1341/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1341/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1341 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1341/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Σίνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. Λ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40620/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1855/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-4-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 21-3-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 22-4-2013 αίτησης, για αναίρεση της 1855/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από το αναιρεσείον, υπ' αριθμ. 7100/17-1-2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής. Η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία της (άρθρ. 576 παρ. 2 α' και γ' Κ.Πολ.Δ.).
Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται εάν το δικαστήριο υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές.
Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 εδ. θ' του ν. 1406/1983 στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, και στις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των Ν.Π.Δ.Δ.
οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Ως "αποδοχές", κατά τη διάταξη αυτή, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ' αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 302/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι, με την από 19-5-2008 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι από 1-10-1998, δυνάμει των αναφερομένων διαδοχικών συμβάσεων έργου που συνήψε με το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. "ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", παρείχε τις υπηρεσίες της σ’ αυτό, ως υπάλληλος στη Γραμματεία του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών, μέχρι και την 31-3-2005.
Ότι, οι εν λόγω συμβάσεις έργου, υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου ΝΠΔΔ, εξυπηρετώντας όμοιες ανάγκες κατ' είδος, έννοια και περιεχόμενο με τους συναδέλφους της υπαλλήλους που συνδεόταν με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι, οι διαδοχικές συμβάσεις δεν δικαιολογούταν ούτε από τη φύση των παρεχομένων υπηρεσιών της, ούτε από τη φύση των καλυπτομένων πάγιων αναγκών του Πανεπιστημίου, γι' αυτό και αποτελούσαν εξ αρχής μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο δε καθορισμός της ως έργου έγινε από το εναγόμενο προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ν. 2112/1920 και σε αντίθεση με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ότι, την επομένη της λήξεως της τελευταίας σύμβασης, ήτοι την 1-4-2005 το εναγόμενο της δήλωσε προφορικά ότι παύει στο εξής να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, πλην όμως η ενάγουσα και μετά την 1-4-2005 συνέχισε να προσφέρει την ίδια εργασία της, όπως και προηγουμένως, με το ίδιο ωράριο και την ίδια θέση, χωρίς το εναγόμενο να αρνείται αυτήν.
Ότι, στο μεταξύ είχε υποβάλλει αίτηση στο εναγόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 164/2004, καθόσον συνέτρεχαν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 αυτού για τη μετατροπή των εν λόγω συμβάσεων σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εκδόθηκε δε, και ενώ είχε ζητήσει με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, που έγινε δεκτή, απόφαση του ΑΣΕΠ με την οποία κρίθηκε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό της οι ρηθείσες προϋποθέσεις και κατόπιν της υπ' αριθμ 51793/Β1/24-5-2006 ΚΥΑ και της επακολουθήσασας 55264/ 28-6-2006 Πρυτανικής Πράξης κατετάγη με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου σε οργανική θέση του εναγομένου.
Ότι, οι ένδικες συμβάσεις ήταν άκυρες, ως προς το χρονικό περιορισμό τους και αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, κατά τις διατάξεις του ν. 2112/1920, αλλά και του ΠΔ 164/2004, με βάση τις οποίες ζήτησε να της επιδικασθούν οι αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-4-2005 έως 28-6-2006, τα επιδόματα εορτών και άδειας, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 23.132 ευρώ.
Με το ανωτέρω ιστορικό και αίτημα η αγωγή εισήγαγε, σύμφωνα με τα ανωτέρω, διαφορά ιδιωτικού δικαίου, δεδομένου ότι η εργασιακή σύμβαση από την οποία απορρέουν οι μισθολογικές αξιώσεις της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, ρυθμίζεται από το ιδιωτικό δίκαιο. Και τούτο διότι, η διαφορά η οποία έχει ως αίτημα την επιδίκαση νομίμων αποδοχών, εφόσον έχει ως βάση την παροχή υπηρεσιών του μισθωτού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, όπως στην προκειμένη περίπτωση, έχει χαρακτήρα ιδιωτικού δικαίου, για την επίλυση της οποίας είναι αρμόδια τα πολιτικά δικαστήρια (πρβλ.
ΑΕΔ 3/2004). Επομένως, ο πρώτος και δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος τους, από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της αγωγής της αναιρεσίβλητης είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αβάσιμοι.
Οι ίδιοι λόγοι, κατά το υπό στοιχ. ΙΙ σκέλος τους, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αρ. 7 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι εσφαλμένως έγινε δεκτή η έφεση και ο πρόσθετος λόγος, ενώ ουδέποτε κοινοποιήθηκε στο αναιρεσείον το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Και τούτο διότι, το αναιρεσείον δεν επικαλείται παραδεκτή και νόμιμη προβολή τέτοιου ισχυρισμού ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, του οποίου η απόφαση προσβάλλεται, ούτε τέλος επικαλείται στο αναιρετήριο ότι αφορά τυχόν η εν λόγω αιτίαση, τις καθοριζόμενες από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 εδάφ.
α - γ Κ.Πολ.Δ. εξαιρετικές περιπτώσεις. Από την παραδεκτή δε επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν προκύπτει ομοίως, ότι το αναιρεσείον, ως εφεσίβλητο, διατύπωσε τέτοιο ισχυρισμό, παρεκτός του ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν ιδρύεται ο ρηθείς αναιρετικός λόγος με βάση την άνω αιτίαση, εφόσον το αναιρεσείον δεν επικαλείται ότι παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, ούτε άλλωστε, θεμελιώνεται αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ., κατά την προσήκουσα εκτίμηση του λόγου αυτού, εφόσον το ήδη αναιρεσείον δεν δικάσθηκε ερήμην.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον αναιρετικό αυτό λόγο, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε (Ολ.ΑΠ 44/1990).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι με τους όρους της συμφωνίας τους αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές (Ολ.ΑΠ 28/2005).
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής µέχρις ορισμένου χρονικού σηµείου ή µέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, µετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σηµείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Εποµένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα µέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Η σύμβαση εργασίας διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ’ αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης, ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης έργου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006), αλλά ούτε και από εσωτερικό κανονισμό της υπηρεσίας εργοδότη είτε ανήκει στο δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα, ακόμα και εάν ο κανονισμός αυτός έχει αποκτήσει ισχύ νόμου (ΑΠ 1110/2011).
Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής.
Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, αντιστοίχως, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.
Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν µε το άρθ. 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασµό µε τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρµόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συµβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δηµόσιο τοµέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόµου αυτού εφαρμόζονται και επί συµβάσεων εργασίας µε ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισµός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόµου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την µη τήρηση εκ µέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νοµικό χαρακτηρισμό των συµβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, µε πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συµβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νοµικός χαρακτηρισµός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης έργου ή εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόµου χαρακτηρισμό της συµβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 6/2001, 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νοµικός χαρακτηρισµός εκ µέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νοµικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου ή έργου σε αόριστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 18/2006).
Συνάγεται, περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συµβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, ΝΠΔΔ κ.λπ., πριν από την έναρξη ισχύος: 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α’ 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των, κατά την έναρξη της ισχύος του, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ.
και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, το χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 19/2007, Ολ.ΑΠ 18/2006, Ολ.ΑΠ 7 και 8 /2011)).
Ενόψει όλων των ανωτέρω, αν η πρόσληψη του προσωπικού του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με διαδοχικές συμβάσεις, διαρκώς ανανεούμενες, που καταρτίστηκαν πριν την ισχύ των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, έγινε προσχηματικά, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος ως εργοδότη εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των, από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων, που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης, κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), ακόμη και αν, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης νομοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α’) και 55/98 (ΦΕΚ 292 Α’) καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α’), του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 και του άρθρου 19 παρ.1α’ και 1β’ του Ν. 1404/1983.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 του Ν. 2527/1997, για τη σύναψη συμβάσεων μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα, με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ ή με άλλες διατάξεις απαιτείται προηγούμενη έκδοση ΚΥΑ στην οποία, πλην άλλων, καθορίζεται το συγκεκριμένο έργο που πρέπει να εκτελεσθεί σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτελέσεως του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από υπαλλήλους του.
Σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, είναι αυτοδικαίως και καθ’ ολοκληρίαν άκυρη. (Ολ.ΑΠ 7/2011, ΑΠ 15/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ότι, το εναγόμενο ΑΠΘ συνήψε με την ενάγουσα οκτώ έγγραφες διαδοχικές συμβάσεις έργου, με τις οποίες της ανέθεσε, αντί αμοιβής, υπηρεσίες διοικητικής υπαλλήλου στη Γραμματεία του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών.
Η πρώτη σύμβαση αφορούσε το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 29-2-2000. Η ενάγουσα παρείχε κατά το διάστημα αυτό υπηρεσίες διοικητικής υπαλλήλου, απασχολούμενη στη Γραμματεία του εν λόγω Τμήματος, όλες τις εργάσιμες ημέρες κάθε μήνα, με πλήρες ωράριο καθημερινά (8ωρο), υπό τις οδηγίες και εντολές των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου, δεσμευτικές γι' αυτήν.
Εργαζόταν με τις ίδιες ακριβώς συνθήκες που εργαζόταν και οι άλλοι διοικητικοί υπάλληλοι του εν λόγω Τμήματος, που συνδέονταν με το εναγόμενο με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου. Η ενάγουσα υπέκειτο σε νομική και προσωπική εργασιακή εξάρτηση από το εναγόμενο που εκδηλωνόταν με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία της και να δίνει δεσμευτικές οδηγίες και εντολές ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της.
Ότι, η άνω σύμβαση ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, και όχι σύμβαση έργου, όπως χαρακτηρίστηκε από το εναγόμενο. Μετά τη λήξη της, το εναγόμενο συνήψε με την ενάγουσα διαδοχικά άλλες επτά συμβάσεις έργου, όπως τις χαρακτήρισε, με διάρκεια κάθε μία απ' αυτές από 1-3-2000 έως 31-8-2000, από 1-9-2000 έως 31-8-2001, από 1-9-2001 έως 31-8-2002, από 1-9-2002 έως 31-8-2003, από 1-9-2003 έως 31-8-2004, από 1-9-2004 έως 31-12-2004 και από 1-1-2005 έως 31-3-2005.
Ότι, σε εκτέλεση των διαδοχικών αυτών συμβάσεων η ενάγουσα πρόσφερε στο εναγόμενο τις ίδιες ακριβώς, όπως με την πρώτη, ως άνω σύμβαση, υπηρεσίες της διοικητικής υπαλλήλου στη Γραμματεία του εν λόγω Τμήματος, απασχολούμενη όλες τις εργάσιμες ημέρες κάθε μήνα, με πλήρες ωράριο καθημερινά (8ωρο), υπό τις οδηγίες και εντολές των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου, δεσμευτικές γι' αυτήν (ενάγουσα).
Και οι ως άνω συμβάσεις ήταν εξαρτημένης εργασίας, καθόσον η ενάγουσα υπέκειτο σε νομική και προσωπική εργασιακή εξάρτηση από το εναγόμενο, που εκδηλωνόταν με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία της και να της δίνει δεσμευτικές οδηγίες και εντολές ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας της, ασκώντας, με τον τρόπο αυτό, το διευθυντικό του δικαίωμα.
Με τις ως άνω συμβάσεις, η ενάγουσα κάλυπτε, με την εν λόγω παρεχόμενη εργασία της, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου στη Γραμματεία του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών. Επειδή οι ανάγκες ήταν πάγιες και διαρκείς, το εναγόμενο απασχόλησε την ενάγουσα, με τις εν λόγω συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, συνεχώς και αδιαλείπτως, από 01-01-2000 έως 31-03-2005.
Όλες οι άνω διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, μεταξύ του ενάγουσας και του εναγομένου, δεν δικαιολογούνταν ως προς τη διάρκειά τους, από τη φύση, το είδος και το σκοπό της προσφερθείσας εν λόγω εργασίας της ενάγουσας, ούτε υπαγορεύτηκαν από ειδικό λόγο που αναγόταν στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας του εναγόμενου ν.π.δ.δ., αλλά τέθηκαν με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων.
Επομένως, οι ανωτέρω μνημονευόμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι άκυρες μόνο ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας αυτών και θεωρείται ότι μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου ν.π.δ.δ. καταρτίσθηκε εξ υπαρχής (01-01-2000) μία και ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου.
Στις 31-03-2005, το εναγόμενο διεμήνυσε προφορικά στην ενάγουσα ότι είχε λήξει η τελευταία σύμβαση που είχε συνάψει μαζί της, διάρκειας από 01- 01-2005 έως 31-03-2005, και ότι εφεξής δεν θα αποδεχόταν τις υπηρεσίες της. Η ενάγουσα, όμως, θεωρώντας ότι συνδεόταν με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, η οποία δεν είχε καταγγελθεί εγγράφως από το εναγόμενο και δεν της είχε καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, εξακολούθησε και μετά την 1η Απριλίου 2005, να μεταβαίνει στη Γραμματεία του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών και να παρέχει ακριβώς τις ίδιες όπως και πριν υπηρεσίες της διοικητικής υπαλλήλου, με πλήρες ωράριο εργασίας.
Το εναγόμενο δεν αρνήθηκε την παροχή των υπηρεσιών της αυτών. Στο μεταξύ η ενάγουσα μετά την ισχύ του ΠΔ 164/2004, υπέβαλε εμπρόθεσμα στο εναγόμενο αίτηση, κατ' άρθρο 11 § 2 του ΠΔ 164/2004, από το οποίο ζήτησε να αποφανθεί αιτιολογημένα για τη διαπίστωση της συνδρομής στο πρόσωπό της των κατά την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού προϋποθέσεων, με σκοπό να ενταχθεί στο διοικητικό προσωπικό του εναγομένου με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ιδιωτικού δικαίου.
Το Κοινό Υπηρεσιακό Συμβούλιο Προσωπικού του εναγομένου έκρινε, με την 113/26-11-2004 απόφασή του, ότι η ενάγουσα πληρούσε τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004 και η θετική αυτή κρίση του διαβιβάστηκε αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο έκρινε, με την 1157/14-10-2004 απόφασή του, ότι η ενάγουσα, όπως και άλλοι συνάδελφοί της που εργάζονταν στο εναγόμενο υπό το ανωτέρω εργασιακό καθεστώς, πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004, ήτοι ότι συνδεόταν με το εναγόμενο πανεπιστήμιο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Δηλαδή το εναγόμενο παρότι γνώριζε ότι το Υπηρεσιακό Συμβούλιο Προσωπικού του είχε κρίνει από 26-11-2004 ότι οι συμβάσεις έργου της ενάγουσας υπέκρυπταν σχέση εξαρτημένης εργασίας και δη αορίστου χρόνου, κρίση την οποία υιοθέτησε και το ΑΣΕΠ με την άνω απόφασή του, την οποία επίσης γνώριζε το εναγόμενο, εν τούτοις αρνήθηκε προφορικά τις υπηρεσίες της ενάγουσας μετά την 1-4-2005, αλλά στην ουσία τις αποδέχθηκε, καθόσον η ενάγουσα μετέβαινε καθημερινά στη Γραμματεία της Σχολής και παρείχε ακριβώς τις ίδιες υπηρεσίες όπως και πριν, με πλήρες ωράριο και το εναγόμενο δεν τις απέκρουσε.
Ότι, η ενάγουσα άσκησε με άλλες συναδέλφους της, την 28502/29-7-2005 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, περί προσωρινής ρύθμισης καταστάσεως, με την ίδια δε αίτηση ζήτησε και την έκδοση προσωρινής διαταγής, που εκδόθηκε αυθημερόν, με την οποία υποχρεώθηκε το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, μέχρι τη συζήτηση της αίτησης, κατά τη συζήτηση της οποίας στις 10-10-2005 διατηρήθηκε η προσωρινή διαταγή.
Ότι, επί της αιτήσεως εκδόθηκε στις 9-1-2006, η 466/2006 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία αφού πιθανολογήθηκε ότι οι συμβάσεις που συνέδεαν την ενάγουσα με το εναγόμενο ήταν συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υποχρεώθηκε το εναγόμενο να αποδέχεται προσωρινά την εργασία της, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της κύριας αγωγής της.
Ότι, το εναγόμενο συμμορφούμενο εκουσίως με την προσωρινή διαταγή και απόφαση ασφαλιστικών μέτρων συνέχισε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας έως 28-6-2006. Στις 29-6-2006 η ενάγουσα συνδέθηκε με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου καταταγείσα σε οργανική θέση ...
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, στη συνέχεια, ότι η ενάγουσα αν και προσέφερε τις άνω υπηρεσίες της στο εναγόμενο και κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2005 έως 29-6-2006 συνδεόμενη με αυτό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δεν έλαβε για το διάστημα αυτό τους δεδουλευμένους μισθούς της, τα επιδόματα εορτών και άδειας, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 16.748 ευρώ και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε, ως απαραδέκτως εισαχθείσα, ελλείψει δικαιοδοσίας, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή.
Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα στις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, 648 επ., 653, 281 ΑΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών κανόνων.
Και τούτο διότι, υπό τις άνω παραδοχές, οι επίμαχες έγγραφες διαδοχικές συμβάσεις, συνιστούσαν εξ υπαρχής (1-1-2000) "μία και ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου", πάσχουσες ακυρότητα, μόνο ως προς τον καθορισμό της ορισμένης, κάθε φορά χρονικής διάρκειάς τους, καθόσον από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, ο δε καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείτο από τη φύση, το είδος και το σκοπό της προσφερόμενης εργασίας της ενάγουσας, ούτε από ειδικό λόγο, αλλά ετέθη με σκοπό την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της, από την εν λόγω ενιαία σύμβαση.
Ως εκ τούτου έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας της αναιρεσίβλητης. Εξ άλλου, η εν λόγω "μία και ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου", που στην πραγματικότητα είχε συνάψει η ενάγουσα με το εναγόμενο ΝΠΔΔ την 1-1-2000, δεν έπασχε ακυρότητα εκ του λόγου ότι παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για την πρόσληψή της και συγκεκριμένα γιατί δεν τηρήθηκαν κατ' αυτήν οι διατάξεις του Ν. 2190/1994, 103 παρ. 7 του Συντάγματος και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997, αφού:
α) η σύμβαση αυτή είχε συναφθεί την 1/1/2000, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, του Π.Δ. 164/2004 και των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος του 2001, β) εξακολουθούσε να ισχύει κατά την έναρξη ισχύος αυτών, γ) η ενάγουσα με την παροχή των άνω υπηρεσιών της κάλυπτε πάγιες, διαρκείς και μονίμως υφιστάμενες ανάγκες του εναγομένου, υπό τον έλεγχο και εποπτεία των αρμοδίων οργάνων του, κατά τα γενόμενα δεκτά και εκ τούτου είχε αποκτήσει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σε χρόνο προγενέστερο της ισχύος των διατάξεων αυτών, τον οποίο (χαρακτήρα) διατήρησε και μετά την ισχύ αυτών και συνακόλουθα, εφαρμοστέα, στην προκειμένη περίπτωση, ήταν η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920, που ορθώς εφάρμοσε το Εφετείο και όχι οι ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παραγρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος 2001, ΠΔ 164/2004, που δεν έχουν εφαρμογή, στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον η σχέση εργασίας της αναιρεσίβλητης, συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την έναρξη ισχύος τους και αυτή είχε προσλάβει ήδη κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, δηλαδή και πριν την ισχύ της άνω Οδηγίας και των παραπάνω διατάξεων του Συντάγματος, κατά τα εκτεθέντα στην αρχή της παρούσας.
Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, κατά την προσήκουσα εκτίμησή του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις, και υπό την επίφαση των ρηθεισών αναιρετικών πλημμελειών, πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Εξ άλλου, από το προδιαληφθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης, δεν προκύπτει ότι αυτή διαλαμβάνει αντιφατικές διατάξεις και ο περί του αντιθέτου ίδιος τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η εκ του άρθρου 559 αρ. 17 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη, η εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, κατά την πρόσηκουσα εκτίμησή του, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος "ότι μη νόμιμες και συνεπώς απορριπτέες είναι οι αξιώσεις της αντιδίκου που αφορούν το χρονικό διάστημα από 19-1-2006 έως 28-6-2006, διότι δεν είναι δεκτική αναγνώρισης από τα πολιτικά δικαστήρια η μετατροπή των συμβάσεων και οι σχετικές αποφάσεις που εκδίδουν είναι ανίσχυρες".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ως άνω ισχυρισμός, δεν συνιστά "πράγμα" κατά την προαναφερθείσα έννοια, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής, που σε κάθε περίπτωση λήφθηκε υπόψη καθόσον από τις προεκτεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο, τον απέρριψε κατ' ουσία εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντιθέτων απ' αυτά που τον συγκροτούν.
Με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 41 του ν.δ. 496/1974 "περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ", από τη διατύπωση της οποίας προκύπτει ότι κάθε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, την οποία καταρτίζει ΝΠΔΔ με εργαζόμενο, υποβάλλεται, εφόσον δεν υπάγεται στη θεσπιζόμενη μ' αυτό εξαίρεση, υποχρεωτικώς στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η έλλειψη του οποίου καθιστά τη σύμβαση άκυρη και τη μετατρέπει σε απλή εργασιακή σχέση, ότι, για το επίδικο χρονικό διάστημα δεν πληρώθηκε η διάταξη του τελευταίου εδαφίου περί άρσεως της ακυρότητας, και ότι "για το λόγο αυτό δεν αναγνωρίστηκε ως χρόνος προϋπηρεσίας το επίδικο χρονικό διάστημα και επομένως ότι έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως θεμελιούμενος. Και τούτο διότι, κατά τις εκτεθείσες παραδοχές, η ενάγουσα απασχολήθηκε στο εναγόμενο ΝΠΔΔ, δυνάμει διαδοχικών εγγράφων συμβάσεων εργασίας, που προσέλαβαν το χαρακτήρα "εξ υπαρχής (ήτοι από 1-1-2000) μιας και ενιαίας σύμβασης εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου", η οποία, ουδέποτε καταγγέλθηκε εγγράφως από το εναγόμενο, ούτε τηρήθηκαν οι διαγραφόμενες από το νόμο προς τούτο προϋποθέσεις, αλλ' αντιθέτως η ενάγουσα εξακολουθούσε και μετά την 1-4-2005 να προσφέρει συνεχώς τις ίδιες υπηρεσίες στο εναγόμενο, το οποίο "δεν αρνήθηκε την παροχή τους", μέχρι και την 29-6-2006, που κατατάχθηκε αυτή σε οργανική θέση και ουδόλως έγινε δεκτή κατάρτιση οποιασδήποτε νέας σύμβασης, χωρίς τήρηση του έγγραφου τύπου.
Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις, όπως "κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ότι υπήρχε από πλευράς ΑΠΘ εκούσια αποδοχή των εργασιών των αντιδίκων", και υπό την επίφαση του ρηθέντος αναιρετικού λόγου, πλήττεται απαραδέκτως η προσβαλλόμενη, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 630/2004, 1351/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, είναι αβάσιμος επίσης ο έκτος λόγος του αναιρετηρίου, εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα το μνημονευόμενο σ' αυτό από 19-9-2008 Υπηρεσιακό Σημείωμα της Γενικής Διεύθυνσης Διοικητικών Υπηρεσιών του ΑΠΘ, το οποίο είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και το οποίο το αναιρεσείον είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για απόδειξη των ισχυρισμών του.
Τούτο δε διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη (και) "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι με επίκληση προσκομίζουν ... που λήφθησαν όλα ανεξαιρέτως υπόψη ...", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό.
Ο ίδιος λόγος, κατά το τελευταίο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η ίδια αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι "αλλά και αυτά που έλαβε υπόψη δεν τα εξετίμησε σωστά ..." είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας. Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση ν' απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-4-2013 αίτηση του ΝΠΔΔ "ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", για αναίρεση της 1855/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ