Legislator Case Law & Legislation
1341/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for absence but partially allows it to apply more lenient law to accomplice.

Case Number 1341/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal because he failed to appear in court despite being legally summoned. However, the court partially allowed the appeal regarding the main penalty, applying the more lenient law available at the time. This favorable outcome was extended to the accomplice, L. K. K., who did not file an appeal, ensuring the benefit of the new law covered all convicted parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 512, 514 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal if the appellant fails to appear, but may apply the most lenient law ex officio and extend that benefit to accomplices who did not appeal.

Keywords

AI generated
failure to appear dismissal of appeal ex officio application most lenient law extension to accomplice Code of Criminal Procedure partial remittal

Cited Legislation

AI generated
Article 512, paragraph 1, section g of the Code of Criminal Procedure
Article 514, section a of the Code of Criminal Procedure
Article 512, paragraph 3 of the Code of Criminal Procedure
Article 511 of the Code of Criminal Procedure
Article 511, last section of the Code of Criminal Procedure
Article 514, section d, item b of the Code of Criminal Procedure
Article 469 of the Code of Criminal Procedure
Article 47 of the Penal Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1341 / 2020 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1341/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη και Νικόλαο Βεργιτσάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου T. E. του M., κατοίκου ... που δεν παραστάθηκε, για αναίρεση της υπ'αριθ.493/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12-09-2019 και με αριθμό γενικού πρωτ. της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου .../13-9-2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1342/19.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α)να εφαρμοστεί αυτεπαγγέλτως ο επιεικέστερος νόμος, β)να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής κύριας, παρεπόμενης ποινής και μέτρου ασφάλειας και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο αν είναι δυνατό από τους ίδιους δικαστές.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 512 παρ. 1 εδ. γ' του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη της παρ. 3 του άρθρου 512 ΚΠΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου ο αιτών την αναίρεση προσηκόντως, ήτοι με συνήγορο ή δι' αυτού, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στη συζήτηση, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται. Εξαίρεση εισάγεται με τις διατάξεις των άρθρων 511 εδ. τελευταίο και 514 εδ. δ' περ. β' ΚΠΔ, κατά τις οποίες, είτε εμφανισθεί είτε απολείπεται ο αναιρεσείων-κατηγορούμένος, αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως: α) παραθέτει το σχετικό άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν αυτό δεν έχει παρατεθεί σε αυτή ή έχει παρατεθεί εσφαλμένα και β) εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της απόφασης (άρθρο 511).

ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνίες 2 και 29/6-2020 αποδεικτικά επιδόσεως του Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Κ. Β. και του Επιμελητή της Εισαγγελίας Αρείου Πάγου Χ. Λ., αντίστοιχα, ο αναιρεσείων T. E. του M., καθώς και ο αντίκλητος δικηγόρος του, κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 2 εδ. β', δ' και ε' του ως άνω Κώδικα, για την σημερινή ορισθείσα δικάσιμο της 9-10-2020, πλην όμως αυτός δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν με συνήγορ, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

ΙΙΙ. Η κρινόμενη από 12-09-2019 και με αριθμό γενικού πρωτ. της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου .../13-9-2019 αίτηση του T. E. του M., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ'αριθμ. 493/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πάτρας, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε ως λόγο αναίρεσης, κατ'εκτίμηση του δικογράφου της, αυτόν, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ).

IV. Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Π.Κ., "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις". Αναλόγου περιεχομένου και ευμενέστερη είναι και η αντίστοιχη διάταξη του νέου Π.Κ. (Νόμος 4619/2019) ισχύουσα από 1-7-2019 (βλ.

άρθρο 460 αυτού) με την οποία ορίζεται "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (Ολ.

Α.Π. 1/2014, Α.Π. 1025/2020). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποίαν καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος, με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμία από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ., ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη, λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ θεωρείται η πρώτη βαρύτερη της δεύτερης και σε περίπτωση χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση, θεωρείται ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής.

Έτσι αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι αν ο νόμος είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά αν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι`αυτόν και δεν αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς (ΑΠ 1466/2019).

V. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 380 παρ.1 του ισχύοντος από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα, "1. Όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή.".

Στην παρ. 1 του άρθρου 380 του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ποινικού κώδικα, περιλαμβανόταν και η διάταξη του εδ. β', σύμφωνα με την οποία "Η τέλεση της πράξης του προηγούμενου εδαφίου με κάλυψη ή αλλοίωση των χαρακτηριστικών του προσώπου του δράστη συνιστά επιβαρυντική περίσταση." Η ως άνω διάταξη του νέου ΠΚ, κατά το μέρος που με αυτήν καταργείται η επιβαρυντική περίσταση του εδ.

β' της παρ. 1 του προηγούμενου ΠΚ, δηλ. της κάλυψης ή αλλοίωσης των χαρακτηριστικών του προσώπου του δράστη, είναι ευμενέστερη της προϊσχύσασας, σημειουμένου ότι η απειλή με τη νέα διάταξη του Π.Κ. και χρηματικής ποινής δεν την καθιστά δυσμενέστερη, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη, λαμβάνεται κατ` αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 52 παρ.2 του ισχύοντος νέου Π.Κ.

ορίζεται ότι: "Η διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης δεν υπερβαίνει τα δέκα πέντε (15) έτη ούτε είναι κατώτερη των πέντε ετών". Η διάταξη αυτή είναι ευμενέστερη της προισχύσασας της παραγράφου 3 του ταυτάριθμου άρθρου 52 του Π.Κ., σύμφωνα με την οποία: "Η διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη, ούτε είναι μικρότερη από πέντε έτη", αφού προβλέπεται χαμηλότερο ανώτατο όριο ποινής κάθειρξης ήτοι δεκαπέντε έτη, έναντι της προγενέστερης που προβλεπόταν είκοσι έτη.

Επομένως, συντρέχει περίπτωση επιεικέστερου νόμου, ως προς την απειλούμενη στερητική της ελευθερίας ποινή. Από τη διάταξη δε του άρθρου 59 του νέου Π Κ, που ορίζει τις παρεπόμενες ποινές, προκύπτει ότι μεταξύ αυτών δεν περιλαμβάνεται πλέον η ποινή της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, που προβλεπόταν από τις διατάξεις των άρθρων 59-61 του προϊσχύσαντος ΠΚ, η οποία καταργήθηκε γιατί κρίθηκε ως παρωχημένη, επιβαλλόταν δε σε περίπτωση καταδίκης σε ισόβια και πρόσκαιρη κάθειρξη, όπως στην προκείμενη περίπτωση (βλ.

Αιτιολογική Έκθεση του ν.4619/2019, άρθρο 59). Επίσης, με το νέο Π Κ καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 74 του ΠΚ, η οποία προέβλεπε ως μέτρο ασφάλειας την απέλαση αλλοδαπού, η οποία πλέον διατηρήθηκε ως μέτρο διοικητικού χαρακτήρα, στις περιπτώσεις που η παρουσία του αλλοδαπού δημιουργεί προβλήματα στη χώρα. VΙ.

Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα, επισκοπούμενα παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πάτρας, δικάζοντας κατ' έφεση, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών για την αξιόποινη πράξη της Ληστείας από κοινού με καλυμμένα και αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά προσώπου, επί πλέον δε, απαγγέλθηκε σε βάρος του τριετής αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων και απέλαση από τη χώρα και απαγόρευση επανεισόδου του για 10 έτη.

Τον καταδίκασε δηλαδή με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 380 παρ.1 εδ. α'και β' του ΠΚ, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Εφόσον, όμως, η επιβαρυντική αυτή περίσταση της τέλεσης της πράξης του προηγούμενου εδαφίου (με κάλυψη ή αλλοίωση των χαρακτηριστικών του προσώπου του δράστη), δεν διαλαμβάνεται πλέον στις διατάξεις του άρθρου 380παρ.1 του ισχύοντος (από 1-7-2019) ΠΚ, αφού απαλείφθηκε, εφαρμόζεται αυτεπαγγέλτως εν προκειμένω, κατ' άρθρο 2 του ίδιου Κώδικα, η επιεικέστερη διάταξη, διότι οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος.

VΙΙ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον η ένδικη αίτηση αναίρεσης κρίθηκε παραδεκτή, έστω και αν κατά τη συζήτησή της δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσείων (αρθρ. 514 παρ. 2 εδ. δ' περ. β' ΚΠΔ), πρέπει, κατ' αυτεπέγγελτη εφαρμογή του επιεικέστερου νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Κ., να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, (α') ως προς την επιβληθείσα κύρια ποινή και να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, προκειμένου αυτό να προβεί σε νέα επιμέτρηση αυτής στα πλαίσια των προαναφερθεισών ευνοϊκότερων διατάξεων με τις οποίες κατά τα προαναφερθέντα αφ'ενός μεν δεν προβλέπεται πλέον η επιβαρυντική περίσταση αφετέρου δε μειώθηκε το ανώτατο όριο κάθειρξης και αν είναι δυνατόν συγκροτούμενο από τους ίδιους δικαστές (άρθρο 522 του ισχύοντος Κ.Π.Δ)., που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, κατά το άρθρο 590 του ιδίου κώδικα, (β') να απαλειφθεί η άνω επιβαρυντική αυτή περίσταση κατά το μέρος της τέλεσης της πράξης της ληστείας τελεσθείσα με κάλυψη των χαρακτηριστικών του προσώπου του δράστη και γ') ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής της παρεπόμενης ποινής της αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων και της απέλασης από τη χώρα, τις οποίες πρέπει να απαλείψει ο Άρειος Πάγος, μη συντρέχουσας περίπτωσης παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας κατά τούτο, ελλείψει αντικειμένου περαιτέρω έρευνας.

VΙΙΙ. Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 του ΚΠΔ, "Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους.....".

Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμέτοχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι: α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που δικαιούνταν να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικώς στο πρόσωπο του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νομίμου προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο.

Δηλαδή καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναίρεσης, επέκταση της ευνοϊκής κρίσης του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό και ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνον για αντικειμενικούς λόγους, που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο και όχι για λόγους προσωπικούς.

Οι ωφελούμενοι κατά τα παραπάνω από το επεκτατικό αποτέλεσμα δικαιούνται και δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ένδικου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλουν άλλους ιδίους λόγους, κύριους ή πρόσθετους, το δε δικαστήριο επεκτείνει και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως το ευεργετικό αποτέλεσμα, που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντος.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο λόγος αναίρεσης της απόφασης, λόγω της αυτεπάγγελτης εφαρμογής του ευμενέστερου νόμου, δεν αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος αυτουργού, αλλά και στο πρόσωπο του συγκαταδικασθέντος συμμέτοχου και δη του απλού συνεργού στη ληστεία L. K. K. του P. ο οποίος δεν έχει ασκήσει αναίρεση.

Επομένως, το ευεργετικό αποτέλεσμα της ένδικης αναίρεσης πρέπει, κατ' άρθρο 469 του ΚΠΔ, να επεκταθεί και στον εν λόγω ωφελούμενο συγκατηγορούμενο και συγκαταδικασθέντα. Επίσης, όπως και στη μείζονα σκέψη αναφέρθηκε, ο 'Άρειος Πάγος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 514 εδ. δ' περ. β' του Κ.Ποιν.Δ., πρέπει, αυτεπαγγέλτως, να παραθέσει στην προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 493/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πάτρας την εφαρμοσθείσα άνω διάταξη του άρθρου 47 του Π.Κ, για τον εν λόγω ωφελούμενο συγκατηγορούμενο, την οποία παρέλειψε από παραδρομή να παραθέσει το Δικαστήριο της ουσίας στην οικεία θέση των πρακτικών της απόφασης αυτής, κατά την αναγραφή των άρθρων του Π.Κ.

που εφάρμοσε, για την ενοχή της αξιόποινης πράξεως του, της απλής συνέργειας και την εν συνεχεία επιβολή της ποινής και να απορρίψει κατά τα λοιπά, ως ανυποστήρικτη, την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραθέτει στην προσβαλλόμενη, υπ' αριθμόν 493/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πάτρας το μη αναγραφέν, από παραδρομή, άρθρο 47 του Π.Κ., στο έβδομο φύλλο και στην αρχή του 5ου στίχου αυτής από το τέλος.

Αναιρεί εν μέρει την ως άνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πάτρας ως προς τον κατηγορούμενο T. E. M., μόνο ως προς την επιβληθείσα ποινή.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση και μόνο ως προς την επιβληθείσα ποινή στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από τους ίδιους δικαστές, εφόσον τούτο είναι δυνατόν. Επεκτείνει το αναιρετικό ως άνω αποτέλεσμα της ένδικης αναίρεσης και στον καταδικασθέντα συγκατηγορούμενο L. K. K. του P..

Απαλείφει από την προσβαλλόμενη απόφαση τις διατάξεις, (α') την ύπαρξη της επιβαρυντικής περίσταση, "με κάλυψη ή αλλοίωση των χαρακτηριστικών του προσώπου του δράστη", (β') αυτή που απαγγέλλει αποστέρηση πολιτικών του δικαιωμάτων, (γ) καθώς και αυτή που διατάσσει την απέλασή του από τη χώρα μετά την έκτιση της ποινής και απαγόρευση επανεισόδου για δέκα έτη.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 12-09-2019 και με αριθμό γενικού πρωτ. Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου .../13-9-2019 Δήλωση αυτού για αναίρεση της προαναφερθείσας απόφασης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2020.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ