Supreme Court allows appeal on procedural grounds, ordering partial payment of back wages and interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision on procedural grounds under Article 559(9) of the Code of Civil Procedure. The appellant argued the lower court erred by issuing a judgment ordering payment instead of a declaratory judgment, while the respondent contended the claim for back wages was substantively valid. The court ruled that the lower court violated procedural requirements by failing to issue a declaratory judgment, thereby ordering the employer to pay the disputed amount plus interest.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(9) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal on procedural grounds when a lower court issues a judgment ordering performance instead of a declaratory judgment, requiring the case to be retried on the merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1342 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1342/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Λεβέντη, Ιωάννη Πίκουλα και Θεοδώρα Σιμιτσή.
Της αναιρεσίβλητης: Λ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Χαιρόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1249/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5997/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-10-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 25-4-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου, εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ και την απόρριψη όλων των άλλων λόγων της από 21-10-2013 αίτησης, για αναίρεση της 5997/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης "Αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη". Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πρακτικά συνεδριάσεως και επαναλήφθηκε στις έγγραφες, ενώπιον αυτού, προτάσεις της περιόρισε νομότυπα το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό, όπως τούτο αναφέρεται στην απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και την προσβαλλόμενη. Πλην όμως το Εφετείο, δεχόμενο, στη συνέχεια, κατά ένα μέρος την αγωγή, μετά παραδοχή της ασκηθείσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης έφεσης του εναγομένου, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, καταψηφιστική διάταξη, με την οποία υποχρέωσε το εναγόμενο ΝΠΙΔ και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 63.835,10 ευρώ, νομιμότοκα από 15-5-2007. Συνακόλουθα, υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., η οποία προκύπτει από την ίδια την απόφαση και ο λόγος αυτός πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ.ΑΠ 861/1984).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 1 του ν. 2112/ 1920, 648, 652, 656, 349 έως 351 Α.Κ. και 5 παρ. 3 του ν. 3198/ 1955 προκύπτει ότι μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης επιχειρεί δυσμενή για τον εργαζόμενο τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς να έχει τέτοια ευχέρεια από τη σύμβαση ή το νόμο ή τυχόν υπάρχοντα Κανονισμό Εργασίας.
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, υφισταμένης συμβάσεως εργασίας, εάν ο εργαζόμενος έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την οφειλόμενη απ' αυτόν παροχή εργασίας (κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού, αλλά και για την παράβαση εργοδοτικού διευθυντικού δικαιώματος) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.
Το δικαίωμα επισχέσεως δεν χρησιμεύει προς ευθεία ικανοποίηση εκείνου που το ασκεί, αλλά μόνο προς εξασφάλιση της ανταπαιτήσεώς του, δηλαδή χρησιμεύει ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή προς εκπλήρωση της οφειλόμενης απ' αυτόν αντιπαροχής. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 4558/1930, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του για λόγο που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχεία ή στην κατά το Ν. 3514/ 1928 στράτευση αυτού, αλλά σε άλλη αιτία το δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, την αιτία και τη χρονική διάρκεια αυτής, καθώς και την υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα του μισθωτού, κρίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη αν η αποχή αυτή, κατά κρίση αντικειμενική πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρά δήλωση βουλήσεώς του εργαζόμενου να λύσει τη σύμβαση εργασίας του, δηλαδή ως σιωπηρά εκ μέρους του καταγγελία αυτής (Ολ.ΑΠ 32/1988), με όλες τις δυσμενείς γι' αυτόν επιπτώσεις.
Μόνη η αυθαίρετη απουσία από την εργασία του, η οποία συνιστά αντισυμβατική συμπεριφορά αυτού και παρέχει στον εργοδότη το δικαίωμα να καταγγείλει αυτός τη σύμβαση εργασίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί δίχως άλλο, ως καταγγελία από την πλευρά του εργαζομένου, αλλά για να ισχύσει ως τέτοια, θα πρέπει να συνοδεύεται και από άλλα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει σαφώς η βούληση του εργαζόμενου για τη λύση της εργασιακής του σύμβασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: Ότι, στις 26-4-1989 το εναγόμενο (σημ: εδώ αναιρεσείον ΝΠΙΔ) προσέλαβε την ενάγουσα (σημ: εδώ αναιρεσίβλητη) με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και την κατέταξε στη θέση εργασίας της κατηγορίας Ε3, ως Προϊστάμενη Λογιστηρίου.
Ότι, από 1-5-1989 η ενάγουσα άρχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της στην άνω θέση, επιφορτισμένη με τη γενικότερη εποπτεία της ομαλής οικονομικής λειτουργίας του εναγομένου και ειδικότερα τη συγκέντρωση, επεξεργασία και έλεγχο των οικονομικών στοιχείων του Οργανισμού, την κατάρτιση, δημοσίευση και υπογραφή των ισολογισμών και λοιπών οικονομικών καταστάσεων, την κατάρτιση σχεδίου προϋπολογισμού που υποβάλλεται στο ΔΣ του Οργανισμού και τον έλεγχο της τήρησής του σε ημερήσια βάση, τη διενέργεια απολογιστικού ελέγχου της κίνησης του προϋπολογισμού και υποβολής αυτού στο Γεν.
Διευθυντή, της εφαρμογής λογιστικού σχεδίου, της τήρησης μηχανογραφημένων βιβλίων Γ' κατηγορίας του Κ.Β.Σ., της κατάρτισης οικονομικών καταστάσεων σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, της συγκέντρωσης των προβλέψεων και των στοιχείων όλων των Διευθύνσεων του Οργανισμού, του προελέγχου ισχύος τίτλων 12μήνου και 18μήνου, της επίβλεψης της λειτουργίας των ταμείων, της εξασφάλισης ρευστότητας του εναγομένου, ώστε να προβαίνει σε τοποθετήσεις και επενδύσεις διαθεσίμων κεφαλαίων, της επίβλεψης διεκπεραίωσης όλων των τραπεζικών εργασιών και της μέριμνας και ευθύνης για τη χορήγηση υπηρεσιακών εξόδων καθώς και εγκεκριμένων εξόδων ταξιδιών.
Ότι η ενάγουσα άσκησε με απόλυτη επιτυχία τα καθήκοντά της γι' αυτό και έτυχε της επιβράβευσης με επαίνους και ευχαριστίες της διοίκησης του εναγομένου οι δε Ορκωτοί Λογιστές που ήλεγχαν τα οικονομικά του εναγομένου κάθε χρόνο, απένειμαν στην ενάγουσα και το υπ' αυτή προσωπικό του λογιστηρίου επαίνους για την καλή λογιστικοδιαχειριστική οργάνωση.
Ότι η υπηρεσία Λογιστηρίου, του οποίου προΐστατο η ενάγουσα δεν υπαγόταν απευθείας στο Γενικό Διευθυντή, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, αλλά στη Διεύθυνση Γενικών Υπηρεσιών/Διοικητικού του ΟΒΙ. Ότι, με την ΥΑ 11620/ΕΦΑ/2239 (ΦΕΚ 1209 Β'/31-8-2005) εγκρίθηκε ο "Κανονισμός Οργανωτικής Διάρθρωσης του ΟΒΙ" και σύμφωνα με αυτόν δημιουργήθηκε για πρώτη φορά Οικονομική Διεύθυνση με τις εξής αρμοδιότητες:
α) την εφαρμογή του Οικονομικού Κανονισμού του ΟΒΙ και του Κανονισμού Προμηθειών, β) τη συγκέντρωση, επεξεργασία και έλεγχο των οικονομικών στοιχείων, γ) την επιμέλεια της κατάρτισης και δημοσίευσης του ισολογισμού και των λοιπών οικονομικών καταστάσεων, δ) την επιμέλεια για την κατάρτιση και την εκτέλεση του προϋπολογισμού με την επιφύλαξη των διατάξεων του Οικονομικού Κανονισμού του ΟΒΙ, περιελάμβανε δε αυτή (Οικ.
Δ/νση) δύο Τμήματα: α) το Τμήμα Λογιστηρίου ... και β) το Τμήμα Προγραμματισμού και Απολογισμού ... Ότι το ΔΣ με την ΔΣ/Α/7/ 11-4-2005 απόφαση του, αποφάσισε να προκηρύξει, εκτός των άλλων και τη θέση του Οικονομικού Διευθυντή του Οργανισμού της οποίας απόφασης η ενάγουσα έλαβε γνώση και υπέβαλε την από 11-5-2005 αίτηση, μαζί με βιογραφικό και όλα τα δικαιολογητικά που απαιτούνταν, προκειμένου να κριθεί για τη θέση αυτή, περιελήφθη δε στον κατάλογο των πέντε επικρατέστερων υποψηφίων ...
Ότι δεν επελέγη η ενάγουσα αλλά το ΔΣ, ως αρμόδιο για την πρόσληψη προσωπικού βάσει του Ν. 1733/1987 και του Κανονισμού του εναγομένου επέλεξε ως κατάλληλο για τη θέση αυτή τον Ν...Π... ο οποίος διέθετε τα απαιτούμενα προσόντα, ανέλαβε δε αυτός τα καθήκοντά του από 1-11-2005. Ότι η ενάγουσα ουδεμία αντίρρηση ή ένσταση υπέβαλε κατά της διαδικασίας επιλογής και της απόφασης για την επιλογή του, συνέχισε δε να παρέχει τις υπηρεσίες της από τη θέση της (Προϊσταμένη Λογιστηρίου), εισπράττοντας τον ίδιο μισθό και με τις ίδιες αρμοδιότητες και καθήκοντα, πλην της κατάρτισης του ισολογισμού και του προϋπολογισμού καθώς και των λοιπών οικονομικών καταστάσεων του Οργανισμού, καθόσον αυτές ανατέθηκαν με τον ως άνω νέο Κανονισμού Προσωπικού του ΟΒΙ στον Οικονομικό Διευθυντή.
Ότι, την αφαίρεση των εν λόγω αρμοδιοτήτων, εξέλαβε αυτή ως μειωτική ηθικά για την ίδια η οποία μέχρι τότε κατάρτιζε και υπέγραφε τα σχετικά έγγραφα, τα οποία στη συνέχεια υποβάλλονταν στο Γεν. Δ/ντή γι' αυτό και εξέφρασε προφορικά τη δυσαρέσκειά της για την εξέλιξη αυτή στο Γεν. Δ/ντή με τον οποίο ζήτησε και είχε κατ' επανάληψη συνάντηση προς εξεύρεση λύσης που θα αίρει τη δυσαρέσκειά της, ενόψει του ότι η ενάγουσα ήταν υπάλληλος με ιδιαίτερα ικανοποιητική απόδοση και πολλούς επαίνους.
Ότι, στην προσπάθεια να εξευρεθεί λύση συζητήθηκε μεταξύ τους η πιθανή εκδοχή της αποχώρησής της με την προσφορά σ' αυτήν οικονομικών κινήτρων, κατόπιν του οποίου η ενάγουσα υπέβαλε εγγράφως την υπ' αριθμ. πρωτ. 5316/23-9-2005 αίτησή της προς τον Γεν. Δ/ντή με την οποία πρότεινε στο εναγόμενο τη λύση της εθελουσίας εξόδου της, ο τελευταίος δε, με την από 6-2-2009 (σημ:
προδήλως 2006) επιστολή του ζήτησε από το δικηγορικό γραφείο... γνωμοδότηση αν μπορούσε να γίνει εθελούσια έξοδος των υπαλλήλων του ΟΒΙ από την υπηρεσία και με ποιες προϋποθέσεις, έλαβε δε την από 22-2-2006 γνωμοδότηση ... ότι δεν ήταν εφικτή... έτσι ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημά της, αυτή δε συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της με το νέο καθεστώς.
Ότι η ενάγουσα επιμένοντας απέστειλε στις 26-5-2006 νέα επιστολή στο Γεν. Δ/ντή, με την οποία αφού εκφράζει τη δυσαρέσκειά της για τη μη επίτευξη λύσης, αναφέροντας ότι η αντιμετώπιση του θέματος έχει δημιουργήσει προβλήματα στην υγεία της, την επαγγελματική της καριέρα... και την προσωπικότητά της, πρότεινε ως λύση την οικειοθελή αποχώρησή της με την καταβολή σ' αυτήν 346.000 ευρώ με τη μορφή αποζημίωσης, ο Γεν.
Δ/ντής δε με την από 31-8-2006 επιστολή του προς την ενάγουσα, αφού αποκρούει αιτιάσεις της περί προσβολής της υγείας και της προσωπικότητάς της, από πράξεις ή παραλείψεις του ΟΒΙ, δηλώνει ρητά ότι απορρίπτει τις οικονομικές απαιτήσεις της και την παραπέμπει, εφόσον επιθυμεί να αποχωρήσει, στις διατάξεις του νόμου περί οικειοθελούς αποχώρησης.
Ότι η ενάγουσα με την από 19-1-2007 εξώδικη δήλωση - πρόσκλησή της προς τον ΟΒΙ, επικαλούμενη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής της σύμβασης και αντισυμβατική συμπεριφορά του εναγομένου, στην προσπάθεια εξεύρεσης λύσης, ζήτησε την υπηρεσιακή αποκατάστασή της και την άρση της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής, άλλως δήλωσε ότι θα αναγκαστεί να λάβει κάθε μέτρο όπως αυτό της επίσχεσης εργασίας, ο εναγόμενος δε, με την από 13-2-2007 εξώδικη απάντηση, αρνούμενος το περιεχόμενο της εξώδικης δήλωσής της, την κάλεσε να συνεχίσει να εργάζεται κανονικά ως Προϊσταμένη Λογιστηρίου, της δήλωσε δε ότι σε περίπτωση που προβεί σε επίσχεση εργασίας για να τον εξαναγκάσει σε αποκατάσταση ανύπαρκτης βλαπτικής μεταβολής θα θεωρήσει την επίσχεση αυτή ως οικειοθελή αποχώρηση και καταγγελία εκ μέρους της, της σύμβασης εργασίας της.
Ότι η ενάγουσα με την από 20-2-2007 εξώδικη δήλωση απάντησε ότι δεν επιθυμεί τη λύση της σύμβασης εργασίας της και κάλεσε τον Οργανισμό να άρει τη βλαπτική μεταβολή, μετά απ' αυτά δε και αφού προηγήθηκε η από 29-3-2007 επιστολή της, με παρόμοιο περιεχόμενο, ενώ ο Οργανισμός δεν προέβη σε καμία από τις ενέργειες που ζητούσε η ενάγουσα, με την από 3-5-2007 νέα επιστολή της προς το Γεν.
Δ/ντή επικαλούμενη και πάλι συνεχιζόμενη υποβάθμισή της, δήλωσε ότι επιθυμεί να εργαστεί (όχι να αποχωρήσει), αλλά μέχρι να αποκατασταθεί στις αρμοδιότητές της θα απέχει από την εργασία της. Ότι στις 4-5-2007 αυτή παρέδωσε στον Οικονομικό Δ/ντή το κλειδί του χρηματοκιβωτίου του Λογιστηρίου ... και έκτοτε έπαυσε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στον εναγόμενο, ασκώντας το επικαλούμενο δικαίωμα επίσχεσης, ο τελευταίος δε με την από 7-5-2007 εξώδικη δήλωση - πρόσκλησή του την κάλεσε να επανέλθει στα καθήκοντά της και της επανέλαβε ότι σε περίπτωση που επιμείνει στη δήθεν "επίσχεση εργασίας" με σκοπό τον εξαναγκασμό του ΟΒΙ ...
και δεν επανέλθει στη θέση της εντός της επόμενης εργάσιμης ημέρας η επίσχεση αυτή θα θεωρηθεί από την ημέρα έναρξής της (3-5-2007) ως οικειοθελής αποχώρησή της. Ότι η ενάγουσα με την από 11-5-2007 εξώδική της απάντηση - διαμαρτυρία απάντησε ότι εμμένει στις θέσεις της και ο εναγόμενος με την από 14-5-2007 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση δήλωσε στην ενάγουσα ότι εφόσον δεν επανήλθε εντός της ταχθείσας προθεσμίας, θεωρεί την αποχή της, ως καταγγελία εκ μέρους της, από την 3-5-2007, της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, την κάλεσε να προσέλθει στα γραφεία προκειμένου να εισπράξει δεδουλευμένες αποδοχές της και με το από 15-5-2007 έγγραφό του προς τον Ο.Α.Ε.Δ., προέβη σε αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησής της από την υπηρεσία του.
Με βάση τα προεκτεθέντα το Εφετείο κατάληξε ότι: Ο περιορισμός των αρμοδιοτήτων της ενάγουσας, δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασής της, δεδομένου ότι η μεταβολή αυτή έγινε κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου, στα πλαίσια της αλλαγής της οργάνωσης και της διάρθρωσης των υπηρεσιών του Οργανισμού με τη θεσμοθέτηση νέου "Κανονισμού Οργανωτικής Διάρθρωσης του ΟΒΙ", στον οποίο δημιουργήθηκε για πρώτη φορά θέση Οικονομικού Δ/ντή, με τις προαναφερθείσες αρμοδιότητες στις οποίες περιλαμβάνεται και η κατάρτιση και δημοσίευση του ισολογισμού και των λοιπών οικονομικών καταστάσεων καθώς και η κατάρτιση και εκτέλεση του προϋπολογισμού (που) δεν μπορούσαν να παραμείνουν στην ίδια, αφού προέβλεπε τούτο ρητά ο νέος Κανονισμός.
Ότι, τόσο για τη μεταβολή στη διάρθρωση των υπηρεσιών του ΟΒΙ, με την πρόβλεψη της θέσης Οικονομικού Διευθυντή, όσο και με τη διαδικασία επιλογής του προσώπου που θα καταλάμβανε τη θέση αυτή, ουδεμία διαμαρτυρία ή αντίρρηση προέβαλε η ενάγουσα, αντιθέτως έλαβε μέρος ανεπιφύλακτα σ' αυτή, αποδεχόμενη στην πράξη όλα τα ανωτέρω.
Ότι δεν συνέτρεχε για την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης, η προϋπόθεση της ύπαρξης αξίωσης νόμιμης και ληξιπρόθεσμης και έτσι η επίσχεση δεν ήταν νόμιμη, για όσο χρόνο δε αυτή απείχε ήταν υπερήμερη ως προς την υποχρέωσή της για παροχή της εργασίας της. Ότι... ιδίως από το περιεχόμενο των εκατέρωθεν εξωδίκων δηλώσεων - απαντήσεων προκύπτει ότι ουδέποτε η ενάγουσα εκδήλωσε επιθυμία να αποχωρήσει από την εργασία της, από το σαφές δε περιεχόμενο των άνω εγγράφων, ιδίως δε από την επαναλαμβανόμενη δήλωσή της ότι...
δεν επιθυμούσε την αποχώρησή της από την εργασία της, δεν προκύπτει οικειοθελής αποχώρησή της, ήτοι από μέρους της καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, ούτε μπορεί να αποδοθεί σ' αυτή υπαιτιότητα για το ότι άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας που εσφαλμένα υπελάμβανε ότι είχε κατά του εναγομένου. Ότι η ενέργεια του εναγομένου, με την κοινοποίηση στην ενάγουσα στις 14-5-2007 εξώδικης δήλωσης - πρόσκλησης, με την οποία θεωρώντας τη μη εμφάνισή της προς εργασία εντός της ταχθείσας από τον ίδιο προθεσμίας ως οικειοθελή αποχώρησή της, την οποία μάλιστα έσπευσε να αναγγείλει στον ΟΑΕΔ (αρ.
πρωτ. 1407/15-5-2007 αναγγελία), την καλεί να προσέλθει να παραλάβει τα σ' αυτή αναφερόμενα ποσά για δεδουλευμένες αποδοχές, συνιστά εκ μέρους του καταγγελία της σύμβασης εργασίας της και επομένως η ενάγουσα δικαιούται τη μη καταβληθείσα από τον εναγόμενο νόμιμη αποζημίωση απολύσεως η οποία ανέρχεται σε 63.835,10 ευρώ.
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις ρηθείσες διατάξεις των άρθρων 648 επ., 325 επ. ΑΚ, 5 παρ. 3 Ν. 2112/1920, όπως ισχύει και Ν. 3198/ 1955 που εφάρμοσε, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.
Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών κανόνων και συνακόλουθα δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Και τούτο διότι, προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία εμφαίνεται ότι ο (μερικός) περιορισμός των άνω αρμοδιοτήτων της ενάγουσας έγινε σε εκτέλεση του εφαρμοσθέντος τότε, για πρώτη φορά "Κανονισμού Οργανωτικής Διάρθρωσης του ΟΒΙ" και κατά την παρεχόμενη απ' αυτόν ευχέρεια στον εναγόμενο - εργοδότη, την οποία οργανωτική διάρθρωση και διαδικασία επιλογής προσώπου για τη συσταθείσα δυνάμει αυτού θέση Οικονομικού Διευθυντή αποδέχθηκε η ενάγουσα, χωρίς εκ τούτου να συντρέχει βλαπτική μεταβολή των εργασιακών όρων αυτής και συνακόλουθα ούτε ληξιπρόθεσμη αξίωσή της παρέχουσα σ' αυτή νόμιμο δικαίωμα επίσχεσης εργασίας, το οποίο όμως, χωρίς υπαιτιότητά της υπέλαβε ότι είχε σε βάρος του εναγομένου, ούτε υπερημερία του τελευταίου, αλλά μόνο υποχρέωσή του, σε καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απολύσεως, λόγω καταγγελίας της ένδικης σύμβασης από τον ίδιο.
Και τούτο διότι, από το περιεχόμενο της από 14-5-2007 εξώδικης δήλωσής του, κατά τις ίδιες παραδοχές, προέκυψε, ενόψει των εκτεθέντων περιστάσεων, καταγγελία της σύμβασης από το εναγόμενο, ενώ ουδόλως, με βάση τα γενόμενα δεκτά, προέκυψε ρητή ή σιωπηρή δήλωση βουλήσεως της ενάγουσας για λύση της εργασιακής σύμβασης με οικειοθελή αποχώρησή της, ήτοι με καταγγελία της σύμβασης από την ίδια, αλλ' αντιθέτως ρητά εκπεφρασμένη κατ' επανάληψη δήλωσή της για συνέχιση αυτής.
Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις, και υπό την επίφαση της ίδιας, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλειας, πλήττονται απαραδέκτως οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του και ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (Ολ.ΑΠ 8/2001).
Εξ άλλου, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 10/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΙΔ, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, προσάπτει στη προσβαλλόμενη την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, με προφορική δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα Πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης (σελ. 3) και στις έγγραφες προτάσεις του προέβαλε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης "του επικαλουμένου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, άλλως αποδυναμώσεως αυτού", συνιστάμενη στο ότι: "Η αντίδικος δημιούργησε εύλογα την υποκειμενική πεποίθηση ότι δεν θα προέβαλε ποτέ τις αξιώσεις, τις οποίες ήδη διεκδικεί με την αγωγή της, τόσο με την αδιαμαρτύρητη συμμετοχή της στον ανωτέρω διαγωνισμό για επιλογή οικονομικού διευθυντή, όσο και εκ του ότι ουδόλως διαμαρτυρήθηκε για την επιλογή του, ούτε έκανε λόγο για δήθεν βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της ή υποβάθμισή της, αλλ' αντίθετα η ίδια έθεσε ζήτημα μόνο δικής της συναινετικής αποχωρήσεως.
Πέραν δε τούτου, για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα (από το 2005 έως το 2007) αδράνησε και συνέχισε να προσφέρει την εργασία της από τη δήθεν υποδεέστερη θέση της, το οποίο αντικειμενικώς, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη υπερβαίνει κατά πολύ τον εύλογο χρόνο εντός του οποίου έπρεπε να ασκήσει την αγωγή της", η οποία (άσκηση αγωγής), απαιτείται "και επί μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του εργαζομένου και αποκρούσεως αυτής από τον τελευταίο", δηλαδή ότι ο εργαζόμενος "πρέπει εκτός από την τυχόν ρηματική διαμαρτυρία του, να ασκήσει εντός εύλογου χρόνου τη σχετική αγωγή με την οποία θα ζητεί την επαναφορά των σχετικών όρων εργασίας".
Ότι, την ένσταση αυτή επανέφερε παραδεκτά ενώπιον του Εφετείου, το οποίο "αρνήθηκε να υπαγάγει τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά στη νομική έννοια της κατ' άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστικής ασκήσεως (άλλως αποδυναμώσεως) δικαιώματος". Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει η προβολή της εν λόγω ένστασης, η οποία απορρίφθηκε πρωτοδίκως, το δε Εφετείο, με την προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι: "Η ένσταση του εναγομένου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον τα ιστορούμενα περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν κατάχρηση".
Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Και τούτο διότι: Οι εν λόγω αιτιάσεις αφορούν την επικαλούμενη με το αγωγικό δικόγραφο βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία από το Εφετείο και κατά τούτο προβάλλονται αλυσιτελώς.
Συνακόλουθα, ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά απ' αυτά, κατά παραδοχή μόνο του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., πρέπει η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση να αναιρεθεί, αντίστοιχα, κατά το μέρος που διέλαβε καταψηφιστική διάταξη, κρίνοντας ότι το εναγόμενο ΝΠΙΔ υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ως άνω ποσό των 63.835,10 ευρώ, αντί να διαλάβει αντίστοιχη περί αυτού αναγνωριστική διάταξη.
Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί και να δικασθεί από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 12 § 4 του ν. 4055/2012, αφού δεν χρειάζεται άλλη επί της ουσίας διευκρίνιση, να γίνει δε δεκτή από τυπικής και ουσιαστικής πλευράς η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να εξαφανισθεί η απόφαση αυτή, κατά την ως άνω διάταξη, γενομένης δε κατά ένα μέρος δεκτής της αγωγής, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 63.835,10 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ήτοι από 15-5-2007.
Τέλος τα δικαστικά έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ των διαδίκων ανάλογα με το μέγεθος της νίκης και της ήττας τους και να καταδικασθεί έτσι η αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος (άρθρ. 176 εδ. β', 178 § 1, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 5997/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που διέλαβε καταψηφιστική διάταξη και υποχρέωσε το εναγόμενο ΝΠΙΔ να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 63.835,10 ευρώ.
Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση.
Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την από 18.6.2010 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθ. 1249/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Εξαφανίζει εν μέρει την απόφαση αυτή ως προς την άνω καταψηφιστική της διάταξη. Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Αναγνωρίζει ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των εξήντα τριών χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα πέντε ευρώ και δέκα λεπτών (63.835,10), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, ήτοι από 15-5-2007. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει στο ποσό των επτακοσίων πενήντα (750) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ