1341/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1341/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μετά από έφεση των αναιρεσιβλήτων εναγόντων κατά της 318/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, εκδόθηκε η 391/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία αυτό δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1341 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1341/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου δ.δ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Θεοδοσίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, 2. Ψ2 συζ. Φ, το γένος Ξ, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 3. Ψ3 συζ. Ζ, το γένος Ξ, κατοίκων .... Ο 1ος και η 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Φερμελή με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 318/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 391/2002 του Εφετείου Πατρών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1346/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών. Το Εφετείο Πατρών εξέδωσε την 117/2008 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-8-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 19-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων πού δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Οριστική είναι η απόφαση πού περατώνει την δίκη και αποξενώνει το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία ως προς την υπόθεση.
Εξάλλου, επί απλής ομοδικίας η τελεσιδικία κρίνεται αυτοτελώς ως προς κάθε διάδικο (ΟλΑΠ 744/1982). Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της από 5-2-1998 διεκδικητικής της κυριότητας ακινήτων αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας και του αρχικά πρώτου εναγόμενου ..., που αποβίωσε κατά τη διάρκεια της δίκης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και συνέχισαν τη δίκη γι' αυτόν, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, και οι δύο αναιρεσείοντες, εκδόθηκε η 318/2000 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, που απέρριψε κατ'ουσίαν την αγωγή.
Μετά από έφεση των αναιρεσιβλήτων εναγόντων κατά της 318/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, εκδόθηκε η 391/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία αυτό δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.
Ασκηθείσης αναιρέσεως κατά της άνω 391/2002 Εφετειακής απόφασης από τους ήδη αναιρεσείοντες, εκδόθηκε η 1346/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ανωτέρω Εφετειακή απόφαση, για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ήτοι για το λόγο ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο (δικαστήριο παραπομπής).
Το τελευταίο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλ-λόμενη 117/2008 απόφαση του, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης ως προς την εκκαλούσα ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη Ψ2 συζ. Φ, λόγω του ότι αυτή δεν είχε κλητευθεί από τους επισπεύσαντες τη συζήτηση εφεσιβλήτους για να παραστεί στη δίκη, ενώ δέχθηκε την έφεση ως προς τους άλλους δύο εκκαλούντες ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, έκανε δεκτή, ως προς αυτούς την ένδικη αγωγή τους, ως ουσιαστικά βάσιμη.
Ενόψει αυτών η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη Ψ2 συζ. Φ είναι μη οριστική και δεν επιτρέπεται κατ'αυτής αναίρεση.
Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που ασκήθηκε εναντίον αυτής της αναιρεσίβλητης, η οποία και δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο, πρέπει, κατά την αυτεπάγγελτη περί τούτου έρευνα του Αρείου Πάγου (άρθρο 577 ΚΠολΔ), να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΕΠΕΙΔΗ, στην περίπτωση που ο θάνατος του κληρονομουμένου επήλθε πριν από την εισαγωγή του Α.Κ. (23-2-1946), η κληρονομία του διέπεται, κατ' άρθρο 92 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ, από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου. Από δε τις διατάξεις των ν.12 πανδ. (28.7), ν.14 παρ.8 πανδ. (11.7), ν.69 πανδ. (29.2) του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, προκύπτει ότι οι εκούσιοι (εξωτικοί) κληρονόμοι, δηλαδή όλοι εκτός από τους οικείους (sui), που είναι τα υπό την πατρική εξουσία του κληρονομουμένου τέκνα του (ν.2 Εισ. 2.19, 6.2 Εισ. 31, ν.3 κώδ. 6.30), για να αποκτήσουν την κληρονομία και συνεπώς για να γίνουν κύριοι των κληρονομιαίων ακινήτων, έπρεπε να υπεισέλθουν σ' αυτήν με ρητή ή σιωπηρή αποδοχή δι' αναμίξεως με πράξεις που φανερώνουν τη βέβαιη πρόθεσή τους να είναι κληρονόμοι.
Περαιτέρω κατά τους ν.25 πανδ. (29.2), ν.136 πανδ. (38.9), ν.4 κώδ. (6.31) η αποποίηση της κληρονομίας είναι άτυπη και ανέκκλητη, που μπορεί να γίνει ρητώς ή σιωπηρώς, συναγόμενη από πράξεις που φανερώνουν σαφώς το σκοπό παραιτήσεως, ο οποίος μπορεί κατά τις περιστάσεις να εκδηλωθεί και με την επί μεγάλο χρονικό διάστημα μη ανάμιξη στην κληρονομία.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 και 1781 του ΑΚ, προκειμένου να γίνει ερμηνεία της διαθήκης, αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη κατά την υποκειμενική τούτου άποψη και όχι κατά την αντικειμενική έννοια υπό την οποία θα την αντιλαμβάνονταν οι τρίτοι, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη.
Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται όταν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, από το περιεχόμενο της διαθήκης δεν προκύπτει η έννοια της βούλησης του διαθέτη, είτε γιατί αυτή δεν εκφράσθηκε με σαφήνεια, δημιουργώντας αντίστοιχη αμφιβολία, είτε γιατί η ίδια εκφράσθηκε ατελώς, παρουσιάζοντας έτσι αντίστοιχο κενό, οπότε για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης του διαθέτη μπορεί το δικαστήριο να κάνει χρήση ακόμη και στοιχείων κειμένων εκτός της διαθήκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικώς με την ένδικη διεκδικητική ακινήτων αγωγή των αναιρεσιβλήτων, τα ακόλουθα: Τα επίδικα ακίνητα, ήτοι μια παλιά ανώγεια οικία με το οικόπεδό της, εμβαδού 160 τ.μ., και μια οικοπεδική έκταση (κήπος),εμβαδού 90 τ.μ., που βρίσκονται στην πρώην Κοινότητα ..., ανήκαν στην κυριότητα της μητέρας του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Β.
Αυτή αποβίωσε το έτος 1937 και με την υπ'αριθμ. ... δημόσια διαθήκη της, ενώπιον του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Θεόδωρου Βλαχούλη, εγκατέστησε κληρονόμο της στα επίδικα ακίνητα το γιό της Θ. Ο τελευταίος από το έτος 1925 ζούσε στις Η.Π.Α., όπου και αποβίωσε κατά το έτος 1984. Αυτός μέχρι το έτος 1980 δεν είχε επισκεφθεί την Ελλάδα και ως εξωτικός κληρονόμος, κατά τις έχουσες εν προκειμένω εφαρμογή διατάξεις του Βυζαντινιρωμαϊκού Δικαίου, δεν εκδήλωσε, ρητώς ή σιωπηρώς, τη θέλησή του να υπεισέλθει στην κληρονομία της μητέρας του, δηλαδή να την αποδεχθεί, ώστε να καταστεί κύριος των κληρονομιαίων ακινήτων.
Η επί μακρό χρόνο μη ανάμιξή του στην εν λόγω κληρονομία αποδεικνύει τη σαφή θέληση αυτού να παραιτηθεί από την κληρονομία της μητέρας του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι πριν το θάνατο της ανωτέρω Β, στην επίδικη οικία διέμενε με την οικογένειά του ο άλλος γιός αυτής Ξ, πατέρας των εναγόντων, ο οποίος είχε επιστρέψει από τις Η.Π.Α.
το έτος 1931 και από τότε προέβη σε βελτίωση της οικίας, με δικά του χρήματα, λόγος για τον οποίο και υποχρέωσε η μητέρα του, με την άνω διαθήκη της, τον αδελφό του Θνα του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 10.000 δραχμών. Ο Ξδιέμενε στην επίδικη οικία μέχρι το έτος 1946, κατά το οποίο εγκαταστάθηκε στην ..., αλλά και μετά το έτος αυτό και μέχρι το θάνατό του, το έτος 1980, την επισκεπτόταν συνεχώς, ιδίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, ενδιαφερόταν για τη συντήρησή της και ανέθετε την επίβλεψη και τη φύλαξη αυτής σε συγγενικά του πρόσωπα, που ήταν μόνιμοι κάτοικοι της Κοινότητας ....
Μάλιστα κατά τα έτη 1965 και 1966 εκμίσθωσε την οικία αυτή στο Ελληνικό Δημόσιο, για τη στέγαση του Δημοτικού Σχολείου .... Έτσι αυτός, έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση ότι ο αδελφός του Θ παραιτήθηκε από την παραπάνω κληρονομία της μητέρας τους και ότι δεν προσβάλλει την κυριότητα εκείνου, επιλήφθηκε της νομής των επιδίκων ακινήτων και ασκώντας επ'αυτών τη φυσική εξουσίαση, με διάνοια κυρίου, για περισσότερα από είκοσι χρόνια υπό την ισχύ του Αστικού Κώδικα, έγινε κύριος αυτών με έκτακτη χρησικτησία.
Ο Ξ αποβίωσε στις 21-11-1980 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ρ και τα τέκνα του Ψ1, Ψ3 συζ. Ζ (αναιρεσιβλήτους-ενάγοντες), Ψ2 συζ.Φ και Π. Στις 12-11-1988 αποβίωσε η σύζυγος του ανωτέρω Ρ και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα παραπάνω τέσσερα τέκνα της, τα οποία, με την υπ'αριθμ.... πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Μιχαλοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκαν τις επαχθείσες κληρονομίες των γονέων τους, στις οποίες περιέλαβαν και τα επίδικα ακίνητα.
Έτσι οι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι των επιδίκων ακινήτων, κατά ποσοστό 32/128 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Εξάλλου, μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Ξ, ο αδελφός του Θεπισκέφθηκε την Ελλάδα δύο-τρεις φορές και διέμενε στην επίδικη οικία, ιδίως κατά τους θερινούς μήνες, ως φιλοξενούμενος των εναγόντων, χωρίς να διεκδικήσει το κληρονομικό του δικαίωμα, αναγνωρίζοντας έτσι σιωπηρώς την παραίτησή του από την κληρονομία της μητέρας του, με την επί σαράντα χρόνια μη ανάμιξή του σ'αυτήν.
Αυτός αποβίωσε το έτος 1984 στις Η.Π.Α. και οι νόμιμοι κληρονόμοι του ... και ... ανέθεσαν τη φύλαξη των κλειδιών της περιουσίας του, που βρισκόταν στη ..., στην εναγόμενη Χ1. Η τελευταία και ο αρχικά εναγόμενος πατέρας της ... κατέλαβαν και κατείχαν τα επίδικα ακίνητα, το ένα από τα οποία ηλεκτροδοτήθηκε στο όνομα του Χ2, λόγω του ότι αυτός κατέθεσε την αίτηση προς τη ΔΕΗ, για την παροχή σ'αυτό ρεύματος, χωρίς να έχει καμιά σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου.
Οι εναγόμενοι κατέχουν τα επίδικα ακίνητα ως αντιπρόσωποι των παραπάνω κληρονόμων του Θ, ο οποίος, όμως, ποτέ δεν έγινε κληρονόμος και δεν απέκτησε κυριότητα επί των επιδίκων ακινήτων. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες κατέστησαν με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) συγκύριοι των επιδίκων ακινήτων, κατά τα 32/128 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ακολούθως δε, αφού δέχθηκε την έφεση κατά το μέρος που είχε ασκηθεί από τους πρώτο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως, δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική των επιδίκων ακινήτων αγωγή τους, ως ουσιαστικά βάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις των ν.12 πανδ. (28.7), ν.14 παρ.8 πανδ. (11.7), ν.69 πανδ. (29.2) του Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τις διατάξεις των ν.3 Εισ3.1 και ν.157, ν.14 π.38.16, ν.11 π.28.2 του ίδιου δικαίου, οι οποίες αφορούν την πριν από την εισαγωγή του ΑΚ απόκτηση της κληρονομίας από τους οικείους (sui) του κληρονομουμένου, δηλαδή τα υπό την πατρική εξουσία αυτού τελούντα τέκνα του και όχι τους εξωτικούς κληρονόμους, όπως ήταν, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ο εγκατασταθείς με τη διαθήκη της αρχικής ιδιοκτήτριας Β γιός αυτής Θ, και συνεπώς οι διατάξεις αυτές δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη υπόθεση.
Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, για παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων του Β.Ρ. δικαίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ως προς την περιεχόμενη σ'αυτόν από το άρθρο 559 αριθ.1ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο κατά την ερμηνεία της διαθήκης της απώτερης δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Βύ παραβίασε τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 173 του ΑΚ, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η άνω δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων εγκατέστησε με τη διαθήκη κληρονόμο της στα επίδικα ακίνητα το γιό της Θ, χωρίς να διαπιστώσει οποιοδήποτε κενό ή ασάφεια στη διατύπωση της τελευταίας βούλησής της και χωρίς να προβεί σε ερμηνεία της διαθήκης αυτής.
Τέλος, ο ίδιος λόγος αναίρεσης ως προς τις προβαλλόμενες αιτιάσεις ότι το Εφετείο, με το να μη δεχθεί ότι ο εγκατασταθείς με τη διαθήκη της αρχικής ιδιοκτήτριας Β γιός αυτής Θυπεισήλθε με ενεργό ανάμειξη στην κληρονομία αυτής και ότι έγινε κύριος των επιδίκων ακινήτων, παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις του Β.Ρ.
δικαίου, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με την οποία κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). -ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο μέσο απόδειξης. Δεν γεννάται, όμως ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, μέρος δεύτερο, λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' του ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη των, αρνητικών της αγωγής, ισχυρισμών τους, ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκαν κατά κυριότητα στον Θ, για λογαριασμό των κληρονόμων του οποίου αυτοί ασκούν τη νομή επ'αυτών, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη 1) το υπ'αριθμ....έγγραφο του Γραφείου ...
της ΔΕΗ 2) την από 6-1-1995 εξώδικη δήλωση πρόσκλησης και διαμαρτυρίας του Ε και 3) τα υπ'αριθμ.9/1997 πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας. Από την προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, εκτός από τις ειδικά μνημονευόμενες υπ'αριθμ.3087/20-4-1999 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων ενώπιον συμβολαιογράφου και από 7-12-1998 υπεύθυνη δήλωση της ..., αλλά και από τη ρητή αναφορά που γίνεται στην απόφαση στο περιεχόμενο των παραπάνω αναφερομένων δύο πρώτων εγγράφων, σε συνδυασμό με τις αναλυτικές σκέψεις που η αναιρεσιβαλλομένη περιέχει για το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος, ότι ο Θ δεν υπεισήλθε με πράξεις αναμίξεως στην κληρονομία της διαθέτιδας μητέρας του Β, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και όλα τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα.
Συνεπώς, ο ανωτέρω περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, μέρος πρώτο, της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.18 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο, που δίκασε ως Δικαστήριο της παραπομπής, δεν συμμορφώθηκε προς την 1346/2005 αναιρετική απόφαση, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιό είναι το νομικό ζήτημα που με την ανωτέρω απόφασή του έκρινε ο Άρειος Πάγος και ποιές είναι οι παραδοχές του Εφετείου ως προς το ζήτημα αυτό, ώστε να μπορεί να κριθεί αν το τελευταίο συμμορφώθηκε προς τη λύση που έδωσε ο Άρειος ή αν έδωσε διαφορετική λύση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-8-2008 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ'αριθμ.117/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων Ψ1 και Ψ3 συζ. Ζ, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ