Supreme Court dismisses appeal on appealability and procedural defects in a lease damage case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding leasehold damages. The court found the original lawsuit inadmissible due to insufficient factual detail and rejected arguments that evidence was improperly ignored or that the claim amount was incorrectly limited. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 216(1), 559(11), 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the underlying suit was rejected for lack of procedural prerequisites such as insufficient factual description, and evidence not cited in the appellate proceedings cannot be introduced retroactively.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1342 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1342/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ......................., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Ρεθυμιωτάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: ........................, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καλλίγερο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Φεβρουαρίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 358/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 793/2004 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κυριτσάκης, ανέγνωσε την από 30 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ με την οποία ορίζεται ότι το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της , β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, προκύπτει, ότι η μη πλήρης αναφορά των περιστατικών αυτών, καθιστά την αγωγή αόριστη και οδηγεί στην απόρριψή της , ως απαράδεκτης για έλλειψη διαδικαστικής προϋποθέσεως, η οποία αποτελεί και προϋπόθεση του παραδεκτού της ( Ολ ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 265 και 365/2000).
Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 592, 594, 599 σε συνδυασμό με το άρθρο 330 ΑΚ, προκύπτει ότι ο μισθωτής έχει υποχρέωση να χρησιμοποιεί το μίσθιο, κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, με επιμέλεια και όπως ειδικότερα έχει συμφωνηθεί, ώστε να είναι σε θέση κατά τη λήξη της συμβάσεως, να αποδώσει τούτο χωρίς φθορές, με εξαίρεση εκείνες που προκλήθηκαν από τη συνήθη χρήση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, διότι διαφορετικά, υπέχει υποχρέωση να αποκαταστήσει κάθε θετική και αποθετική ζημία που υφίσταται ο εκμισθωτής από την ανεπίτρεπτη, πέραν της συνήθους χρήσεως, φθορά του μισθίου.
Προκύπτει, επίσης, ότι για τη θεμελίωση της σχετικής αγωγής του εκμισθωτού απαιτείται η ύπαρξη συμβάσεως μισθώσεως, επενεχθείσες στο μίσθιο φθορές, ποσό ζημίας, όχι , όμως, και υπαιτιότητα του μισθωτή, ο οποίος για να καταλύσει την αγωγή, έχει δικαίωμα να προτείνει κατ' ένσταση, ότι οι φθορές του μισθίου οφείλονται σε γεγονός για το οποίο ο ίδιος δεν υπέχει ευθύνη, ή σε ανώτερη βία.
Επομένως, επί αγωγής με αίτημα την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω φθορών στο μίσθιο, πρέπει, για το ορισμένο αυτής, να προσδιορίζονται κατ' άρθρο 118, 216 ΚΠολΔ με σαφήνεια: α) πόσα μέρη του μισθίου υπέστησαν ολική ή μερική φθορά (είδος, ποσότητα και ποιότητα) και β) πόση η απαιτούμενη δαπάνη σε υλικά (ποσότητα, ποιότητα αυτών και η επιμέρους αξία κάθε υλικού) και για αμοιβή εργατοτεχνικού προσωπικού (αριθμός, ειδικότητα προσωπικού και μέρες απασχόλησης).Αν τα στοιχεία αυτά ελλείπουν, η αγωγή είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως.
Εξ άλλου από τα άρθρα 566 και 599 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, με την έννοια ότι πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η έφεση, οι προτάσεις κ.λ.π..
Επομένως σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως κατ΄ αποφάσεως που απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, πρέπει ο σχετικός λόγος αναιρέσεως να διαλαμβάνει ποιό ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής ή ανταγωγής, κατά περίπτωση, και ως προς ποίο σημείο ειδικότερα κρίθηκε ότι δεν ήταν πλήρης (ΑΠ 1610/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το άρθρ. 559 αριθμό 14, ότι απέρριψε ως αόριστη την αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε αποζημίωση λόγω φθορών που προκλήθηκαν στο μίσθιο κατάστημα και αξίωσε ακριβή και με σαφήνεια προσδιορισμό στην αγωγή των φθορών του μισθίου κατά το άρθρο 216 Α.Κ., ενώ το άρθρο αυτό δεν έχει καμία σχέση με αποζημίωση φθορών.
Ο λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της αγωγής και τα σημεία ως προς τα οποία κρίθηκε ότι αυτή δεν είναι πλήρης, η δε αναφορά στην αιτιολογία της απόφασης του άρθρου 216 Α.Κ. αντί του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ, τέθηκε από προφανή παραδρομή.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 106 , 346 και 453 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, η παράβαση δε της υποχρεώσεώς του αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, με την αναγκαία πάντοτε προϋπόθεση, ότι το αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε με επίκληση κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, αν το αποδεικτικό αυτό μέσο είναι έγγραφο, ότι η ταυτότητα του εγγράφου προσδιορίζεται με σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία, ώστε να αναγνωρίζεται χωρίς αμφιβολία.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ, στο οποίο γίνεται λόγος για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο όχι δε και για επαναφορά των αποδεικτικών μέσων, η επίκληση με αναφορά στις προτάσεις της συζητήσεως , κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονταν στις προτάσεις προηγουμένων συζητήσεων δεν αρκεί και δεν είναι νόμιμη (πρβλ ΟλΑΠ 30/1997 ).
Επομένως, συρραφή και ενσωμάτωση ολόκληρου του κειμένου των προτάσεων που είχαν υποβληθεί στον πρώτο βαθμό, στις προτάσεις για το Εφετείο, χωρίς ειδική μνεία στις τελευταίες των ισχυρισμών που επαναφέρονται σε σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρώτων που τους περιέχουν, δεν συνιστά νόμιμο τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών (Ολ.
ΑΠ 9/2000). Το αυτό ισχύει και για τα αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν για την απόδειξη των ισχυρισμών τους ( ΑΠ 531/2005 ). Στην προκείμενη περίπτωση, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε στις προτάσεις που κατέθεσε στο εφετείο οι οποίες αποτέλεσαν ένα σώμα με τις προτάσεις που κατέθεσε πρωτόδικα στις οποίες έκανε ειδική επίκληση στο κάθε ένα από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, απλώς δε δεν ανέφερε, ότι με επίκληση προσκομίζει νόμιμα και σε επικυρωμένο αντίγραφο τις προτάσεις που κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .
Από την παραδεκτή επισκόπηση στα πλαίσια της διάταξης του άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ των προτάσεων της αναιρεσείουσας, προκύπτει, ότι πράγματι δεν έγινε επίκληση αποδεικτικών μέσων, στις προτάσεις ενώπιον του εφετείου. Η ενσωμάτωση δε των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου σε εκείνες του εφετείου και στην περίπτωση ακόμη που γινόταν επίκληση τους, δεν αποτελούσε νομότυπο τρόπο προσκομιδής και επίκλησης αποδεικτικών μέσων και ορθώς τα έγγραφα αυτά δεν λήφθηκαν υπόψη από το εφετείο.
Είναι, επομένως, απορριπτέοι: οι δεύτερος και πέμπτος από το άρθρο 559 αριθ. 11 λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται η αιτίαση, ότι κακώς δεν λήφθηκαν υπόψη τα πιο πάνω έγγραφα.
ΙΙΙ. Με τον τρίτο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι εσφαλμένα ανέφερε ότι ο περιορισμός της αγωγής από 20.012 σε 12.750 Ευρώ, δεν ήταν νομότυπος, αφού στις προτάσεις της αναφέρθηκε ακριβώς το ποσό που αφορούσε κάθε επί μέρους κονδύλιο της αγωγής . Ο λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αλυσιτελής, αφού κατά το κεφάλαιο αυτό η αγωγή απορρίφθηκε λόγω της αοριστίας της και ήταν, εντεύθεν, χωρίς νόμιμη επιρροή ο γενόμενος παραδεκτός ή όχι περιορισμός των κονδυλίων της αγωγής.
VI. Με τον πέμπτο από το 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι έλαβε υπόψη της την 77/1.11.2002 ένορκη βεβαίωση του ..............., της οποίας δεν είχε κάνει ειδική μνεία ο αναιρεσίβλητος στο κύριο σώμα των προτάσεων που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της εφέσεως, αλλά το πρώτον με την προσθήκη και αντίκρουση.
Ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι , όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ΄ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, ήδη από την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο της 16.10.2003, είχε επικαλεστεί ο τελευταίος την εν λόγω ένορκη βεβαίωση που προσδιόρισε ως σχετικό με τον αριθμό 8, κατά δε τη νέα μετ΄ αναβολή δικάσιμο της 22.4.2004, αναφερόμενος ο αναιρεσίβλητος, στη γενόμενη, προηγουμένως, επίκληση δήλωσε ότι προσκομίζει και επικαλείται εκ νέου, νόμιμα, όλα τα πρωτοδίκως προσκομισθέντα έγγραφα τα οποία και πάλι διεξοδικά ανέφερε.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.2.2006 αίτηση της ................ για αναίρεση, της 793/2004 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε εφτακόσια εβδομήντα (770 ) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2006 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2006
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ