ή συμψηφισμού απαίτησης έως την εξάντληση του κονδυλίου των τόκων και στη συνέχεια στην αρχαιότερη οφειλή, χωρίς να περιγράφεται ο προβλεπόμενος από τις διατάξεις των άρθρων 422 και 423 ΑΚ καταλογισμός, ήτοι πρώτα στους τόκους της αρχαιότερης οφειλής και στη συνέχεια στο κεφάλαιο αυτής μέχρι την εξόφληση αυτού κ.ο.κ., προκειμένου μετά από αριθμητικές πράξεις, με τους αντίστοιχους ισχύοντες από το νόμο τόκους υπερημερίας (άρθρ. 293 εδ γ ΑΚ πρβλ ΑΠ 99/2020, ΑΠ 1587/2019) να γίνει εφικτός ο έλεγχος από το δικαστήριο της ουσίας, σε ποια απαίτηση αντιστοιχεί το τελικό ανταγωγικό κονδύλιο και να παρασχεθεί δυνατότητα στην αντίδικό τους να αντικρούσουν την ανταγωγική αυτή απαίτηση.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η ανταγωγή, κατά το μέρος αυτό, είναι αόριστη, με την αιτιολογία ότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν "για ποια αιτία και βάσει ποίων όρων του συμφωνητικού οφείλεται το αιτούμενο ποσό, δοθέντος ότι αυτό δεν συμπίπτει με κανένα από τα επί μέρους ποσά, που παρατίθενται στην ανταγωγή, κατά ποσό και αιτία, ούτε με κάποιο άθροισμα των ποσών αυτών αλλά ούτε και μετά τις εκτιθέμενες στην ανταγωγή καταβολές της αντεναγομένης προκύπτει το εν λόγω ποσό ...
στην ανταγωγή ουδόλως περιλαμβάνεται υπολογισμός των επιμέρους αποδοτέων κονδυλίων με τους τόκους υπερημερίας που έκαστο κονδύλιο ξεκίνησε να γεννά αφότου κατέστη απαιτητό..." και απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης κατά της εκκαλούμενης απόφασης, η οποία είχε κρίνει ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας το προαναφερθέν ανταγωγικό κονδύλιο, ήτοι αν και με εν μέρει διάφορη της ανωτέρω αιτιολογία, που επιστηρίζει, όμως, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, το διατακτικό, αφενός μεν δεν αξίωσε για τη νομική επάρκεια της ανταγωγής περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται από τις διατάξεις των άρθρων 422 και 423 ΑΚ, και αφετέρου δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, το ανωτέρω ανταγωγικό κονδύλιο.
Επομένως, ο τέταρτος, από τους αριθμ. 1 (κατ' εκτίμηση) και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, κατά παραδοχή του γενομένου δεκτού ως βασίμου πρώτου αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη Α) ως προς την από 16-12-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης, κατά το μέρος που αφορά αφενός μεν την απόρριψη της προβληθείσας από τους αναιρεσείοντες ένστασης παραγραφής της μερικότερης απαίτησης της αναιρεσίβλητης, για μείωση του τιμήματος λόγω ελαττωμάτων του πωληθέντος, κατά παραδοχή της από το άρθρο 557 ΑΚ αντένστασης της αναιρεσίβλητης, και αφετέρου την παραδοχή της προβληθείσας από αυτούς ένστασης συμψηφισμού, με την οποία, μεταξύ άλλων, πρότειναν σε συμψηφισμό μέρος της κριθείσας βάσιμης ανταπαίτησή τους προς την ως άνω απαίτηση της αναιρεσίβλητης και η οποία έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση, αποσβεσθείσας αντίστοιχης αγωγικής κατ' αυτών αξίωσης, και Β) ως προς την από 7-11-2014 ανταγωγή των αναιρεσειόντων, καθό μέρος το εν λόγω κεφάλαιο συνάπτεται αρρήκτως με τα ανωτέρω κεφάλαια ως προς τα οποία χώρησε η αναίρεση της απόφασης, και πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατ` άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου στους αναιρεσείοντες (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός τους, στην αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 762/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στους αναιρεσείοντες.
Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ