1341/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10.03.1996 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1096/1997 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 652/2001 προδικαστική και 334/2003 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 30.04.2003 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1450/2005 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών.
Legislator headnote
AI generated1341/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ελλάδος ........, ο οποίος και συνέταξε το από ..... εξ εννέα (9) σελίδων πόρισμα του. Στην τελευταία παράγραφο αυτού ο διενεργήσας την ΕΔΕ καταλήγει ότι κατά την άποψη του, για τους λόγους που αναπτύσσονται αναλυτικά στο κεφάλαιο 3, §§3.7-3.10 του πορίσματος, ο Προϊστάμενος του Τμήματος Πολεοδομίας Γ1 ευθύνεται αποκλειστικά για τη σύνταξη και υπογραφή των .....
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1341 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1341/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Δαλιάνη (λόγω κωλύματος του Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα), Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων : 1) χ1, 2) χ2, 3) χ3 και 4) χ4, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Ιωάννης Ψωμάς.
Του αναιρεσιβλήτου : ........, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Σπήλιος Πουλακίδας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10.03.1996 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1096/1997 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 652/2001 προδικαστική και 334/2003 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 30.04.2003 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1450/2005 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών.
Εκδόθηκε η 586/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12.07.2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 24.03.2007 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Ελένης Παναγιωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.-. Επειδή ενώπιον του τμήματος παραπομπής, εφόσον δεν ορίζεται ειδικά στον ΚΠολΔ είναι εφαρμοστέοι οι κανόνες που ρυθμίζουν τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε, αναλόγως αν τούτο δίκασε ως πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είναι δε απαραίτητη η κατάθεση εγγράφων προτάσεων, όπως περί τούτου ρητώς ορίζεται στο άρθρο 581 παρ. 2 ΚΠολΔ. Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 237 παρ. 1 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ όπως ίσχυαν πριν τους ν. 2915/2001 και 3042/2002, και όριζαν το μεν πρώτο "ενώπιον του μονομελούς και του πολυμελούς πρωτοδικείου οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν προτάσεις το αργότερο ως την έναρξη της συζητήσεως. Μαζί με τις προτάσεις πρέπει να κατατίθενται και: α) ..β) όλα τα αποδεικτικά και διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους", το δε δεύτερο "στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 269, και 271 έως 312..""συνάγεται ότι το Εφετείο τηρεί την ίδια με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο διαδικασία.
Συνεπώς όταν η έφεση στρέφεται κατά απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί αγωγής η πρώτη συζήτηση της οποίας στον πρώτο βαθμό έγινε πριν την 1.1.2002, οι προτάσεις και τα αποδεικτικά έγγραφα των διαδίκων κατατίθενται το αργότερο έως την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης, η οποία αφετήριο σημείο έχει την εκφώνηση της υπόθεσης στο πινάκιο με την αναφορά του ονόματος του ενάγοντος και του εναγομένου και των λοιπών διαδίκων στις προτάσεις τους (αρθ. 242 σε συνδ.
προς 524), ρύθμιση άλλωστε που ισχύει (εξαιρουμένης της περιπτώσεως του άρθρου 528) για το δεύτερο βαθμό γενικώς, και μετά την αντικατάσταση του άρθρου 524 με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 3 του ν. 2915/2001 και 8 παρ. 3 του ν. 3043/2002. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι:
α] η προσβαλλόμενη 586/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που δίκασε ως δικαστήριο παραπομπής, παρά το νόμο δεν απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της 1067/1997 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, αφού κατέθεσε προτάσεις όχι πριν από 20 ημέρες, αλλά κατά την ημέρα της δικασίμου πριν από την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης, γεγονός που επέφερε την ερημοδικία του, και 2] παρά το νόμο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά έγγραφα που ο αναιρεσίβλητος προσκόμισε μαζί με τις εκπρόθεσμες προτάσεις του, είναι αβάσιμος σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, τόσο κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όσο και κατά το δεύτερο μέρος του, που εκτιμάται από τον αριθ. 11 β του ίδιου άρθρου.
ΙΙ Οι αναιρεσείοντες με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών από 10.3.1995 αγωγή τους, το δικόγραφο της οποίας επιτρεπτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), είχαν επικαλεστεί ότι με την από 18.3.1987 έγγραφη σύμβαση έργου που κατάρτισαν με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο αρχιτέκτονα μηχανικό του ανέθεσαν να εκπονήσει τις αναγκαίες μελέτες και να μεριμνήσει ώστε να εκδοθούν από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία οι οικοδομικές άδειες:
α) έγκρισης εργασιών στην επί της οδού ...... οικοδομή, β) κατεδάφισης τοίχων του ισογείου και εκσκαφής οπίσθιου τμήματος για κατασκευή υπογείου και γ) προσθήκης υπολοίπου 3ου ορόφου, 4ου ορόφου, παταριών στο ισόγειο, καταστήματα, και κατασκευής υπογείου έως την πλήρη εξάντληση του συντελεστή δόμησης, δηλαδή συνολικού εμβαδού 1.205 τ.μ., ότι ο αναιρεσίβλητος:
α] στο φάκελο που υπέβαλε στην πολεοδομική υπηρεσία για την έγκριση των μελετών και την έκδοση των αδειών, με αριθ. πρωτ. ....., υπήρχαν ελλείψεις που δεν συμπληρώθηκαν, παρά την επισήμανση τους από την παραπάνω υπηρεσία με σχετικά έγγραφα της, β] δεν εκπόνησε ούτε υπέβαλε στην Πολεοδομία μελέτη "νομιμοποίησης" του υπάρχοντος κτιρίου, και γ] με τον ανωτέρω φάκελο υπέβαλε σχέδια για τις συμφωνημένες προσθήκες που δεν ήταν σύμφωνα με το νόμο, διότι είχαν συνταχθεί με βάση συντελεστή δόμησης μεγαλύτερο του ισχύοντος, έτσι ώστε να εμφανίζεται δομήσιμη επιφάνεια 1.123 τ.μ, ενώ ήταν μόνο 455 τ.μ.
Ισχυρίστηκαν ακόμη ότι κατά τη συζήτηση, στις 17-11-1988 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, αγωγής εναντίον τους του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος με αντικείμενο την επιδίκαση υπολοίπου της εκ 4.150.000 δρχ. συμφωνημένης εργολαβικής του αναιρεσιβλήτου (κατά την οποία ο τελευταίος άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ενάγοντος Τ.Ε.Ε.) δήλωσαν προφορικώς και με τις προτάσεις τους, ότι υπαναχωρούσαν από τη σύμβαση διότι είχαν παρέλθει 18 μήνες και οι άδειες δεν είχαν εκδοθεί, από υπαιτιότητα του ήδη αναιρεσιβλήτου, ο φάκελος είχε τεθεί στο αρχείο και η έκδοση των αδειών ήταν πλέον αδύνατη.
Ζήτησαν δε οι αναιρεσείοντες, εύλογη αποζημίωση επικαλούμενοι δεδικασμένο για το νόμιμο της υπαναχώρησής τους, από την 356/1990 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία είχε απορρίψει ως αβάσιμη την ανωτέρω αγωγή του Τ.Ε.Ε. Εξάλλου, από την προσβαλλόμενη 586/06 απόφαση του Εφετείου Πατρών προκύπτει ότι έκρινε ως δικαστήριο της παραπομπής επί της άνω περί επιδίκασης εύλογης αποζημίωσης αγωγής των αναιρεσειόντων, μετά την αναίρεση με την 1450/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου των προηγούμενων επί της αγωγής αυτής αποφάσεων 334/03 οριστικής και 625/01 προδικαστικής ίδιου Εφετείου, η πρώτη από τις οποίες επικύρωσε την προαναφερθείσα 1096/97 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου με την οποία είχε επιδικαστεί σ' αυτούς εύλογη κατά τα άρθρα 686 και 387 ΑΚ αποζημίωση, εκ του λόγου ότι υπαναχώρησαν νομίμως από τη σύμβαση εξαιτίας της ανώμαλης εξέλιξης της ενοχικής σχάσης από υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου, γεγονός για το οποίο είχε παραχθεί το επικληθέν από τους ήδη αναιρεσείοντες δεδικασμένο.
Με την απόφαση του αυτή το Εφετείο, συμμορφούμενο προςτην ανωτέρω αναιρετική απόφαση, σύμφωνα με την οποία οι προγενέστερες [αναιρεθείσες] αποφάσεις του δεν είχαν λάβει υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό του τότε αναιρεσείοντος - αρχιτέκτονα μηχανικού που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης [ΚΠολΔ 559 αρ. 8], για επιγενόμενη μεταβολή των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίχθηκε το δεδικασμένο, συνιστάμενο στο ότι μετά τη δημοσίευσή της 356/1990 απόφασης του Εφετείου Πατρών από την οποία είχε παραχθεί το επικληθέν με την αγωγή των αναιρεσειόντων δεδικασμένο περί της νόμιμης υπαναχώρησης των τότε αναιρεσιβλήτων, εκδόθηκε η υπ' αριθ. ........
απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, με την οποία ανακλήθηκαν τα έγγραφα της υπηρεσίας αυτής [όχι ως τοιαύτα, αλλά κατά τις εκφερόμενες με αυτά διαπιστώσεις] στα οποία είχε στηριχθεί ως προς το ζήτημα αυτό η 356/1990 απόφαση του Εφετείου, και συγκεκριμένα:
α] για τις ελλείψεις του σχετικού φακέλου που επισημαίνονται στο υπ' αριθμ. ...... έγγραφο του Προϊστάμενου του Γραφείου Πολεοδομίας Πατρών και β)για τα σφάλματα της εκπονηθείσης μελέτης, που αναφέρονται στο υπ. αριθμ........ όμοιο έγγραφο του, και ο οποίος [ισχυρισμός] κατά την άνω απόφαση του Αρείου Πάγου θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανατροπή του δεδικασμένου, ερεύνησε τον ισχυρισμό αυτό, και αφού τον έκρινε ουσιαστικά βάσιμο, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση.
Δέχθηκε δε συνακολούθως ότι η υπαναχώρηση των ήδη αναιρεσειόντων δεν ήταν νόμιμη και απέρριψε την αγωγή του. Για να στηρίξει την κρίση του αυτή το Εφετείο δέχθηκε ότι: "Η προαναφερόμενη αγωγή του Τ.Ε.Ε.
απορρίφθηκε αμετακλήτως με την 356/1990 απόφαση του Εφετείου Πατρών ως ουσία αβάσιμη διότι κρίθηκε ότι η μη εκτέλεση του έργου (έκδοση των οικοδομικών αδειών) οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του αρχιτέκτονα μηχανικού, η οποία συνίστατο στα ίδια περιστατικά που οι ήδη αναιρεσείοντες επικαλούντο και με την ένδικη αγωγή τους, ότι το Δικαστήριο εκείνο είχε στηριχθεί για την κρίση του αυτή στα λεπτομερώς αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση έγγραφα της ανωτέρω Υπηρεσίας που εκδόθηκαν στη χρονική περίοδο 22.6.1987 έως 23.3.1989, και ότι η διαγνωσθείσα με την απόφαση έννομη συνέπεια, θεμελίωνε κατ' αρχήν τον περί δεδικασμένου ισχυρισμό των αναιρεσειόντων".
Περαιτέρω το Εφετείο, ερευνώντας την ένσταση του αναιρεσίβλητου για μεταβολή των πραγματικών περιστατικών δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Μετά την έκδοση της 356/1990 αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού και κατόπιν της από 10-8-1990 αιτήσεως του εκκαλούντος μηχανικού, με την οποία αυτός έθετε συγκεκριμένα ερωτήματα που αφορούσαν τη νομιμότητα των ενεργειών υπαλλήλων κατά τον χειρισμό της υπόθεσης για την έκδοση οικοδομικής αδείας των εφεσίβλητων, με εντολή του Γενικού Γραμματέα του ΥΠΕΧΩΔΕ διενεργήθηκε ένορκη διοικητική εξέταση από τον πολιτικό μηχανικό της Δ/νσεως ΠΕΧΩΔΕ Δυτ.
Ελλάδος ........, ο οποίος και συνέταξε το από ..... εξ εννέα (9) σελίδων πόρισμα του. Στην τελευταία παράγραφο αυτού ο διενεργήσας την ΕΔΕ καταλήγει ότι κατά την άποψη του, για τους λόγους που αναπτύσσονται αναλυτικά στο κεφάλαιο 3, §§3.7-3.10 του πορίσματος, ο Προϊστάμενος του Τμήματος Πολεοδομίας Γ1 ευθύνεται αποκλειστικά για τη σύνταξη και υπογραφή των .....
και ...... εγγράφων της Υπηρεσίας του, που είναι συντεταγμένα κατά μη αντικειμενική κρίση και όχι σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις και ερμηνευτικές εγκυκλίους. Με βάση πρωτίστως το πόρισμα αυτό ο Προϊστάμενος του Τμήματος Οικοδομικών Αδειών της Δ/νσεως ΧΟΠ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαίας, στον οποίο είχε ανατεθεί σχετικός έλεγχος, εισηγήθηκε με το από ......
υπηρεσιακό του σημείωμα ότι πρέπει να ανακληθούν τα προαναφερόμενα, τρία έγγραφα, δεδομένου ότι δεν έχουν συνταχθεί με αντικειμενικά κριτήρια και δεν είναι σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, επιπρόσθετα δε, διότι η μη ανάκληση τους προκαλεί γενικότερη σύγχυση στην αντικειμενική κρίση των γεγονότων.
Πράγματι, με το ...... έγγραφο της Δ/νσεως ΧΟΠ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαίας, το οποίο απευθύνεται στον εκκαλούντα, ανακαλούνται τα εν λόγω τρία (3) έγγραφα "που είχε συντάξει και υπογράψει ο τότε Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Γ1, Πολ.Μηχ/κός με Αβ και για τους λόγους που αναφέρονται αναλυτικά στο από ....
πόρισμα της ΕΔΕ και ειδικά στην παράγραφο 4.3 των προτάσεων και στο από ...... υπηρεσιακό σημείωμα του Προϊστ. Τμ. Οικ. Αδειών της Δ/σεως ΧΟΠ Ν. Αχαΐας. Με το ...... έγγραφο του τότε Προϊσταμένου της Πολεοδομίας Γ1 δόθηκε εντολή στην αρμόδια υπάλληλο ........ να καταχωρηθεί στο αρχείο ο φάκελος των εφεσίβλητων, διότι προκύπτει ότι δεν, έγινε νομιμοποίηση του υφιστάμενου κτιρίου, δεδομένου ότι παρήλθε τετράμηνο χωρίς να εκδοθεί ακόμη άδεια.
Όπως όμως επισημαίνεται στο πόρισμα, οι εφεσίβλητοι την 27-6-1988 είχαν ανακαλέσει την υπεύθυνη δήλωση του Ν. 105/1969, την οποία είχαν υποβάλει την 2.11.1987 για να θεωρηθεί το υπάρχον κτίσμα ως νόμιμα υφιστάμενο. Με την ανάκληση της υπεύθυνης δήλωσης ο φάκελος έπαυσε να είναι πλήρης και για τον λόγο αυτό θα έπρεπε να τεθεί στο αρχείο, και όχι διότι παρήλθε τετράμηνο, όπως αναγράφεταιεσφαλμένα στο ανακαλούμενο έγγραφο, δοθέντος ότι αν δεν είχε ανακληθεί η υπεύθυνη δήλωση, θα μπορούσε να δοθεί νέα τετράμηνη προθεσμία για συμπλήρωση τυχόν ελλείψεων που θα διαπιστώνονταν εκ των υστέρων.
Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για το ζήτημα της κατανομής της υπαιτιότητας ως προς τη μη εκπλήρωση της συμβάσεως, αφού η ανάκληση της υπεύθυνης δήλωσης έγινε από τους εφεσίβλητους και χωρίς αυτήν ο φάκελος δεν ήταν πλήρης και δεν μπορούσαν να εκδοθούν οι αιτούμενες οικοδομικές άδειες, που προϋπέθεταν την υποβολή της.
Ας σημειωθεί ότι η 356/1990 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού έκρινε αντίθετα ότι η ανάκληση της υπεύθυνης δήλωσης του Ν. 105/1969 δεν επηρέασε την έκδοση της οικοδομικής αδείας, "όπως σαφώς αναφέρεται στο με αριθμ. πρωτ. ...., ..... έγγραφο του Προϊσταμένου της Πολεοδομίας Πατρών, στο οποίο αναφέρεται ρητά ότι η μη έκδοση της αδείας οικοδομής οφείλεται στο ότι από την ημερομηνία υποβολής του φακέλου στην υπηρεσία ο φάκελος ήταν ελλιπής και δεν ήταν δυνατή η έκδοση της οικοδομικής αδείας.
Και το τελευταίο αυτό έγγραφο όμως ανεκλήθη κατά τα άνω, διότι οι εκφερόμενες διαπιστώσεις του στερούνταν αντικειμενικής κρίσεως και δεν ήταν σύμφωνες με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Ειδικότερα, σε αντίθεση με τα αναφερόμενα στο...., ...... ως άνω έγγραφο περιστατικά, στο πόρισμα της ένορκης διοικητικής εξέτασης βεβαιώνονται τα ακολούθα:
α) Οι ελλείψεις του φακέλου που ζητήθηκαν με το ....... έγγραφο συμπληρώθηκαν, όπως αποδεικνύεται εκ του ότι εστάλη για έλεγχο στην Αρχιτεκτονική Επιτροπή και τελικά θεωρήθηκε σε χρόνο ανύποπτο και πριν από την ανάκληση της υπεύθυνης δήλωσης του Ν. 105/1969, β) ο φάκελος έπρεπε να τεθεί στο αρχείο μετά την ανάκληση της υπεύθυνης δήλωσης από τους ιδιοκτήτες , διότι έτσι έπαυσε να είναι πλήρης και δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα περί του αντιθέτου προτελευταία παράγραφος του εν λόγω ανακαλούμενου εγγράφου, γ) Μετά την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η Υπηρεσία δεν διέθετε αρχείο για άδειες εκδοθείσες πριν από το έτος 1955, το κτίσμα (που είχε ανεγερθεί πριν από το έτος αυτό) θεωρείται νομίμως υφιστάμενο και ως εκ τούτου η νομιμοποίηση που ζητείτο με την υποβολή της αιτήσεως την 27.3.1987 καλύφθηκε και δεν μπορεί να γίνεται λόγος για τυχόν ελλείψεις λόγω μη υποβολής μελέτης νομιμοποίησης.....
δ) στην προκειμένη διαφορά εφαρμοζόταν το αρθρ. 23§5 του ΓΟΚ/1985 κι έτσι η δομήσιμη επιφάνεια ανερχόταν σε 1.123 τ.μ., που υπολόγισε ο μελετητής του έργου και όχι σε 455 τ.μ., που ανακριβώς αναφέρεται στο ανακαλούμενο έγγραφο... Η 356/1990 ως άνω όμως απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, επικαλούμενη και τα δύο αυτά έγγραφα που ανακλήθηκαν, αποφαίνεται ότι η μελέτη που υπεβλήθη από τον εκκαλούντα με την .....
αίτηση (αρχική) δεν ήταν σύμφωνη με τις κείμενες διατάξεις, αφού υπολόγιζε εσφαλμένα συντελεστή δόμησης μεγαλύτερο από τον επιτρεπόμενο με αποτέλεσμα να προκύπτει κατά τον μελετητή δομήσιμη επιφάνεια 1.123 τ.μ. αντί της επιτρεπόμενης των 455 τ.μ. Κατά συνέπεια, υφίστανται εν προκειμένω όλες οι προϋποθέσεις που οδηγούν σε ανατροπή του δεδικασμένου που απορρέει από την 356/1990 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού κατά το ερευνώμενο κρίσιμο για την υπόθεση αυτή μέρος και συγκεκριμένα τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και δη η απόφαση ανάκλησης των ως άνω κρίσιμων εγγράφων, είναι μεταγενέστερη της 356/1990 αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού, αφού δεν υπήρχαν και δεν μπορούσαν να προταθούν σε εκείνη τη δίκη, συνιστούν δε νέα πραγματικά γεγονότα, τα οποία ενέχουν μεταβολή των περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική αιτία της κρινόμενης διαφοράς και αναφέρονται στον συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο απορρίφθηκε η αγωγή περί καταβολής της αμοιβής του ενάγοντος μηχανικού, δηλαδή την απόδοση υπαιτιότητας σε αυτόν για τη μη εκπλήρωση της συμβάσεως.
Δέχθηκε δε περαιτέρω το Εφετείο και τα εξής: "Από όσα έχουν ήδη προεκτεθεί αποδεικνύεται ότι η μη εκτέλεση του έργου και δη η μη έκδοση της αδείας δεν οφείλεται σε ενέργειες ή παραλείψεις του εκκαλούντος μηχανικού. Από τον "έλεγχο μελέτης" της αρμόδιας Υπηρεσίας προκύπτει ότι κατά την υποβολή του την 27.9.1987 ο φάκελος θεωρήθηκε πλήρης.
Για την αναπλήρωση της ελλείπουσας αδείας οικοδομής του υφιστάμενου κτίσματος οι ιδιοκτήτες υπέβαλαν την από 2.11.1987 υπεύθυνη δήλωση επί εντύπου του Ν. 105/1969, όπου ανέφεραν ότι τα κτίσματα του ακινήτου έχουν ανεγερθεί νομίμως πριν από το έτος 1955 και ότι έχει απωλεσθεί η σχετική άδεια. Το δικαιολογητικό αυτό ήταν απαραίτητο για την έκδοση της αιτούμενης αδείαςπροσθήκης και μετά την υποβολή της η Υπηρεσία προχώρησε σε περαιτέρω έλεγχο του φακέλου από την Αρχιτεκτονική Επιτροπή, στατικών θερμομόνωσης κ.λ.π., γεγονός που "φανερώνει ότι ο φάκελος θεωρήθηκε πλήρης και δεν υπήρχε κάποιο κώλυμα για την έκδοση της αδείας", όπως αναγράφεται στο........
έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ προς τη Νομαρχία Πατρών. Όμως οι εφεσίβλητοι την 27.6.1988 για δικούς τους λόγους ανακάλεσαν την προαναφερθείσα υπεύθυνη δήλωση, η ανάκληση δε αυτή, κατά το ίδιο έγγραφο, "είχε σαν αποτέλεσμα τη στέρηση του απαραίτητου στοιχείου για την απόδειξη της νομιμότητας του υπάρχοντος κτίσματος και την έκδοση αδείας προσθήκης.
Επομένως, συνεπεία της ανάκλησης ο φάκελος θεωρείται ότι έπαψε να έχει την προϋπόθεση πληρότητας κατά ΓΟΚ για να προχωρήσει σε παραπέρα ελέγχους και γι' αυτό το λόγο θεωρείται ελλιπής από την 2.11.1987, με αποτέλεσμα να έχει περάσει άπρακτο το τετράμηνο χωρίς τη συμπλήρωση του και να πρέπει...να τεθεί στο αρχείο".
Πράγματι, με το ...... έγγραφο της Πολεοδομίας, στο οποίο μνημονεύεται το προαναφερθέν έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ, γνωστοποιήθηκε στους ενδιαφερομένους ιδιοκτήτες του ακινήτου και μηχανικό, ότι ο φάκελος της μελέτης για την έκδοση οικοδομικής αδείας έχει τεθεί στο αρχείο........Κατ' ακολουθία, ούτε μη έγκαιρη έναρξη ούτε επιβράδυνση της εκτέλεσης του έργου κατά τρόπο που να αντιβαίνει στη σύμβαση και να καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του υπήρξε, ώστε να δικαιολογείται η υπαναχώρηση των εργοδοτών από τη σύμβαση, αφού ακόμη και μετά την από δική τους πρωτοβουλία ανάκληση της υπεύθυνης δήλωσης υπήρχε η δυνατότητα, αν επιθυμούσαν την έκδοση οικοδομικής αδείας, να επανυποβάλουν την υπεύθυνη δήλωση και να δώσουν εντολή στον εκκαλούντα να συνεχίσει τις εργασίες ολοκλήρωσης του έργου, οποιαδήποτε δε ζημία που υποστηρίζουν ότι υπέστησαν οφείλεται στις δικές τους και μόνο ενέργειες.
Έτσι, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αράσιμη". Οι αναιρεσείοντες με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αναιρέσεως, επικαλούμενοι τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ. 8, 11, 16 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, προβάλλουν ότι με την προσθήκη των προτάσεών τους στη νέα συζήτηση στο Εφετείο σε αντίκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου τους είχαν ισχυριστεί ότι εκτός από τα δύο ανακληθέντα έγγραφα που αναφέρονται στην αναιρετική απόφαση, στην 365/90 απόφαση του Εφετείου Πατρών αναφέρονται 4 ακόμη έγγραφα, στα οποία αυτή στήριξε κρίση της περί νόμιμης υπαναχώρησης τους, ήτοι τα με αριθ. ...., ...., .....
και ......., ότι τα έγγραφα αυτά αναφέρονται σε ελλείψεις διαφορετικές εκείνων που επισημαίνονται στα ανακληθέντα, και ότι αυτά (τα έγγραφα) στηρίζουν αυτοτελώς την κρίση της εν λόγω αποφάσεως "ώστε εκ της εξακολουθούσας ως σήμερα ισχύος τους προκύπτει ότι δεν υπάρχει μεταβολή πραγμάτων [των διαπιστώσεων των] που να δικαιολογεί παράκαμψή του με βάση αυτά παραχθέντος εξ αυτής δεδικασμένου".
Ότι κατά συνέπεια όσες ελλείψεις επισημαίνονται στα έγγραφα αυτά και ιδιαίτερα στα άνω υπό στοιχ. β'και γ, οι οποίες είναι άσχετες από εκείνες που αναφέρονται στα ανακληθέντα, διότι διαπιστώνουν το πρώτο στις 22-8-88 ότι δεν μπορεί να εκδοθεί άδεια, και στις 21-11-88 το δεύτερο ότι δεν έχει υποβληθεί μελέτη θεμελίωσης ούτε υπόλοιπη στατική μελέτη εγκαταστάσεων, έγιναν δε δεκτές με την εν λόγω απόφαση και εκτιμήθηκαν ότι στήριζαν υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου, θεμελιώνουν αυτοτελώς δεδικασμένο περί της νόμιμης υπαναχώρησής τους.
Και ακόμη, ότι τα ουσιώδη αυτά τέσσερα έγγραφα, το Εφετείο δεν τα έλαβε υπόψη του και δεν τα συνεκτίμησε και ότι δεν αιτιολογεί πλήρως την κρίση του περί ανατροπής του δεδικασμένου. Ο λόγος αυτός κατά τις αιτιάσεις του από τον αριθ. 8, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι άνω ισχυρισμοί περί μη ανατροπής του δεδικασμένου, είναι απαράδεκτος, διότι τα επικληθέντα, για τη θεμελίωσή του περιστατικά είναι αρνητικά της ένστασης του αναιρεσιβλήτου περί νέων πραγμάτων που μεταβάλουν την με την απόφαση διαπιστούμενη νομική κατάσταση, δηλαδή της από υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων λύσης της σύμβασης με υπαναχώρηση.
Κατά τις αιτιάσεις από τον αριθ. 16 ότι κατά παράβαση του νόμου η απόφαση δεν δέχθηκε την ύπαρξη του (αυτοτελούς) δεδικασμένου, που στηριζόταν στα πιο πάνω ανακληθέντα έγγραφα και τις αντίστοιχες διαπιστώσεις τους για τις ελλείψεις του έργου του αναιρεσίβλητου, είναι αβάσιμος, διότι ανεξάρτητα του ότι τα περιστατικά αυτά, δηλαδή τις επισημαινόμενες ελλείψεις του έργου, δεν τα επικαλέστηκαν με την αγωγή του όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό της, το δεδικασμένο που απέρριψε από την υπ' αριθ. 356/1990 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών κάλυπτε την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή με την απόφαση, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία συγκροτούσαν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφάρμοσε - στην προκείμενη περίπτωση των άρθρων 686, 387 ΑΚ - δηλαδή εκείνα μόνο που ήταν αναγκαία κατά νόμο για την κατάφαση της διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας, και όχι τα αποδεικτικά μέσα, ή τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, ή τις λοιπές πραγματικές διαπιστώσεις, από τις οποίες συνάγεται εμμέσως, κατ' εφαρμογή της κοινής πείρας και λογικής, η συνδρομή των δημιουργικών της διαγνωσθείσης έννομης συνέπειας, στοιχείων.
Επομένως, το Εφετείο που, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 1450/2005 αναιρετική απόφαση, η οποία είχε κρίνει ότι τα επικληθέντα για την αποτροπή του δεδικασμένου νέα περιστατικά μπορούσαν να θεμελιώσουν λόγο καταλυτικό της διαπιστωθείσας με την 356/1990 απόφαση νομικής κατάστασης, ανελέγκτως δέχθηκε τη βασιμότητα των περιστατικών αυτών, ορθά περαιτέρω στο πλαίσιο της κατ' αριθ. 580 παρ. 4 δέσμευσης του από την αναιρετική κρίση έκρινε ότι δεν υπήρχε η εκ του δεδικασμένου αυτού δέσμευση.
Άλλωστε, το Εφετείο δέχθηκε κατά τα προεκτεθέντα με την προσβαλλόμενη, ότι κατά την 27-6-1988 (δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο εκείνου που διαπιστώθηκαν οι πιο πάνω ελλείψεις) ανάκληση από μέρους των αναιρεσειόντων της υπεύθυνης δήλωσης του ν. 105/1969, για να θεωρηθεί το υπάρχον κτίσμα ως νόμιμα υφιστάμενο, ήταν στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό για το ζήτημα της κατανομής της υπαιτιότητας ως προς τη μη εκπλήρωση της σύμβασης, αφού η έκδοση των αδειών - άρα και η συμπλήρωση των ελλείψεων - προϋπέθετε την υποβολής της δήλωσης αυτής.
Περαιτέρω, ως προς τις αιτιάσεις από τον αριθ. 11γ, για μη λήψη υπόψη των άνω τεσσάρων αποδεικτικών εγγράφων, ο λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση τους με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων στη νέα συζήτηση της υπόθεσης. Εξάλλου, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε καμία από τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, κρίνοντας με βάση τις πιο πάνω παραδοχές του ανέλεγκτα, με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες και χωρίς αντιφάσεις ότι τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων είχε κριθεί νόμιμη η υπαναχώρηση μεταβλήθηκαν μεταγενέστερα, γι' αυτό και οι άνω λόγοι κατά το μέρος που αναφέρονται στις σχετικές με το ζήτημα αυτό αιτιολογίες της απόφασης είναι αβάσιμοι.
Τέλος, εφόσον οι διατάξεις για το δεδικασμένο είναι δικονομικού δικαίου η παράβαση τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.δ και για το λόγο αυτό ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που επίσης από τον αριθμό 19, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια ότι με ελλειπείς αιτιολογίες δέχθηκε τη μη δέσμευση από το δεδικασμένο της υπ' αριθ. 356/1990 απόφασης είναι απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτονται αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ. 8, 11, και 16 του Κ.Πολ.Δ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που οι αναιρεσείοντες πρόβαλαν με τις προτάσεις του στο Εφετείο κατά την προηγηθείσα της αναιρεθείσας απόφασης συζήτηση, καθώς και με την προσθήκη των προτάσεών τους κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης, και ότι η μη έκδοση των οικοδομικών αδειών και η νομιμότητα της υπαναχώρησής τους είχε κριθεί με δύναμη δεδικασμένου και την τελεσίδικη 447/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή τους περί επιστροφής της προκαταβληθείσας στον αναιρεσίβλητο για το άνω έργο αμοιβής.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως προς όλες τις αιτιάσεις του. Και συγκεκριμένα α) κατά την αιτίαση από τον αριθ. 8, διότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο δεν έγινε νόμιμη επαναφορά του εν λόγω ισχυρισμού, αφού οι μεν προτάσεις που είχαν κατατεθεί κατά τη συζήτηση, μετά την οποία ακολούθησε η έκδοση της προδικαστικής απόφασης του Εφετείου που αναιρέθηκε είναι άκυρες και δεν λαμβάνονται υπόψη στη νέα μετά από αναίρεση κατά παραπομπή συζήτηση, κατά την τελευταία δε αυτή συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη έγινε επίκλησή του απαραδέκτως, με την προσθήκη των προτάσεων, χωρίς ο ισχυρισμός αυτός να αφορά σε αντίκρουση προβληθέντος με τις προτάσεις ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου, β) κατά την αιτίαση από τον αριθ. 11, διότι αφορά στην απόδειξη ισχυρισμού απαραδέκτου, αλλά και δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν έγινε επίκληση και προσκομιδή της απόφασης αυτής, και γ) κατά την αιτίαση από τον αριθ. 16, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν το Εφετείο απέρριψε τον νέο περί του εν λόγω δεδικασμένου ισχυρισμό, αφού αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη ή μη ύπαρξη δεδικασμένου, τότε δεν ιδρύεται ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης. (ΟλΑΠ 1339/1985).
IV. Επειδή οι παραπάνω σαφείς, πλήρεις, χωρίς λογικά κενά και μη αντιφατικές παραδοχές, που αναφέρονται στην αβασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών ως προς την από υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου επιβράδυνση της εκτέλεση του έργου ώστε να δικαιολογούν την υπαναχώρησή των αναιρεσειόντων, στις οποίες προστίθεται και επίσης ανέλεγκτη διαπίστωση του δικαστηρίου ότι ακόμη και μετά την από δική τους πρωτοβουλία ανάκληση της υπεύθυνης δήλωσης υπήρχε η δυνατότητα, αν επιθυμούσαν την έκδοση οικοδομικής αδείας να επανυποβάλλουν την υπεύθυνη δήλωση και να δώσουν εντολή στον αναιρεσίβλητο να συνεχίσει τις εργασίες ολοκλήρωσης του έργου, οποιαδήποτε δε ζημία που υποστηρίζουν ότι υπέστησαν οφείλονται στις δικές τους και μόνες ενέργειες, αρκούν για την απόρριψη ως αβάσιμης της αγωγής των αναιρεσειόντων με την οποία ζητείται εύλογη αποζημίωση λόγω υπαναχώρησης από την εργολαβική σύμβαση, και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων.
Επομένως το Εφετείο, το οποίο ύστερα από εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 686, 387 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, γι' αυτό και ο σχετικός πέμπτος και τελευταίος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχα πλημμέλεια από τους αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι απορριπτέος και κατά τα δύο μέρη του, όπως και η αναίρεση στο σύνολό της.
Οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ) και για τις κατατεθείσες προτάσεις τους.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 12-7-2006 αίτηση των 1) Χ1, 2) Χ2 3) Χ3 και 4) Χ4 για αναίρεση της υπ' αριθ. 586/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2008 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ