Supreme Court annuls appeal court decision dismissing land claim for indefiniteness due to survey errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Third Instance Court of Athens decision that had dismissed a co-ownership claim as indefinite. The plaintiffs argued that the land registry incorrectly split their unified property, causing the court to reject the claim regarding the state-owned portion. The court held that the lower court violated procedural rules by failing to recognize the claim's unity and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 216(1) and 559(14) of the Code of Civil Procedure; A claim for co-ownership remains valid despite registry errors if the property's physical boundaries are clearly defined, preventing dismissal for indefiniteness.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1342 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1342/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Διονυσία Μπιτζούνη και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 21 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Χ. Σ. του Κ., κατοίκου ... και 2.Σ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Αθανασίου Ράλλη.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Κηπουρό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29.11.2010 αγωγή (με αριθμ. κατ. 207973/11992/30.11.2010) των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1523/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 41/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15.1.2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Διονυσία Μπιτζούνη ανέγνωσε την από 12.10.2015 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι 1ος και 2ος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη .
Σκέφθηκε κατά το νόμο Με την κρινόμενη από 15.1.2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 41/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Οι αναιρεσείοντες στην παρούσα δίκη, Χ.
Σ. και Σ. Σ. άσκησαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 29.11.2010 αγωγή, με την οποία ισχυρίσθηκαν ότι είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 50% έκαστος, του περιγραφόμενου κατά είδος, θέση και όρια στην αγωγή ενιαίου οικοπέδου, εμφαινομένου και στο από Νοεμβρίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Π.
Σ., συνολικής εκτάσεως 556,08 τ.μ., κειμένου εντός του σχεδίου πόλεως του Δήμου ..., αξίας 209.380,34 ευρώ, το οποίο περιήλθε στη συγκυριότητά τους δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής α) του από 19.6.1976 αποβιώσαντος πατρός τους, Κ. Σ., κατά 3/8 εξ αδιαιρέτου στον καθένα και β) της από 30.10.2003 αποβιωσάσης μητρός τους, Ζ.
Σ., κατά 1/8 εξ αδιαιρέτου έκαστος, την κληρονομιά των οποίων αποδέχθηκαν με το αναφερόμενο στην αγωγή συμβόλαιο που καταρτίστηκε και μεταγράφηκε μετά την έναρξη του Κτηματολογίου στον παραπάνω Δήμο. Ότι, στη συγκυριότητα του δικαιοπαρόχου πατρός τους, Κ. Σ., το παραπάνω ακίνητο είχε περιέλθει σε ευρύτερη έκταση, επιφανείας 4.470 τ.μ., όπως η έκταση αυτή περιγράφεται κατά είδος, θέση και όρια στην αγωγή, δυνάμει (α) του από .../21.11.1943 συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Αθηνών Ρήγα Γαρταγάνη της κληρονομιαίας περιουσίας του από 28.8.1927 αποβιώσαντος χωρίς διαθήκη παππού τους, Χ.
Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα, (β) του από .../12.11.1959 συμβολαίου ανταλλαγής ακινήτων του συμβολαιογράφου Αθηνών Μιχαήλ Βασιλείου, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο τέσσερα τμήματα της ευρύτερης ως άνω έκτασης αποσπάστηκαν και μεταβιβάστηκαν κατά πλήρη κυριότητα στον Ε. Χ., ενώ στον ίδιο (πατέρα των εναγόντων) μεταβιβάστηκαν κατά πλήρη κυριότητα από τον τελευταίο έξι αγροτεμάχια ιδιοκτησίας του, με αποτέλεσμα ο άλλοτε ενιαίος αγρός των 4.470 τ.μ.
να κατατμηθεί σε πέντε επιμέρους τμήματα, όπως αυτά απεικονίζονται στο προσαρτώμενο ως άνω συμβόλαιο από 15.10.1959 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Α. Τ. και γ) του από .../27.5.1960 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Μιχαήλ Βασιλείου, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο οι ίδιοι ως άνω συμβαλλόμενοι συμφώνησαν να παραχωρήσουν από όλους τους προκύψαντες από την ανταλλαγή αγρούς λωρίδες γης προκειμένου οι αγροί αυτοί να αποκτήσουν πρόσωπο σε δρόμο, έτσι ώστε κατόπιν των ανωτέρω διευθετήσεων η οριστικώς διαμορφωθείσα κατάσταση αποτυπωνόταν στο από ...1959 τοπογραφικό διάγραμμα που προσαρτάται στο παραπάνω συμβόλαιο.
Ότι, με το τελευταίο αυτό συμβόλαιο και το προσαρτώμενο σε αυτό τοπογραφικό διάγραμμα, ο πατέρας των εναγόντων - νυν αναιρεσειόντων, αφού χώρισε επί χάρτου σε είκοσι μικρότερα αγροτεμάχια τους ανωτέρω περιελθόντες σε αυτόν πέντε αγρούς, μετά την ανταλλαγή, προχώρησε σε πωλήσεις αυτών σε τρίτους και ειδικότερα από τα εν λόγω αγροτεμάχια που εμφαίνονται με τους αριθμούς ....1959 τοπογραφικό διάγραμμα πώλησε σταδιακά τα με αριθμούς ...
ενώ τα με αριθμούς ... καθώς και τα με αριθμούς ..., που συναποτελούν το επίδικο ενιαίο οικόπεδο των 556,08 τ.μ. δεν τα πώλησε και ανήκουν στην κληρονομιαία περιουσία του. Ότι, τόσο οι ενάγοντες - νυν αναιρεσείοντες και η μεταποβιώσασα μητέρα τους, από 19.6.1976 μέχρι τουλάχιστον 19.3.2003 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν.3127/2003, ΦΕΚ Α67/19.3.2003), αλλά και περαιτέρω, μόνοι οι ενάγοντες μέχρι την έναρξη του κτηματολογίου στο παραπάνω Δήμο (22.10.2007), όσο και οι ως άνω δικαιοπάροχοι τους, έχοντας νόμιμους τίτλους ασκούσαν αδιατάρακτα και με καλή πίστη τις αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις νομής επί του ως άνω ακινήτου, με συνέπεια να έχουν καταστεί αυτοί (ενάγοντες) συγκύριοι αυτού τόσον με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) και ειδικότερα δυνάμει της μη καταχωρισθείσας στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου πράξης αποδοχής κληρονομιάς, την καταχώριση της οποίας όμως αναπληρώνει η άσκηση της παρούσας αγωγής τους υπό την αίρεση της ευδοκίμησής της, κατ’ άρθρον 7Α του Ν.2664/1998, όσον και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν.3127/2003.
Ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης που έχει ήδη περαιωθεί στο Δήμο ... το επίδικο ακίνητο καταχωρίστηκε στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως δύο διαφορετικά ακίνητα και ειδικότερα: α) το μεν υπό στοιχεία ... τμήμα του, που περιγράφεται στο από Νοεμβρίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Π.
Σ., ως γεωτεμάχιο εμβαδού 371 τ.μ., με ΚΑΕΚ ... και εσφαλμένα ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" και β) το δε υπό στοιχεία ... τμήμα του, που περιγράφεται στο ως άνω από Νοεμβρίου 2010 ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα, ως γεωτεμάχιο εμβαδού 185 τ.μ., με ΚΑΕΚ ... και εσφαλμένα με αναγραφόμενο κύριο το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, αμφισβητουμένης έτσι από το τελευταίο της επ’ αυτού συγκυριότητας των εναγόντων.
Ζήτησαν δε α) να αναγνωριστεί η ως άνω συγκυριότητά τους, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου για ένα έκαστον εξ αυτών, επί του όλου ενιαίου ακινήτου, συνολικής επιφανείας 556,08 τ.μ. και β) να διαταχθεί η διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία προκειμένου να καταχωριστούν οι ενάγοντες ως συγκύριοι αυτού, κατά τα παραπάνω ποσοστά, και να καταχωριστεί το επίδικο ως ενιαίο ακίνητο με έναν ΚΑΕΚ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη 1523/2012 απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι κατά το μέρος που αφορά στο αναφερόμενο στην αγωγή τμήμα του ενιαίου ακινήτου, το οποίο έχει καταχωριστεί στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως "αγνώστου κυρίου" (ΚΑΕΚ ...), πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου προς εκδίκασή της, διότι η υπό κρίση διαφορά εισάγεται αποκλειστικά κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή και μόνο σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης εισάγεται κατά την τακτική διαδικασία με εναγόμενο το Ελληνικό Δημόσιο, ακολούθως έκρινε κατά τα λοιπά την αγωγή παραδεκτή, ορισμένη και νόμιμη και εν μέρει δεκτή ως και κατ’ ουσία βάσιμη κατά την επικουρική της βάση και αφού αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους, κατά ποσοστό 50% έκαστο εξ αυτών, του οικοπεδικού τμήματος του ως άνω ακινήτου, εμβαδού 185 τ.μ., επειδή συνέτρεχαν στο πρόσωπο τους οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 1 εδάφιο β’ του Ν. 3127/2003 (ήτοι, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας), διέταξε τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Ηλιούπολης στο Δήμο ...
ως προς το παραπάνω ακίνητο, προκειμένου να καταχωριστούν οι ενάγοντες ως συγκύριοι αυτού, αντί της εσφαλμένης εγγραφής με την οποία φερόταν ως κύριος αυτού το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Κατά της ως άνω αποφάσεως, οι μεν αναιρεσείοντες άσκησαν την από 02.04.2013 έφεσή τους, με την οποία ζητούσαν την εξαφάνισή της και την αποδοχή της αγωγής τους καθόλο το αιτητικό της, το δε αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 28.3.2013 έφεσή του, με την οποία ζητούσε την εξαφάνισή της και την καθ’ ολοκληρίαν απόρριψη της αγωγής.
Επί των ως άνω συνεκδικαζομένων εφέσεων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 41/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, έκανε δεκτή κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσίβλητου και εν συνεχεία απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων, καθό μέρος αφορά στο περιγραφόμενο στην αγωγή τμήμα του ενιαίου ακινήτου, το οποίο έχει καταχωριστεί στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως "αγνώστου κυρίου" (ΚΑΕΚ ...), ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αυτού προς εκδίκαση της, διότι σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 2664/1998, όπως αντικαταστάθηκε με το Ν. 3481/2006, που δημοσιεύθηκε και ισχύει από 2.8.2006 η υπό κρίση διαφορά, που αφορά σε ακίνητο "αγνώστου κυρίου" εισάγεται αποκλειστικά κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή και μόνο σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης ως νόμω ή ουσία αβάσιμης εισάγεται κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία με εναγόμενο το Ελληνικό Δημόσιο, επικυρώνοντας κατά το μέρος αυτό την πρωτόδικη απόφαση και καθό μέρος αφορά στο περιγραφόμενο στην αγωγή τμήμα του ενιαίου ακινήτου, το οποίο έχει καταχωριστεί στα οικεία κτηματολογικά βιβλία με τον κωδικό αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ ...), ως γεωτεμάχιο εμβαδού 185 τετραγωνικών μέτρων, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες ενάγοντες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατά αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι’ αυτής λόγοι αναιρέσεως, με βάση τις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ’ ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους:
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση καθό μέρος αφορά στο περιγραφόμενο στην αγωγή τμήμα του ενιαίου ακινήτου, το οποίο έχει καταχωριστεί στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως "αγνώστου κυρίου" (ΚΑΕΚ ...), εκτιμώντας ότι με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς των οι αναιρεσείοντες προσέβαλαν την πρωτοβάθμια απόφαση μόνο ως προς την απόρριψη του διορθωτικού αιτήματος της αγωγής τους, αναφέροντας κατά λέξη: "...Με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, οι ενάγοντες (εκκαλούντες - εφεσίβλητοι) ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και απέρριψε ως απαράδεκτο το σωρευόμενο στην αγωγή τους αίτημα περί διόρθωσης της πρώτης εγγραφής αναφορικά και με το μέρος που αφορά στο τμήμα του ενιαίου ακινήτου τους, το οποίο εσφαλμένως έχει καταχωριστεί στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" και ζητούν να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και να γίνει δεκτή ως και κατ’ ουσία βάσιμη η αγωγή τους και κατά το σκέλος αυτό...", και εξετάζοντας το συγκεκριμένο λόγο μόνο ως προς το αίτημα αυτό, απέρριψε αυτόν κρίνοντας κατά λέξη "...Έτσι, στην περίπτωση της ένωσης στην ίδια αγωγή αιτήματος υπαγομένου στη διάταξη του άρθρου 6 § 2 του Ν. 2664/1998, όταν δηλαδή ζητείται η αναγνώριση του εμπράγματου δικαιώματος του ενάγοντος σε ακίνητο και η διόρθωση της πρώτης εγγραφής, που αναφέρει λανθασμένα ότι το παραπάνω δικαίωμα ανήκει σε άλλο (γνωστό) πρόσωπο και επίσης η αναγνώριση του ενάγοντος ως δικαιούχου εμπραγμάτου δικαιώματος σε ακίνητο και η διόρθωση της πρώτης εγγραφής που αναφέρει επίσης λανθασμένα ότι το τελευταίο δικαίωμα ανήκει όχι σε γνωστό αλλά σε άγνωστο πρόσωπο (άγνωστο ιδιοκτήτη), όπως εν προκειμένω, ακόμη και αν τα παραπάνω δικαιώματα αφορούν το ίδιο ακίνητο, δεδομένου ότι η τροποποιημένη με το άρθρο 2 § 2 του Ν. 3481/2006, διάταξη του άρθρου 6 § 3 του Ν. 2664/1998, που άρχισε να ισχύει από 2.8.2006, σύμφωνα με το άρθρο 15 του νόμου αυτού (ΦΕΚ 162α/2.8.2006), δεν κάνει οποιαδήποτε διάκριση, δεν αναφέρει δηλαδή ότι δύναται να εκδικασθεί η υπόθεση κατά την αμφισβητούμενη διαδικασία, αν για το ίδιο ακίνητο έχουν γίνει λανθασμένες πρώτες εγγραφές για διαφορετικά εμπράγματα δικαιώματα στο όνομα γνωστού και αγνώστου δικαιούχου και ότι αν ήθελε ο νομοθέτης της τελευταίας διάταξης να ισχύσει μία και ενιαία διαδικασία θα περιλάμβανε σε αυτήν την τελευταία βούλησή του, όπως ήδη έπραξε με το νέο νόμο 4164/2013, το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει το δεύτερο αίτημα ως απαράδεκτο." Kατά το εδάφιο 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα υπό την έννοια της άνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. "Πράγμα" επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και ο λόγος εφέσεως (κύριος ή πρόσθετος) που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.ΑΠ 3/2008, 25/2003,11/1996).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 εδ. α’ και 3, 6 παρ. 1 και 2, 7 παρ. 3 και 7α παρ. 1 περ. α και εδ. α’ και β’ του ν. 2664/1998, όπως το άρθρο 6 παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 Ν. 3559/2007, (ΦΕΚ Α 102/14.5.2007), προκύπτει ότι: α’ ) Στο κτηματολόγιο καταχωρούνται νομικές και τεχνικές πληροφορίες που αποσκοπούν στον ακριβή καθορισμό των ορίων των ακινήτων και στη δημοσιότητα των εγγραπτέων στα κτηματολογικά βιβλία δικαιωμάτων και βαρών, με τρόπο και διασφαλίζει τη δημόσια πίστη, προστατεύοντας κάθε καλόπιστο συναλλασσόμενο που στηρίζεται στις κτηματολογικές εγγραφές, β’ )..., γ’ ) πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρούνται ως αρχικές εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, δ’ ) οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, αποτελούν πράξη δημόσιας αρχής με διαπιστωτικό χαρακτήρα των υφιστάμενων - κατά το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου σε μία περιοχή - εμπραγμάτων δικαιωμάτων, που μετά την οριστικοποίηση τους παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακριβείας, ε’ ) σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία, αναφορικά με το δικαιούχο κυριότητας ενός ακινήτου, μπορεί, όποιος έχει έννομο συμφέρον (ο πραγματικός κύριος, ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ο δανειστής του κλπ.), να ζητήσει με αγωγή, που απευθύνεται ενώπιον του κατά τις γενικές διατάξεις αρμοδίου καθ’ ύλην και κατά τόπο (Μονομελούς ή Πολυμελούς) Πρωτοδικείου, την αναγνώριση του προσβαλλόμενου με την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος και τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής.
Η αγωγή αυτή στρέφεται κατά του (ανακριβώς) αναγραφόμενου στο κτηματολογικό φύλλο ως δικαιούχου κυριότητας του επιδίκου ακινήτου ή.... Περαιτέρω, η εν λόγω αγωγή πρέπει να ασκηθεί ...., στ’ ) οι πρώτες εγγραφές, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η ακρίβεια δικαστικά εντός της προρρηθείσης αποκλειστικής προθεσμίας των 8 ή 10 ετών καθίστανται άμεσα οριστικές και παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακριβείας υπέρ των αναγραφομένων ως δικαιούχων κυριότητας, ενώ σε περίπτωση δικαστικής τους αμφισβήτησης οριστικοποιούνται μόλις καταστεί αμετάκλητη η δικαστική απόφαση που απορρίπτει την αγωγή, ενώ αν, αντίθετα, γίνει ολικά ή μερικά δεκτή η ασκηθείσα αγωγή, μόλις καταστεί αμετάκλητη η σχετικώς εκδοθείσα απόφαση, διορθώνονται αντίστοιχα οι πρώτες εγγραφές και έκτοτε παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακριβείας.
Πρέπει δε να τονισθεί ότι κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη εμπράγματου δικαιώματος, που προσβάλλεται με τις ανακριβείς πρώτες εγγραφές είναι αυτός της έναρξης του Κτηματολογίου σε μία περιοχή όπως καθορίζεται με σχετική απόφασης του ΟΚΧΕ και όχι αυτός της έγερσης της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998.
Επίσης ως προς το ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του ακινήτου, ο νομοθέτης δεν διακρίνει εάν ο κύριος επικαλείται πρωτότυπο ή παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, ενώ εάν ήθελε να αποκλείσει από τη διαδικασία της κτηματογράφησης την εγγραφή του δικαιούχου με πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, θα το έπραττε με ρητή διάταξη (βλ.
Γ. Μαγουλά, Κτηματολογικές εγγραφές, Β’ έκδοση, κεφ. Α’ παρ. II, αρ. 8, σελ. 83 επ.). (ΑΠ 2048/2009 ΧΡΙΔ 2010.700). Εξάλλου από την παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 2 του ν. 3127/2003, με το άρθρο 2 του ν.3481/2006 και με το άρθρο 5 Ν. 3559/2007 που ορίζει ότι "3.
Στην περίπτωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη "άγνωστου ιδιοκτήτη", κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 9, αντί της προβλεπομένης στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου αγωγής, η διόρθωση μπορεί να ζητηθεί με αίτηση εκείνου, που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την κατάθεσή της και επί ποινή απαραδέκτου, η αίτηση αυτή κοινοποιείται από τον αιτούντα στο Ελληνικό Δημόσιο και εγγράφεται στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση της κύριας παρέμβασης [...] εφόσον η αίτηση γίνει τελεσίδικα δεκτή, διορθώνεται η εγγραφή.
Εάν η αίτηση απορριφθεί ως νόμω ή ουσία αβάσιμη, ο αιτών μπορεί ν’ ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου υπό τις προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου αυτού. Η κατάθεση και κοινοποίηση, σύμφωνα με τα παραπάνω, της αίτησης για τη διόρθωση της εγγραφής διακόπτει την προθεσμία για την έγερση της αγωγής της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού.
Η προθεσμία που διακόπηκε θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο αιτών παραιτηθεί από την αίτηση ή αν αυτή απορριφθεί τελεσιδίκως για οποιονδήποτε λόγο. Αν ο δικαιούχος ασκήσει κατά του Ελληνικού Δημοσίου την αγωγή της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού μέσα σε έξι (6) μήνες από την παραίτηση από την αίτηση ή από την τελεσίδικη απόρριψή της, θεωρείται ότι η προθεσμία διακόπηκε με την κατάθεση και κοινοποίηση της αίτησης αυτής" προκύπτει ότι στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, ασκεί αίτηση ενώπιον του Κτηματολογικού δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και μέχρις ότου ορισθεί αυτός στο μονομελές πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής.
Αντικείμενο της δίκης αυτής είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητουμένου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη του υπάρχοντος δικαιώματος.
Συνακόλουθα του αντικειμένου της δίκης αυτής είναι τα εξής: α) Ο νόμος δεν προβλέπει την απεύθυνση της άνω αιτήσεως εναντίον οποιουδήποτε, όπως του Ελληνικού Δημοσίου, του προϊσταμένου του οικείου Κτηματολογικού γραφείου ή άλλου, αν τυχόν δε απευθυνθεί αυτή εναντίον τρίτου, δεν καθίσταται ο τελευταίος διάδικος από το γεγονός και μόνον αυτό β) Δεν μπορεί να ζητηθεί με την εν λόγω αίτηση ή αναγνώριση δικαιώματος, που προσβάλλεται με την ανακριβή πρώτη εγγραφή στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, ώστε να περιληφθεί, αντίστοιχη διάταξη στην απόφαση, που θα εκδοθεί, καθώς αντικείμενο της δίκης, που ανοίγεται, δεν είναι η αυθεντική διάγνωση του δικαιώματος, που αμφισβητείται, ανεξαρτήτως του ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση (προδικαστικό ζήτημα) η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου.
Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του Ν. 2664/1998 μετά την τροποποίηση που επήλθε με τον ν.3481/06 από 2.8.2006 αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης εγγραφής με την ταχύτερη και απλούστερη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και όχι στην αναγνώριση δικαιώματος, που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ίδιου νόμου στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.
Από τη διατύπωση δε των προαναφερόμενων διατάξεων συνάγεται ότι επί ακινήτων καταχωρισθέντων στο κτηματολόγιο ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" μετά την τροποποίηση που επήλθε με τον ν. 3481/06 από 2.8.2006, για την προστασία των θιγόμενων από την εγγραφή αυτή, δεν είναι αναγκαία η προσφυγή στην αμφισβητούμενη δικαιοδοσία αλλά αρκεί η διόρθωση με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και εφόσον αυτοί δεν δικαιωθούν τελεσίδικα θα ασκήσουν την αγωγή με την τακτική διαδικασία κατά του Δημοσίου, σύμφωνα με την παρ.2 του ιδίου άρθρου.
Επειδή, όμως, στην εν λόγω δίκη της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν είναι δυνατόν να μεταφερθεί η κατ’ αντιδικία κρίση της αναγνώρισης κυριότητας, η οποία γίνεται με την αμφισβητούμενη δικαιοδοσία δεν μπορεί να αποκλειστεί, υπό την έννοια της υποχρεωτικής άσκησης αίτησης κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η άσκηση τακτικής αγωγής κατά του Ελληνικού Δημοσίου στην περίπτωση του καταχωρισθέντος ως αγνώστου ιδιοκτήτη ακινήτου, εφόσον αμφισβητείται το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος, ενόψει και του τεκμηρίου που εισάγεται από το άρθρο 9 του Ν. 2664/1998 για τα περιερχόμενα στο Δημόσιο ακίνητα, το οποίο ορίζει ότι "1.
Ακίνητα που δεν έχουν εγγραφεί ως ανήκοντα σε ορισμένο πρόσωπο και φέρονται στα κτηματολογικά βιβλία και στα λοιπά στοιχεία του Κτηματολογίου ως ακίνητα "άγνωστου ιδιοκτήτη" θεωρείται ότι ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου μόλις καταστεί οριστική η πρώτη εγγραφή. Στην περίπτωση αυτή δημιουργείται υπέρ του Δημοσίου το κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 7 αμάχητο τεκμήριο και ισχύουν όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου".
Εν όψει των ανωτέρω, κρίνοντας, ως προαναφέρθηκε, το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του και το περιεχόμενο στον ίδιο (πρώτο) λόγο εφέσεως ουσιώδες και νόμιμο παράπονο των αναιρεσειόντων για την απόρριψη της αγωγής και ως προς το αναγνωριστικό αίτημα αυτής και δεν εξέτασε αυτό (αναγνωριστικό αίτημα) ως μη μεταβιβασθέν με τον εν λόγω λόγο εφέσεως στην δικαιοδοτική του κρίση.
Με το να μην εξετάσει και ως εκ τούτου να μην απαντήσει στον προταθέντα από τους αναιρεσείοντες (με το ένα σκέλος του πρώτου λόγου της εφέσεώς τους) ισχυρισμό, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός εν όψει του ότι, ως προελέχθη, η άσκηση τακτικής αγωγής κατά του Ελληνικού Δημοσίου στην περίπτωση του καταχωρισθέντος ως "αγνώστου ιδιοκτήτη ακινήτου", εφόσον αμφισβητείται το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος δεν μπορεί να αποκλειστεί, υπό την έννοια της υποχρεωτικής άσκησης αίτησης κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, έχει έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, για παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου των διατάξεων με προσήκουσα αναιρετική αιτίαση εκείνη από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.
ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά παράβαση σχετικής δικονομικού περιεχομένου διάταξης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ως απαράδεκτο που ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη.
Εξάλλου, από το περιεχόμενο των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. παρ. 2 και 3 Ν. 2664/1998, ευθέως προκύπτει ότι οι εν λόγω κανόνες εισάγουν κατά βάση όχι ουσιαστικό αλλά δικονομικό δίκαιο, αφού προσδιορίζουν τον τρόπο, τη διαδικασία και τους δικαιούχους διόρθωσης (για την ακρίβεια τους νομιμοποιούμενους σε αίτηση διόρθωσης) των πρώτων (αρχικών), ανακριβών κτηματολογικών εγγραφών.
Επίσης, από την γραμματική ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι με την διαδικασία του άρθρου 6 παρ. 2 ρυθμίζεται αποκλειστικά ο τρόπος διόρθωσης των πρώτων εγγραφών όταν σε αυτές έχει ανακριβώς καταχωρηθεί ως δικαιούχος εμπραγμάτου τινός δικαιώματος συγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο διάφορο του αληθούς δικαιούχου, ενώ με τη διαδικασία του άρθρου 6 παρ. 3 ρυθμίζεται κατ’ αρχάς ο τρόπος διόρθωσης των πρώτων εγγραφών όταν σε αυτές έχει ανακριβώς καταχωρηθεί ορισμένο εμπράγματο δικαίωμα ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" (για την ακρίβεια ως "αγνώστου δικαιούχου").
Περαιτέρω, ως προελέχθη, η διόρθωση αρχικής εγγραφής υπό την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη" μπορεί να επιτευχθεί και με απευθείας αγωγή του άρθρου 6 παρ. 2 Ν. 2664/1998 στρεφομένη από τον αληθή δικαιούχο κατά του Ελληνικού Δημοσίου και δεν μπορεί να αποκλειστεί, υπό την έννοια της υποχρεωτικής άσκησης αίτησης κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Η αγωγή δε του άρθρου 6 παρ. 2 είναι υποχρεωτική και αναγκαία όταν ο αληθής δικαιούχος του οποίου το ακίνητο καταχωρίσθηκε στις πρώτες/αρχικές εγγραφές κατά ένα τμήμα του ως ιδιοκτησία τρίτου και κατ’ άλλο τμήμα του ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" επιδιώκει την διόρθωση της ανακριβούς αυτής εγγραφής επικαλούμενος ως τίτλο κτήσεως του δικαιώματος του (κυρίως ή επικουρικώς) την έκτακτη χρησικτησία χωρίς να διαθέτει μεταγραπτέα πράξη, (δηλαδή τελεσίδικη δικαστική απόφαση) που να τον αναγνωρίζει ως κύριο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αριθμ. 14 αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη και απέρριψε την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων εν μέρει ως μη υπαγόμενη στην αμφισβητούμενη αλλά στην εκουσία δικαιοδοσία και εν μέρει ως αόριστη παραβιάζοντας τους δικονομικούς κανόνες δικαίου και συγκεκριμένα τον κανόνα του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998, ή/και β) τον κανόνα του άρθρου 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Σύμφωνα με την προαναφερθείσα μείζονα σκέψη, στην προκείμενη περίπτωση, όπου οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες, ως προέκυψε από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγή τους, επικαλούνται αφενός εμπράγματο δικαίωμα που δεν εδράζεται σε μεταγραπτέα / καταχωριστέα στο κτηματολόγιο πράξη, καθόσον με την επικουρική βάση της αγωγής τους διατείνονται ότι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία χωρίς να διαθέτουν τελεσίδικη δικαστική απόφαση που να τους αναγνωρίζει κύριους με τα προσόντα αυτά, και αφετέρου ότι το ακίνητό τους καταχωρήθηκε κατ’ ορισμένο τμήμα του ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" και κατά το υπόλοιπο ως ιδιοκτησία τρίτου, θα πρέπει να εφαρμοσθεί η ευθεία εφαρμογή αποκλειστικά της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998.
Επομένως, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το Εφετείο που με την κρίση του απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή ως προς το τμήμα του επίδικου ακινήτου που καταχωρίστηκε ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" ελλείψει δικαιοδοσίας, παρά το νόμο ενήργησε και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, η διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αγωγή των αναιρεσειόντων ως προς το τμήμα του επίδικου ακινήτου που ανακριβώς καταχωρίσθηκε ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" ελλείψει δικαιοδοσίας, είχε ως συνέπεια την διάσπαση της ενότητας του δικονομικού και ουσιαστικού αντικειμένου της δίκης και τον εντεύθεν χωριστό έλεγχο του παραδεκτού της αγωγής, όχι μόνο ως προς το τμήμα που καταχωρίσθηκε ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", αλλά, και ως προς το υπόλοιπο τμήμα του επίδικου ακινήτου που καταχωρίστηκε ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου.
Το Εφετείο, ως προς το τμήμα που καταχωρίσθηκε ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, διαπίστωσε αοριστία της αγωγής των αναιρεσειόντων ως προς το τμήμα τούτο, μεταξύ άλλων και με το αιτιολογικό ότι όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, για να είναι ορισμένη η αγωγή, κατ’ άρθρον 216 παρ. 1 στοιχ.
α’ και β’ Κ.Πολ.Δ., θα πρέπει να προσδιορίζεται η ακριβής θέση και οι πλευρικές του διαστάσεις, εντός του μεγαλύτερου ακινήτου, στο οποίο περιέχεται, προσδιορισμός που δεν γίνεται στην υπό κρίση αγωγή. Γι’ αυτό και την κήρυξε απαράδεκτη και ως προς το τμήμα που καταχωρίσθηκε ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ συνάμα έκανε δεκτή ως βάσιμη την αντίθετη έφεση του Ελληνικού Δημοσίου ως προς το κεφάλαιό της, με το οποίο προτείνετο η εν λόγω αοριστία.
Όμως οι ενάγοντες - νυν αναιρεσείοντες δια της υπό κρίσιν αγωγής τους διεκδικούν ένα αγωγικώς ενιαίο ακίνητο και όχι χωριστά το καθένα από τα δύο τμήματα που το συναποτελούν, τα οποία προέκυψαν από την ανακριβή καταχώρισή του στις πρώτες κτηματολογικές εγγραφές, το οποίο ακίνητο προσδιορίζουν σαφώς κατά φύση, επιφάνεια, θέση και όρια, προσανατολισμό και διαστάσεις.
Εν όψει των ανωτέρω, το Εφετείο που με την κρίση του απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή ως προς το τμήμα του επίδικου ακινήτου που καταχωρίστηκε ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, παραβίασε την δικονομική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ.
Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες (άρθρ. 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.).
Επίσης πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο να καταβάλει τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, η οποία θα μετριαστεί κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/57.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 41/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στoυς καταθέσαντες αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ