Legislator Case Law & Legislation
1341/2018 AI generated

1341/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1341/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 556 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης είναι και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησής της (ΑΠ 1663/2010, ΑΠ 390/2009).

Legislator headnote

AI generated

1341/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 556 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης είναι και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησής της (ΑΠ 1663/2010, ΑΠ 390/2009).

Keywords

AI generated
occupational accidents medical malpractice safety regulations violation protective equipment product liability asbestos exposure
AI generated
1510/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/3/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8514/2006 και 28877/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1529/2007 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/9/2007 αίτησή της.
1615/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
2030/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1577/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
1389/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1341 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1341/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Ρ. του Ι. και 2) Β. Σ. του Ι., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αργυρίου Αργυριάδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ. του Λ. (...) κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Νεραντζάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, 2) Π. Χ. του Κ., 3) Β. Χ. του Κ. και 4) Ν. Χ. του Κ., κατοίκων απάντων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Κοινοποιούμενη στους: 1) Γ. Ε. του Π., κάτοικο ..., 2) Ε. Ε. του Π., κάτοικο ..., 3) Α. Ε. του Π., κάτοικο ... και 4) ..., κάτοικο ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-2010 αγωγή του πρώτου των ήδη αναιρεσίβλητων και την από 18-6-2010 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν η 557/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1337/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-3-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και ο πρώτος από τους αναιρεσίβλητους, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αρετή Παπαδιά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 556 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης είναι και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησής της (ΑΠ 1663/2010, ΑΠ 390/2009).

Βλάβη δε του διαδίκου υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι αιτήσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, ήτοι η βλάβη του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη (ΑΠ 706/2017, ΑΠ 1241/2008).

Η τυχόν έλλειψη του εννόμου συμφέροντος ερευνάται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: O ενάγων και εδώ πρώτος αναιρεσίβλητος, με την από 18-2-2010 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εκθέτει ότι προσλήφθηκε από τους δύο πρώτους εναγομένους και εδώ αναιρεσείοντες, εργολάβους οικοδομών, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως ανειδίκευτος εργάτης, οικοδόμος, για να εργαστεί σε ανεγειρόμενη απ' αυτούς οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής, στην περιοχή Θεσσαλονίκης, με οικοπεδούχους και κυρίους του έργου τους λοιπούς εναγομένους, προς τους οποίους κοινοποιείται η αίτηση αναιρέσεως.

Ότι κατά τη διάρκεια της εργασίας του ως χειριστή μηχανής παρασκευής κονιάματος επιχρισμάτων υπέστη από υπαιτιότητα των δύο πρώτων εναγομένων εργατικό ατύχημα (χημικό έγκαυμα κερατοειδούς αριστερού οφθαλμού), υπό τις εκτιθέμενες σ' αυτήν συνθήκες. Ζητεί, ως εκ τούτου, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εργολάβοι και οικοπεδούχοι, εις ολόκληρο έκαστος, να του καταβάλουν 80.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Οι δύο πρώτοι εναγόμενοι άσκησαν την από 18-6-2010 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή ενώπιον του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, στην οποία, αφού παραθέτουν αυτούσιο το περιεχόμενο της κατ' αυτών κύριας αγωγής, ισχυρίζονται ότι ουδεμία σχέση συνέδεε αυτούς με τον ενάγοντα, ότι ο τελευταίος ήταν εργαζόμενος των παρεμπιπτόντως εναγομένων, οι οποίοι είχαν αναλάβει με τη μεταξύ τους σύμβαση υπεργολαβίας την εκτέλεση των επιχρισμάτων της οικοδομής και είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για την πρόκληση του ατυχήματος.

Ζητούν δε να παρέμβουν στην εκκρεμή δίκη και να υποχρεωθούν σε περίπτωση παραδοχής της κατ' αυτών κύριας αγωγής να τους καταβάλουν όποιο ποσό υποχρεωθούν αυτοί να καταβάλουν στον ενάγοντα. Επί των ανωτέρω, κύριας και παρεμπίπτουσας αγωγής εκδόθηκε η 557/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η κύρια αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία και, ακολούθως, κρίθηκε ότι παρέλκει η έρευνα της παρεμπίπτουσας αγωγής και σιωπηρώς απορρίφθηκε και η τελευταία.

Επί εφέσεως που ασκήθηκε από τον ενάγοντα, εκδόθηκε η 1337/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ερήμην των εδώ αναιρεσειόντων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η έφεση κατά των εφεσιβλήτων - παρεμπιπτόντως εναγομένων, υπεργολάβων των επιχρισμάτων, Π. Χ., Β.

Χ. και Ν. Χ., οι οποίοι δεν είχαν ασκήσει παρέμβαση και για τους οποίους κρίθηκε ότι δεν ήταν αντίδικοι του εκκαλούντος και έγινε δεκτή η έφεση για τους λοιπούς εφεσίβλητους. Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δίκασε εκ νέου επί της κύριας αγωγής (ως προς την οποία είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση με την έφεση), την απέρριψε αυτή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας για τους εναγομένους οικοπεδούχους - κυρίους του έργου και τη δέχθηκε κατ' ουσίαν για τους δύο πρώτους εναγομένους, εργολάβους.

Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των δευτέρου, τρίτου και τετάρτου από τους αναιρεσίβλητους, καθ' ων η προσεπίκληση - παρεμπιπτόντως εναγομένους, υπεργολάβους, εφόσον ούτε οι αναιρεσείοντες - παρεμπιπτόντως ενάγοντες επικαλούνται στην αίτησή τους ούτε από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι σ' αυτή διαλαμβάνεται διάταξη επί της ανωτέρω παρεμπίπτουσας αγωγής, επί της οποίας το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εξέφερε δικαιοδοτική κρίση λόγω μη μεταβίβασης κατά το μέρος αυτό της υπόθεσης ενώπιον του, είναι απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα για έλλειψη εννόμου συμφέροντος (ΚΠολΔ 577 παρ.2).

Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους οι οποίοι, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης εκ της σειράς του οικείου πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (βλ. 201Η, 202Η και 200Η από 22-6-2017 εκθέσεις επίδοσης του Δ.

Μ., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται διότι ως εκ της απουσίας τους ελλείπει σχετικό αίτημα. Η νομοτύπως ασκηθείσα την 17-3-2017 αίτηση αναίρεσης από τους ερημοδικασθέντες εφεσιβλήτους είναι παραδεκτή, διότι ασκήθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης (επίδοση αυτής την 21-2-2017, σύμφωνα με την επ' αυτής βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή Ε.

Σ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Ακόμη, ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης επιδόθηκε ως εκ περισσού και στους Γ. Ε., Ε. Ε., Α. Ε. και Α. Ε., συνεναγόμενους των αναιρεσειόντων και απλούς ομοδίκους τους, για τους οποίους η αγωγή κατά τα προαναφερόμενα απορρίφθηκε ως αόριστη με την προσβαλλομένη (βλ.

εκθέσεις επίδοσης αντιστοίχως για καθένα από τους ανωτέρω 218Η και 219Η από 23-6-2017 του Δ. Μ., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, 7892Β από 22-6-2017 της Μ. Γ., δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κατερίνης και 10182Δ από 22-6-2017 του Δ. Κ., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σερρών).

2. Από τα άρθρα 914, 932 ΑΚ, 1 και 16 του ν. 515/1915 συνάγεται ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, για να δικαιούται δε ο παθών χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη αυτού ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων από αυτούς (ΑΚ 922), δηλαδή υπαίτια και παράνομη πράξη ή παράλειψη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.

Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η δε υποχρέωσή του μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι έννοια αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

3. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 3 και 5 του ν. 1396/1983, ο εργολάβος και υπεργολάβος ολόκληρου ή τμήματος του έργου, ανεξάρτητα αν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται, μεταξύ άλλων, να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο ή τμήμα του.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο εργολάβος του όλου έργου, που ανέθεσε την εκτέλεση τμήματος αυτού σε υπεργολάβο, είναι συνυπεύθυνος με αυτόν για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας, έστω και αν δεν επεφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα διευθύνσεως και επιβλέψεως του τμήματος που ανέθεσε στον υπεργολάβο, ακόμη και αν συμφώνησαν ότι δεν θα έχει τη διεύθυνση και επίβλεψη του τμήματος αυτού και τούτο γιατί ο εργολάβος ευθύνεται σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 1396/1983, για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας.

Ειδικότερα δε, επί οικοδομικών εργασιών έχει εφαρμογή και το π.δ. 778/1980, "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών", οι διατάξεις του οποίου προβλέπουν τη λήψη και τήρηση μέτρων (άρθρα 1, 2, 3, 9, 17 και 21) ώστε να διασφαλίζονται οι εργαζόμενοι, κατά την εκτέλεση των ως άνω εργασιών, από τους κινδύνους που διατρέχουν κατά την εκτέλεσή τους (ΑΠ 1266/2014).

Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1, 3, 5, 6 του π.δ. 62/1998 "μέτρα για την προστασία των νέων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με την οδηγία 94/33/ΕΚ", οι οποίες εφαρμόζονται σε κάθε πρόσωπο ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ (18) ετών που απασχολείται με οποιαδήποτε μορφής σύμβαση ή σχέση εργασίας ή με σύμβαση έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή αυτοαπασχολείται, ο εργοδότης υποχρεούται να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων νέων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, λαμβάνοντας υπόψη τους ειδικούς κινδύνους και τις απαγορεύσεις εργασιών του άρθρου 7 του διατάγματος αυτού.

Πέραν των απαγορεύσεων του άρθρου 7 του διατάγματος, η ανάθεση καθηκόντων στους νέους πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή. Λαμβάνονται υπόψη οι φυσικές προϋποθέσεις που έχουν οι νέοι, η περιέργεια και το ριψοκίνδυνο της ηλικίας. Ο εργοδότης ενημερώνει τους νέους σχετικά με τους ενδεχόμενους κινδύνους και για όλα τα μέτρα που λαμβάνονται για την ασφάλεια και την υγεία τους.

Ο νέος εκπαιδεύεται σε ασφαλείς τρόπους εκτέλεσης της εργασίας, που του ανατίθεται. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.4 αυτού οι ειδικότερες εργασίες, που περιλαμβάνονται στο μη εξαντλητικό κατάλογο του Παραρτήματος

ΙΙ του άρθρου 11 του διατάγματος, θεωρούνται επικίνδυνες, βαριές, ανθυγιεινές και γενικά εργασίες που βλάπτουν την ψυχική υγεία και εμποδίζουν την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας των νέων και απαγορεύεται να απασχολούνται σ' αυτές νέοι. Στο άρθρο 11 Παράρτημα II αρ.56, ειδικότερα, ορίζεται ότι οι νέοι απαγορεύεται να απασχολούνται σε χειρισμό μηχανημάτων οικοδομών.

4. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα ουσιώδη: Ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, εργολάβοι οικοδομών, κατήρτισαν με τους προς ους κοινοποιείται η αίτηση αναιρέσεως σύμβαση εργολαβίας με το σύστημα της αντιπαροχής, προς ανέγερση οικοδομής αποτελούμενης από ημιυπόγειο, δύο κύριους ορόφους και στέγη, επί οικοπέδου ιδιοκτησίας αυτών, που βρίσκεται στην ....

Ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι ανέθεσαν τις εργασίες των επιχρισμάτων της οικοδομής στους υπεργολάβους Π. Χ., Β. Χ. και Ν. Χ., οι οποίοι με τον τρόπο αυτό συνδέθηκαν με αυτούς με σχέση πρόστησης. Ότι οι εργολάβοι στις αρχές Σεπτεμβρίου 2006 είχαν προσλάβει με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου τον ενάγοντα, ανήλικο 15 ετών, με συναίνεση των γονέων του, ως ανειδίκευτο εργάτη για να απασχοληθεί σε διάφορες εργασίες κατά την κατασκευή της παραπάνω οικοδομής, μεταξύ των άλλων και στην εκτέλεση των επιχρισμάτων.

Ότι ο ενάγων εργαζόταν για χρονικό διάστημα πλέον των δύο μηνών, χωρίς να είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, ούτε εφοδιασμένος με βιβλιάριο εργασίας ανηλίκου. Ότι την 17-10-2006, μετά την ως άνω υπεργολαβική συμφωνία, πραγματοποιούνταν από το συνεργείο των υπεργολάβων οι εργασίες επιχρισμάτων, χωρίς οι εργολάβοι να έχουν παραιτηθεί από το δικαίωμα διεύθυνσης και επίβλεψης του έργου για το τμήμα αυτό.

Ότι στον ενάγοντα ανατέθηκε από τους εναγόμενους εργολάβους η τροφοδοσία και ο χειρισμός της μηχανής σύνθεσης σοβά (μπετονιέρας), χωρίς προηγουμένως να του δώσουν κάποια οδηγία για τον τρόπο λειτουργίας της, ούτε κάποια σύσταση για να προφυλαχθεί από τυχόν κινδύνους. Ότι η μηχανή αυτή φέρει μάνικα (σωλήνα από εύκαμπτο πλαστικό), που ξεκινάει από τον αναμικτήρα, όπου γίνεται η σύνθεση του σοβά και αποτελείται από τμήματα, που ενώνονται με συνδέσμους, ανάλογα με το ύψος όπου βρίσκεται η επιφάνεια πού θα επιχρισθεί.

Ότι υπεύθυνοι για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση των επιχρισμάτων ήταν τόσο οι εργολάβοι, που είχαν αναλάβει από τους οικοπεδούχους την εκτέλεση του έργου ανεγέρσεως ολόκληρης της οικοδομής, όσο και οι υπεργολάβοι, που είχαν συμβληθεί με τους εργολάβους και είχαν αναλάβει την εκτέλεση των επιχρισμάτων.

Ότι, κατά το χρόνο που ο ενάγων εργάζονταν στη μπετονιέρα και παρασκεύαζε σοβά, άνοιξε ο σύνδεσμος που υπήρχε στον πλαστικό σωλήνα του αναδευτήρα, που οδηγούσε το κονίαμα από το μηχάνημα στο σημείο επίχρισης, με αποτέλεσμα να εκτοξευτεί σοβάς και να τον χτυπήσει στο αριστερό του μάτι. Ότι ο τραυματισμός αυτός του ενάγοντος συνιστά εργατικό ατύχημα, αφού το βίαιο συμβάν που προκάλεσε τη σωματική βλάβη αυτού επήλθε κατά τη διάρκεια και εξ αφορμής της εργασίας του.

Ότι η επέλευση του ατυχήματος αυτού είναι αποτέλεσμα των συγκλινουσών αμελών συμπεριφορών των δύο πρώτων εναγομένων, εργολάβων του έργου και των προαναφερόμενων υπεργολάβων, που είχαν αναλάβει τα επιχρίσματα, εργασία που εκτελούνταν κατά την ώρα του ατυχήματος. Ότι, συγκεκριμένα, οι προαναφερόμενοι ευθύνονται διότι δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα για την τήρηση της προφύλαξης, ούτε πραγματοποίησαν έλεγχο της μηχανής που χρησιμοποιούσαν για τα επιχρίσματα, καθόσον αν γινόταν τέτοιος έλεγχος από τους υπεργολάβους των επιχρισμάτων θα μπορούσε να εντοπισθεί το πρόβλημα στο σύνδεσμο του λάστιχου που μετέφερε το ασβεστοκονίαμα και να προληφθεί το συγκεκριμένο ατύχημα.

Ότι κατά τη διάρκεια των ανωτέρω εργασιών ανέθεσαν τη χρήση της μπετονιέρας στον ανήλικο και ανειδίκευτο ενάγοντα, κατά παράβαση του νόμου, δεδομένου, ότι η χρησιμοποίηση αυτών των μηχανών πρέπει να ανατίθεται σε πρόσωπα με ειδίκευση στην εργασία αυτή και ηλικίας όχι κάτω των 18 ετών. Ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε κάποια αμέλεια του ενάγοντος, καθ' όσον τοποθετήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, από άλλους για να εργασθεί στην εν λόγω μηχανή, χωρίς να έχει καμία ειδικότητα και ενώ ήταν ηλικίας μονό δέκα πέντε (15) ετών.

Ότι την ημέρα του ατυχήματος ο πρώτος εναγόμενος ήταν στο χώρο της υπό ανέγερση οικοδομής και θα έπρεπε να ελέγξει τις πλημμέλειες της μηχανής σοβατίσματος. Ότι ο ενάγων λόγω του ατυχήματος υπέστη σοβαρό τραυματισμό και συγκεκριμένα βαρύτατο χημικό έγκαυμα κερατοειδούς αριστερού οφθαλμού. Ότι νοσηλεύθηκε στην οφθαλμολογική κλινική του ...

κατά το χρονικό διάστημα από 17-10-2006 μέχρι 23-10-2006, με διάγνωση "χημικό έγκαυμα κερατοειδούς AO από ασβέστη". Ότι η κατάστασή του αντιμετωπίστηκε χειρουργικά μετά δύο έτη, με δύο μεταμοσχεύσεις σκληροκερατοειδούς ορίου, κατά τη διάρκεια νοσηλείας του στην οφθαλμολογική κλινική του Νοσοκομείου ... από 10-11-2008 έως 20-11-2008, οπότε εξήλθε με αγωγή και οδηγίες.

Ότι την 15-10-2009 εισήχθη εκ νέου στην οφθαλμολογική κλινική του Νοσοκομείου ..., όπου υπεβλήθη σε τοποθέτηση αμνιακής μεμβράνης και την 21-10-2009 σε μεταμόσχευση σκληροκερατοειδούς ορίου. Ότι την 3-11-2009 υπεβλήθη σε νέα ένθεση αυνιακής μεμβράνης σε έδαφος μεταμόσχευσης σκληροκερατοειδούς ορίου και εξήλθε με φαρμακευτική αγωγή και οδηγίες.

Με τις παραδοχές αυτές, το εφετείο αφού, όπως αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη τις συνθήκες του ως άνω ατυχήματος στην κρίσιμη εφηβική ηλικία του ενάγοντος, το είδος, την ένταση και την έκταση της σωματικής κακώσεως που υπέστη και, κυρίως, τις συνέπειες της βλάβης, γενικά, στη σωματική και ψυχική υγεία αυτού, όπως επίσης και στην επαγγελματική και κοινωνική εξέλιξή του, το είδος του πταίσματος που βαρύνει τους δύο πρώτους εναγόμενους και το βαθμό αυτού, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων και, τέλος, τις εν γένει περιστάσεις, όπως εκτιμούνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, έκρινε ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση που πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα, για την ηθική βλάβη που αυτός υπέστη, ανέρχεται στο ποσό των 60.000 ευρώ.

Κατόπιν αυτού, έκανε δεκτή την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και, αφού εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί τα αντίθετα, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατ' ουσίαν.

5. Με την άνω κρίση (ως προς τους όρους της αδικοπραξίας και ειδικότερα ως προς το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας και της βαρύνουσας τους αναιρεσείοντες υπαιτιότητας) το εφετείο ορθά ερμήνευσε και προσηκόντως εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η επέλευση του ατυχήματος είναι αποτέλεσμα των συγκλινουσών αμελών συμπεριφορών των δύο πρώτων εναγομένων, εργολάβων του όλου έργου και των προαναφερόμενων υπεργολάβων, που είχαν αναλάβει τα επιχρίσματα, αναφέρονται πλεοναστικά ως προς τη μη ουσιώδη εν προκειμένω συνυπαιτιότητα των τελευταίων, μη διαδίκων στην ενώπιον του εφετείου δίκη και δεν συνιστούν αντιφατική αιτιολογία και ούτε επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης (κατά το πρώτο μέρος αυτού), με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων (βλ. σκέψεις αρ.2 και 3), το εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και προβάλλουν τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

6. Οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αίτησης, επικαλούνται ότι το εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ και 16 του ν. 551/1915 για το λόγο ότι, κατά τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δεν έλαβε υπόψη το συντρέχον πταίσμα του ενάγοντος, για το οποίο ουδέν διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και των ενώπιον εκείνου προτάσεων των εναγομένων, οι τελευταίοι, εδώ αναιρεσείοντες, δεν προέβαλαν ισχυρισμό συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος (ΚΠολΔ 562 αρ.2).

7. Κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού αναιρετικά ανέλεγκτα δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών.

Συνεπώς, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως επαφίεται μεν στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 160/2017), πρέπει, όμως, να στηρίζεται και σε ειδικές παραδοχές ως προς τις ως άνω περιστάσεις, ιδίως όταν αυτές μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την κρίση ως προς το εύλογο του επιδικαζόμενου ποσού και την προσήκουσα εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας.

Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες (βλ. παραπάνω αρ.4), ως προς τις επιπτώσεις της σωματικής βλάβης του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα ως προς το αν, μετά την επί τρία περίπου έτη υποβολή του σε θεραπείες και μεταμοσχεύσεις (ως προς την οποία υπάρχουν παραδοχές), η υγεία του αποκαταστάθηκε πλήρως αν, αντιθέτως, η όρασή του παρέμεινε μειωμένη και η εκ του τραύματος και των χειρουργικών επεμβάσεων ευπάθεια του οφθαλμού του τον καθιστά εν όλω ή εν μέρει ανίκανο προς εργασία (περιστατικά τα οποία ο ίδιος επικαλείται με την αγωγή, αλλά περί των οποίων δεν υπάρχουν παραδοχές).

Η έλλειψη αυτή, όμως, καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων και ειδικότερα ως προς το αν το καθορισθέν ως εύλογο ποσό της χρηματικής ικανοποίησης βρίσκεται μέσα στα όρια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου ή τα υπερβαίνει και παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης (κατά το δεύτερο μέρος αυτού), με τον οποίο επισημαίνεται η έλλειψη αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

8. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 341 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.11 γ' ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008).

Εξ άλλου για την πληρότητα αυτού του λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού. (ΑΠ 181/2018, ΑΠ 793/2015).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.11 γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την επέλευση εργατικού ατυχήματος και την εντεύθεν ευθύνη των αναιρεσειόντων, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε τις αναλυτικές δηλώσεις προς το ΙΚΑ, από τις οποίες προκύπτει ότι οι εργασίες σοβατίσματος ολοκληρώθηκαν την 13-10-2006, ήτοι πριν το ατύχημα.

Πέραν, όμως, του ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει σαφής παραδοχή περί του ότι ο παθών συνδεόταν με τους αναιρεσείοντες με σχέση εξαρτημένης εργασίας και ο τραυματισμός του έγινε κατά τη διάρκεια παροχής της εργασίας αυτής, την 17-10-2006, σε οικοδομή που κατασκεύαζαν οι εργοδότες του, ήτοι παραδοχή για περιστατικά που, σύμφωνα με τη διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας, προέκυψαν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και θα μπορούσαν να μην είναι σύμφωνα προς τις δηλώσεις που υποβάλλονται στο ΙΚΑ για ασφαλιστικούς λόγους (ήτοι, τα φερόμενα ως μη αξιολογηθέντα έγγραφα δεν θα άλλαζαν το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας), στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν κατά τη διατύπωση του εξεταζόμενου αναιρετικού λόγου ότι προσκόμισαν με νόμιμη επίκληση τα προαναφερόμενα έγγραφα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος.

9. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς το κεφάλαιο που αφορά στον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα του πρώτου λόγου αναιρέσεως (κατά το πρώτο μέρος αυτού) αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (ΚΠολΔ 178 παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 16-3-2017 αίτηση αναίρεσης ως προς τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων.

Αναιρεί την 1337/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μόνο ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.- Και

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2018. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Αυγούστου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ