Legislator Case Law & Legislation
1342/2016 AI generated

1342/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1342/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου και Χρήστο Βρυνιώτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1342/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 525 ΚΠΔ. Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμο, το αίτημα αναστολής της επιβληθείσας στην αιτούσα ποινής. Τέλος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 583§1 ΚΠΔ πρέπει να επιβληθούν στην ανωτέρω τα δικαστικά έξοδα".

Keywords

AI generated
resignation of the government immediate termination for fraud annulment of termination retaliatory dismissal disqualification proceedings disciplinary dismissal
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1342 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1342/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου και Χρήστο Βρυνιώτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Μαΐου 2016, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Δ. - Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Σούλη, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ663/2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαΐου 2015 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 555/2015.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Ακριτίδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου, με αριθμό 172/11-11-2015, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιο Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 528 παρ.1 εδ.

τελευταίο και 485 Κ.Π.Δ., την από 15-5-2015 αίτηση αναίρεσης της Δ.-Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία κατατέθηκε από τον εξουσιοδοτηθέντα προς τούτο δικηγόρο Αθηνών Σπυρίδωνα Σούλη, κατά του 663/2015 βουλεύματος (απόφασης) του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε η από 10-2-2015 αίτησή της για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την έκδοση σε βάρος της, της 87195/2009 καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ και εκθέτω τα ακόλουθα:

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε για πρώτη φορά, εμπρόθεσμα, νομότυπα και με συγκεκριμένη διατύπωση λόγου αναίρεσης, από δικαιούμενο πρόσωπο και έχον προς τούτο συμφέρον, στρέφεται δε κατά υποκείμενου σε άσκηση του εν λόγω ενδίκου μέσου βουλεύματος, σύμφωνα με τις προβλέψεις των διατάξεων των άρθρων 462, 463, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1 , 474, 484 παρ.1 στοιχ.δ',525 και 528 παρ.1 εδ.

τελευταίο ΚΠΔ. Ο προβαλλόμενος με την αίτηση αναίρεσης λόγος, είναι η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ). Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 δ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης κατά βουλεύματος, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα περιστατικά, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις στις οποίες στηρίχθηκε το εκδόσαν το εν λόγω βούλευμα Συμβούλιο, για να οδηγηθεί στο σχετικό πόρισμά του.

Η κακή ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων όμως δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ λόγους, γιατί επ' αυτών κρίνει κυριαρχικά το συμβούλιο και ο Άρειος Πάγος δεν ερευνά την ουσιαστική βασιμότητα των βουλευμάτων, όπως ούτε και των αποφάσεων.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 525 παρ.1 του Κ.Π.Δ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον εκείνου που καταδικάστηκε για κακούργημα ή πλημμέλημα, μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό. Μεταξύ αυτών είναι και η με την περίπτωση 2 της παραγράφου 1 του άνω άρθρου, κατά την οποία η διαδικασία επαναλαμβάνεται, αν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις, θεωρούνται εκείνες που δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξάρτητα αν υπήρχαν πριν την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα, την κρίση δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, εξετάζει την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας {Α.Π 984/2014}.

Νέες αποδείξεις ή γεγονότα μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως ένορκες βεβαιώσεις που περιέχουν την εκτός δικαστηρίου μαρτυρία κάποιου {Α.Π 672/1995, Α.Π 1769/2006, Α.Π 1703/2005}, καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου {Α.Π 756/1993}, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι νέες αυτές αποδείξεις, ανεξάρτητα αν υπήρχαν πριν την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, σε βαθμό που αγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε {Α.Π 984/2014, Α.Π 27/2013, Α.Π 1931/2010}.

Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, έστω και μετά από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπόψη τους, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλομένης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία {Α.Π 1086/2009, Α.Π 1034/2009, Α.Π 746/2009, ΑΠ 444/2009).Επίσης για τον προαναφερθέντα λόγο, δεν είναι νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας, η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου, ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, όπως και οι παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.

Νέο γεγονός κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δεν αποτελεί το περιεχόμενο ουσιαστικού ποινικού νόμου, έστω και αν αυτός ερμηνεύθηκε και εφαρμόσθηκε εσφαλμένα, ούτε τα αναφερόμενα στο τμήμα εκείνο του δικανικού συλλογισμού που αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή της οικίας ουσιαστικής ποινικής διάταξης.

Γιατί το μέρος αυτό, όταν είναι εσφαλμένο, ελέγχεται με το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης για τον αναιρετικό λόγο της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε'ΚΠΔ. Είναι δε τέλος ανεπίτρεπτη σε κάθε περίπτωση, μέσω της διαδικασίας της επανάληψης της ποινικής διαδικασίας, η επιδίωξη του καταδικασθέντος να υπάρξει μετά την αμετάκλητη καταδίκη ένας νέος ουσιαστικός επανέλεγχος της σε βάρος του κατηγορίας {Α.Π 984/2014}.Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο 663/2015 βούλευμα(απόφαση), απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την από 10-2-2015 αίτηση της αναιρεσείουσας, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την έκδοση σε βάρος της, της αμετάκλητης 87195/2009 καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αφού απορρίφθηκε η σχετική αναίρεση κατ' αυτής με την 1278/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, για μη καταβολή εισφορών προς το ΙΚΑ.

Το Συμβούλιο Εφετών στο αιτιολογικό του προβαλλομένου βουλεύματος δέχθηκε τα παρακάτω κατά πιστή αντιγραφή: "Με την ως άνω με αριθμό 87195/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η Α. Κ. του Χ. (αδελφή της απούσας), η Δ. Κ. του Χ. (αιτούσα) και ο Σ. Μ. του Γ. καταδικάστηκαν με τις ιδιότητες της Προέδρου, Αντιπροέδρου και μέλους αντίστοιχα της Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην …σε συνολική ποινή φυλάκισης 20 μηνών (μετατρέψιμη προς 10 ευρώ ημερησίως) και συνολική χρηματική ποινή 6000 ευρώ, έκαστος εξ αυτών, για το αδίκημα της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών Ι.Κ.Α των εργαζομένων στην ως άνω Ανώνυμη εταιρεία για το χρονικό διάστημα από Οκτώβριο 2005 μέχρι το Πάσχα του έτους 2006.

Η αιτούσα Δ.-Μ. Κ. δικάστηκε ερήμην ως αγνώστου διαμονής. Η Α. Κ. παρέστη διά του δικηγόρου της Ζωής Μπαρδούτσου η οποία έχοντας στην κατοχή της σχετικό πληρεξούσιο εκπροσώπησε την ως άνω κατηγορουμένη. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης η ετέρα αδελφή των κατηγορουμένων Β.

Κ. του Χ. η οποία, δεν ισχυρίστηκε ότι η αιτούσα είναι αθώα αλλά απλώς ανέφερε στο δικαστήριο ότι υπάρχουν πολλές οφειλές της εταιρείας. Στη συνέχεια η πληρεξούσια δικηγόρος της πρώτης των κατηγορουμένων ανέφερε ότι προσπαθούν οι κατηγορούμενοι να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους. Η αιτούσα Δ.-Μ. Κ. άσκησε Έφεση κατά της ως άνω απόφασης.

Το Α Αυτόφωρο Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την υπ.αρ 67224/2011 απόφαση του απέρριψε ως ανυποστήρικτη την Έφεση της αιτούσας την επανάληψη της διαδικασίας. Το αυτό δικαστήριο καταδίκασε με την ίδια απόφαση την Α. Κ. σε συνολική ποινή φυλάκισης 15 μηνών με τριετή αναστολή και σε συνολική χρηματική ποινή 3000 ευρώ για τα ως άνω αδικήματα για τα οποία είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως.

Το Αυτόφωρο Τριμ. Πλημ/κείο Αθηνών με την υπ.αρ 74388/2011 απόφασή του απέρριψε αίτηση ακυρώσεως διαδικασίας που υπέβαλε η αιτούσα κατά της υπ.αρ 67224/2011 απόφασης του αυτού ως άνω δικαστηρίου που απέρριψε την ως άνω Έφεσή της ως ανυποστήρικτη. Ούτε σε αυτό το δικαστήριο παρέστη μη αιτούσα. Ακολούθως η Δ.- Μ. Κ. προσέφυγε στον Άρειο Πάγο ο οποίος με την υπ.αρ 1278/2014 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης που κατέθεσε με αποτέλεσμα η καταδίκη της αιτούσας να έχει πλέον καταστεί αμετάκλητη.

Η αιτούσα στην υπό κρίση αίτηση επανάληψης διαδικασίας ισχυρίζεται ότι η ποινική ευθύνη για τα ως άνω αδικήματα βαρύνει μόνο την αδελφή της Α. Κ. που ήταν διευθύνων Σύμβουλος και επομένως αρμόδια για την καταβολή των εισφορών στο Ι.Κ.Α και όχι την ίδια η οποία δεν είχε προς τούτο υποχρέωση. Όπως προκύπτει από την υπ.αρ 87195/2009 απόφαση του Μον.Πλημ/κείου Αθηνών η αιτούσα καταδικάστηκε για τα ως άνω αδικήματα ως Αντιπρόεδρος της εταιρείας "...".

Πράγματι όπως προκύπτει από το Φ.Ε.Κ ( τεύχος Α.Ε και Ε.Π.Ε) με αριθμό .../22-9-2005 η Δ.-Μ. Κ. ήταν Αντιπρόεδρος της εταιρείας αλλά και εκπρόσωπος αυτής (μαζί με την αδελφή της Α. Κ.).Επομένως το δικαστήριο που εξέδωσε την υπ.αρ 87195/2009 καταδικαστική απόφαση κατά της αιτούσας την επανάληψη της διαδικασίας είχε όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να εκτιμήσει την υπόθεση και να προβεί στην έκδοση της ως άνω καταδικαστικής απόφασης.

Πέραν αυτού η κατηγορουμένη δεν αποδεικνύει την αθωότητα της αφού δεν προσήχθησαν από αυτή και δεν αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που την καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, να καθιστούν φανερό ότι αυτή που καταδικάστηκε είναι αθώα ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 525 ΚΠΔ. Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμο, το αίτημα αναστολής της επιβληθείσας στην αιτούσα ποινής. Τέλος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 583§1 ΚΠΔ πρέπει να επιβληθούν στην ανωτέρω τα δικαστικά έξοδα".

Με τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που απέρριψε την αίτηση επανάληψης της ποινικής διαδικασίας υπέρ της αμετακλήτως καταδικασθείσης αιτούσης, περιέχει την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αναφέρει τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απορριπτική του κρίση, αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και εκτιμά όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέστηκε η αιτούσα ως νέα γεγονότα και ως νέες αποδείξεις.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και συνακόλουθα η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Α. Να απορριφθεί η από 15-5-2015 αίτηση αναίρεσης της Δ.-Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., κατά του 663/2015 βουλεύματος(απόφασης) του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε η από 10-2-2015 αίτησή της για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την έκδοση σε βάρος της, της 87195/2009 καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αιτούσης. Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασιλική Θεοδώρου".

Αφού άκουσε την παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, από 15-5-2015 αίτηση αναίρεσης της Δ. - Μ. Κ. του Χ., κατά του 63/2015 Βουλεύματος (απόφασης) του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε η από 10-2-2015 αίτησή της για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την έκδοση σε βάρος της, της 87195/2009 καταδικαστικής απόφασης, του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ, ασκήθηκε νομότυπα, εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή (άρθρ. 462, 463, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474, 484 παρ. 1 στοιχ.

δ', 525 παρ. 1), περιέχουσα ως λόγο αναίρεσης, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 Δ' Κ.Π.Δ). 'Ελλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 δ λόγο αναίρεσης κατά βουλεύματος, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις στις οποίες στηρίχθηκε το εκδόσαν το εν λόγω βούλευμα Συμβούλιο, για να οδηγηθεί στο σχετικό πόρισμά του.

Η κακή ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. λόγους, γιατί επ'αυτών κρίνει κυριαρχικά το συμβούλιο και ο 'Αρειος Πάγος δεν ερευνά την ουσιαστική Βασιμότητα των Βουλευμάτων, όπως, ούτε και των αποφάσεων.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και "... 1) αν δύο άνθρωποι καταδικάσθηκαν για την ίδια πράξη με δύο διαφορετικές αποφάσεις και γίνεται αναμφισβήτητα φανερό από τη σύγκρισή τους, ότι ο ένας από τους δύο είναι αθώος".

Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, τέτοιο αναμφισβήτητα φανερό συμπέρασμα για την αθωότητα του ενός εκ των δύο καταδικασμένων προσώπων γεννάται, αν ο καθένας τους είχε κριθεί ως μοναδικός αυτουργός του εγκλήματος ασχέτως του τυχόν γενομένου διαφορετικού νομικού χαρακτηρισμού του, το δε συμβούλιο που είναι αρμόδιο για την αίτηση επαναλήψεως αποφαίνεται, συγκρίνοντας, τις δύο καταδικαστικές αποφάσεις, τα πρακτικά συνεδριάσεως και τα αποδεικτικά στοιχεία των οικείων δικογραφιών (ΑΠ 460/2015, Δαλακούρας, Επανάληψη της διαδικασίας, σελ. 124).

Όταν δε ο νομοθέτης για την περίπτωση των δύο αποφάσεων αφορώντων διαφορετικούς καταδικασθέντες, για την ίδια πράξη απαιτεί, για την παραδοχή της αιτήσεως, να είναι, ακόμη φανερό ότι ο ένας από τους καταδικασθέντες είναι αθώος θα πρέπει να υπάρχει βεβαιότητα ή πιθανότητα που να εγγίζει τα όρια της βεβαιότητος (ΑΠ 594/2014).

Περαιτέρω κατά την περίπτωση 2 της παραγράφου 1 του άνω άρθρου, κατά την οποία η διαδικασία επαναλαμβάνεται, αν μετά, την οριστική καταδίκη κάποιου αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις, θεωρούνται εκείνες που δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξάρτητα αν υπήρχαν πριν την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα, την κρίση δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, εξετάζει την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.

Νέες αποδείξεις ή γεγονότα μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως ένορκες βεβαιώσεις που περιέχουν την εκτός δικαστηρίου μαρτυρία κάποιου καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι νέες αυτές αποδείξεις, ανεξάρτητα αν υπήρχαν πριν την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, σε βαθμό που αγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, έστω και μετά από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπόψη τους, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλομένης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.

Επίσης για τον προαναφερθέντα λόγο, δεν είναι νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας, η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου, ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, όπως και οι παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.

Νέο γεγονός κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δεν αποτελεί το περιεχόμενο ουσιαστικού ποινικού νόμου, έστω και αν αυτός ερμηνεύθηκε και εφαρμόσθηκε εσφαλμένα, ούτε τα αναφερόμενα στο τμήμα εκείνο του δικανικού συλλογισμού που αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή της οικίας ουσιαστικής ποινικής διάταξης.

Γιατί το μέρος αυτό, όταν είναι εσφαλμένο, ελέγχεται με το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης για τον αναιρετικό λόγο της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ. Είναι δε τέλος ανεπίτρεπτη σε κάθε περίπτωση, μέσω της διαδικασίας της επανάληψης της ποινικής διαδικασίας, η επιδίωξη του καταδικασθέντος να υπάρξει μετά την αμετάκλητη καταδίκη ένας νέος ουσιαστικός επανέλεγχος της σε βάρος του κατηγορίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο 663/2015 βούλευμα(απόφαση), απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την από 10-2-2015 αίτηση της αναιρεσείουσας, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την έκδοση σε βάρος της, της αμετάκλητης 87195/2009 καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αφού απορρίφθηκε η σχετική αναίρεση κατ' αυτής με την 1278/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, για μη καταβολή εισφορών προς το ΙΚΑ.

Το Συμβούλιο Εφετών στο αιτιολογικό του προβαλλομένου βουλεύματος δέχθηκε κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα: Η αιτούσα με την κρινόμενη αίτησή της, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, ζητεί την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την 87195/2009 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ισχυριζόμενη ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 525 παρ. 1, αρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ α) διότι η ίδια και η αδελφή της Α.

Κ., καταδικάστηκαν με διαφορετικές αποφάσεις για την ίδια πράξη και συγκεκριμένα η ίδια με την 87195/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ενώ η αδελφή της με την 67224/2011 απόφαση του Α' Αυτόφωρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και γίνεται φανερό ότι είναι αθώα και β) διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση το Δικαστήριο εσφαλμένα υπέβαλε την ίδια ως διευθύνουσα σύμβουλο της επιχείρησης με την επωνυμία "...", άλλως ως εντεταλμένη και υπεύθυνη κατά τον νόμο για την μη καταβολή των εισφορών του επίδικου χρονικού διαστήματος από Οκτώβριο 2005 έως τον Σεπτέμβριο 2006, ενώ υπόχρεη εκ του νόμου ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανωτέρω επιχείρησης κατά το ως άνω διάστημα ήταν η αδελφή της Α.

Κ., όπως προκύπτει τόσο από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας και υπαλλήλου του ΙΚΑ Ν. Σ., που εμπεριέχεται στα πρακτικά, όσο και από το σκεπτικό της 67224/2011 απόφασης του Α' Αυτόφωρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με το οποίο κρίθηκε ένοχη η αδελφή της Α. Κ., αλλά και από τα με αριθμούς …/2004 και …/2005 ΦΕΚ τεύχη ΑΕ και ΕΠΕ, στα οποία αναφέρεται η σύνθεση του ΔΣ της ανωτέρω επιχείρησης και η ιδιότητα ενός εκάστου των μελών της, υπεύθυνος δε έναντι του νόμου στη περίπτωση ανωνύμου εταιρίας για την μη έγκαιρη καταβολή ασφαλιστικών και εργοδοτικών εισφορών είναι είτε ο Διευθύνων Σύμβουλος, είτε το εντεταλμένο μέλος του ΔΣ της εταιρίας.

Από την προσβαλλόμενη 87195/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι η Α. Κ., η αιτούσα Δ. Κ. και Σ. Μ. κρίθηκαν ένοχοι, η Α. Κ. ως Πρόεδρος, η αιτούσα ως Αντιπρόεδρος και ο Σ. Μ. ως μέλος της ΑΕ με την επωνυμία "...", για τις πράξεις: α) της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών ΙΚΑ και β) της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών ΙΚΑ και επιβλήθηκε σε καθένα τους για κάθε πράξη, φυλάκιση 15 μηνών και χρηματική ποινή 4.000 ευρώ και συνολικά φυλάκιση 20 μηνών και χρηματική ποινή 6.000 ευρώ.

Εν συνεχεία κατά της ανωτέρω απόφασης η Α. Κ. και η αιτούσα άσκησαν εφέσεις και η έφεση της αιτούσας απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, ενώ η έφεση της Α. Κ. έγινε δεκτή, η τελευταία, κρίθηκε ένοχη και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 10 μηνών και χρηματική ποινή 2000 ευρώ για κάθε πράξη και συνολικά σε φυλάκιση 15 μηνών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ.

Με βάση τα ανωτέρω, η αιτούσα και η αδελφή της Α. Κ. καταδικάστηκαν για τις ίδιες πράξεις με την ίδια απόφαση, δηλαδή την 87195/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και κατά παραδοχή της έφεσης της Α. Κ. επιβλήθηκε σ' αυτήν μειωμένη ποινή, και συνεπώς δεν συντρέχει η περίπτωση του άρθρου 525 παρ. 1, αρ. 1 του ΚΠοινΔ.

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση το Δικαστήριο έκρινε ένοχη την αιτούσα για τις πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ, με την ιδιότητα της Αντιπροέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΕ με την επωνυμία "..." κατά το διάστημα από Οκτώβριο του 2005 έως τον Σεπτέμβριο του 2006.

Πράγματι, όπως προκύπτει από το με αρ. φύλλου .../22.9.2005 ΦΕΚ τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, το οποίο επικαλείται και η αιτούσα με την αίτησή της, κατά το επίδικο διάστημα, η αιτούσα ήταν Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας σε περίπτωση σοβαρού κωλύματος ή απουσίας της Προέδρου και Διευθύνουσας Συμβούλου Α.

Κ.. Στη προκειμένη περίπτωση το γεγονός ότι η αιτούσα ήταν Αντιπρόεδρος του ΔΣ της ως άνω εταιρίας ήταν γνωστό στο Δικαστήριο και το έλαβε υπόψη του και για τον λόγο αυτό καταδίκασε την αιτούσα. Επομένως, η σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου της ανωτέρω εταιρείας, δεν αποτελεί νέο, άγνωστο στον δικαστή που καταδίκασε την αιτούσα, γεγονός ή νέες αποδείξεις, το οποίο μόνο του ή σε συνδυασμό με τα προσκομισθέντα και εκτιμηθέντα από το δικαστήριο αυτό στοιχεία, να καθιστά φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε και ως εκ τούτου δεν συντρέχει η περίπτωση του άρθρου 525 παρ.1 αρ. 2 του ΚΠοινΔ.

Σε κάθε όμως περίπτωση δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 230/2005 Ποιν. 2005.771, 2073/2002 ΠοινΔ - 2003, 470, 591, 792, 1220/2000 Ποιν.

Νομ. ΑΠ 2000, 161, 224, 337 Μ. Μαργαρίτη Ερμηνεία ΚΠοινΔ, άρθρο 525 αρ. 22). Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση, και κατά συνέπεια το αίτημα αναστολής εκτέλεσης της ποινής, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο". Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης υπ αρ. 663/2015 βούλευμα του, απορρίπτοντας κατά τα παραπάνω την ένδικη αίτηση επανάληψης της ποινικής διαδικασίας και ειδικότερα δεχόμενο τούτο, ότι η αιτούσα και η αδερφή της Α.

Κ., καταδικάστηκαν για τις ίδιες πράξεις με την ίδια απόφαση, δηλαδή με την 87195/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ανεξαρτήτως νομικού χαρακτηρισμού τους και κατά παραδοχή της έφεσης της Α. Κ., επιβλήθηκε σ' αυτήν μειωμένη ποινή και συνεπώς δεν συντρέχει η περίπτωση του άρθρου 525 παρ.1 αριθμ. 1 ΚΠΔ, αφού η υπ' αρ. 67224/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κήρυξε ένοχη την Α.

Κ. (αδερφή της αιτούσας), επικύρωσε την προαναφερθείσα 87195/2009 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως προς το κεφάλαιο ενοχής της, περιέχει (το προσβαλλόμενο βούλευμα) την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού από τα προεκτεθέντα καθίσταται πρόδηλο ότι καμία από τις άνω καταδικασθείσες δεν καταδικάστηκε ως μοναδικός αυτουργός των πράξεων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών (βλ.

ΑΠ 460/2015).

Περαιτέρω, το ίδιο παραπάνω συμβούλιο, που απέρριψε στο σύνολο της (και κατά την περ. 2 περ. 2 του παρ. 1 525 ΚΠΔ), περιέχει την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, αναφέρει τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απορριπτική του κρίση, αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπ' όψη του και εκτιμά όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέστηκε η αιτούσα ως νέα γεγονότα και ως νέες αποδείξεις.

Συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και συνακόλουθα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (αρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-5-2015 αίτηση της Δ. - Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ... για αναίρεση του 663/2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε η από 10-2- 2015 αίτησή της, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την έκδοση σε βάρος της, της 87195/2009 καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2016 Και

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Αυγούστου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ