Supreme Court dismisses appeal on contract termination by withdrawal and inadmissible plea for insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a contract terminated by lawful withdrawal. The appellants argued for direct violation of substantive law and insufficient reasoning, but the court found the lower court correctly applied civil code provisions on withdrawal and restitution. Consequently, the appeal was rejected, the security was forfeited, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on direct violation of substantive law is inadmissible if the facts are uncontested and the lower court's reasoning is sufficient, while a plea for insufficient reasoning is inadmissible if it attacks the uncontested factual findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1340 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1340/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. συζύγου Δ. Β., 2) Ν. Β. του Δ., κατοίκων ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αγαπηνό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Κ., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Αναγνώστου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/11/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 2/12/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1987/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5440/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/6/2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμ. 5440/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τις αναφερόμενες σ'αυτή διατάξεις της, απέρριψε την αγωγή ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να καταβάλει στον δεύτερο αναιρεσείοντα το ποσό των 6.533 ευρώ. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ.3ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 316/2017, ΑΠ 24/2015, ΑΠ 1819/2014).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντιφάσεως των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο( ΑΠ1445/2017, ΑΠ2267/2013, ΑΠ1266/2011).
Περαιτέρω, οι γενικοί κανόνες που τίθενται από τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, οι οποίοι αφορούν την αναζήτηση κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών της αληθινής βουλήσεως των μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και την ερμηνεία των συμβάσεων, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο διέγνωσε, έστω και έμμεσα, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων.
Στην περίπτωση αυτή η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στις πιο πάνω ερμηνευτικές αρχές για να ανεύρει την αληθινή βούληση των μερών ή να παραθέσει και εκτιμήσει τα πραγματικά στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε να κριθεί η ανάγκη εφαρμογής τους, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο για ευθεία (από τον αριθ. 1) ή εκ πλαγίου (από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) παράβαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων.
Έμμεση δε διάγνωση από το δικαστήριο κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει όταν αυτό, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας της συμβάσεως προβαίνει σε συσχετισμό του επίμαχου όρου με άλλους όρους της ίδιας συμβάσεως ή λαμβάνει υπόψη και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενό της ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα ή ενδοιαστικές εκφράσεις (ΑΠ 679/2018, ΑΠ 245/2018, ΑΠ 1787/2011, ΑΠ80/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ υπό την ειδικότερη μορφή της μη προσφυγής σ'αυτούς, παρά τη σαφή διαπίστωση κενού στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στο προσύμφωνο μερών, καθόσον αν και αρχικά δέχεται την ανυπαρξία τέτοιας αναγκαιότητας με την ρητή παραδοχή ότι δεν απαιτείται καμία ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών, ακολούθως καταφεύγει στην αναζήτηση της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών, αναφορικά με τη φύση και τη λειτουργία του δοθέντος από τον αναιρεσίβλητο συνολικού ποσού των 100.000 ευρώ ως αρραβώνα ή προκαταβολή, δεχόμενο ότι, η στα πλαίσια του ενδοτικού χαρακτήρα της ΑΚ 404 προαναφερθείσα συμφωνία των διαδίκων για την παρακράτηση από τους εναγομένους του ποσού της προκαταβολής ως ποινικής ρήτρας αφορούσε μόνο την περίπτωση της υπαναχωρήσεως του ενάγοντος και όχι της νόμιμης υπαναχωρήσεως των εναγομένων.
Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον ως άνω αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα : «Δυνάμει του 5538/2008 συμβολαιογραφικού προσυμφώνου πωλήσεως ακινήτου οι εναγόμενοι ως πωλητές συμφώνησαν με τον ενάγοντα ως αγοραστή να πωλήσουν και μεταβιβάσουν σ'αυτόν το ακίνητό τους, αντί τιμήματος 930.000 ευρώ, έναντι του οποίου ο ενάγων είχε ήδη καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ και κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου κατέβαλε επιπλέον το ποσό των 30.000 ευρώ και συνολικά 50.000 ευρώ...
Η κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως πωλήσεως συμφωνήθηκε να γίνει μέχρι τις 10-10-2008...Με την ... συμβολαιογραφική πράξη παρατάσεως προσυμφώνου πωλήσεως ακινήτου και συμπληρωματική προκαταβολή 50.000 ευρώ, παρατάθηκε η προθεσμία κατάρτισης της οριστικής σύμβασης μέχρι τις 31-1-2009 και κατέβαλε ο ενάγων στους εναγομένους το ποσό των 50.000 ευρώ ως πρόσθετη- συμπληρωματική προκαταβολή, όπως ρητά συμφωνείται και αναφέρεται στην ως άνω πράξη, έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος...
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η παραταθείσα προθεσμία παρήλθε άπρακτη και μέχρι τις 16-3-2009 η πώληση δεν είχε καταρτισθεί για λόγους που αφορούσαν τον ενάγοντα και σχετίζονταν με την προσπάθειά του να λάβει τραπεζικό δανεισμό με ευνοϊκούς όρους, με αποτέλεσμα να καταστεί υπερήμερος. Στις 17-3-2009 οι εναγόμενοι οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα συμβατικής υπαναχώρησης, κοινοποίησαν στον ενάγοντα εξώδικο έγγραφό τους, με το οποίο του έταξαν προθεσμία 7 ημερών για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του από το προσύμφωνο και του δήλωσαν ότι επί παρελεύσεως άπρακτης της προθεσμίας, υπαναχωρούν από το προσύμφωνο και θα καταπέσει υπέρ αυτών η δοθείσα προκαταβολή ποσού 100.000 ευρώ ως ποινική ρήτρα.
Η εν λόγω προθεσμία παρήλθε άπρακτη και ο ενάγων κοινοποίησε στις 28-4-2009 στους εναγομένους εξώδικη δήλωση περί υπαναχώρησής του από το προσύμφωνο. Η υπαναχώρηση αυτή του ενάγοντος, ανεξαρτήτως της νομιμότητάς της ή μη, δεν μπορούσε να επιφέρει έννομα αποτελέσματα, καθόσον κατά το χρόνο άσκησής της η ένδικη σύμβαση προσυμφώνου είχε ήδη ανατραπεί-λυθεί αναδρομικά, συνεπεία της προηγηθείσας άσκησης νόμιμης κατ'άρθρο 383 ΑΚ υπαναχώρησης των εναγομένων, με το ως άνω εξώδικό τους, η οποία επήλθε με την άπρακτη πάροδο της ως άνω επταήμερης προθεσμίας.
Εξαιτίας της προκληθείσας από την έγκυρη αυτή υπαναχώρηση των εναγομένων αναδρομικής λύσης της σύμβασης του προσυμφώνου επήλθε απόσβεση των υποχρεώσεων των διαδίκων μερών για παροχή και οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να αποδώσουν στον ενάγοντα κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις το ληφθέν ως προκαταβολή του τιμήματος της πώλησης συνολικό ποσό των 100.000 ευρώ.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι το εν λόγω ποσό δόθηκε από τον ενάγοντα ως αρραβώνας, ώστε να λειτουργήσει κατά τρόπο παρόμοιο προς τη λειτουργία της ποινικής ρήτρας, είναι αβάσιμος, διότι σαφώς αναφέρεται στο κείμενο των προρρηθέντων συμβολαιογραφικών εγγράφων, χωρίς να απαιτείται καμία ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών και ρητά συμφωνείται ότι τόσο το ποσό των 50.000 ευρώ που καταβλήθηκε κατά την κατάρτιση της σύμβασης προσυμφώνου, όσο και το ποσό των 50.000 ευρώ που καταβλήθηκε κατά την κατάρτιση της πράξης παράτασης του προσυμφώνου, συνιστούσε προκαταβολή και πρόσθετη- συμπληρωματική προκαταβολή, αντίστοιχα, του τιμήματος της πώλησης, από το οποίο τίμημα θα αφαιρείτο στο μέλλον, σε περίπτωση κατάρτισης της πώλησης.
Το γεγονός ότι στο 5538 προσύμφωνο αναγράφεται στην επικεφαλίδα "προσύμφωνο πωλήσεως ακινήτου με καταβολή αρραβώνα 50.000 ευρώ" δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση, αφού στα κείμενα και των δύο συμβολαιογραφικών εγγράφων ρητά συμφωνείται ότι οι καταβολές των ως άνω ποσών αποτελούν προκαταβολές έναντι του συνολικού τιμήματος της πώλησης.
Επισημαίνεται ότι ουδεμία ασκεί επιρροή ως προς την υποχρέωση των εναγομένων για απόδοση του ποσού των 100.000 ευρώ στον καταβαλόντα ενάγοντα ο χαρακτηρισμός αυτού ως προκαταβολής ή αρραβώνα, δεδομένου ότι μετά τη νόμιμη υπαναχώρησή τους από το προσύμφωνο οι εναγόμενοι, οι οποίοι έλαβαν το εν λόγω ποσό, οφείλουν να το αποδώσουν στον ενάγοντα, είτε αποτελούσε προκαταβολή, είτε αρραβώνα, αφού η νόμιμη υπαναχώρησή τους αναίρεσε εξυπαρχής τον ενοχικό δεσμό και ως προς την κατά τους ισχυρισμούς τους αρραβωνική σύμβαση και δεν ισχυρίζονται περαιτέρω (ούτε όπως αποδεικνύεται) ότι παρεχόταν σ'αυτούς συμβατικό δικαίωμα υπαναχώρησης ούτε ότι σε περίπτωση νόμιμης υπαναχώρησής τους υπήρχε ρητή συμφωνία με τον ενάγοντα ότι θα είχαν και την αξίωση επί του, κατά τους ισχυρισμούς τους, αρραβώνα.
Εξάλλου, η στα πλαίσια της ενδοτικού χαρακτήρα ΑΚ 404 συμφωνία των διαδίκων για παρακράτηση από τους εναγομένους του ποσού της προκαταβολής ως ποινικής ρήτρας, που συμπεριελήφθη στην παράγραφο 6 του προσυμφώνου, αφορούσε και ρύθμιζε μόνο την περίπτωση της υπαναχώρησης του ενάγοντος και όχι την περίπτωση της( νόμιμης) υπαναχώρησης των εναγομένων, ως εν προκειμένω, όπως η εν λόγω συμφωνία των διαδίκων μερών σαφώς και ρητώς καταγράφεται στην παράγραφο 6 του προσυμφώνου πώλησης ακινήτου.
Τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά προκύπτουν κατά τρόπο σαφή από τα κείμενα των ως άνω συμβάσεων (προσυμφώνου και παράτασης αυτού) και από τους παρατιθέμενους ως άνω αυτούσιους όρους και παραγράφους αυτών, χωρίς να δημιουργείται καμία αμφιβολία, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ>.
Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, ούτε έμμεσα, κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών στο επίμαχο προσύμφωνο και στην πράξη παρατάσεως προσυμφώνου, ούτε προέβη σε ερμηνεία αυτών με το να δεχθεί ότι : α) στο κείμενο των εν λόγω εγγράφων αναφέρεται σαφώς και συμφωνείται ρητώς ότι το ποσό των 50.000 ευρώ που καταβλήθηκε κατά την κατάρτιση της συμβάσεως προσυμφώνου, καθώς και το ποσό των 50.000 ευρώ που καταβλήθηκε κατά την κατάρτιση της πράξεως παρατάσεως του προσυμφώνου, συνιστούσε προκαταβολή και πρόσθετη- συμπληρωματική προκαταβολή, αντίστοιχα, έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος της πωλήσεως και ότι δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία, ώστε να απαιτείται η ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών και β) η συμφωνία των διαδίκων για την παρακράτηση από τους εναγομένους του ποσού της προκαταβολής ως ποινικής ρήτρας που συμπεριελήφθη στην παράγρ. 6 του προσυμφώνου αφορούσε και ρύθμιζε μόνο την περίπτωση της υπαναχωρήσεως του ενάγοντος και όχι την περίπτωση της νόμιμης υπαναχωρήσεως των εναγομένων, ως εν προκειμένω, όπως η εν λόγω συμφωνία των συμβαλλομένων μερών σαφώς και ρητώς καταγράφεται στην ως άνω παράγραφο του προσυμφώνου πωλήσεως και ότι δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Το γεγονός ότι το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών προκύπτει και από το ότι δεν προέβη σε ερμηνεία της παραγράφου 6 του προσυμφώνου, συσχετίζοντας αυτή με άλλους όρους του προσυμφώνου, ούτε κατέφυγε σε άλλα αποδεικτικά μέσα ή σε στοιχεία εκτός του προσυμφώνου, ούτε χρησιμοποιεί ενδοιαστικές εκφράσεις.
Αντίθετα, τα ως άνω γενόμενα δεκτά από το Εφετείο προέκυψαν κατά τρόπο σαφή από τα κείμενα των συμβολαιογραφικών εγγράφων (προσυμφώνου και παρατάσεως αυτού) και από τους περιεχόμενους σ'αυτά όρους και παραγράφους, χωρίς να δημιουργείται καμία αμφιβολία, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στους οποίους και δεν προσέφυγε.
Επομένως, ο ως άνω πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίον οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Σημειουμένου περαιτέρω ότι η αναφορά στην αναιρεσιβαλλόμενη ότι: "Το γεγονός ότι στο 5538 προσύμφωνο αναγράφεται στην επικεφαλίδα "προσύμφωνο πωλήσεως ακινήτου με καταβολή αρραβώνα 50,000 ευρώ" δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση, δεν αποτελεί ερμηνεία συμβατικού όρου, καθόσον δεν συνιστά τέτοιον η επικεφαλίδα του συμβολαίου, αλλά οι επίμαχοι όροι, τους οποίους, κατά τα προεκτεθέντα, το Εφετείο, δεν ερμήνευσε.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 383 και 385 ΑΚ, προκύπτει ότι στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη ο δανειστής αποκτά, μεταξύ άλλων και δικαίωμα υπαναχωρήσεως από την σύμβαση, αν τάξει στον οφειλέτη εύλογη προθεσμία εκπληρώσεως, συνοδευόμενη και από τη σαφή και κατηγορηματική δήλωση, ότι μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αποκρούει την παροχή και παρέλθει πράγματι άπρακτη η προθεσμία αυτή, εκτός αν από την όλη στάση του υπερήμερου οφειλέτη προκύπτει χωρίς αμφιβολία, ότι θα ήταν άσκοπος ο καθορισμός της προθεσμίας, διότι αυτός δεν πρόκειται να προβεί στην εκπλήρωση της παροχής, όπως όταν αυτός δηλώνει κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό ότι δεν θα εκπληρώσει την παροχή.
Η υπαναχώρηση αυτή, κατά το άρθρο 390 ΑΚ, εφαρμοζόμενο και στη νόμιμη υπαναχώρηση (αρ.383 ΑΚ), σύμφωνα με το άρθρο 387 παρ.2 ΑΚ, ασκείται με δήλωση αυτού που έχει δικαίωμα υπαναχωρήσεως προς τον άλλον. Η διαπλαστική αυτή δήλωση είναι άτυπη και δεν απαιτείται να περιέχει τη λέξη "υπαναχώρηση". Με την άσκηση δε αυτής, κατά τη διάταξη του άρθρου 389 ΑΚ, επέρχεται απόσβεση των υποχρεώσεων προς παροχή, οι οποίες απορρέουν από τη σύμβαση και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Αποτέλεσμα δηλαδή της υπαναχωρήσεως, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 389 ΑΚ, που εφαρμόζεται και επί νόμιμης υπαναχωρήσεως, σε συνδυασμό με τα άρθρα 904 και 911 ΑΚ, είναι ότι η σύμβαση καταργείται ex tunc, αποσβένυται η υποχρέωση προς παροχή και οι παροχές που δόθηκαν αναζητούνται κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και αποδίδεται η ληφθείσα παροχή αυτούσια ή η αξία της, καθώς και ο νόμιμος τόκος από την υπαναχώρηση, διότι έκτοτε έπρεπε να προβλεφθεί η αναζήτηση.
Εξάλλου, με την εκ μέρους του δικαιουμένου άσκηση του δικαιώματος της υπαναχωρήσεως λύεται αναδρομικά η σύμβαση, οπότε, εν αμφιβολία, καταργούνται και οι τυχόν πρόσθετες μεταξύ των μερών συμφωνίες, όπως είναι και η συνομολόγηση ποινικής ρήτρας (άρθρο 406 ΑΚ), εκτός αν στην περίπτωση της ποινικής ρήτρας ειδικότερα είχε συνομολογηθεί αυτή με τη ρητή συμφωνία ότι η ποινή θα καταπίπτει και αν χωρήσει υπαναχώρηση, οπότε ο δανειστής δικαιούται παράλληλα με την υπαναχώρηση να αξιώσει και την ποινή (ΑΠ 905/2011, ΑΠ 1201/1989).
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 383, 387, 389, 404 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι με τη νόμιμη υπαναχώρηση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων από το προσύμφωνο λύθηκε αναδρομικά η σύμβαση, οπότε καταργήθηκε και η, κατά τους ισχυρισμούς τους, πρόσθετη μεταξύ αυτών και του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου συμφωνία συνομολογήσεως αρραβώνα, ποσού 100.000 ευρώ και επομένως αυτοί οφείλουν να τον αποδώσουν στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο.
Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως και συγκεκριμένα από το ότι : α) με τη νόμιμη υπαναχώρηση των εναγομένων από το προσύμφωνο ανατράπηκε αναδρομικά η ένδικη σύμβαση, επήλθε απόσβεση των υποχρεώσεων των διαδίκων μερών για παροχή και οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να αποδώσουν στον ενάγοντα κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις το ληφθέν ως προκαταβολή του τιμήματος της πωλήσεως συνολικό ποσό των 100.000 ευρώ.
β) Ουδεμία ασκεί επιρροή, ως προς την υποχρέωση των εναγομένων να αποδώσουν το ποσό των 100.000 ευρώ, ο χαρακτηρισμός του ποσού αυτού ως προκαταβολής ή αρραβώνα (όπως τον χαρακτηρίζουν οι εναγόμενοι), δεδομένου ότι η νόμιμη υπαναχώρησή τους από το προσύμφωνο πωλήσεως αναίρεσε αναδρομικά τον ενοχικό δεσμό και ως προς την, κατά τους ισχυρισμούς τους, αρραβωνική σύμβαση, αυτοί δε δεν επικαλούνται ούτε αποδεικνύεται ότι σε περίπτωση νόμιμης υπαναχωρήσεώς τους υπήρχε ρητή συμφωνία με τον ενάγοντα ότι αυτοί θα είχαν και την αξίωση επί του αρραβώνα, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 383, 387, 389, 404 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη και υπό τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, με την άσκηση της νόμιμης υπαναχωρήσεως η σύμβαση καταργείται αναδρομικά, αποσβένυνται οι υποχρεώσεις των μερών προς παροχή, οι δοθείσες παροχές αναζητούνται κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ και επιπλέον καταργούνται και οι πρόσθετες συμφωνίες των μερών, όπως είναι η συνομολόγηση αρραβώνα ή ποινικής ρήτρας, εκτός αν έχει συνομολογηθεί ρητά ότι ο αρραβώνας ή η ποινική ρήτρα θα καταπίπτει αν λάβει χώρα υπαναχώρηση, πράγμα που δεν συμβαίνει στην ένδικη περίπτωση, αφού δεν προέκυψε ότι ο χαρακτηριζόμενος από τους αναιρεσείοντες (εναγομένους) ως αρραβώνας των 100.000 ευρώ συνομολογήθηκε ρητά ότι θα καταπίπτει με τη νόμιμη υπαναχώρησή τους.
Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το ποσό των 50.000 ευρώ που καταβλήθηκε κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου και το ποσό των 50.000 ευρώ που καταβλήθηκε κατά την κατάρτιση της πράξεως παρατάσεως του προσυμφώνου, συνιστούσε προκαταβολή και πρόσθετη- συμπληρωματική προκαταβολή, ενώ αυτό δεν προκύπτει σαφώς από τα εν λόγω έγγραφα. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, για την πληρότητα αυτών καθώς και η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' αποτέλεσμα, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 αριθ.1ΚΠολΔ).
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-6-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 5440/2019 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναιρέσεως.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ