Legislator Case Law & Legislation
1342/2013 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court's dismissal of property sale contract due to lack of notarized power of attorney.

Case Number 1342/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the first ground of appeal regarding a property sale contract dispute. The appellants argued that the contract was valid because they personally approved it as heirs, whereas the appellate court had rejected it solely due to the lack of a notarized power of attorney. The court found the appellate court's failure to consider the appellants' explicit approval a procedural error under the Civil Procedure Code. Consequently, the decision was remitted to the appellate court for retrial with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 568(4) and 576(1)-(2) of the Civil Procedure Code; The appellate court's failure to consider the appellant's explicit approval of a property contract as a substantive ground for validity constitutes a procedural error warranting the remittal of the case for retrial.

Keywords

AI generated
property sale contract notarized power of attorney appellate court error heir approval remittal for retrial Civil Procedure Code procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Articles 568(4) and 576(1)-(2) of the Civil Procedure Code
Article 229 of the Civil Code
Article 559(8) of the Civil Procedure Code
Article 580(3) of the Civil Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1342 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1342/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. χας Μ. Μ. το γένος Δ. Κ., 2. Π. Μ. του Μ. και 3. Δ. Μ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γεωργά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. συζ. Ι. Χ. το γένος Α. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χαρίτο και 2. του Αστικού Οικοδομικού Συνεταιρισμού Τραπεζικών Υπαλλήλων Ρόδου "ΣΥΝ.Π.Ε", που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Οκτωβρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 219/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 154/2011 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29 Αυγούστου 2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 2 Ιουλίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος από τους διαδίκους, είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων είτε ο αναιρεσίβλητος, εξετάζεται ποιος από αυτούς επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Αν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίστηκε και δεν εμφανιστεί ο αντίδικος του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση το αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, ενώ αν συζήτηση επισπεύδεται από τον αντίδικο του διαδίκου που εμφανίστηκε, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που του επιδόθηκε (είτε αυτοτελώς είτε με την αίτηση αναίρεσης και της πράξης ορισμού δικασίμου).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο παραστάθηκαν οι αναιρεσείοντες και η πρώτη από τους αναιρεσιβλήτους, ενώ δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο ο δεύτερος αναιρεσίβλητος. Όπως δε προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη έκθεση επίδοσης 94Γ/10.11.2011 του δικαστικού επιμελητή Ρόδου ..., επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο δεύτερο αναιρεσίβλητο, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (5.11.2012). Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του εν λόγω αναιρεσιβλήτου (576 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο οποίος θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την πρώτη αναιρεσίβλητη, με την οποία ευρίσκεται σε αναγκαστική ομοδικία (76 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενόψει του ότι στην περίπτωση εναγωγής εκ μέρους του δανειστή, με πλαγιαστική και ευθεία αγωγή, του οφειλέτη του και τρίτου, με αίτημα την καταδίκη του τρίτου σε δήλωση βούλησης για μεταβίβαση ορισμένου ακινήτου απέναντι στον οφειλέτη του και στη συνέχεια την καταδίκη του οφειλέτη σε δήλωση βούλησης απέναντι στον ίδιο για μεταβίβαση του ίδιου ακινήτου, όπως συμβαίνει στην ένδικη υπόθεση, δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων απέναντι στους ομοδίκους αυτούς.

Ο λόγος αναίρεσης από το αρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (αρθρ. 106 ΚΠολΔ),αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (αρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Για το παραδεκτό του πιο πάνω λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι ισχυρισμοί ή αντίστοιχα το απαράδεκτο ή η ακυρότητα είχαν προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκαν παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης ή νομίμως με τις προτάσεις (240 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του αρθρ. 562§2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το αρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, γεγονός που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 211 ΑΚ, σύμβαση ορισμένου περιεχομένου δεν παραλλάσσει ως προς την ταυτότητα της και τις έννομες συνέπειες της εκ του ότι οι συμβληθέντες έδρασαν κατά τη σύναψη αυτής αυτοπροσώπως ή μέσω τρίτου προσώπου, το οποίο προέβη στην οικεία δήλωση βούλησης ως άμεσος αντιπρόσωπος κάποιου από αυτούς, εφόσον και στη δεύτερη περίπτωση η σύμβαση ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευθέντος, στο πρόσωπο του οποίου παράγονται ευθέως τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από τη σύμβαση.

Ως εκ τούτου, εάν στην αγωγή γίνεται μνεία ότι κάποια σύμβαση, η οποία στηρίζει την αγωγή καταρτίστηκε μεταξύ των συμβαλλομένων αυτοπροσώπως, ή και χωρίς να προσδιορίζεται αν τη σύμβαση αυτή την κατάρτισαν τα μέρη δηλώνοντας τη βούλησή τους αυτοπροσώπως ή με αντιπρόσωπο, η αγωγή δεν στερείται στοιχείου αναγκαίου για την πληρότητά της, αφού σε κάθε περίπτωση τα αποτελέσματα της σύμβασης επέρχονται στα πρόσωπα των υποκειμένων τους.

Από αυτό συνάγεται περαιτέρω ότι ο μεταγενέστερος ισχυρισμός του ενάγοντος, ενόψει αμφισβήτησης εκ μέρους του εναγομένου της ιδιότητας αυτού ως φορέα του επικαλούμενου δικαιώματος και υποκειμένου της επίδικης έννομης σχέσης, η οποία συνιστά άρνηση της βάσης της αγωγής, ότι η προβαλλόμενη με την αγωγή σύμβαση καταρτίστηκε με τρίτο πρόσωπο, που, έχοντας τη σχετική εξουσία αντιπροσώπευσης, ενήργησε ως άμεσος αντιπρόσωπος του ίδιου (ενάγοντος), δεν συνεπάγεται μεταβολή της βάσης της αγωγής, αλλά συνιστά διευκρίνιση και αναγκαία συμπλήρωσή της, η οποία επιτρέπεται κατά το άρθρο 224 να γίνει με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1272/1999, ΑΠ 60/2010).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1033 και 166 ΑΚ προκύπτει ότι το προσύμφωνο μεταβίβασης ακινήτου, ως τέλεια σύμβαση, υποβάλλεται, με ποινή ακυρότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 159 και 180 του ίδιου Κώδικα, στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Η δήλωση βούλησης του εκ προσυμφώνου αγοραστή, με την οποία αυτός αναλαμβάνει έναντι του αντισυμβαλλομένου του πωλητή να συνάψει ορισμένη σύμβαση για μεταβίβαση ακινήτου, μπορεί να γίνει και με πληρεξούσιο (αντιπρόσωπο) σύμφωνα με το άρθρο 211 ΑΚ.

Σ' αυτή την περίπτωση, η δήλωση του αντιπροσωπευομένου προς τον εξουσιοδοτούμενο (πληρεξουσιότητα), για να είναι έγκυρη η εν συνεχεία καταρτισθείσα μεταξύ του αντιπροσώπου και του τρίτου σύμβαση προσυμφώνου, με την οποία ο τρίτος υπόσχεται στον αντιπρόσωπο, που ενεργεί στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, ότι υποχρεούται να μεταβιβάσει στον τελευταίο ορισμένο ακίνητο, πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, που απαιτείται για την κατάρτιση της κυρίας σύμβασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 217 παρ. 2, 158, 159 παρ.1 και 180 ΑΚ, οι οποίες αποσκοπούν τόσο στην προστασία του δικαιοπρακτούντος αντιπροσωπευομένου, στο όνομα και για λογαριασμό του οποίου ενήργησε ο άμεσος αντιπρόσωπος αυτού, όσο και στην προστασία των συναλλαγών (ΑΠ 328/2009).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 211, 229 και 238 ΑΚ προκύπτει, ότι η ανίσχυρη καταρχήν και μη παράγουσα αποτελέσματα δικαιοπραξία, την οποία συνομολόγησε κάποιος ως αντιπρόσωπος άλλου, χωρίς την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, μπορεί εκ των υστέρων να αποκτήσει κύρος, εφόσον εγκριθεί από τον αντιπροσωπευόμενο.

Η έγκριση αυτή, αναγόμενη στο χρόνο της δικαιοπραξίας, αναπληρώνει την έλλειψη της εξουσίας αντιπροσώπευσης και γίνεται με μονομερή δήλωση απευθυντέα στο άλλο μέρος των συμβαλλομένων, υποβαλλόμενη στον τύπο που προβλέπεται για τη σύμβαση που αφορά (ΑΠ 1118/2010, ΑΠ 96/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την πρωτόδικη απόφαση 209/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου έγινε στο σύνολο της δεκτή η από 29.10.2004 αγωγή των αναιρεσειόντων, μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Μ. Μ., οι οποίοι, επικαλούμενοι το 9302/1963 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο αγοραπωλησίας ακινήτου μεταξύ του εν λόγω δικαιοπαρόχου τους και του δικαιοπαρόχου πατέρα της πρώτης αναιρεσίβλητης (με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή) Α.

Γ., με το οποίο ο τελευταίος, μέλος του δεύτερου αναιρεσιβλήτου οικοδομικού συνεταιρισμού, ανέλαβε την υποχρέωση να συνάψει σύμβαση πώλησης και να μεταβιβάσει κατά κυριότητα στον πρώτο το οικόπεδο που θα περιερχόταν σ' αυτόν μετά τη διανομή της οικοπεδικής έκτασης του συνεταιρισμού αντί του καταβληθέντος τότε τιμήματος 45.000 δρχ., ζήτησαν, ενόψει του ότι η διανομή των οικοπέδων έλαβε χώρα στις 23.11.2002 και περιήλθε στην πρώτη αναιρεσίβλητη, ως κληρονόμο του Α.

Γ. το επίδικο οικόπεδο, η οποία όμως αδρανεί για τη μεταγραφή του οικοπέδου αυτού στο όνομα της στο κτηματολόγιο Ρόδου, α) να καταδικαστούν πλαγιαστικά οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι σε δήλωση βούλησης, ώστε να μεταβιβαστεί κατά κυριότητα στην πρώτη και να μεταγραφεί στο όνομα της στο κτηματολόγιο Ρόδου το επίμαχο οικόπεδο και β) να καταδικαστεί στη συνέχεια η πρώτη εναγομένη σε εκτέλεση του προαναφερόμενου συμβολαιογραφικού προσυμφώνου να μεταβιβάσει κατά κυριότητα στους ίδιους το πιο πάνω οικόπεδο.

Ακολούθησε, μετά από την άσκηση έφεσης εκ μέρους της πρώτης εναγομένης η έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση, ως απαράδεκτη, στην έκταση που στρεφόταν εναντίον του δεύτερου εναγομένου οικοδομικού συνεταιρισμού, ενώ έγινε κατά τα λοιπά τυπικά και ουσιαστικά δεκτή και, αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη, με την αιτιολογία ότι το επίμαχο συμβολαιογραφικό προσύμφωνο είναι άκυρο, επειδή σ' αυτό συμβλήθηκε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, μέσω του Δ.

Κ., ως άμεσου αντιπροσώπου του, ο οποίος όμως δεν είχε την απαιτούμενη για το σκοπό αυτό συμβολαιογραφική πληρεξουσιότητα. Ήδη οι αναιρεσείοντες προβάλλουν με τον πρώτο λόγο αναίρεσης την αιτίαση ότι, μολονότι οι ίδιοι προέβαλαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφεραν με τις προτάσεις τους της δευτεροβάθμιας δίκης τον ισχυρισμό ότι το επίμαχο συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, στο οποίο συμβλήθηκε ο πιο πάνω δικαιοπάροχος τους, εκπροσωπούμενος από το Δ.

Κ., ως άμεσο αντιπρόσωπο του, που δεν είχε συμβολαιογραφική πληρεξουσιότητα, έλλειψη την οποία προέβαλε η πρώτη εναγομένη, εγκρίθηκε από τους ίδιους με το συμβολαιογραφικό έγγραφο .../2007 του συμβολαιογράφου Ρόδου Δημητρίου Γκόρτσου, το οποίο και κοινοποίησαν στους εναγομένους, το Εφετείο δεν έλαβε καθόλου υπόψη τον κρίσιμο αυτό για την ευδοκίμηση της αγωγής τους ισχυρισμό της έγκρισης του επίμαχου προσυμφώνου, σύμφωνα με το άρθρο 229 ΑΚ, η οποία (έγκριση) έχει αναδρομική δύναμη και ανατρέχει στο χρόνο κατάρτισης του προσυμφώνου, και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων των προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτοί, αποκρούοντας την προβαλλόμενη εκ μέρους της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης αμφισβήτηση της ενεργητικής τους νομιμοποίησης, λόγω της μη χορήγησης από τον κληρονομηθέντα από τους ίδιους Μ.

Μ. συμβολαιογραφικής πληρεξουσιότητας προς το Δ. Κ., υπογράψαντα το επίμαχο συμβολαιογραφικό προσύμφωνο με την ιδιότητα του αμέσου αντιπροσώπου εκείνου, ισχυρίστηκαν ότι το προσύμφωνο αυτό ενέκριναν ρητά οι ίδιοι, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Μ. Μ., με τη δήλωση τους .../27.3.2007 ενώπιον του συμβολαιογράφου Ρόδου Δημητρίου Γιώρτσου, την οποία κοινοποίησαν στην εν λόγω εναγομένη, γεγονός που κατέστησε σύμφωνα με το άρθρο 229 ΑΚ δεσμευτικό για όλους το προσύμφωνο αναδρομικά από την κατάρτιση του.

Εξάλλου από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην απόρριψη της αγωγής, αναφορικά με την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, λόγω ακυρότητας του επίμαχου συμβολαιογραφικού προσυμφώνου πώλησης ακινήτου, με τη σκέψη ότι η αντιπροσώπευση του αγοραστή Μ.

Μ. από το Δ. Κ. κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου αυτού, η οποία έλαβε χώρα χωρίς την τήρηση του συμβολαιογραφικού τύπου, ως προς την παρασχεθείσα στον τελευταίο πληρεξουσιότητα είναι άκυρη, χωρίς καθόλου να λάβει υπόψη τον προαναφερόμενο κρίσιμο για τη θεμελίωση της αγωγής ισχυρισμό των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων για έγκριση εκ μέρους τους του επίμαχου συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, που αποτελεί, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ.

Έτσι κρίνεται βάσιμος ο πιο πάνω πρώτος λόγος αναίρεσης. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναίρεσης, του οποίου η αναιρετική εμβέλεια καθιστά περιττή την έρευνα των υπόλοιπων λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου κατά την έκταση που δέχθηκε την έφεση, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά την έκταση αυτή, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθ. 580§3 ΚΠολΔ), καινά καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την απόφαση 154/2011 του Εφετείου Δωδεκανήσου, κατά την έκταση που δέχθηκε την έφεση της εκκαλούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης.

Παραπέμπει κατά την έκταση αυτή την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ