1341/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28490/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 494/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7 Μαϊου 2004 αίτησή τους . Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 1ης Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1341/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα εξής: Ο ενάγων, (ήδη αναιρεσίβλητος) Γερμανός υπήκοος, το καλοκαίρι του 1995 ενδιαφέρθηκε να αγοράσει ένα διαμέρισμα στην οικοδομή που κατασκεύαζε ο δεύτερος των εναγομένων (ήδη δεύτερος αναιρεσείων) στην ....
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1341 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1341/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Ελένη Παναγιωτάκη και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων : 1).... και 2)....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαϊωάννου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου : ...., κατοίκου Γερμανίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Παπαδηλέρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28490/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 494/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7 Μαϊου 2004 αίτησή τους . Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 1ης Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Κατά το άρθρο 534 ΑΚ, το οποίο, καθώς και όσα περί πωλήσεως αναφέρονται πιο κάτω, διαχρονικώς έχουν εφαρμογή στην εξεταζόμενη υπόθεση, όπως αυτά είχαν πριν αντικατασταθούν με το άρθρο 1 του ν.3043/2002, ο πωλητής ευθύνεται αν, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, το πράγμα που πουλήθηκε έχει πραγματικά ελαττώματα που αναιρούν ή μειώνουν ουσιωδώς την αξία ή τη χρησιμότητά του.
Ως πραγματικό ελάττωμα, κατά τη διάταξη αυτή, νοείται η επί τα χείρω παρέκκλιση του πράγματος από την ομαλή αυτού κατάσταση, που οφείλεται κατά κανόνα στον ατελή τρόπο κατασκευής και που έχει ως συνέπεια αρνητική επίπτωση στην αξία του πράγματος ή στη χρησιμότητα αυτού, ενόψει των συνομολογηθέντων με τη σύμβαση της πωλήσεως.
Ανεξάρτητα, όμως, από την ύπαρξη ελαττωματικότητας στην υλική υπόσταση του πράγματος, ελάττωμα πραγματικό υπάρχει και όταν η ατέλεια αυτού ανάγεται στη νομική του κατάσταση, εφόσον τούτο δεν προέρχεται από δικαίωμα τρίτου, όπως όταν πρόκειται για αυθαίρετη οικοδομή ή για αυθαίρετο κατασκεύασμα επί ακινήτου (Ολ.ΑΠ 29/90, ΑΠ 1291/2000).
Κατά το άρθρο δε 540 ΑΚ, στις περιπτώσεις ευθύνης του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας, ο αγοραστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει είτε την αναστροφή της πώλησης είτε τη μείωση του τιμήματος. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 554 και 555 εδ.α' ΑΚ προκύπτει, ότι οι αγωγές του αγοραστή για αναστροφή ή μείωση του τιμήματος ή για αποζημίωση λόγω ελαττώματος ή ελλείψεως συμφωνημένης ιδιότητας παραγράφονται μετά την πάροδο δύο ετών για τα ακίνητα, ή παραγραφή δε αυτή αρχίζει από την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή.
Όμως, κατά τη διάταξη του άρθρου 557 ΑΚ, ο πωλητής δεν μπορεί να επικαλεστεί την πιο πάνω παραγραφή των δύο ετών αν απέκρυψε με δόλο το ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας, οπότε η παραγραφή των παραπάνω αγωγών, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 149 ΑΚ, είναι εικοσαετής. Δόλια απόκρυψη, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, υπάρχει όταν ο πωλητής, κατά το χρόνο μεταθέσεως του κινδύνου στον αγοραστή, δηλαδή, προκειμένου για ακίνητο, κατά το χρόνο της παραδόσεώς του ή της μεταγραφής του, αν η μεταγραφή της πωλήσεως έγινε πριν από την παράδοση (άρθρο 522 ΑΚ), καίτοι γνωρίζει ή βασίμως υποπτεύεται την ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων που αναιρούν ή μειώνουν την αξία ή τη συνήθη ή κατά τη σύμβαση προβλεπόμενη χρησιμότητά του και επιπλέον ότι η ανακοίνωση των ελαττωμάτων ή της ελλείψεως της ιδιότητας θα απέτρεπε τον αγοραστή που τα αγνοούσε, από την αγορά του πράγματος, δεν ανακοινώνει στον αγοραστή το ελάττωμα ή την έλλειψη, για να μη αρνηθεί εκείνος την κατάρτιση της συμβάσεως.
Τέλος, κατά μεν το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, (αδικοπραξία), κατά δε το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ κατά το άρθρο 386 ΠΚ διαπράττει απάτη όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα εξής: Ο ενάγων, (ήδη αναιρεσίβλητος) Γερμανός υπήκοος, το καλοκαίρι του 1995 ενδιαφέρθηκε να αγοράσει ένα διαμέρισμα στην οικοδομή που κατασκεύαζε ο δεύτερος των εναγομένων (ήδη δεύτερος αναιρεσείων) στην ....
Για το σκοπό αυτό στις 1-9-1995 μεταξύ αυτού (ενάγοντος) και του δεύτερου των εναγομένων, εκπροσωπούμενου από τον πρώτο εναγόμενο, (ήδη πρώτο αναιρεσείοντα) καταρτίσθηκε το .... προσύμφωνο πώλησης διαμερίσματος της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βασιλικής Συμεωνίδου, με το οποίο ο δεύτερος των εναγομένων, προσυμφώνησε, υποσχέθηκε και ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και να μεταβιβάσει στον ενάγοντα, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ένα αυτοτελές και διαιρετό διαμέρισμα του ημιυπόγειου ορόφου, εμβαδού μέτρων τετραγωνικών 58 και καθαρών 54,50, που θα αποτελείτο από δύο δωμάτια, σαλοκουζίνα και λουτροαποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό εξ αδιαιρέτου συμμετοχής στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους της οικοδομής 100/1000.
Ω τίμημα καθορίσθηκε το ποσό των 11.424.000 δρχ., το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε επτά δόσεις, μέχρι τις 30-6-1996 οπότε και θα παραδίδονταν το διαμέρισμα, έτοιμο και κατάλληλο για χρήση και οίκηση. Στις 20-9-1995 εκδόθηκε η .....οικοδομική άδεια από το αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο ...., σύμφωνα με την οποία η οικοδομή θα αποτελούνταν από δύο τυπικούς ορόφους με τρία διαμερίσματα ο καθένας και δύο υπόγειες αποθήκες, Στις 23-1-1996, και ενώ οι οικοδομικές εργασίες είχαν προχωρήσει ικανοποιητικά, επρόκειτο να υπογραφεί το οριστικό συμβόλαιο.
Για το λόγο αυτό ο ενάγων, ο οποίος δεν γνωρίζει την Ελληνική γλώσσα, προσέλαβε ως διερμηνέα τον τρίτο εναγόμενο, (δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη), που ήταν φίλος του. Ο δεύτερος εναγόμενος-πωλητής εκπροσωπείτο από τον πρώτο εναγόμενο, όπως συνέβη και κατά την υπογραφή του ως άνω προσυμφώνου.
Πριν από την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι είπαν στον ενάγοντα ότι πρέπει να υπογράψουν πρώτα ένα ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο θα ακυρώνουν το προηγηθέν προσύμφωνο, με την αιτιολογία ότι έτσι γίνεται στην Ελλάδα και ότι δεν θα άλλαζε το περιεχόμενο της αρχικής συμφωνίας.
Έτσι ο ενάγων πείσθηκε και υπέγραψε το σχετικό από 23-1-1996 συμφωνητικό ακύρωσης του ως άνω προσυμφώνου. Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα, προχώρησαν στην ανάγνωση και υπογραφή του .... οριστικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βασιλικής Συμεωνίδου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στις 26-1-1996. Στο συμβόλαιο αυτό αναφέρεται (μεταξύ άλλων) ότι ο δεύτερος των εναγομένων-πωλητής, πωλεί, παραχωρεί και μεταβιβάζει, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3741/1923 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, προς τον ενάγοντα-αγοραστή, ένα αυτοτελή και διαιρετό χώρο του υπογείου ορόφου (αποθήκη), που φέρει το χαρακτηριστικό στοιχείο στον όροφο 'Υψιλον ένα (Υ1), αντί τιμήματος 3.800.000 δραχμών.
Ο πρώτος των εναγομένων, ο οποίος παρίστατο κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου ως άμεσος αντιπρόσωπος του δευτέρου-πωλητή, και ο οποίος γνωρίζει την Γερμανική γλώσσα, παρέστησε ψευδώς στον ενάγοντα ότι το ακίνητο που αγοράζει είναι διαμέρισμα, αποκρύπτοντάς του ότι αυτό, με βάση την οικοδομική άδεια, ήταν αποθήκη, ενώ ο τρίτος των εναγομένων παρίστατο κατά τα προαναφερθέντα ως διερμηνέας.
Ο ενάγων κατά το μήνα Ιούνιο του 1996 εξόφλησε ολόκληρο το τίμημα και παρέλαβε το εν λόγω ακίνητο, το οποίο ήταν κατάλληλα διαμορφωμένο σε διαμέρισμα. Κατά το μήνα Αύγουστο του 1997, οι σχέσεις του ενάγοντος με τον τρίτο εναγόμενο, ο οποίος επίσης είχε αγοράσει διαμέρισμα στον πρώτο όροφο της ίδιας οικοδομής, διαταράχθηκαν και τότε σε μία λογομαχία ο τελευταίος του είπε ότι το ακίνητο που αγόρασε είναι αποθήκη και όχι διαμέρισμα.
Στη συνέχεια, με τη βοήθεια μεταφραστή, ο ενάγων διαπίστωσε ότι πράγματι η παραπάνω πληροφορία ήταν αληθινή. Ο τρίτος των εναγομένων, κατά το μήνα Αύγουστο του 1998, κατήγγειλε στη Διεύθυνση Οικισμού και Χωροταξίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χαλκιδικής ότι τα υπόγεια της εν λόγω οικοδομής μετατράπηκαν παράνομα σε διαμερίσματα.
Στις 10-8-1999 αρμόδιος υπάλληλος της άνω Υπηρεσίας, έκανε αυτοψία στο άνω ακίνητο του ενάγοντος και διαπίστωσε ότι άλλαξε η χρήση του υπογείου από αποθήκη σε κατοικία, καθ'υπέρβαση της .... οικοδομικής αδείας και των πολεοδομικών διατάξεων και για το λόγο αυτό κρίθηκαν αυθαίρετοι και κατεδαφιστέοι οι εσωτερικοί διαχωριστικοί τοίχοι.
Επίσης υπολογίσθηκαν εις βάρος του ενάγοντος τα πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτου, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Η αυθαίρετη αυτή αλλαγή χρήσης της αποθήκης σε κατοικία και η αυθαίρετη και παράνομη κατασκευή εσωτερικής τοιχοποιϊας, δέχτηκε το Εφετείο, συνιστούν πραγματικό ελάττωμα του ακινήτου, η ύπαρξη του οποίου μειώνει ουσιωδώς τη χρησιμότητα και την αξία του, δεδομένου ότι το ακίνητο αυτό αγοράσθηκε για τον ενάγοντα για να χρησιμοποιηθεί ως παραθεριστική κατοικία, σε περίπτωση δε που κατεδαφισθούν οι εσωτερικοί τοίχοι, δε θα μπορεί να εξυπηρετεί το σκοπό αυτό.
Επιπλέον, αυτό δεν μπορεί να νομιμοποιηθεί, αφού δεν συμπεριλαμβάνεται στο συντελεστή δόμησης της οικοδομής, η διατήρηση δε της αυθαίρετης εσωτερικής τοιχοποιϊας και η συνέχιση της αυθαίρετης χρήσης θα επισύρει την επιβολή σε βάρος τού ενάγοντος, προστίμων ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτου. Ο δεύτερος εναγόμενος (πωλητής) γνώριζε το πιο πάνω πραγματικό ελάττωμα κατά το χρόνο υπογραφής του οριστικού συμβολαίου αλλά και κατά το χρόνο πραγματικής παράδοσης του ακινήτου, πλην όμως το απέκρυψε δόλια από τον ενάγοντα προκειμένου να μη ματαιωθεί η πώληση, αφού αν ο τελευταίος το γνώριζε, δεν θα προέβαινε στην αγορά του.
Η άποψη αυτή, ότι ο εν λόγω εναγόμενος γνώριζε το ως άνω πραγματικό ελάττωμα τού πωλούμενου στον ενάγοντα ακινήτου, ότι δηλαδή αυτό ήταν υπόγεια αποθήκη και όχι διαμέρισμα, και δολίως το απέκρυψε απ'αυτόν, ενισχύεται σοβαρά και από το γεγονός ότι αυτός (πωλητής) ενώ γνώριζε από τα σχέδια που υπέβαλε στην αρμόδια υπηρεσία για την έκδοση της οικοδομικής άδειας ότι επρόκειτο για υπόγεια αποθήκη, εν τούτοις στο ...
προσύμφωνο πώλησης αυτού (ακινήτου) στον ενάγοντα, αναφέρονταν αυτό ρητά και καθαρά ως διαμέρισμα του ημιυπογείου ορόφου της οικοδομής ("...υπόσχεται και αναλαμβάνει την υποχρέωση να πωλήσει ... ένα αυτοτελές και διαιρετό διαμέρισμα του ημιυπογείου ορόφου, εμβαδού 58 τ.μ. και καθαρών 54,50 τ.μ., που θα αποτελείται από δύο δωμάτια, σαλοκουζίνα και λουτροαποχωρητήριο...").
Στο .... οριστικό συμβόλαιο πωλήσεως του ως άνω ακινήτου, αυτό΄, αναγκαστικά, περιγράφεται όπως πράγματι είναι, δηλαδή ως αποθήκη ("...πωλεί ... ένα αυτοτελή και διαιρετό χώρο του υπογείου ορόφου (αποθήκη), εμβαδού μέτρων ..."). Και ενώ κανονικά έπρεπε στο οριστικό συμβόλαιο να γίνεται μνεία του προσυμφώνου, σε εκτέλεση του οποίου συντάσσονταν αυτό, στην προκείμενη περίπτωση, με δόλιο σκοπό να μη αντιληφθεί ο ενάγων αγοραστής τη διαφορά ως προς την περιγραφή του πωλούμενου ακινήτου (διαμέρισμα στο προσύμφωνο, αποθήκη στο οριστικό συμβόλαιο) ο δεύτερος εναγόμενος, όπως προαναφέρθηκε, εκμεταλλευόμενος και την άγνοια του ενάγοντος αγοραστή, Γερμανού υπηκόου, για τα συναλλακτικά ήθη στην Ελλάδα, διαβεβαίωσε αυτόν ότι για να καταρτισθεί το οριστικό συμβόλαιο έπρεπε να ακυρωθεί το προσύμφωνο και έτσι τον έπεισε και, έστω με παράτυπο τρόπο, με το από 23-1-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό που συνέταξαν και υπέγραψαν, δήλωσαν ότι ακυρώνουν το προαναφερόμενο προσύμφωνο και κατόπιν αυτού δεν έκαναν καμμία μνεία αυτού (προσυμφώνου) στο οριστικό συμβόλαιο και έτσι δεν αντελήφθη ο ενάγων την ως άνω διαφορά ως προς την περιγραφή του πωλούμενου ακινήτου.
Με βάση τα παραπάνω, συνεχίζει το Εφετείο, πρέπει, αφού γίνει δεκτή ως κατ΄ουσίαν βάσιμη η αντένσταση του ενάγοντος περί δολίας αποκρύψεως του πραγματικού ελαττώματος εκ μέρους του δεύτερου εναγόμενου πωλητή, να απορριφθεί η ένσταση παραγραφής που προέβαλε ο τελευταίος ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη. Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού δέχτηκε ότι, λόγω του πιο πάνω πραγματικού ελαττώματος, το καταβληθέν για την αγορά του διαμερίσματος τίμημα πρέπει να μειωθεί κατά το ποσό των 6.200.000 δρχ. (18.195,16 ευρώ), δέχτηκε περαιτέρω και τα εξής:
Ο πρώτος εναγόμενος γνώριζε ότι το άνω πωλούμενο ακίνητο δεν ήταν διαμέρισμα αλλά αποθήκη, κατά τα προαναφερθέντα, πλην όμως παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον ενάγοντα ότι είναι διαμέρισμα, με σκοπό να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος στον δεύτερο εναγόμενο πατέρα του, προκειμένου να μη ματαιωθεί η πώληση, αφού αν ο ενάγων το γνώριζε, δεν θα προέβαινε στην αγορά του, με αποτέλεσμα να του προξενήσει παράνομα και υπαίτια ζημία, ίση με τη διαφορά μεταξύ της αγοραστικής αξίας του ακινήτου, χωρίς το πραγματικό ελάττωμα και αυτή με το πραγματικό ελάττωμα, δηλαδή ζημία ύψους 6.200.000 δρχ. (18.195,16 ευρώ).
Από την άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας θα πρέπει να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση, το ποσό της οποίας προσδιόρισε σε 1500 ευρώ. Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, έκρινε ως βάσιμη εν μέρει και από ουσιαστική άποψη την ένδικη αγωγή, ως προς μεν τον δεύτερο αναιρεσείοντα με νόμιμη βάση την ενδοσυμβατική ευθύνη του, ως προς δε τον πρώτο αναιρεσείοντα, με νόμιμη βάση την αδικοπρακτική ευθύνη του και απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων αυτών κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε καμμία από τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη, αλλά και από εκείνες που επιπλέον αναφέρονται στο αναιρετήριο, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 536 και 537 ΑΚ, αφού δέχτηκε ανελέγκτως ότι ο αναιρεσίβλητος αγοραστής δεν γνώριζε κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης το πιο πάνω ελάττωμα και ότι ο δεύτερος αναιρεσείων πωλητής με δόλο το αποσιώπησε, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 554, 555 και 557 ΑΚ, αφού, ενόψει των παραδοχών αυτών, η ένδικη αγωγή υπόκειται, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, σε εικοσαετή παραγραφή, ενώ επιπλέον, για όλα τα παραπάνω ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου.
Επομένως, οι πρώτος από τον αριθμό 19, δεύτερος και τέταρτος και κατά τα δύο μέρη τους, από τους αριθμούς αντιστοίχως, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
2.Κατά το άρθρο 545 ΑΚ αν ο αγοραστής παρέλαβε το πράγμα χωρίς επιφύλαξη, γνωρίζοντας το ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας, λογίζεται πως το αποδέχτηκε. 'Ετσι θεωρείται ο αγοραστής ότι παραιτήθηκε από τις αξιώσεις του που απορρέουν από την εγγυητική ευθύνη του πωλητή, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η παραλαβή έγινε εν γνώσει αυτού (αγοραστή) για το ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας.
Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για λήψη ή μη υπόψη πράγματος που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003).
Με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό τους, που ενώπιον αυτού είχαν προτείνει, ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων παρέλαβε ανεπιφυλάκτως και χωρίς καμμία διαμαρτυρία το ακίνητο που αγόρασε, γνωρίζοντας την πραγματική του κατάσταση και έτσι παραιτήθηκε (και) από την ένδικη αξίωσή του.
Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με εκτενείς αιτιολογίες δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος αγοραστής δεν γνώριζε, για την ύπαρξη του ελαττώματος, ούτε κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου (23-1-1996) ούτε και όταν παρέλαβε το ακίνητο (Ιούνιος 1996), αλλά πληροφορήθηκε το ελάττωμα, ότι δηλαδή το ακίνητο που αγόρασε ήταν αποθήκη και όχι νόμιμο διαμέρισμα, τον Αύγουστο του 1997.
Έτσι, εκ του πράγματος ασχολήθηκε και με τον πιο πάνω περί παραιτήσεως ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η παραίτηση προϋποθέτει παραλαβή του αγοραστή εν γνώσει του ελαττώματος. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, επικουρικώς προτεινόμενος, για την περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι ο προαναφερόμενος περί παραιτήσεως ισχυρισμός εξετάστηκε και απορρίφθηκε, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, προβάλλουν ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει τον ισχυρισμό τους αυτόν, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 543 και 545 ΑΚ και επιπλέον διέλαβε αντιφατικές σχετικές αιτιολογίες, κατά μεν το πρώτο τμήμα του είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με τις προαναφερόμενες σχετικές παραδοχές του, καμμία σχετική ουσιαστικού δικαίου διάταξη δεν παραβίασε, κατά δε το δεύτερο τμήμα του είναι αόριστος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν εξειδικεύουν σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών της απόφασης προκύπτει (Ολ.ΑΠ 32/96).
3.-Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο, και συνεπώς, σε ισχυρισμό που δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως. Επομένως, ο πέμπτος από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό τους, που ενώπιον αυτού είχαν προτείνει, ότι ο αναιρεσίβλητος αγοραστής γνώριζε από την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, αλλά και από τότε που ανεπιφυλάκτως παρέλαβε το ακίνητο, την πραγματική κατάστασή του, χωρίς ποτέ, μέχρι το έτος 2001 που άσκησε την ένδικη αγωγή, να προβάλει οποιαδήποτε σχετική αξίωση, πράγμα το οποίο είχε ως συνέπεια να δημιουργηθεί σ'αυτούς η εύλογη πεποίθηση, ότι δεν θα ενασκούσε οποιοδήποτε δικαίωμα, με αποτέλεσμα η άσκηση της αγωγής να καθίσταται καταχρηστική, είναι απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα πιο πάνω περιστατικά, για τη θεμελίωση της ενστάσεως από το άρθρο 281 ΑΚ, δεν καθιστούν καταχρηστική την ενάσκηση από τον αναιρεσίβλητο του δικαιώματός του να ζητήσει τη μείωση του τιμήματος και γιαυτό ο φερόμενος ως αγνοηθείς από το Εφετείο ισχυρισμός αυτός, ως μη νόμιμος, δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ'αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Τέλος, από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β΄ 453 και 524 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα μέσα, όπως είναι και η εξώδικη ομολογία, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο με τις προτάσεις του (Ολ.
ΑΠ 14/2005, ΑΠ 920/98). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο βεβαιώνει, πως στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο αναιρεσίβλητος αγοραστής, και κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου και κατά την παραλαβή του αγορασθέντος ακινήτου, δεν γνώριζε το πιο πάνω πραγματικό ελάττωμά του και ότι οι αναιρεσείοντες με δόλο το απέκρυψαν, κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων, και τα έγγραφα που οι διάδικοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει.
Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, όπου το Εφετείο με εκτενείς σκέψεις αιτιολογεί το αποδεικτικό του πόρισμα, κάνοντας ρητή μνεία και του ..... οριστικού συμβολαίου πωλήσεως, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Δικαστήριο αυτό της ουσίας έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα έγγραφα που αναφέρονται στους έκτο και έβδομο (πρώτο μέρος του ) λόγους αναιρέσεως, ήτοι την από 7-6-1999 επιστολή του αναιρεσιβλήτου προς το φίλο του .....
και το τμήμα του πιο πάνω συμβολαίου, όπου γίνεται λόγος ότι, προ της υπογραφής του, έγινε διερμήνευσή του προς τον αναιρεσίβλητο αγοραστή που δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα. Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ δύο αυτοί λόγοι αναίρεσης, είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, ο έκτος λόγος της αναίρεσης, ως αιτίαση ότι το Εφετείο αγνόησε εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου, περιεχόμενη στην πιο πάνω επιστολή, είναι απαράδεκτος, διότι από την επιτρεπτή εκτίμηση του περιεχομένου των από 6-11-2003 προτάσεων που οι αναιρεσείοντες, ως εκκαλούντες, κατέθεσαν στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της από 24-11-2002 έφεσής τους, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εξώδικη ομολογία, περιεχόμενη στην πιο πάνω επιστολή, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διάφορο της επιστολής, ως εγγράφου, οι αναιρεσείοντες δεν επικαλέστηκαν. 5.Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.1, 118 παρ.4 και 559 αριθ.20 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και εκείνο το οποίο εξέλαβε ως περιεχόμενό του το δικαστήριο της ουσίας, ώστε να κριθεί αν το δικαστήριο αυτό εσφαλμένως ανέγνωσε το έγγραφο και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχτηκε, ως περιεχόμενο του εγγράφου, διαφορετικό από εκείνο που περιέχει.
Επομένως, ο έβδομος, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ.20 λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι έλαβε χώρα δόλια απόκρυψη ελαττώματος του ακινήτου εκ μέρους των αναιρεσειόντων, κατά την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του συμβολαίου αυτού και ειδικότερα το τμήμα του, στο οποίο αναγράφεται ρητώς, ότι προ της υπογραφής του έγινε διερμήνευσή του προς τον αναιρεσίβλητο που δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα, χωρίς όμως να εκτίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, καθώς και εκείνο το οποίο εξέλαβε, ως περιεχόμενό του, το Εφετείο, ώστε κα κριθεί αν εσφαλμένως το ανέγνωσε και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχτηκε περιεχόμενο, προφανώς διαφορετικό από το πραγματικό, είναι αόριστος, ανεξάρτητα από το ότι είναι και αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, μόρφωσε την παραπάνω κρίση του και από άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως καταθέσεις μαρτύρων, τα οποία και ρητώς μνημονεύει και όχι αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το πιο πάνω έγγραφο.
6.- Κατ΄ ακολουθία τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 Κ.ΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-5-2004, αίτηση των 1).... και 2)......, για αναίρεση της 494/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ