Legislator Case Law & Legislation
1342/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor contract modification, remanding case to lower court for further proceedings.

Case Number 1342/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal regarding a unilateral modification of labor contracts, finding the second-instance court erred in applying specific regulations. The court held that the relationship between the parties constituted an indefinite-term dependent employment contract, not a fixed-term one, thus invalidating the lower court's application of rules designed for fixed-term staff. Consequently, the appeal was granted, the case was remanded to the Athens Court of First Instance for retrial, and the respondents were ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 652, 656, 349-351, 361, 281 of the Civil Code; Article 5, paragraph 3 of Law 3198/1955; Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: A unilateral modification of labor terms by the employer without consent constitutes a harmful change if it causes material or moral damage, entitling the employee to treat it as a summary dismissal or demand strict adherence to original terms.

Keywords

AI generated
unilateral contract modification labor law dispute indefinite term employment summary dismissal rights remand for retrial legal costs allocation labor relations

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 652, 656, 349-351, 361, 281 of the Civil Code
Article 5, paragraph 3 of Law 3198/1955
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1342 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1342/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου-Σέργιου Σακαλή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Μ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Ι. Π. του Γ., κατοίκου ... 3) Ε. Ο. του Γ., κατοίκου ... 4) Θ. Σ. του Ε., κατοίκου .... 5) Μ. Σ. του Ι., κατοίκου ... και 6) Μ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., και παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Τάγαρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-12-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν η 2445/2006 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 191/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-4-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 παρ. 1, 656, 349 ως 351, 361 και 281 του ΑΚ, 1, 3 και 7 Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας για τον εργαζόμενο υπάρχει, όταν ο εργοδότης μεταβάλλει μονομερώς τους όρους της σύμβασης, χωρίς να έχει τέτοια ευχέρεια από το νόμο ή τη σύμβαση ή κατά κατάχρηση δικαιώματος και χωρίς τη συγκατάθεση του εργαζομένου, με αποτέλεσμα να επέρχεται άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημιά στον εργαζόμενο.

Αν γίνει μονομερής μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη βλαπτική για το μισθωτό με μερική ή ολική διακοπή ή περιορισμό του ύψους της παροχής, δικαιούται ο μισθωτός, με δικαίωμα επιλογής, είτε να θεωρήσει την συμβατική μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεώς του, είτε να αποκρούσει τη μεταβολή, να απαιτήσει την τήρηση των όρων της εργασιακής συμβάσεως και να εξακολουθήσει να παρέχει την εργασία του με τους ίδιους πριν την μεταβολή συμβατικούς όρους και σε περίπτωση μη αποδοχής της εργασίας του από τον εργοδότη να ζητήσει από αυτόν, που καθίσταται πλέον υπερήμερος, την πληρωμή του μισθού και την ικανοποίηση κάθε άλλης νόμιμης αξιώσεως.

Αν όμως η μονομερής από τον εργοδότη μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας γίνει δεκτή από τον μισθωτό, τότε δημιουργείται νέα τροποποιητική συμβατική σχέση διάφορη της αρχικής συμβάσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 361 ΑΚ και 7 παρ. 1 ν. 2112/1920, η οποία καταλύει το δικαίωμα του εργαζόμενου να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής υπό τους προ της μεταβολής συμβατικούς όρους, εφόσον βεβαίως αυτό δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη.

Η αποδοχή δε της τροποποιητικής συμβάσεως από τον μισθωτό μπορεί να γίνει ρητώς ή σιωπηρώς, δηλαδή με ατομικές πράξεις από τις οποίες προκύπτει συμπερασματικώς η βούληση του τελευταίου για αποδοχή της. Τέτοια σιωπηρή αποδοχή μπορεί να συναχθεί αν ο εργαζόμενος παρά το ότι σαφώς γνωρίζει τη μεταβολή των όρων της αρχικής εργασιακής του σχέσης, εξακολουθεί και μετά από αυτήν τη μεταβολή αδιαμαρτύρητα να προσφέρει για μακρύ χρονικό διάστημα τις υπηρεσίες του στον εργοδότη του.

Αν όμως ο μισθωτός διαμαρτυρηθεί ειδικά και με συγκεκριμένες ενέργειες για τη μονομερή εκ μέρους του εργοδότη του βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του συμβάσεως, τότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για αποδοχή της ανωτέρω ενέργειας του πρώτου από τον εργαζόμενο (ΑΠ 1435/2006).

2. Κατά το άρθ. 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ "είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο... ως υπεράσπιση κατά της έφεσης...". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο εφεσίβλητος εναγόμενος παραδεκτά προτείνει στο Εφετείο, κατ' εξαίρεση του συγκεντρωτικού συστήματος προβολής νέων ισχυρισμών, μη προταθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένσταση, προς την οποία εξομοιώνεται και η προταθείσα απαραδέκτως (όπως είναι και η ένσταση που δεν καταχωρίσθηκε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά την ως άνω ειδική διαδικασία, ΑΠ 1275/ 2009), εφόσον αποσκοπεί στην υπεράσπιση κατά της έφεσης, στην κατάλυση δηλ.

του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος και μέσω τούτου σε απόρριψη της έφεσης (ΑΠ 2080/2007, 1043/2007) και την στήριξη του (απορριπτικού της αγωγής) διατακτικού της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 941/2010), ανεξάρτητα από τον ειδικότερο λόγο απόρριψης της αγωγής (ΑΠ1118/2013). Τέλος, κατά τον αριθ. 8 του άρθρου 559ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως "πράγματα" δε κατά την διάταξη αυτή νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που με την προϋπόθεση της παραδεκτής προβολής τους, συγκροτούν την βάση και επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 705/2013).

3. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα, (ΚΠολΔ 561 § 2) προκύπτει ότι: Με την ένδικη από 26-12-2004 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν, ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μιάς ημέρας είχαν προσληφθεί ως διοικητικοί υπάλληλοι από το νπιδ ... ,καθολικός διάδοχος του οποίου είναι η εναγομένη ...

ΑΕ, ότι από την πρόσληψή τους 16-2-1994, 1-10-1988, 28- 11-1994, 1-1-1992, 23-2-1997 και 19-6-1996 αντίστοιχα καθένας απ' αυτούς μέχρι το Φεβρουάριο του έτους 2002, οπότε προσλήφθηκαν από το Ελληνικό δημόσιο παρείχαν τις υπηρεσίες τους συνεχώς και σταθερά κατά πλήρες ωράριο εργασίας και αρχικά με πενθήμερη απασχόληση .καλύπτοντας μόνιμες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης .Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις τους δεν ήταν ορισμένου χρόνου και μάλιστα κάθε φορά μιάς ημέρας όπως ισχυρίζεται η εναγομένη για το λόγο ότι όλο το χρονικό διάστημα της εργασιακής τους σχέσης με την εναγομένη κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες όπως άλλωστε αρμόζει στην ίδια τη φύση της εργασίας τους.

Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις έγιναν προς καταστρατήγηση του Ν.2112/1920 κατά προφανή υπέρβαση των αρχών της καλής πίστης και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και συνιστούν συμβάσεις αορίστου χρόνου. Ότι η εναγομένη προέβη σε μείωση των ημερών εργασίας τους από 5 σε 4 και ακολούθως από 4 σε 3 την οποία οι ενάγοντες θεώρησαν ως βλαπτική και δεν αποδέχθηκαν.

Ζήτησαν ,ως εκ τούτου, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό 1) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον καθένα απ' αυτούς ποσό 13.557 ευρώ νομιμοτόκως, που αυτοί στερήθηκαν λόγω της επικαλούμενης μονομερούς βλαπτικής μεταβολής 2) να αναγνωριστεί ότι οι συμβάσεις εργασίας τους με την εναγομένη ήταν αορίστου χρόνου και 3) ότι η εναγομένη όφειλε να τους εντάξει στο τακτικό προσωπικό της.

Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν με την 2445/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας οι ενάγοντες άσκησαν έφεση επικαλούμενοι ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την ένδικη αγωγή τους. Κατά τη συζήτηση της έφεσης των εναγόντων εδώ αναιρεσιβλήτων, η εναγομένη- εφεσίβλητη,εδώ αναιρεσείουσα, με τις κατατεθείσες, από 24-10-2016, προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου προς απόκρουση της έφεσης και διατήρηση του απορριπτικού για τους ενάγοντες διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης υπέβαλε το πρώτον (ΚΠολΔ 527 αριθ. 1) ισχυρισμό- ένσταση σιωπηρής αποδοχής των εναγόντων της επικαλούμενης μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων των συμβάσεων εργασίας τους (με τη μείωση των ημερών εβδομαδιαίας απασχόλησής τους), επικαλούμενη ειδικότερα ότι οι εκκαλούντες συνέχισαν να προσφέρουν την εργασία τους με μειωμένες ημέρες εβδομαδιαίας απασχόλησης, επί μακρύ χρονικό διάστημα, ήτοι μέχρι τη λύση των συμβάσεων τους (Ιανουάριο του 2002),και ότι άσκησαν την ένδικη αγωγή μετά την πάροδο 8 ετών από τον επικαλούμενο από τους ίδιους (μισθωτούς) χρόνο της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής και 3 ετών μετά την οριστική λύση των μεταξύ τους συμβάσεων, περιστατικά από τα οποία συνάγεται ότι αυτοί αποδέχθηκαν τη βλαπτική μεταβολή, με τη συνέχιση παροχής των υπηρεσιών τους αδιαμαρτύρητα με μειωμένες ημέρες απασχόλησης ,κατά τροποποίηση των επικαλούμενων αρχικών συμβάσεων, που καταλύει το δικαίωμα τους να αξιώσουν τα ένδικα χρηματικά ποσά.

Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του κατά παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη δίκασε εκ νέου την αγωγή και δέχθηκε αυτή στο σύνολο της. Όμως, την με το προαναφερόμενο ιστορικό ένσταση, προταθείσα το πρώτον παραδεκτά από την εφεσίβλητη-εναγομένη κατά την εκεί σχετική επίκληση της, κατά το άρθρο 527 αρ.1 ΚΠολΔ, προς υπεράσπιση κατά της έφεσης και στήριξη του απορριπτικού διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης, κατά το κεφάλαιο των λόγω της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής οφειλόμενων χρηματικών ποσών, δεν έλαβε υπόψη της η προσβαλλομένη όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής.

Υπό τα προεκτεθέντα, η αναιρεσιβαλλομένη υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον πρώτο αναιρετικό λόγο πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι βάσιμος.

4. Ο ... που ιδρύθηκε με το Β.Δ. από 20/29 -12-1958 (άρθρ. 1,3 και 5), εκδοθέν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν.Δ. 3865/1958, δυνάμει του Π.Δ. 228/1999, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία, η οποία, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διεπόμενη από τις διατάξεις του Ν. 2414/1996 "Εκσυγχρονισμός των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις" και του Κ.Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, επί πλέον δε από το άρθρο 5 παρ. 1 του καταστατικού της προβλέπεται, ότι οι μετοχές της εταιρίας θα εκδοθούν στο όνομα του Ελληνικού Δημοσίου και συνεπώς ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο Τομέα, διεπόταν δε, κατά την επίδικη περίοδο, από Εσωτερικό Κανονισμό Οργάνωσης, Διάρθρωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών του, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 10 του Α.Ν. 127/1967, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 391/1974, εγκρίθηκε με την 2084/ 1986 απόφαση Υπ.

Πολιτισμού και δημοσιεύτηκε (ΦΕΚ Β 770/31-Ι0-Ι986), και συνεπώς έχει ισχύ νόμου. Κατά τον Κανονισμό αυτό, το προσωπικό του ... διακρίνεται σε τακτικό, που προσλαμβάνεται για την πλήρωση των προβλεπομένων σ' αυτόν οργανικών θέσεων (άρθρο 14) του οποίου η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου (άρθρο 48παρ.1α), σε έκτακτο, που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου, αναλόγως των εκάστοτε παρουσιαζομένων εποχιακών ή έκτακτων αναγκών και σε ευκαιριακά απασχολούμενο, που προσλαμβάνεται με σύμβαση διάρκειας μιας ημέρας για τις ανάγκες της καταμετρήσεως και διαλογής του δελτίου ή σε παρεμφερείς εργασίες στις ημέρες που διεξάγονται οι διαγωνισμοί του ΠΡΟΠΟ (άρθρο 13).

Ότι στον Κανονισμό ορίζεται ο αριθμός των οργανικών θέσεων και η κατανομή τους σε βαθμούς κατηγορίες και κλάδους. Ότι η πρόσληψη του τακτικού και του έκτακτου προσωπικού, που γίνεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ύστερα από εισήγηση του συντονιστή διευθυντή για το πρώτο και με απόφαση του συντονιστή διευθυντή για το δεύτερο, οριστικοποιείται με την υπογραφή της εργασιακής συμβάσεως από τα μέρη, ότι η πρόσληψη του ευκαιριακά απασχολούμενου προσωπικού γίνεται με επιλογή από το συντονιστή διευθυντή στο πλαίσιο πάγιας αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου (άρθρο 17) και ότι το έκτακτο προσωπικό δεν μπορεί να είναι ανώτερο από το 25% των οργανικών θέσεων (άρθρο 49).

Με τις ανωτέρω κανονιστικές ρυθμίσεις, ορίζονται, μεταξύ άλλων, ο χαρακτήρας των συμβάσεων του τακτικού προσωπικού ως ορισμένου χρόνου (μέχρι τη συνταξιοδότηση ή τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας, άρθρο 48) και η κατανομή αυτού σε υφιστάμενες κατά τον Κανονισμό οργανικές θέσεις κατά βαθμούς .κατηγορίες και κλάδους, οι οποίες διέπουν την ένταξη του τακτικού προσωπικού .Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. 5.

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο σε σχέση με τον εδώ ερευνώμενο αναιρετικό λόγο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα ουσιώδη: Ότι οι ενάγοντες εδώ αναιρεσίβλητοι άρχισαν να απασχολούνται στις υπηρεσίες του νπιδ με την επωνυμία "...", καθολικός διάδοχος του οποίου είναι η αναιρεσείουσα, ως ευκαιριακά απασχολούμενο προσωπικό με συμβάσεις εργασίας μιας ημέρας κάθε φορά από την 16.2.1994 η πρώτη,1.10.1988 η δεύτερη, 28.11.1994 η τρίτη, 1.1.1992 ο τέταρτος, 23-2-1997 η πέμπτη και 19.6.1996 η έκτη, ως διοικητικοί υπάλληλοι καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτής μέχρι το μήνα Ιανουάριο του 2002 οπότε έπαυσαν να εργάζονται για την αναιρεσείουσα .Ότι από την 31.1.2002 κατέστησαν υπάλληλοι του Ελληνικού Δημοσίου, ειδικότερα της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού και από το έτος 2003 αναγνωρίστηκαν μέσω ΑΣΕΠ οι συμβάσεις τους ως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι οι ανωτέρω συνεχείς -διαδοχικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων στην εναγομένη (από της προσλήψεώς τους μέχρι το έτος 2002) συνιστούν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό), έγιναν προς καταστρατήγηση του ν.2112/1920 άρθρο 8 σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος.

Ότι λόγω του χαρακτήρα των ανωτέρω συμβάσεων ως ενιαίας σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου η εναγομένη οφείλει να τους εντάξει αναδρομικά, από της αρχικής προσλήψεώς τους, στο τακτικό προσωπικό της, καθόσον ο χρόνος των συμβάσεων αυτών λογίζεται πλέον για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, συνυπολογιζομένου ως χρόνου προϋπηρεσίας του χρόνου απασχόλησής τους από την αρχική τους πρόσληψη.

Με βάση αυτά το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι η έννομη σχέση που συνέδεε τους ενάγοντες με την εναγόμενη ΑΕ, καθολικό διάδοχο του νπιδ ..., ήταν σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατόπιν παράθεσης των διατάξεων του έχοντος ισχύ νόμου κανονισμού του εναγομένου, έκανε δεκτή την έφεση των εναγόντων, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη που είχε κρίνει αντίθετα, δίκασε εκ νέου την αγωγή και μεταξύ άλλων αναγνώρισε ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να εντάξει τους ενάγοντες στο τακτικό προσωπικό της από της προσλήψεώς τους (απορρίπτοντας τους συναφείς κατά το κεφάλαιο αυτό ισχυρισμούς της εναγομένης εδώ αναιρεσείουσας περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος και αβασίμου του σχετικού περί αναγνωρίσεως της ένταξής τους στο τακτικό προσωπικό).

Με τις ως άνω παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τις ουσιαστικού διατάξεις του έχοντος ισχύ νόμου κανονισμού της αναιρεσείουσας- εναγομένης (αν.4). Και τούτο διότι τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα η σχέση που συνέδεε τους αναιρεσίβλητους με την αναιρεσείουσα ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δεν υπάγονται στις ανωτέρω διατάξεις του Κανονισμού που κατ'αυτόν το τακτικό προσωπικό συνδέεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου.

Συνεπώς ,ο δεύτερος από τον αρ.1 άρθρου 559ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος .

6. Η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως της, μέμφεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι με την προσβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο το αγωγικό κεφάλαιο αναγνώρισης της υποχρέωσης της να εντάξει τους αναιρεσίβλητους αναδρομικά στο τακτικό προσωπικό της, λόγω αοριστίας, ότι τον ισχυρισμό αυτό, αυτή είχε προβάλει παραδεκτά πρωτοδίκως και είχε επαναφέρει ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων δεν προκύπτει ότι ο ανωτέρω περί αοριστίας ισχυρισμός της αναιρεσείουσας είχε προταθεί παραδεκτά πρωτοδίκως ήτοι και με προφορική δήλωση καταχωρισθείσα στα πρακτικά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπως απαιτείται, ενόψει του ότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας, καίτοι λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς, για να ιδρύσει λόγο αναιρέσεως, πρέπει να έχει προταθεί παραδεκτά. (ΚΠολΔ562 παρ.2) (ΑΠ536/2017).

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση (κατά τα προσβαλλόμενα κεφάλαια αναγνώρισης υποχρέωσης καταβολής χρηματικών ποσών και υποχρέωσης ένταξης στο τακτικό προσωπικό), να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ. 3). Η έρευνα του τρίτου λόγου αποβαίνει περιττή.

Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής. (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 191/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Νοεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ