Supreme Court dismisses appeal on tort liability and unauthorized agency authority issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a car sale dispute. The appellant argued that the agent exceeded his power of attorney by selling a different vehicle than authorized, while the lower court found the agent had valid authority to sell the car and handle necessary procedures. The Court rejected these claims, noting the lower court had clearly addressed the arguments and ruled based on established principles of tort liability and agency law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 299, 330 of the Civil Code and Article 211 of the Civil Code; A claim for damages requires unlawful conduct, fault, damage, and causation, while a declaration of will by a representative binds the represented within the scope of authority.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1341 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1341/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Γ. του Α. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γκούβα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Σ. του Α. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ασπασία Αποστόλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-3-2006 και 19-12-2005 αγωγές του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1178/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 764/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-3-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης, ανέγνωσε την από 4-3-2016 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτου Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 30-3-2015 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 764/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρα 297, 298 και 299 ΑΚ. Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρων 330 ΑΚ και 15 ΠΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας ή αναλόγως και ηθικής βλάβης και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης που προκλήθηκαν.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Πρόσφορη δε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει, όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία ή αναλόγως την αντίστοιχη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη.
Εξ άλλου, η προσβολή είναι παράνομη, όταν αντίκειται σε διάταξη, που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη και είναι αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη, που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως από παραβίαση προσωρινής διαταγής, που προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 232 Α παρ. 1 του ΠΚ.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή όποιος με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή δικαστή, δικαστηρίου ή σε διάταξη δικαστικής απόφασης, με την οποία υποχρεώθηκε σε παράλειψη ή σε ανοχή ή σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του...
τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε (ΑΠ 253/2013).
Για τη διαδικαστική δε πληρότητα του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αν πρόκειται δηλαδή για παντελή έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα αιτιολογιών. Ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία, ενώ όταν προβάλλεται αιτίαση για αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζονται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια μέρη των αιτιολογιών προκύπτει (ΟλΑΠ 32/1996, 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: "Ο Δ. Γ. , πρώτος εναγόμενος της από 19-12-2005 και με αύξ.
αριθμ. εκθ. καταθ. ... /2005 αγωγής και δεύτερος εναγόμενος της από 11-3-2006 και με αύξ. αριθμ. εκθ. καταθ. .../2006 αγωγής και ήδη εκκαλών, είχε στην κυριότητα του, το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Ε. αυτοκίνητο (ταξί) κατασκευής εργοστασίου MERCEDES, μαζί με τη δημόσιας χρήσης άδεια κυκλοφορίας αυτού. Προτιθέμενος να πωλήσει το ως άνω αυτοκίνητο και την άδεια κυκλοφορίας αυτού, απευθύνθηκε στον πρώτο εναγόμενο της δεύτερης ως άνω αγωγής, Ρ.
Γ. . Ο τελευταίος, είναι έμπορος αυτοκινήτων και αδειών κυκλοφορίας Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτων, διατηρεί δε σχετική επιχείρηση. Ο Δ. Γ. , ανέθεσε στον Ρ. Γ. , έναντι αμοιβής, την ανεύρεση αγοραστή για την πώληση και μεταβίβαση του εν λόγω αυτοκινήτου - ταξί, μετά της αδείας κυκλοφορίας αυτού. Για το λόγο αυτό, δυνάμει του υπ' αριθ. .../25-4-2005 πληρεξουσίου πώλησης αυτοκινήτου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.
Κ. -Κ. , που υπεγράφη στο προαναφερόμενο κατάστημα του Ρ. Γ. , ο Δ. Γ. , καθ' υπόδειξη του τελευταίου, διόρισε ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο του τον (μη διάδικο) Α. Κ. , υπάλληλο της επιχείρησης εμπορίας αυτοκινήτων που διατηρεί ο Ρ. Γ. επί της οδού ... αριθ. ... στην Αθήνα και ενεργούντα σύμφωνα με τις εντολές και οδηγίες του εν λόγω εργοδότη του, στον οποίο έδωσε την εντολή, την πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα να πωλήσει το ανωτέρω αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης και να προβεί σε κάθε απαραίτητη προς τούτο ενέργεια.
Στη συνέχεια, συμφωνήθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του Ρ. Γ. , να αποχαρακτηριστεί το αυτοκίνητο κατασκευής εργοστασίου MERCEDES, το οποίο έφερε τον αριθμό κυκλοφορίας ... και να εκδοθεί η άδεια κυκλοφορίας με τον ως άνω αριθμό, σε αυτοκίνητο μάρκας SCODA τύπου OCTAVIA 5, το οποίο συμφωνήθηκε να μεταβιβαστεί στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο, μαζί με την προαναφερόμενη άδεια κυκλοφορίας.
Δυνάμει του από 14-7-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού, στο οποίο συμβλήθηκαν, αφενός μεν ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών Ρ. Γ. και ο ως άνω υπάλληλος του Α. Κ. , ενεργών ως πληρεξούσιος του εναγομένου πωλητή Δ. Γ. , αφετέρου δε, ο ενάγων αμφοτέρων των αγωγών, Α. Σ. , ως υποψήφιος αγοραστής, συμφωνήθηκε η πώληση και μεταβίβαση προς τον τελευταίο της υπ' αριθ. ...
άδειας κυκλοφορίας Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου (ταξί), μαζί με ένα αυτοκίνητο ταξί εργοστασίου κατασκευής SCONDA τύπου OCTAVIA 5, έναντι συνολικού τιμήματος 185.000 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 163.000 ευρώ αντιστοιχούσε στο τίμημα της άδειας κυκλοφορίας και ποσό 22.000 ευρώ αντιστοιχούσε στο τίμημα του αυτοκινήτου. Κατά την υπογραφή του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος κατέβαλε ως προκαταβολή έναντι του τιμήματος της άδειας, το ποσό των 60.000 ευρώ.
Συμφωνήθηκε δε, ότι το υπόλοιπο τίμημα, θα καταβαλλόταν από αυτόν κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου πώλησης. Με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο, αποτελεί προσύμφωνο πώλησης της ως άνω άδειας κυκλοφορίας και του περιγραφόμενου σ' αυτό αυτοκινήτου - ταξί, συμφωνήθηκε ότι η υπογραφή της οριστικής σύμβασης θα γινόταν εντός 30 ημερών περίπου, ήτοι έως τις 14-8-2005.
Συμφωνήθηκε επίσης ότι, εάν η σύναψη της ματαιωνόταν από λόγους που αφορούσαν τον πωλητή ή κατόπιν ελέγχου της άδειας, ο πωλητής υποχρεούτο να επιστρέψει το ποσό της προκαταβολής στον αγοραστή. Κατόπιν ολίγων ημερών όμως, ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών Ρ. Γ. και ο υπάλληλος αυτού Α. Κ. , δήλωσαν στον ενάγοντα, ότι απαιτείται να καταθέσουν την αναγκαία για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης δήλωση φόρου υπεραξίας στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Για το λόγο αυτό, του ζήτησαν να τους καταβάλει επιπλέον ποσό 60.000 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε να αφαιρεθεί από το συνολικό τίμημα της άδειας κυκλοφορίας. Το ποσό αυτό, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, το κατέβαλε στις 18-7-2005, ημερομηνία κατά την οποία, υπεγράφη μεταξύ αυτού και του υπαλλήλου του εναγομένου Ρ.
Γ. , Α. Κ. , ο οποίος ενεργούσε ως πληρεξούσιος του εναγομένου Δ. Γ. , ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφωνήθηκε ότι και το ως άνω επιπλέον ποσό καταβλήθηκε από τον ενάγοντα ως προκαταβολή έναντι του υπολοίπου τιμήματος, καθώς και ότι, αν για οποιονδήποτε λόγο ματαιωνόταν η υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, ο αντισυμβαλλόμενος θα υποχρεούτο να του επιστρέψει άμεσα το καταβληθέν ποσό των 120.000 ευρώ.
Ακολούθως, ο Ρ. Γ. και Α. Κ. , ζήτησαν την παράταση της συμφωνηθείσας προθεσμίας για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου πώλησης και μεταβίβασης της επίδικης άδειας κυκλοφορίας μετά του συμφωνηθέντος αυτοκινήτου ταξί. Για το λόγο αυτό, μεταξύ του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, αφενός, και αφετέρου του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος Ρ.
Γ. και του πληρεξουσίου του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος Δ. Γ. , Α. Κ. , υπεγράφη το από 2-8-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο οι τελευταίοι, δήλωσαν ότι η υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, θα λάμβανε χώρα έως τις 25-8-2005. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι, σε περίπτωση που η υπογραφή του δεν θα γινόταν έως τις 31-8-2005, ο ενάγων θα είχε το δικαίωμα να ζητήσει τη ματαίωση της μεταβίβασης και αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι του, εκ των οποίων ο εναγόμενος Ρ.
Γ. δήλωσε ότι ευθύνεται και αυτός εις ολόκληρον για την τήρηση των σχετικών συμφωνιών, ως διατηρών το γραφείο μεταβίβασης αδειών Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτων, στο οποίο είχε ανατεθεί η μεταβίβαση της επίδικης άδειας κυκλοφορίας, θα είχαν την υποχρέωση να του επιστρέψουν άμεσα την προκαταβολή ποσού 120.000 ευρώ, αλλά και να αποκαταστήσουν κάθε ζημία που τυχόν θα υφίστατο ο ενάγων από τη ματαίωση της αγοραπωλησίας, ιδίως δε τη ζημία από την εν τω μεταξύ αύξηση της αγοραίας αξίας για την απόκτηση άλλου Δ.Χ.Ε.
αυτοκινήτου μετά της άδειας κυκλοφορίας αυτού. Παρά τα ανωτέρω ... η οριστική σύμβαση πώλησης δεν υπεγράφη έως και την 31-8-2005. Για το λόγο αυτό, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, με την από 31-8-2005 εξώδικη δήλωση, διαμαρτυρία και πρόσκληση του προς αμφότερους τους εναγομένους ..., που επιδόθηκε νόμιμα, στο μεν πρώτο εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα, αυθημερόν, στο δε δεύτερο εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα, την 1-9-2005 ...
τους κάλεσε για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου πώλησης και μεταβίβασης της επίδικης άδειας κυκλοφορίας και του συμφωνηθέντος αυτοκινήτου εντός της επομένης ημέρας από τη λήψη της. Άλλως, να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, εντός της ίδιας προθεσμίας, το ποσό της καταβληθείσης εκ μέρους του προκαταβολής, δηλώνοντάς τους ότι διατηρούσε την επιφύλαξη να διεκδικήσει από αυτούς δικαστικά και την αποκατάσταση κάθε περαιτέρω ζημίας του, λόγω της ματαίωσης της αγοραπωλησίας.
Η υπογραφή του οριστικού συμβολαίου πώλησης δεν έλαβε χώρα, ούτε, οι εναγόμενοι της ανωτέρω αγωγής και ήδη εκκαλούντες επέστρεψαν στον ενάγοντα αυτής και ήδη εφεσίβλητο, το ποσό της καταβληθείσας εκ μέρους του προκαταβολής εντός της ταχθείσας ως άνω προθεσμίας. Κατόπιν αυτών, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, κατέθεσε σε βάρος τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) την από 6-9-2005 αίτηση του ...
με την οποία ζήτησε να του επιτραπεί η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας αυτών, έως το ποσό των 150.000 ευρώ, προς εξασφάλιση της εναντίον τους απαίτησης του. Επίσης, ο ενάγων ζήτησε και του χορηγήθηκε σε βάρος των ως άνω καθ' ων η αίτηση - ήδη εναγομένων - εκκαλούντων, η από 7-9-2005 προσωρινή διαταγή της Προέδρου Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την προσωρινή αυτή διαταγή, απαγορεύθηκε κάθε νομική και πραγματική μεταβολή της κινητής και ακίνητης περιουσίας των καθ' ων η αίτηση και ήδη εναγομένων - εκκαλούντων, μέχρι την συζήτηση της αίτησης, η οποία ορίστηκε για την 25-11-2005 και υπό τον όρο της συζήτησης της κατά την δικάσιμο αυτή. Αντίγραφο της ως άνω αίτησης, με την κάτωθι αυτής από 7-9-2005 προσωρινή διαταγή, επιδόθηκε νόμιμα στους εναγομένους και ήδη εκκαλούντες Ρ.
Γ. και Δ. Γ. , στις 9-9-2005... Στις 9-11-2005, ήτοι διαρκούσης της ως άνω προσωρινής διαταγής, ο δεύτερος εναγόμενος... και ήδη εκκαλών Δ. Γ. , προέβη σε πώληση και μεταβίβαση (με παρακράτηση της κυριότητας έως την ολοσχερή εξόφληση του πιστωθέντος τιμήματος), του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου (ταξί), κατασκευής εργοστασίου MERCEDES, μετά της δημόσιας χρήσεως άδειας κυκλοφορίας αυτού, προς το δεύτερο εναγόμενο...
και ήδη εκκαλούντα, Σ. Π. , δυνάμει του υπ' αριθ. .../9-11-2005 συμβολαίου πώλησης αυτοκινήτου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Κ. - Κ. . Στη σύναψη δε της εν λόγω σύμβασης πώλησης συνέπραξαν, τόσο ο εναγόμενος Ρ. Γ. , στο κατάστημα του οποίου έλαβε χώρα η υπογραφή της, όσο και ο υπάλληλος αυτού Α. Κ. , ο οποίος συνεβλήθη ως πληρεξούσιος και εντολοδόχος του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος πωλητή Δ.
Γ. , δυνάμει του προαναφερθέντος υπ' αριθ. .../2005 πληρεξουσίου της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε επίσης ότι, κατά το χρόνο που ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών Ρ. Γ. , και ο υπάλληλος - προστηθείς αυτού, Α. Κ. , ήλθαν σε διαπραγματεύσεις με τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο και στη συνέχεια συνήψαν με αυτόν το από 14-7-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό - προσύμφωνο πώλησης, είχαν ήδη αναλάβει την υποχρέωση να πωλήσουν και μεταβιβάσουν το υπ' αριθ. ...
Δ.Χ.Ε. αυτοκίνητο (ταξί), μετά της άδειας κυκλοφορίας αυτού, στον δεύτερο εναγόμενο... και ήδη εκκαλούντα, Σ. Π. , έχοντας μάλιστα λάβει από αυτόν το μεγαλύτερο μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος ως προκαταβολή από τον Απρίλιο 2005, γεγονός το οποίο απέκρυψαν από τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο. Επομένως, αποδείχθηκε ότι, οι εναγόμενοι...
και ήδη εκκαλούντες, πέραν της αθέτησης των μεταξύ αυτών και του ενάγοντος - εφεσίβλητου συμφωνηθέντων, προέβησαν και σε παράνομες και υπαίτιες πράξεις σε βάρος του. Ειδικότερα, ο ως άνω πωλητής Δ. Γ. , προβαίνοντας στην πώληση του ως άνω Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου μετά της άδειας κυκλοφορίας αυτού, από πρόθεση δεν συμμορφώθηκε στην από 7-9-2005 προσωρινή διαταγή της Προέδρου Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών, που απαγόρευε κάθε νομική και πραγματική μεταβολή της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, ενώ ο εναγόμενος Ρ.
Γ. με την αδρανή παρουσία του κατά την υπογραφή του επίδικου υπ' αριθ. .../2005 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Κ. - Κ. , που, όπως ήδη προεκτέθηκε, έλαβε χώρα στο κατάστημα του, παρείχε συνδρομή στον πωλητή να προβεί στην παραπάνω πράξη του ως απλός συνεργός αυτού. Και τούτο, διότι, κατά το χρόνο της υπογραφής του επίδικου συμβολαίου, οι εν λόγω εναγόμενοι - εκκαλούντες, είχαν ήδη λάβει γνώση των αξιώσεων του ενάγοντος - εφεσίβλητου εναντίον τους, λόγω της αθέτησης του από 14-7-2005 προσυμφώνου, δια της νόμιμα επιδοθείσης σ' αυτούς από 31-8-2005 εξώδικης δήλωσης αυτού, ενώ, και η επίδικη από 7-9-2005 προσωρινή διαταγή είχε ήδη επιδοθεί νόμιμα σ' αυτούς.
Αποδείχθηκε ακόμη ότι, τόσο ο εναγόμενος - εκκαλών Ρ. Γ. , όσο και ο υπάλληλος αυτού και εντολοδόχος του εναγομένου - εκκαλούντος πωλητή Δ. Γ. , Α. Κ. , κατά το χρόνο των διαπραγματεύσεων που έλαβαν χώρα μεταξύ αυτών και του ενάγοντος, αλλά και κατά το χρόνο της υπογραφής των προαναφερθέντων από 14-7-2005, 18-7-2005 και 2-8-2005 ιδιωτικών συμφωνητικών, διαβεβαίωναν αυτόν ψευδώς, ότι είχαν την πρόθεση να του μεταβιβάσουν την άδεια κυκλοφορίας του υπ' αριθ. ...
Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου (ταξί). Και τούτο διότι, όπως ήδη προεκτέθηκε, από τον Απρίλιο 2005 είχαν αναλάβει την υποχρέωση να μεταβιβάσουν την ως άνω άδεια κυκλοφορίας προς τον εναγόμενο -εκκαλούντα Σ. Π. , με αποτέλεσμα, με τον τρόπο αυτό, να παρασύρουν τον ενάγοντα με απάτη σε δήλωση βούλησης, ήτοι στη σύναψη των εν λόγω ιδιωτικών συμφωνητικών (βλ.
άρθρο 147 ΑΚ). Περαιτέρω δε, αθέμιτα παρασιώπησαν το ως άνω γεγονός, έτσι ώστε να πείσουν τον ενάγοντα να συμβληθεί στο επίδικο προσύμφωνο πώλησης και να τους καταβάλλει χρηματικό ποσό ως προκαταβολή έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος, με σκοπό το παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος του, ο οποίος σκοπός τους επιτεύχθηκε, αφού ο ενάγων - εφεσίβλητος, κατέβαλε ως προκαταβολή το ποσό των 120.000 ευρώ, το οποίο μέχρι σήμερα δεν του έχει αποδοθεί, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, συμπεριφορά που συνιστά το αδίκημα της απάτης σε βάρος του (άρθρο 386 ΠΚ).
Εξ αιτίας της αθέτησης της μεταξύ τους σύμβασης, οι εναγόμενοι της από 11-3-2006 και με αύξ. αριθμ. εκθ. καταθ. .../2006 αγωγής, οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα της αγωγής αυτής, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό της καταβληθείσης εκ μέρους του προκαταβολής έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος της ματαιωθείσης σύμβασης πώλησης, ποσού 120.000 ευρώ.
Αποδείχθηκε ακόμη ότι, ο ενάγων, λόγω της ματαίωσης της κατάρτισης της οριστικής σύμβασης πώλησης, ζημιώθηκε κατά το ποσό των 22.000 ευρώ, το οποίο οι εναγόμενοι της προαναφερόμενης αγωγής οφείλουν να του καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος, δεδομένου ότι από το χρόνο κατά τον οποίο είχε συμφωνηθεί να λάβει χώρα η υπογραφή του οριστικού συμβολαίου πώλησης της επίδικης άδειας κυκλοφορίας (Αύγουστος 2005), έως τον επίμαχο χρόνο άσκησης της προαναφερόμενης αγωγής (Μάρτιος 2006), υπήρξε ανατίμηση της εμπορικής αξίας της εν λόγω άδειας κυκλοφορίας Δ.Χ.Ε.
αυτοκινήτου - ταξί κατά το ως άνω ποσό, αφού αυξήθηκε από το ποσό των 163.000 ευρώ, που ήταν και το συμφωνηθέν τίμημα αυτής, στο ποσό των 185.000 ευρώ. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ενόψει της υπογραφής της οριστικής σύμβασης πώλησης της επίμαχης άδειας κυκλοφορίας και του αυτοκινήτου - ταξί εργοστασίου κατασκευής SKODA, συνήψε σύμβαση προσωπικού καταναλωτικού δανείου με την τράπεζα "... ", ποσού 65.000 ευρώ.
Προκειμένου να του χορηγηθεί το δάνειο αυτό, υποβλήθηκε σε δαπάνες συνολικού ύψους 1.806,50ευρώ ως έξοδα του δανείου, και ειδικότερα κατέβαλε: α) ποσό 800 ευρώ για την εξέταση του αιτήματος δανειοδότησης και προέγκρισης αυτού, β) ποσό 619,50 ευρώ για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο, γ) ποσό 50 ευρώ για την έκδοση πιστοποιητικών μεταγραφής, ιδιοκτησίας, βαρών και διεκδικήσεων από το αρμόδιο υποθηκοφυλακείο, δ) ποσό 232 ευρώ για νομικό έλεγχο, οδοιπορικά και δικαστική παράσταση για την εγγραφή προσημείωσης και ε) ποσό 105 ευρώ, ήτοι (800 + 619.50 + 50 + 232+ 105) 1.806,50 ευρώ, ζημία την οποία επίσης οφείλουν να του αποκαταστήσουν οι εναγόμενοι της προαναφερόμενης αγωγής, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον.
Εκτός όμως από την ανωτέρω αποζημίωση, οι εν λόγω εναγόμενοι οφείλουν στον ενάγοντα και χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας της προπεριγραφείσας σε βάρος του αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, η οποία πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο το Δικαστήριο κρίνει εύλογο και δίκαιο, σταθμίζοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβαν χώρα οι ως άνω άδικες πράξεις, τη βαρύτητα αυτών, αλλά και τις επιπτώσεις στην περιουσία του ενάγοντος, τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, το βαθμό πταίσματος των εναγομένων, την έλλειψη οποιουδήποτε πταίσματος του ενάγοντος, τη στενοχώρια και ψυχική ταλαιπωρία που ο τελευταίος υπέστη, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Αποδείχθηκε ακόμη ότι, ο πρώτος εναγόμενος ... Δ. Γ. , δυνάμει του υπ' αριθ. .../9-11-2005 συμβολαίου πώλησης αυτοκινήτου με παρακράτηση κυριότητας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Κ. Κ. , προέβη στην πώληση και μεταβίβαση (με παρακράτηση της κυριότητας έως την ολοσχερή εξόφληση του πιστωθέντος τιμήματος) του ανήκοντος σ' αυτόν υπ' αριθ.
κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου (ταξί), κατασκευής εργοστασίου MERCEDES, μετά της δημόσιας χρήσεως άδειας κυκλοφορίας αυτού, προς το δεύτερο εναγόμενο της αγωγής αυτής Σ. Π. , κατά τη διάρκεια ισχύος της από 7-9-2005 προσωρινής διαταγής της Προέδρου Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας απαγορεύθηκε κάθε νομική και πραγματική μεταβολή της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, η οποία αίτηση μετά της εν λόγω κάτωθι αυτής προσωρινής διαταγής είχε ήδη επιδοθεί σ' αυτόν στις 9-9-2005 ...
Επομένως ... η δικαιοπραξία η οποία παριέχεται στο ως άνω υπ' αριθ. .../9-11-2005 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Κ. Κ. , δυνάμει του οποίου έλαβε χώρα η κατά τα ανωτέρω διάθεση των προαναφερθέντων περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου Δ. Γ. , τυγχάνει άκυρη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, με την οποία παραπονείτο για την παραδοχή από το πρωτοδικείο των αγωγών του αναιρεσίβλητου σε βάρος του για αποζημίωση και για ακύρωση της μεταβίβασης του Δ.Χ.Ε.
αυτοκινήτου μετά της δημοσίας χρήσης αδείας κυκλοφορίας του, δεχόμενο, πέραν άλλων, ότι ο αναιρεσείων, ευθύνεται έναντι του αναιρεσίβλητου για αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας, συνισταμένης στην παραβίαση από πρόθεση της προσωρινής διαταγής, που είχε εκδοθεί από τον Πρόεδρο Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών και είχε με αυτήν απαγορευθεί η μεταβολή κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του αναιρεσείοντος και συνεπώς και του μεταβιβασθέντος Δ.Χ.Ε.
αυτοκινήτου δεδομένου ότι και με την από 11-3-2006 - υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. .../2006 - αγωγή του επικαλείτο την παραβίαση της προσωρινής διαταγής περί μη μεταβολής της περιουσιακής καταστάσεως του αναιρεσείοντος, όπως επίσης επικαλείτο την ακυρότητα αυτή και με την από 19-12-2005 - υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. ... /2005-αγωγή που ζητούσε μόνον την αναγνώριση της ακυρότητος της μεταβιβάσεως, και επιδίκασε και χρηματική ικανοποίηση, ύψους 5.000,00 ευρώ.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, δεδομένου ότι η παράνομη συμπεριφορά, που οφείλεται σε υπαιτιότητα του δράστη και συνιστά προϋπόθεση της αδικοπραξίας, μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως είναι και η από πρόθεση παραβίαση προσωρινής διαταγής, που προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 232 Α παρ. 1 ΠΚ.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και κατά το σχετικό του σκέλος με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της αιτίασης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει, ότι η παράβαση της προσωρινής διαταγής επιφέρει μόνο την ακυρότητα της σύμβασης, που καταρτίστηκε παρά την ύπαρξή της και δεν αποτελεί αδικοπραξία που να δικαιολογεί την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος πρώτος λόγος κατά το σχετικό του σκέλος με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της αιτίασης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραπονείται για εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω διατάξεων από το Εφετείο είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζει εάν η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες και ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ώστε να είναι επαρκείς, ή εάν έχει αντιφατικές αιτιολογίες και που εστιάζεται η αντίφαση τους.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9(α) ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος, με την από 11-3-2006 αγωγή του, που παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να του καταβάλλει, εις ολόκληρον μετά του εναγομένου Ρ.
Γ. , που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, μεταξύ άλλων, το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, από την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά τους σε βάρος του. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 5.000 ευρώ για την αιτία αυτή.
Ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 559 αριθ. 9(α) ΚΠολΔ, προβάλλοντας, ότι το Εφετείο, παρόλον ότι ο αναιρεσίβλητος με την από 19-12-2005 αγωγή του ζητούσε την ακύρωση της μεταβίβασης του Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του προς τον Σ. Π. , λόγω του ότι αυτή έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια ισχύος της προσωρινής διαταγής του Προέδρου Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών, που απαγόρευε τη μεταβολή της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, χωρίς να έχει και αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι, όπως έχει προαναφερθεί, η χρηματική ικανοποίηση που επιδικάσθηκε, αποτελούσε κεφάλαιο και αίτημα της από 11-3-2006 αγωγής του αναιρεσίβλητου και κατά του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που ερείδετο επί αδικοπραξίας και όχι της από 19-12-2005 αγωγής του και κατά του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας της μεταβίβασης του άνω αυτοκινήτου του.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8(α) ΚΠολΔ συνάγεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, πράγματα κατά την έννοια αυτήν, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1765/2005, ΑΠ 50/1992). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ ΑΠ 11/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκτίθενται παραπάνω, το Εφετείο δέχτηκε, σε σχέση με την ευθύνη προς αποζημίωση του αναιρεσείοντα έναντι του αναιρεσίβλητου, τα ακόλουθα: "...αποδείχτηκε ότι οι εναγόμενοι της από 11-3-2006 αγωγής και ήδη εκκαλούντες, πέραν της αθέτησης της μεταξύ αυτών και του ενάγοντος-εφεσιβλήτου συμφωνηθέντων, προέβησαν και σε παράνομες και υπαίτιες πράξεις ... Εξαιτίας της αθέτησης της μεταξύ τους σύμβασης οι εναγόμενοι ... οφείλουν να καταβάλλουν στον ενάγοντα ... εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό της καταβληθείσης εκ μέρους του προκαταβολής έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος της ματαιωθείσης σύμβασης πώλησης, ποσού 120.000 ευρώ. Αποδείχθηκε ακόμη ότι, ο ενάγων, λόγω της ματαίωσης της κατάρτισης της οριστικής σύμβασης πώλησης ζημιώθηκε κατά το ποσό των 22.000 ευρώ... δεδομένου ότι... υπήρξε ανατίμηση της εμπορικής αξίας της εν λόγω άδειας κυκλοφορίας Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου- ταξί. Ακόμη
αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ενόψει της υπογραφής της οριστικής σύμβασης πώλησης...συνήψε σύμβαση προσωπικού καταναλωτικού δανείου ... προκειμένου να του χορηγηθεί το δάνειο αυτό υποβλήθηκε σε δαπάνες συνολικού ύψους 1.806,50€...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων καθώς και ο Ρ.
Γ. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), υποχρεούνται να καταβάλλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στον αναιρεσίβλητο, λόγω ενδοσυμβατικής ευθύνης, συνισταμένης σε αθέτηση της μεταξύ τους σύμβασης, τα παραπάνω ποσά (120.000,00+22.000,00+1.806,50). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του δικογράφου της από 11-3-2006 αγωγής του αναιρεσίβλητου, αυτή έχει ως ιστορική βάση τόσο την αθέτηση της σύμβασης προσυμφώνου πώλησης του Δ.Χ.Ε.
αυτοκινήτου- ταξί, όσο και την αδικοπραξία. Ενόψει αυτών, παρέπεται ότι το Εφετείο, δεχόμενο, κατά τα παραπάνω, την αγωγική βάση περί ευθύνης του αναιρεσείοντος έναντι του αναιρεσίβλητου σε αποζημίωση για αθέτηση της μεταξύ τους σύμβασης προσυμφώνου πώλησης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης πράγματος και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 8(α) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, και δη ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά και τις διατάξεις, τις οποίες επικαλείτο ο αντίδικός του, η αγωγή ερειδόταν μόνον στις περί αδικοπραξίας διατάξεις και της ευθύνης από τις διαπραγματεύσεις, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ δήλωση βούλησης από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευόμενου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευόμενου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθ. 8(α) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι το προσύμφωνο πώλησης προς τον αναιρεσίβλητο του Δ.Χ.Ε.
αυτοκινήτου - ταξί υπεγράφη εκ μέρους του Α. Κ. (μη όντος εν προκειμένω διαδίκου), που ενεργούσε ως αντιπρόσωπός του, καθ' υπέρβαση της πληρεξουσιότητάς του, διότι ενώ αυτή αφορούσε την πώληση της άδειας ταξί και του οχήματος του, τύπου MERCEDES, αυτός υποσχέθηκε προς τον αναιρεσίβλητο την πώληση της άδειας ταξί και οχήματος, εργοστασίου κατασκευής SCONDA, τύπου OCTAVIA.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, από τις αναφερόμενες παραπάνω παραδοχές του, προκύπτει ότι έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε με τις αντίθετες παραδοχές του, δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων είχε δώσει στον Α. Κ. την πληρεξουσιότητα να προβεί στην πώληση του άνω αυτοκινήτου του μετά της άδειας κυκλοφορίας αυτού και να προβεί σε κάθε απαραίτητη προς τούτο ενέργεια, ότι στα πλαίσια αυτής συμφωνήθηκε μεταξύ του Α.
Κ. και του αναιρεσίβλητου να αποχαρακτηριστεί το αυτοκίνητο αυτό, κατασκευής εργοστασίου MERCEDES, το οποίο έφερε τον αριθ. ... και να εκδοθεί η άδεια κυκλοφορίας με τον άνω αριθμό σε αυτοκίνητο μάρκας SCONDA OCTAVIA 5 και να μεταβιβαστεί στη συνέχεια σ' αυτόν. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται επικουρικώς και για την περίπτωση που γίνει δεκτό ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό, η αιτίαση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο κατά την απόρριψη του άνω ισχυρισμού περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να μην καθίσταται εφικτός ο έλεγχος αν παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, δεχόμενο τα παραπάνω, με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα.
Τέλος, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε ο αναιρεσείων, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί ο τελευταίος (αναιρεσείων) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Μαρτίου 2015 αίτηση του Δ. Γ. του Α. , για αναίρεση της 764/2015 απόφασης του Εφετείου (τριμελούς) Αθηνών.-
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ