Legislator Case Law & Legislation
1341/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on bank account insolvency and guarantor liability grounds.

Case Number 1341/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by former residents against a final judgment regarding a bank account dispute. The appellants argued that the lower court erred in deeming the bank's claim time-barred and in holding the guarantor liable for the credit line balance rather than the final account closure. The court rejected these claims, ruling that the bank's right to demand payment arose when the credit line closed with a negative balance, satisfying the insolvency requirement for the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 47 and 65 of the Law on the Enforcement of Judgments; The bank's claim is time-barred only if the underlying debt was extinguished by the time of the appeal, and the guarantor's liability is determined by the state of the account at the time of the debt's creation, not its final closure.

Keywords

AI generated
bank account insolvency guarantor liability time-barred claim enforcement of judgments appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 939A of the Code of Civil Procedure
Article 47 of the Law on the Enforcement of Judgments
Article 65 of the Law on the Enforcement of Judgments
Article 112 of the Enforcement of Judgments Law
Articles 847, 848, 851, 852, 873, and 281 of the Civil Code
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 15/2012
Supreme Court Case 709/1974
Supreme Court Case 190/1955
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1341 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1341/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Π. Π. του Κ., πρώην κατοίκου ... και ήδη κατοίκου ... και 2) Π. Π. του Κ. και Α. Λ. του Ι., συζύγου Π. Π., κατοίκου ομοίως, ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Κ. Π. του Π. και Α., κατοίκου ομοίως. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Μιχελή. Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "... ΑΕ") και τον διακριτικό τίτλο "... AE", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μπαρδάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-11-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1318/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2609/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2609/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 19-6-2017 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 349/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανέβαλε τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την υπ' αριθ. 1855/2017 απόφαση του Α2 τμήματος του Αρείου Πάγου. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 10-7-2018 κλήση των αναιρεσειόντων - καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 939ΑΚ, βασική προϋπόθεση για την ύπαρξη αξίωσης του δανειστή προς διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, της γενόμενης από τον οφειλέτη προς τρίτο απαλλοτρίωσης στοιχείου της περιουσίας του αποτελεί η δημιουργούμενη εξ αιτίας αυτής για τον οφειλέτη αφερεγγυότητα, δηλαδή η ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας του προς ικανοποίηση του δανειστή, πρέπει δε η αφερεγγυότητα να υπάρχει και κατά το χρόνο άσκησης της σχετικής αγωγής, οπότε κρίνεται το στοιχείο της βλάβης του δανειστή (Ολ.

ΑΠ 15/2012), ενώ αδιάφορο είναι, αν η απαίτηση του δανειστή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ή αν αυτή έχει δικαστικά βεβαιωθεί και εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο, αρκεί αυτή να έχει γεννηθεί κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, δηλαδή να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα αυτής και να είναι ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής (Ολ.

ΑΠ 709/1974, ΑΠ 928/2014, ΑΠ 1720/2014).Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 941 ΑΚ, που ορίζει, ότι η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν ο τρίτος, υπέρ του οποίου έγινε, γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, θα πρέπει ο τρίτος να γνωρίζει θετικά κατά την απαλλοτρίωση την καταδολιευτική πρόθεση του οφειλέτη και δεν αρκεί η υπαίτια άγνοια του, έστω και οφειλόμενη σε βαριά αμέλειά του (ΑΠ 928/2014).

Τεκμαίρεται όμως, ότι ο τρίτος το γνωρίζει, αν κατά την απαλλοτρίωση είναι σύζυγος του οφειλέτη ή συγγενής του σε ευθεία γραμμή ή συγγενής του σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο. Το τεκμήριο δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής (ΑΠ 708/2017).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118, 216 ΚΠολΔ και 939-941 ΑΚ συνάγεται ότι, το δικόγραφο της αγωγής με την οποία ζητείται η εκ μέρους του δανειστή διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, κάθε απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας του οφειλέτη του πρέπει, για την πληρότητά του, να διαλαμβάνει α) περιγραφή αφενός της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεγενημένης κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και ληξιπρόθεσμης κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και αφετέρου του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου του τελευταίου με τον προσδιορισμό της αξίας αυτού κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (Ολ ΑΠ 15/2012) β) επίκληση προθέσεως βλάβης (διά της εκτάσεως) του δανειστή και θετικής γνώσεως της εν λόγω προθέσεως από τον τρίτο κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και γ) επίκληση βλάβης του δανειστή, συνισταμένης στην αδυναμία αυτού να ικανοποιήσει την απαίτησή του εξαιτίας του ότι η υπολειπομένη εμφανής, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσία του οφειλέτη κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής δεν επαρκεί γι` αυτό (Ολ ΑΠ 6/2003, ΑΠ 661/2015).

Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874ΑΚ, 669 ΕμπΝ, 112 ΕισΝΑΚκαι 64 - 67 του ν.δ. της 17-7/13- 8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι ο δανειστής που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμο του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του (ΑΠ 1/2002, σχετ.

Ολ. ΑΠ 709/1974). Αντίθετη, επί του προκειμένου άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο ότι ο οφειλέτης, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων αυτού, θα μπορεί χωρίς κανένα κίνδυνο διαρρήξεως, να απαλλοτριώνει τα περιουσιακά του στοιχεία πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του.

Αν υπάρχουν περισσότεροι συνοφειλέτες, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, δεν απαιτείται, για την άσκηση της εκ του άρθρου 939 ΑΚ αγωγής εναντίον ενός από αυτούς, η έλλειψη περιουσιακών στοιχείων στο πρόσωπο και των λοιπών συνοφειλετών, αφού καθένας από αυτούς ευθύνεται απεριόριστα για ολόκληρο το χρέος έναντι του δανειστή, ο οποίος δικαιούται κατ` αρέσκεια να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρον συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικά, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη και των άλλων εις ολόκληρον συνοφειλετών (άρθρο 481 ΑΚ).

Εξάλλου, αν η απαίτηση αποτελεί κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, που κλείστηκε, πρέπει στην αγωγή να γίνεται παράθεση όλων των χρεοπιστωτικών κονδυλίων αυτού του λογαριασμού, από τα οποία προκύπτει αυτό το κατάλοιπο (ΑΠ 46/1984). Η παράθεση αυτή δεν είναι αναγκαία όταν η αγωγή στηρίζεται στην αναγνώριση του καταλοίπου από τον οφειλέτη ή τον εγγυητή (ΑΠ 1116/2018).

Δεν είναι επίσης αναγκαία η παράθεση των χρεοπιστωτικών κονδυλίων αν για την ύπαρξη και το ύψος της από το κατάλοιπο απαίτησης υφίσταται δεδικασμένο (άρθρα 321 επ.ΚΠολΔ), ενόψει του ότι το τελευταίο αποκλείει την αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της ύπαρξης και του ύψους της εν λόγω απαίτησης. Τέτοιο δεδικασμένο, που αποκλείει αυτή την αμφισβήτηση, προέρχεται και από τη διαταγή πληρωμής, η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση του ενάγοντος σε βάρος του εναγομένου, για απαίτηση του τελευταίου από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού που κλείστηκε και η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη, είτε με την τελεσίδικη, κατά παραδοχή ανακοπής κατ` αυτής, ακύρωση της διαταγής πληρωμής λόγω ανυπαρξίας της απαίτησης, είτε, σε περίπτωση μη άσκησης ανακοπής μέσα στην προθεσμία των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την επίδοσή της, που ορίζεται στο άρθρο 632 παρ. 1ΚΠολΔ, με την άπρακτη πάροδο των δέκα εργάσιμων ημερών από τη νέα επίδοση αυτής στον οφειλέτη, τη μη άσκηση δηλαδή από αυτόν ανακοπής μέσα στην εν λόγω προθεσμία (άρθρ. 633 παρ. 2ΚΠολΔ και Ολ.

ΑΠ 6/1996). Τέλος, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 και 851ΑΚ με τη σύμβαση εγγυήσεως ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον αντισυμβαλλόμενο του, που είναι έναντι άλλου δανειστής, την ευθύνη ότι θα καταβληθεί σ` αυτόν η οφειλή του άλλου. Με αυτή τη σύμβαση ο εγγυητής ενέχεται προς τον αντισυμβαλλόμενο του όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης απέναντι στον δανειστή του και συνεπώς όταν καταβάλει σε αυτόν, εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως όμως εκπληρώνει και τη δική του οφειλή.

Είναι συνεπώς και ο εγγυητής οφειλέτης κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ και κάθε απαλλοτρίωση που έγινε από εκείνον προς βλάβη του αντισυμβαλλομένου του και δανειστή του, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία εκείνου για την ικανοποίηση αυτού, υπόκειται σε διάρρηξη κατά τους όρους των διατάξεων του περί καταδολιεύσεως δανειστών κεφαλαίου ΑΚ (ΑΠ 621/2016).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδαφ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βάσει των οποίων, ως αναγκαίων, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).

Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν έχει εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη(ΑΠ1909/2014).

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι αυτή (προσβαλλομένη απόφαση) έχει αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την ύπαρξη σκοπού βλάβης στο πρόσωπό του. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι υπήρχε οφειλή της εταιρίας προς την τράπεζα κατά την αποχώρησή του εγγυητή (πρώτου αναιρεσείοντος) από την άνω εταιρία και ότι αυτός την γνώριζε, στη συνέχεια ωστόσο το Εφετείο περιέλαβε την αντιφατική παραδοχή ότι μετά από έλεγχο της ορκωτής λογίστριας για τη διαπίστωση της οικονομικής κατάστασης, που δεν γνώριζε ο ίδιος, τον Ιούνιο 2005 διαπιστώθηκε ότι η οικονομική κατάσταση της πιστούχου εταιρίας ήταν καλή, το διαθέσιμο ρευστό στο ταμείο της υπερέβαινε το ποσό των 800.000 ευρώ και οι αποθήκες της ήταν γεμάτες εμπορεύματα, έτσι ώστε να μην μπορεί να κριθεί από τα αντιφατικά αυτά περιστατικά η ύπαρξη σκοπού βλάβης, κατά το χρόνο της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον την αναίρεση μέρος προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την υπ' αρ. ....87/20-2-2003 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας με την επωνυμία "...", ως πιστούχου, ανοίχθηκε υπέρ της τελευταίας πίστωση εξυπηρετούμενη με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, η οποία αυξήθηκε με τις από 7-10-2003, 10-12-2003, 10-3-2004 και 7-6-2004 ταυτάριθμες πράξεις αυξήσεως πιστώσεως, με αποτέλεσμα να ανέλθει το ύψος της πίστωσης στο ποσό του 1000.000 ευρώ.

Ο πρώτος εναγόμενος δια της υπογραφής υπό την ιδιότητα του συνεγγυητή της ανωτέρω σύμβασης και όλων των άνω πρόσθετων αυτής πράξεων, ανέλαβε την ευθύνη έναντι της ενάγουσας (και ήδη αναιρεσίβλητης) ως αυτοφειλέτης, για ολοσχερή και εκπρόθεσμη πληρωμή κάθε χρεωστικού καταλοίπου του υπ' αρ. ...277 λογαριασμού που τηρήθηκε για την εξυπηρέτηση της σύμβασης πιστώσεως, κατά κεφάλαιο, τόκους υπερημερίας επί των καθυστερούμενων τόκων, προμήθεια και λοιπά έξοδα, παραιτηθείς από τις ενστάσεις διαιρέσεως και διζήσεως, καθώς και εκ των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα άρθρα 853, 855, 862, 863, 864, 866,867 και 868AK.Κατά το διάστημα από τον Φεβρουάριο 2003 έως τον Μάιο 2005 κατατέθηκε από την πιστούχο στον υπ' αρ. ...277 ανοικτό λογαριασμό μεγάλος αριθμός επιταγών, οι οποίες την ίδια ημέρα ή τις αμέσως επόμενες επιστράφηκαν από την ενάγουσα ως απλήρωτες.

Συγκεκριμένα από τον Ιανουάριο του έτους 2005 έως 15-7-2005, χρονικό σημείο μεταβίβασης των εταιρικών μεριδίων και αποχώρησης από την εταιρεία του πρώτου εναγομένου, επιστράφησαν από την ενάγουσα στην πιστούχο και απλήρωτες την 13-1-2005 και την 18-1-2005 δυο επιταγές ποσού 5250 ευρώ εκάστη, την 20-1-2005 μια επιταγή ποσού 22430 ευρώ, την 18-3-2005 μια επιταγή ποσού 6500 ευρώ, την 24-3-2005 μια επιταγή ποσού 7150 ευρώ, την 4-4-2005 μια επιταγή ποσού 10.000 ευρώ, την 5-4-2005 μια επιταγή ποσού 10.675 ευρώ, την 6-5-2005 και 13-5-2005 δυο επιταγές ποσού 8850 ευρώ εκάστη, την 19-5-2005 μια επιταγή ποσού 9.480 ευρώ, την 5-7-2005 μια επιταγή ποσού 6.672 ευρώ, την 6-7-2005 μια επιταγή ποσού 4.700 ευρώ, την 4-7-2005 μια επιταγή ποσού 7930 ευρώ και 11-7-2005 μια επιταγή ποσού 6.672 ευρώ.

Η είσοδος αυτών των επιταγών στον αλληλόχρεο λογαριασμό, δεν ήταν παράνομη ή άκυρη και αν ακόμη είναι αληθές το ότι ήταν επιταγές ευκολίας, περί του οποίου, εξάλλου, δεν αποδείχθηκε γνώση της ενάγουσας τράπεζας Με την υπ' αρ. ...4/15-7-2005 πράξη της Συμβολαιογράφου Μ. Κ. - Κ., ο πρώτος εναγόμενος πώλησε και μεταβίβασε τα ανήκοντα σε αυτόν 506 εταιρικά μερίδια της πιστούχου εταιρείας, ονομαστικής αξίας 30 ευρώ εκάστου, προς την εταίρο Α.

Κ. με τίμημα 15.180 ευρώ και αποχώρησε από την εταιρεία. Μεταξύ των συμβαλλόμενων στην άνω πράξη συμφωνήθηκε ότι εναντίον του αποχωρήσαντος εταίρου, όσον αφορά στην υπογραφή που έθεσε ως εγγυητής σε συμβάσεις δανείων της εταιρείας με τράπεζες, η εξόφληση αυτών θα λάβει χώρα από την ίδια την εταιρεία και σε περίπτωση αδυναμίας αυτής από τους λοιπούς εγγυητές των δανείων αυτών ή τους λοιπούς εταίρους, έτσι ώστε να απαλλάσσεται πλήρως ο μεταβιβάσας τα εταιρικά του μερίδια (α' εναγόμενος), συμφωνία όμως που ισχύει μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων της πράξης αυτής και όχι έναντι τρίτων δανειστών.

Ο πρώτος εναγόμενος - εκκαλών ισχυρίζεται ότι πήρε την απόφαση να μεταβιβάσει τα εταιρικά του μερίδια επειδή ο διαχειριστής της πιστούχου ήδη από τον Ιούνιο 2005 σχεδίαζε αύξηση του κεφαλαίου της εταιρείας στην οποία δεν ήθελε να συμμετάσχει, λόγω της καλής οικονομικής κατάστασης της εταιρείας, όπως αυτή διαπιστώθηκε κατόπιν ελέγχου που διενήργησε για λογαριασμό του η ορκωτή λογίστρια Δ.

Μ. - Σ., η οποία κατέθεσε ως μάρτυρας σχετικά με τα πορίσματα του ελέγχου της, δεδομένου ότι από κανένα έγγραφο δεν προκύπτει η γνωστοποίησή τους προς τον α' εναγόμενο. Η ίδια κατέθεσε ότι κατά τον καιρό της αποχώρησης του α' εναγομένου από την εταιρεία, κατόπιν ελέγχου που διενήργησε στο ισοζύγιο και τις οικονομικές καταστάσεις της, η οικονομική θέση της πιστούχου ήταν καλή, το διαθέσιμο ρευστό στο ταμείο της υπερέβαινε το ποσό των 800.000 ευρώ και οι αποθήκες της ήταν γεμάτες εμπορεύματα.

Ο πρώτος εναγόμενος μπορεί μεν να μην ήταν εκπρόσωπος, διαχειριστής ή ταμίας πλέον της πιστούχου, γνώριζε όμως τη θέση του ως εγγυητή στον ανωτέρω αλληλόχρεο λογαριασμό και τις συνέπειες που συνεπάγεται η ιδιότητά του ως εγγυητή αυτού και ως εκ τούτου θα έπρεπε να ελέγξει την κατάσταση αυτού του λογαριασμού εκείνη τη χρονική στιγμή, όπως άλλωστε έπραξε αρκετούς μήνες αργότερα, όταν με τα από 5-5-2006 και 9-5-2006 έγγραφά του προς την ενάγουσα ζήτησε αναλυτικά στοιχεία του λογαριασμού , δεδομένου ότι σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς, η Τράπεζα ήδη από τον Ιανουάριο 2005 επέστρεψε στην πιστούχο απλήρωτες επιταγές.

Ο μικρός αριθμός των εταίρων, εννέα συνολικά και το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε διατελέσει κατά το πρόσφατο παρελθόν ταμίας της εταιρίας καθιστά βέβαιο ότι γνώριζε πως είχε αυξηθεί σημαντικά τα χρεωστικό κατάλοιπο της πιστούχου στον άνω αλληλόχρεο λογαριασμό, για τον οποίο είχε εγγυηθεί. Εξάλλου, δεν ακολούθησε ποτέ αύξηση του κεφαλαίου της πιστούχου εταιρίας, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο λόγος που επικαλείται ο α' εναγόμενος δεν είναι αληθής.

Με το από 1- 8-2005 έγγραφό του προς την ενάγουσα ο α'εναγόμενος την ενημέρωσε ότι μεταβίβασε όλα τα εταιρικά του μερίδια, αποχώρησε από την εταιρεία και ζήτησε την άρση των εγγυήσεων που είχε υπογράψει μέχρι 15-7-2005. Τούτο όμως δεν έχει, βάσει των ανωτέρω νομικών σκέψεων, το αποτέλεσμα της απόσβεσης της σύμβασης εγγύησης.

Συνεπώς, το έγγραφο αυτό δεν παρήγαγε καμμία έννομη συνέπεια και ο α' εναγόμενος εξακολουθούσε να ευθύνεται ως εγγυητής του άνω λογαριασμού μέχρι το κλείσιμο αυτού και για το προκύψαν χρεωστικό κατάλοιπο. Εν συνεχεία την 3.8.2005, δυνάμει της υπ' αρ. ...42/3-8-2005 συμ/κής πράξης γονικής παροχής της συμ/φου Α. Γ. Κ. - Β., η οποία μετεγράφη στα βιβλία των Υποθ/κείων ....

στον τόμο 236 αρ. 18, συμβληθείς σε αυτό αφενός μεν ατομικώς, ως ο παρέχων, αφετέρου δε μετά της συζύγου του Α. Λ., αποδεχόμενη τη γονική παροχή υπέρ του ανήλικου τέκνου τους, δευτέρου εναγομένου, μεταβίβασε στον δεύτερο εναγόμενο την ψιλή κυριότητα του Ε2 διαμερίσματος και της Υ-13 αποθήκης όπως περιγράφονται στην αγωγή , που βρίσκονται στο ....επί της οδού ..., συνολικής αξίας κατά το χρόνο κατάρτισης του συμβολαίου, αλλά και της ασκήσεως της αγωγής 41.134,62 ευρώ.

Την 30-9-2005 το χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου από τον άνω λογαριασμό ανήλθε σε 624.176,67 ευρώ και αναγνωρίσθηκε από την τελευταία με το από 11-10-2005 έγγραφό της, αναγνώριση που δέσμευε και τον πρώτο εναγόμενο ως εγγυητή. Επειδή η πιστούχος, αλλά και οι συνεγγυητές δεν εκπλήρωναν τις υποχρεώσεις τους που απέρρεαν από τη σύμβαση, η ενάγουσα, ασκώντας δικαίωμα σχετικό από τη σύμβαση, έκλεισε οριστικά την 9-12-2005 τον άνω λογαριασμό, που τότε παρουσίαζε υπόλοιπο σε βάρος τους 617 513,32 ευρώ.

Το οριστικό κατάλοιπο δεν αμφισβητήθηκε από την πιστούχο ή τους εγγυητές, άρα θεωρείται αναγνωρισμένο πλασματικά, δυνάμει του υπ' αρ. 9.2 όρου της υπ' αρ. ...87/20-2-2003 σύμβασης πιστώσεως και κατέστη αμέσως απαιτητό. Το ποσό τούτο αξίωσε η ενάγουσα από τα ανωτέρω υπόχρεα πρόσωπα να της καταβάλουν νομιμοτόκως με την από 23-1-2006 εξώδικη πρόσκληση, επειδή δε οι οφειλέτες δεν προέβησαν στην καταβολή του, η ενάγουσα προχώρησε στην έκδοση της υπ' αρ. ....34/2006 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Επικυρωμένο αντίγραφο της διαταγής αυτής, με επιταγή του επιδικασθέντος ποσού (617513,32 ευρώ + τόκους + δικαστική δαπάνη), επιδόθηκε νομίμως στον πρώτο εναγόμενο, χωρίς να έχει προβεί σε καμμία καταβολή. Σημειωτέον, ότι η προαναφερθείσα διαταγή πληρωμής έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου μετά από την έκδοση της υπ' αρ. 2407/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Κατόπιν των ανωτέρω, κρίνοντας η εκκαλουμένη ότι ο πρώτος εναγόμενος πραγματοποίησε την προαναφερθείσα μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας εν γνώσει του ότι απομειώνει σε τέτοιο βαθμό την περιουσία του, ούτως ώστε να μην επαρκεί για να ικανοποιήσει τις αξιώσεις της ενάγουσας, πράττοντας τούτο με σκοπό να τη βλάψει, ορθά το νόμο ερμήνευσε και τις αποδείξεις εκτίμησε δεχόμενη την αγωγή και τα αντίθετα με την έφεση υποστηριζόμενα κρίνοντας αβάσιμα και απορριπτέα.

Ειδικότερα, ο με τον πρώτο λόγο της έφεσης προβληθείς ισχυρισμός ότι δεν υπήρχε γεγενημένη και ληξιπρόθεσμη απαίτηση της ενάγουσας κατά το χρόνο της επίδικης μεταβίβασης κρίνεται απορριπτέος, καθόσον επί συμβάσεως αλληλοχρέου λογαριασμού ο δανειστής προστατεύεται με την παυλιανή αγωγή για την απαίτησή του, αρκεί μόνο έως το χρόνο της απαλλοτρίωσης (εν προκειμένω 3-8-2005) να έχει συναφθεί η εν λόγω δικαιοπρακτική της απαίτησής του σύμβαση (εν προκειμένω 20-2-2003) και να έχει καταστεί η απαίτηση απαιτητή και ληξιπρόθεσμη με την επέλευση του κλεισίματος του λογαριασμού (εν προκειμένω 9-12-2005) έως την πρώτη επ' ακροατηρίου συζήτηση της παυλιανής αγωγής που έλαβε χώρα στις 14-11-2013.

Περαιτέρω, νόμω αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός ότι δεν μπορεί ο δανειστής να προσβάλλει με διάρρηξη τις εκποιητικές δικαιοπραξίες του εγγυητή, παρά μόνο του πιστούχου, καθόσον, με τη σύμβαση εγγύησης, που φέρει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια οφειλή, δεν παράγεται απλώς ευθύνη του εγγυητή, αλλά αυτός ευθύνεται ως γνήσιος οφειλέτης και συνεπώς, κάθε απαλλοτρίωση που έγινε από τον εγγυητή προς βλάβη του δανειστή του, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία του για την ικανοποίηση του δανειστή, υπόκειται σε διάρρηξη, σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρ. 939 ΑΚ, δεν έχει σημασία ότι άλλος τρίτος ενεχόμενος εις ολόκληρο με τους λοιπούς οφειλέτες έχει περιουσία της οποίας μπορούν να επιληφθούν οι δανειστές προς ικανοποίηση των απαιτήσεών τους.

Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος της έφεσης περί έλλειψης δόλου και μη πρόθεσης βλάβης της ενάγουσας, κρίνεται κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι, όπως αναφέρθηκε, ο πρώτος εναγόμενος αποχώρησε από την εταιρεία στις 15-7-2005, δηλαδή σε κάθε περίπτωση εξακολουθούσε να του ανήκει το 10% των μεριδίων της πιστούχου εταιρείας, τόσο τον Φεβρουάριο του 2005 που υπήρχε η ένδικη οφειλή, όσο και τον Ιούνιο 2005 που ισχυρίζεται ότι διπλασιάστηκε η υφιστάμενη οφειλή, συνεπώς κατά το χρόνο της επίδικης μεταβίβασης (3-8-2005) οφειλή υπήρχε και ο ίδιος τη γνώριζε.

Άλλωστε, το γεγονός ότι αυξήθηκε το χρεωστικό υπόλοιπο, δηλαδή το ύψος της οφειλής τους το 2005 και όχι της πίστωσης, όπως ισχυρίζεται, οφείλεται στο ότι έπαψαν το έτος αυτό να πληρώνονται οι μεταχρονολογημένες επιταγές που είχε δώσει η πιστούχος ως ενέχυρο για τη χορηγηθείσα πίστωση στην ενάγουσα. Εξάλλου, σκοπός βλάβης υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του, οι οποίοι θα υποστούν βλάβη από την απαλλοτρίωση, ο σκοπός δε αυτός συνέτρεχε στο πρόσωπο των συμβληθέντων στην απαλλοτρίωση, ως νομίμων αντιπροσώπων του υπερού ανηλίκου, χωρίς εν προκειμένω να ενδιαφέρει ότι η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία ήταν χαριστική, όπως προαναφέρθηκε...." Με βάση της παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε απαγγείλει τη διάρρηξη της ένδικης απαλλοτριώσεως.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο προκύπτει ότι διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με την ύπαρξη σκοπού βλάβης στο πρόσωπό του εγγυητή- πρώτου αναιρεσείοντος σε βάρος της τράπεζας. Και ναι μεν δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση ότι η ορκωτή λογίστρια κατάθεσε για την καλή οικονομική κατάσταση της πιστούχου εταιρίας τον Ιούνιο 2005, ενόψει αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου αυτής, πλην όμως δεν φαίνεται να την υιοθετεί ως παραδοχή της, ενώ στη συνέχεια δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε τυχόν αύξηση του κεφαλαίου της, αντιθέτως ήδη η τράπεζα είχε επιστρέψει από τον Ιανουάριο 2005 στην πιστούχο απλήρωτες επιταγές και έτσι αυξήθηκε το χρεωστικό κατάλοιπο αυτής, γεγονός που γνώριζε ο εγγυητής, που αποχώρησε στις 15-7-2005, τόσον τον Φεβρουάριο 2005 όσον και τον Ιούνιο 2005, οπότε η οφειλή διπλασιάστηκε, λόγω της ιδιότητάς του αυτής, χωρίς οι παραδοχές αυτές να είναι αντιφατικές μεταξύ τους.

Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφ' όσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως, (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 388/2018). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 841/2017).

Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι κατά παράβαση του άρ.8 του άνω άρθρου η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι όταν ο εγγυητής αποχώρησε από την πιστούχο εταιρία στις 15-7-2005 γνώριζε ότι η υπάρχουσα οφειλή είχε διπλασιαστεί τον Ιούνιο 2005 ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν περιλαμβανόταν ούτε στις προτάσεις τους, ούτε στην έφεσή τους. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί δεν αφορά πράγμα, κατά την έννοια του αρθ.8 αρθ.559 ΚΠολΔ αλλά επιχείρημα και συμπέρασμα του δικαστηρίου της ουσίας που συνήγαγε από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύει, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, όταν αυτά λαμβάνονται ή δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτούς των πραγματικών περιστατικών, όχι δε και όταν χρησιμοποιούνται ή δεν χρησιμοποιούνται για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως (ΑΠ 1279/2017). Διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΑΠ 1948/2014).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1β ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δέχθηκε ότι λόγω του μικρού αριθμού των μελών της οφειλέτριας πιστούχου ΕΠΕ γνώριζε ο ίδιος την ύπαρξη της οφειλής της εταιρίας, για την οποία είχε αυτός εγγυηθεί, κατά τη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας του επίδικου ακινήτου στον ανήλικο γιό του.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί οι επικαλούμενες πλημμέλειες αναφέρονται στην απόδειξη σχετικά με τη διακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης. Ειδικότερα, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο πρώτος αναιρεσείων, γνώριζε την έκταση της οφειλής της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, χρησιμοποίησε ως επιχείρημα τον μικρό αριθμό των εταίρων της, το γεγονός όμως αυτό δεν συνιστά ερμηνεία του στοιχείου της γνώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 939 ΑΚ.

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες εκ του άρθρου 559αρ 8 και 1 ΚΠολΔ. Με τους λόγους αυτούς αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο δεχθέν ότι ο εγγυητής εν γνώσει της οφειλής της πιστούχου εταιρίας μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο στον γιό του λόγω της θέσης του ως ταμία αυτής με σκοπό τη βλάβη της, αν και δεν υπήρχε σχετικός ισχυρισμός και ουδέποτε αυτός συναλλάχθηκε με την τράπεζα υπό την ιδιότητα αυτή, αφενός έλαβε υπόψη ισχυρισμό που είχε ουσιώδη επιρροή στην δίκη, αν και δεν προτάθηκε, και αφετέρου προέβη σε ερμηνεία αντίθετη με τις διατάξεις περί εκπροσώπησης τη ΕΠΕ (αρθ.16, 17, 18 ν.3190/1955) καθώς η ιδιότητα του ταμία δεν προσδίδει δικαίωμα οργανικής εκπροσώπησης της ΕΠΕ, δικαίωμα που έχει κατά νόμο μόνο ο διαχειριστής αυτής.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως προς το πρώτο σκέλος του, γιατί εν προκειμένω πρόκειται για συμπέρασμα του δικαστηρίου που συνάγεται από την εκτίμηση των αποδείξεων, και όχι αυτοτελή ισχυρισμό, κατά δε το δεύτερο σκέλος του, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το δικαστήριο, δεν δέχθηκε ότι αυτός εκπροσωπούσε την πιστούχο εταιρία, αλλά επικαλέσθηκε ως επιχείρημα την ιδιότητά του ως ταμία της πρωτοφειλέτριας, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για τη γνώση του πρώτου αναιρεσείοντος ως προς την έκταση της οφειλής της.

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή (559 αρ 1 ΚΠολΔ) των διατάξεων των άρθρων 47 και 65 παρ.2 νδ της 17-07/12-8-1923, 112 ΕισΝΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 847, 848, 851, 852, 873 και 281 ΑΚ. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι έσφαλε η προσβαλλομένη απόφαση, επειδή δέχθηκε για την κατάφαση της γνώσης του εγγυητή ως προς τη θεμελίωση του σκοπού βλάβης της τράπεζας την εξομοίωση ως ληξιπρόθεσμης και γεγενημένης της απαίτησης της αναιρεσίβλητης από αλληλόχρεο λογαριασμό και το εκάστοτε κατάλοιπο κατά τη διάρκεια λειτουργίας του και όχι το κατάλοιπο κατά το κλείσιμό του, αφού ο εγγυητής ευθύνεται ως πρωτοφειλέτης στην περίπτωση μόνο που ο αλληλόχρεος λογαριασμός έκλεισε και παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο, καθόσον μόνον για την περίπτωση αυτή δεσμεύτηκε συμβατικά, τυχόν δε επέκταση της ευθύνης του για απαγόρευση διάθεσης περιουσιακών του στοιχείων, ακόμη και αν παραιτήθηκε από το δικαίωμα ελευθερώσεώς του για όσο λειτουργεί ο αλληλόχρεος λογαριασμός, οπότε αλλά αυτός δεν μπορεί να τον διαχειριστεί, είναι μη σύννομη και καταχρηστική.

Από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος αφού το Εφετείο, δεχθέν τη γνώση της ύπαρξης της οφειλής της πιστούχου εταιρίας έναντι της τράπεζας εκ μέρους του εγγυητή κατά την πραγμάτωση της απαλλοτριωτικής πράξης με σκοπό τη ματαίωση ικανοποίησης της τράπεζας, επειδή τα παραγωγικά γεγονότα της απαίτησης είχαν συντελεστεί κατά το χρόνο αυτό, ο δε αλληλόχρεος λογαριασμό είχε κλείσει οριστικά κατά την πρώτη συζήτηση της ένδικης αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις. Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ 495 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας τους (αρθ. 176, 183 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από19-6-2017 αίτηση αναίρεσης των Π. Π. και των Π. Π. και Α. Λ. ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου τους Κ. Π. κατά της 2609/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ