Supreme Court dismisses State's appeal on public land ownership, ruling the disputed property is private agricultural land.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Third Athenian Court of Appeal's decision regarding public land ownership. The State argued the property was public land, but the Court found it was private agricultural land acquired by the State's predecessor. Consequently, the Court ruled the appeal inadmissible and ordered the State to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the erroneous assessment of evidence regarding public land ownership is inadmissible if the lower court correctly determined the property is private land based on valid title transfers.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1340 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1340/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Π. του Γ. και της Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Μ. Π. του Γ. και της Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παντελή Ησαΐογλου και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ε. θυγατέρας Α. Β. και Μ. Π., 4) Ο. χήρας Α. Β., θυγατέρας Α. Β. και Μ. Π., κατοίκων ..., 5) Π. θυγατέρας Α. Β. και Μ. Π., συζύγου Δ. Π., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους και κατέθεσαν προτάσεις, 6) Π. συζύγου Ι. Τ., το γένος Ι. Π., 7) Ε. Τ. του Γ., 8) Ι. Λ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος Παντελής Ησαΐογλου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητος Ε. Π. του Γ. απεβίωσε στις 10-11-2017 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Αγίας Παρασκευής, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτού: 1α) Ν. Π. του Ε. και της Ε., κάτοικος ..., η οποία παραστάθηκε μετά του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου της και κατέθεσε προτάσεις και 1β) Ε. χήρα Ε. Π., το γένος Γ. και Α. Λ., κάτοικος ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-1966 αγωγή των 6ης, 7ου και 8ου ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 15-11-1966 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15334/1967, 4876/2009 μη οριστικές, 3802/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3136/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-10-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης, κατά τα σημεία που ενδιαφέρουν την κρινόμενη υπόθεση, διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες Π. Τ., Ε. Τ. και Ι. Λ. ήδη 6η, 7ος και 8ος των αναιρεσιβλήτων, άσκησαν, ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 20/05/1966 διεκδικητική ακινήτων αγωγή, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι η πρώτη από αυτούς είναι κυρία εδαφικής εκτάσεως19420τ.μ.
και οι δεύτερος και τρίτος εδαφικής εκτάσεως 7000 τ.μ , τις οποίες κατέλαβε ο εναγόμενος Γ. Π. και να τους αποδοθούν. Ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου το Ελληνικό Δημόσιο και ήδη αναιρεσείον με την από 15/11/1966 κύρια παρέμβαση με τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αγωγή ζήτησε ν'απορριφθεί η πιο πάνω αγωγή και ν'αναγνωρισθεί η κυριότητά του στα άνω επίδικα ακίνητα των 19.420 και 7000τ.μ., καθώς και σε εκείνο που κατέχει ο εναγόμενος Γ.
Π. εμβαδού 13540 τ.μ. και να του αποδοθούν. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 15334/1967 απόφαση, αφού συνεκδίκασε την αγωγή και την κύρια παρέμβαση με τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αγωγή, απέρριψε ως αόριστη την αγωγή και ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης ως προς την κύρια παρέμβαση- αγωγή, διέταξε δε αποδείξεις με μάρτυρες και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης Στη συνέχεια, με την 4876/2009 απόφαση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ενώπιον του οποίου επανήλθε προς συζήτηση η κρινόμενη κύρια παρέμβαση-αγωγή, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης και την εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο, καθώς και τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης.
Μετά την εξέταση των μαρτύρων και τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η 3802/2014 οριστική απόφαση που απέρριψε την κύρια παρέμβαση και σωρευόμενη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 30/10/2014 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 3136/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση, κατ'ουσία.
Ήδη, κατά της απόφασης αυτής, το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα την υπό κρίση αναίρεση, την οποία απευθύνει εναντίον α)των Ε., Μ., Ε., Ο. και Π. Π., εφεσιβλήτων, οι οποίοι, κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας , ως κληρονόμοι του αρχικού πρώτου των καθών η κύρια παρέμβαση- εναγομένου Γ.
Π., συνέχισαν τη βιαίως, λόγω του θανάτου του, διακοπείσα δίκη και β) των Π. Τ., Ε. Τ. και Ι. Λ., εφεσιβλήτων- καθών η κύρια παρέμβαση-εναγομένων , η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ). 2.Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287, 290, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη δε της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να είναι είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε και αναγκαστική με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου.
Στην προκειμένη περίπτωση, νόμιμα ο πληρεξούσιος δικηγόρος του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ε. Π. δήλωσε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, τη βίαιη διακοπή της δίκης, λόγω του θανάτου του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου, και την εκούσια επανάληψη και συνέχισή της από τις εκ διαθήκης κληρονόμους του θυγατέρα, Ν. Π. και σύζυγο, Ε.
Π. ( σχετ. τα προσκομιζόμενα: με αριθμ. πρωτ. ...2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Αγίας Παρασκευής -Αττικής, με αριθμ. πρωτ. ...2017 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δημάρχου Αγίας Παρασκευής - Αττικής, με αριθμό ...2018 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, με αριθμ.
πρωτ. .../2021 και .../2021 πιστοποιητικά του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης και μη αποποίησης της κληρονομιάς, αντίστοιχα).
3Α. Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 135 παρ. 1 και 134 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, αυτή γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μια πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του Εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε, η οποία συντάσσεται και υπογράφεται από εκείνον που ενεργεί την επίδοση και έχει το οριζόμενο από την πρώτη των άνω διατάξεων περιεχόμενο.
Ως πρόσωπο αγνώστου διαμονής μπορεί να θεωρηθεί και το νομικό πρόσωπο, όταν δεν έχει κατάστημα ή γραφείο ή είναι άγνωστος ο τόπος και η διεύθυνση αυτών. Β. Κατά την παρ. 2 του άρθρου 74 του Ν. 4690/30-05-2020 (ΦΕΚ Α'104) <<Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης>>,<< Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1.7.2020 έως 15.7.2020 ή από 1.9.2020 έως 15.9.2020.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα>>.
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 18/10/2017 αίτησης αναίρεσης κατά της αριθμ. 3136/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την ορισθείσα αρχική δικάσιμο της 6ης Μαΐου 2020 επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα , στους 6η, 7ο και 8ο αναιρεσιβλήτους, ως αγνώστου διαμονής, στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περίληψη δε του επιδοθέντος δικογράφου δημοσιεύθηκε στα προσκομιζόμενα 41562/24-1-2020 και 13425/24-1-2020 φύλλα των ημερησίων εφημερίδων Εστία και Ριζοσπάστης, αντίστοιχα [σχετ.
οι προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους επισπεύδοντες αναιρεσιβλήτους (1ο έως και 5ο) με αριθμ. 9962Θ',9263Θ' και 9264Θ'από 21/1/2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Σ. Ρ.]. Ακολούθως, η συζήτηση της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο της 6/5/2020 ματαιώθηκε, λόγω του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας όλων των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών της Χώρας, για το χρονικό διάστημα από 16/05/2020 έως και 31/05/2020, με την Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) Αριθμ.
Δ1α/Γ.Π.οικ.30340/15.05.2020 (ΦΕΚΒ'1857/864/Β/15.05.2020). Στη συνέχεια, η Πρόεδρος του Γ' Πολιτικού Τμήματος Ασπασία Μαγιάκου, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ.2 του Ν. 4690/30-05-2020, όρισε αυτεπάγγελτα δικάσιμο για την εκδίκαση της άνω υπόθεσης την 17η Φεβρουαρίου 2021, αυτή δε (ημερομηνία της νέας δικασίμου) γνωστοποιήθηκε ηλεκτρονικά από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στην διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων και στο site του Αρείου Πάγου, ο ίδιος δε ως άνω Γραμματέας ενέγραψε την υπόθεση στο οικείο πινάκιο, εγγραφή που ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Ωστόσο, κατά την δικάσιμο αυτή η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε και πάλι, για τον ίδιο ως άνω λόγο, δηλαδή λόγω του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας όλων των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών της Χώρας, για το χρονικό διάστημα από 01/03/2021 έως και 08/03/2021, με την Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) Αριθμ. Δ1α/Γ.Π.οικ.12639/27.2.2021 (ΦΕΚΒ'793/27.2.2021).
Ακολούθως, η Πρόεδρος του Γ' Πολιτικού Τμήματος Ασπασία Μαγιάκου, όρισε αυτεπάγγελτα δικάσιμο για την εκδίκαση της άνω υπόθεσης την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης (8/9/20121), αυτή δε (ημερομηνία της νέας δικασίμου) γνωστοποιήθηκε ηλεκτρονικά από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στην διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων και στο site του Αρείου Πάγου, ο ίδιος δε ως άνω Γραμματέας ενέγραψε την υπόθεση στο οικείο πινάκιο, εγγραφή που ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Οι ανωτέρω κλητευθέντες αναιρεσίβλητοι, ωστόσο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, κατά την αναφερόμενη ως άνω δικάσιμο της 8ης Σεπτεμβρίου 2021, από το οικείο πινάκιο δεν εμφανίστηκαν, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως ως προς αυτούς, ενόψει του ότι κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
4. Κατά το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή τελεσιδίκων, και εκείνων που απαγγέλθηκαν ανεκκλήτως, κατά δε το άρθρο 321 ΚΠολΔικ, όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι κατά το χρόνο της κατά το άρθρο 495 του ίδιου κώδικα καταθέσεως του πρωτοτύπου στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου.
Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση αποφάσεως (με την προσκομιδή αποδεικτικών επιδόσεώς της σε συνδυασμό με βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο), η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 92/2017, ΑΠ 254/2010, ΑΠ2213/2009).
Εξάλλου, με την άσκηση της κύριας, κατά το άρθρο 79 ΚΠολΔ, παρεμβάσεως, ο κυρίως παρεμβαίνων, καθίσταται μεν και αυτός κύριος διάδικος, αλλά δεν δημιουργείται σχέση αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ αυτού και των αρχικών διαδίκων ή μεταξύ των τελευταίων (ΑΠ 1332/2013). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό της πρώτης από τις διατάξεις αυτές προς εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και , συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος μόνο που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους.
Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνον όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (ΑΠ963/2020). Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η αναρεσιβαλλόμενη 3136/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε ερήμην των Π.
Τ., Ε. Τ. και Ι. Λ., εφεσιβλήτων- καθών η κύρια παρέμβαση- εναγομένων και ήδη 6η, 7ος και 8ος των αναιρεσιβλήτων, ορισθηκε δε παράβολο για την περίπτωση άσκησης από αυτούς ανακοπής ερημοδικίας. Η παραπάνω, όμως, απόφαση ,κατά το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως (19.10.2017),δεν είχε καταστεί τελεσίδικη ως προς τους ανωτέρω εφεσιβλήτους, καθόσον αυτοί είχαν ενεργό δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, αφού δεν προκύπτει επίδοση της ερήμην τους εκδοθείσας αποφάσεως, ούτε το αναιρεσείον, που δεν κατέθεσε προτάσεις, επικαλείται επίδοση της εν λόγω απόφασης στο δικόγραφο της αναίρεσης, ούτε προσκομίζεται βεβαίωση περί τελεσιδικίας του αρμόδιου γραμματέα.
Ενόψει τούτων η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ως προς τους προαναφερθέντες (6η, 7η και 8η) αναιρεσίβλητους ,λόγω μη τελεσιδικίας και να εξετασθεί ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους (καθολικούς διαδόχους του αρχικού καθού η κύρια παρέμβαση Γ. Π.), αφού, όπως αναφέρεται στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, δεν είναι αναγκαστική η ομοδικία που συνδέει τους αρχικούς διαδίκους ήτοι όλους τους καθών η κύρια παρέμβαση- εναγομένους.
Δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δεν επιδικάζονται στους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους, καθόσον λόγω της ερημοδικίας τους δεν υπάρχει σχετικό αίτημα. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, ενόψει του ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ) 5.Α.
Από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο πρωτόκολλο της 21.1/3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" (ιδίως στο άρθρο 5 αυτού) και στα ερμηνευτικά αυτού Πρωτόκολλα της 4/16.6.1830 και της 19.6/1.7.1830 σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κων/λεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 26.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" προκύπτει, ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Δημοσίου, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους (αναχωρήσαντες) Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους, έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου, περί διακρίσεως κτημάτων, όχι όμως και τα όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ακολούθως κατέχονταν από 'Ελληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο.
Ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833, με βάση την από 27.6/9.7.1832 Συνθήκη της Κων/λεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και Τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά, τη διάρκεια της τρίτης Τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (δηλαδή από 25.5.1827 έως 31.3.1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829, ο κυρίαρχος Σουλτάνος είχε εκδώσει θέσπισμα με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους (Οθωμανούς και 'Ελληνες) την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα αναγνωρίστηκαν ακολούθως με το από 21.1/3.2.1830 Πρωτόκολλο Ανεξαρτησίας της Ελλάδος και με την πιο πάνω Συνθήκη της Κων/λεως (ΑΠ 1132/2020, ΑΠ 1081/2020, ΑΠ 1354/2013).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 Ν. 998/1979 οποιοσδήποτε επικαλείται ή αξιώνει δικαίωμα εμπράγματο ή μη επί των δασών, των δασικών εκτάσεων ή των αναφερόμενων στο άρθρο 74 του νόμου αυτού εδαφών, οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του. Με τη διάταξη αυτή, δηλαδή, εισάγεται διαδικαστικό προνόμιο υπέρ του Δημοσίου το οποίο συνίσταται στην απαλλαγή του από το βάρος απόδειξης της ιδίας του κυριότητας επί των δασών, δασικών εκτάσεων κ.α.
και μετατίθεται το βάρος απόδειξης στον επικαλούμενο υπέρ αυτού δικαίωμα κυριότητας. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 1,2 και 3 του ΒΔ της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίζεται η κυριότητα του Δημοσίου επί κάθε έκτασης που αποτελεί, πριν την έναρξη της ισχύος του, δάσος, εξαιρέσει μόνον εκείνων των δασικών εκτάσεων για τις οποίες υφίσταται έγγραφη απόδειξη Τουρκικής Αρχής, ότι πριν την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες, όπως και εκείνων οι οποίες ανήκαν σε ιδιωτικά χωρία και, υπό την προϋπόθεση, ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις, υποβλήθηκαν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση οι σχετικοί περί ιδιοκτησίας τίτλοι, εντός της από το άρθρο 3 οριζόμενης ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευσή του (29.11.1836).
Με τις διατάξεις αυτές, θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του ως άνω διατάγματος, στα όρια του Ελληνικού Κράτους και δεν αναγνωρίστηκε νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος.
Επίσης, κατά το άρθρο 1 του β. δ. 12-12-1833 που έχει ισχύ νόμου, "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834" όλα τα λειβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει και: α) από το άρθρο 1 παρ. 2 ν. ΚΘ` 31.1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λειβαδίων άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, καθώς και β) από το άρθρο 3 ν.
ΨΗΖ/1880, κατά το οποίο, οι κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λειβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών την νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Τέλος , στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που έχουν εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για το χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ, δηλαδή μετά από άσκηση νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν, και επί των εθνικών δασών, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επ' αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν.
ΔΞΗ' /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 19-9-1915 μέχρι και της 16ης-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας δημοσίων κτημάτων". Με βάση τις διατάξεις αυτές, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 53 Εισ.
Ν.ΑΚ), έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού, άρα και η χρησικτησία πάνω σε αυτά (ΑΠ Ολομ. 75/1987, ΑΠ 638/2016). Έτσι, εφόσον, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή σε δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11.9.1915, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 § 1 του ν.998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λ.π., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματός του" (ΑΠ 987/2017).
Άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητάς του με έκτακτη χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις του ενάγοντος, καθώς και των δικαιοπαρόχων του, όπου απαιτείται, προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασής του με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχουν δικό τους, ενώ, όπως συνάγεται από τους ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.3), ν. 25 Πανδ. (24.1), ν. 27 Πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48 Πανδ. (41.3), ν. 5 Πανδ. (41.7), ν. 3 Πανδ. (41.10), ν. 7 παρ. 6 Πανδ. (41.4), ν. 109 Πανδ. (50.16), καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου (ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1198/2014, ΑΠ 1196/2012, ΑΠ 309/2012).
Β. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1α' του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. (Ολ.ΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση .
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (Ολ ΑΠ 25/2003).
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 54/2017, ΑΠ 567/2009, ΑΠ 1586/2008).
Κατά την αληθινή έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτή λόγου αναιρέσεως απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει, όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό.
Συνεπώς, αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολο της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη) δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 751/2019, ΑΠ 323/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, μετ'ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την ένδικη κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου:<< Η εριζόμενη εδαφική έκταση, την οποία διεκδικεί το κυρίως παρεμβαίνον (Ελληνικό Δημόσιό), κατά τα στο εισαγωγικό δικόγραφο (της κυρίας παρεμβάσεως) εκτιθέμενα, έχει επιφάνεια 39.960 τ.μ., βρίσκεται εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης του ..., στη θέση "Σ." ή "Κ." ή "Ρ.
Ν." και συνορεύει ανατολικά με βράχο 'Κ.', δυτικά με ιδιοκτησίες Α. Η. και Φ. Λ., βόρεια με ιδιοκτησία Π. και ρουμάνι και νότια με ρουμάνι και ιδιοκτησία Μ.. Κατά τα υποστηριζόμενα από τους καθ' ων η κυρία παρέμβαση και ήδη εφεσιβλήτους: Ο Ι. Π. του Σ. -πατέρας της πρώτης των καθ' ων η κυρία παρέμβαση, ήδη έβδομης των εφεσιβλήτων, Π.
συζ. Ι. Τ.- κάτοικος εν ζωή ... (του πάλαι ποτέ Δήμου ...), ο οποίος απεβίωσε στον Ασπρόπυργο, το έτος 1912, κατέστη κύριος, νομέας και κάτοχος των κάτωθι ακινήτων, λόγω αγοράς, ως εξής: 1) Με το .../15-3-1911 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Χατζησπύρου, αγόρασε από τον Π. (Π.) Μ. (ή Π.) του Δ. έναν αγρό, 'εθνικοϊδιόκτητον, ξηρικόν κείμενον εις την θέσιν ρεύμα "Ν." ή "Σ." ..., εκτάσεως δεκαπέντε (15) παλαιών (βασιλικών) στρεμμάτων, με όρια ανατολικά, δυτικά και νότια με ρουμάνι, βόρεια δε με ιδιοκτησία Α.
Η.. Του ακινήτου αυτού (αγρού) ο ανωτέρω πωλητής κατέστη κύριος, νομέας και κάτοχος, δυνάμει του .../24-6-1897 παραχωρητηρίου του Υπουργείου των Οικονομικών του τότε Βασιλείου της Ελλάδος, αντίγραφο του οποίου επικαλούνται και προσκομίζουν οι εφεσίβλητοι. Σύμφωνα με τον τίτλο αυτό το Ελληνικό Δημόσιο παραχώρησε στον προαναφερόμενο Π. (Π.) Μ., αντί τιμήματος 100 δρχ., την ανωτέρω εδαφική έκταση 'εις τελείαν και πλήρη ιδιοκτησίαν αυτού, των απογόνων και νομίμων κληρονόμων του και παντός άλλου, εις τον οποίον αυτός ή οι νόμιμοι κληρονόμοι του ήθελον παραχωρήσει'. 2) Με το .../16-10-1910 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, (ο Ι.
Π.) αγόρασε από τους Θ. Α. του Α. και Σ. συζ. Α. Μ. αγρό, επιφάνειας δεκατριών (13) παλαιών (βασιλικών) στρεμμάτων, τμήμα μείζονος αγρού, ξηρικού, επιφάνειας τριάντα (30) παλαιών (βασιλικών) στρεμμάτων, στην ίδια ως άνω περιοχή και με όρια ανατολικά και δυτικά βουνό, βόρεια αγρό Σ. Η. και νότια το υπόλοιπο ακίνητο των πωλητών.
Ο εκ των πωλητών Θ. Α. απέκτησε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου, εξ αγοράς από το Γ. Μ. του Α., δυνάμει του .../1910 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Σινάνη. Στους Γ. Μ. του Α. και Σ. σύζυγο Α. Μ. περιήλθε το όλο ακίνητο (αγρός), εξ αγοράς από τους Α. Μ. του Μ. και Α. Μ. του Μήτρου, δυνάμει του .../1909 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεμιστοκλή Ρουσσόπουλου, οι τελευταίοι δε, ως κάτοχοι εθνικοϊδιόκτητου κτήματος εκ 30 παλαιών (βασιλικών) στρεμμάτων, υπέβαλαν την από 18-11-1908 δήλωση προς το Δήμαρχο ...
και κατέβαλαν προκαταβολή έναντι της ετήσιας δόσης των 90 δραχμών, όπως παρατίθεται στο προαναφερόμενο .../16-10-1910 συμβόλαιο. 3) Με το .../15-3-1911 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, (ο Ι. Π.) αγόρασε από τη Σ. σύζυγο Φ. Μ., το γένος Δ. Π., εθνικοϊδιόκτητο αγρό, επιφάνειας δεκαπέντε (15) παλαιών (βασιλικών) στρεμμάτων στην ίδια, όπως και ανωτέρω, περιοχή, με όρια ανατολικά ρουμάνι ή μάνδρα, δυτικά και νότια ρουμάνι και βόρεια αγρό Α.
Η.. Στην πωλήτρια περιήλθε εξ αγοράς από τον Α. Μ. του Δ., δυνάμει το .../1898 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Παπούλα, ως ποσοστό !Δ εξ αδιαιρέτου μείζονος αγρού, εκτάσεως σαράντα (40) στρεμμάτων, στο δε Α. Μ., εξ αγοράς από τον αδελφό του Φ. Μ. του Δ., δυνάμει του ...1898 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Κυριάκού.
Στο Φ. Μ. και στον αδελφό του Π. περιήλθε ο αρχικός αγρός των σαράντα (40) στρεμμάτων εξ αγοράς από το Δ. Π., χωρίς να προκύπτει αριθμός συμβολαίου. Εξάλλου, με το 212146/1897 παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών περιήλθε, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, στο προαναφερόμενο Φ. Μ., αγρός δεκαπέντε (15) παλαιών (βασιλικών) στρεμμάτων στη θέση 'Ρέμα ‘Ν., με όρια ανατολικά, δυτικά και νότια ρουμάνι, βόρεια δε αγρός Α.
Σ. Η.. Σημειωτέον ότι η σχέση του παλαιού (βασιλικού) στρέμματος με το τετραγωνικό μέτρο, όπως περιλαμβάνεται στο πρώτο ΦΕΚ του σύγχρονου Ελληνικού Κράτους (ΦΕΚ 56/1836) περί μέτρων και σταθμών, προσδιορίζεται σε ένα (1) βασιλικό στρέμμα προς ένα (1) σύγχρονο στρέμμα, ήτοι1.000 τ.μ. Επομένως, η με βάση τους ανωτέρω τίτλους συνολικώς αποκτηθείσα από τον Ι.
Π. έκταση συμποσούται στα σαράντα (43) στρέμματα (15+15+13) και όχι στα 61,16 στρέμματα, όπως αβασίμως επικαλούνται οι τρεις πρώτοι καθ' ων η κυρία παρέμβαση (ενάγοντες στην από 20-5-1966 κυρία αγωγή), όπως, άλλωστε, δέχθηκε, κατ' ορθή κρίση, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Μετά το θάνατο του Ι. Π., υπεισήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία, ως νόμιμες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, οι τρεις θυγατέρες του, Μ.
συζ. Φ. Δ., Κ. συζ. Γ. Μ. και Π. σύζυγος Ι. Τ. (πρώτη των καθ' ων η κυρία παρέμβαση και ήδη έβδομη των εφεσιβλήτων), οι οποίες διένειμαν ατύπως μεταξύ τους την ανωτέρω έκταση (των 43 στρεμμάτων), σε επιμέρους τμήματα, σχεδόν ισομερή. Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, κατά την άτυπη αυτή διανομή, η τελευταία (Π.
σύζυγος Ι. Τ.) έλαβε εδαφικό τμήμα-αγρό, εκτάσεως 13.450 τ.μ.. Στη συνέχεια, πώλησε και μεταβίβασε την εδαφική αυτή έκταση, δυνάμει του .../2-1-1963 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Θωμά Ιωαννίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αχαρνών και ... (τομ. 55/α.α.40θ), σύμφωνα με την από 10-1-1969 βεβαίωση του Υποθηκοφύλακα Αχαρνών, στο Γ.
Π. του Αντωνίου (τέταρτο των καθ' ων η κυρία παρέμβαση-δικαιοπάροχο των έξι (6) πρώτων εφεσιβλήτων, ήδη δε, μετά το θάνατο της τρίτης εξ αυτών, των πέντε (5) πρώτων εξ αυτών). Επισημαίνεται ότι ο Γ. Π. απεβίωσε στις 20-7-1993, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Μ., το γένος Σ. Κ. και τα τέκνα του από τον πρώτο του γάμο με τη Ν.
Σ., Ε. Π., Μ. Π. (δύο πρώτοι των εφεσιβλήτων) και Σ.- Μ. Π. (ήδη αποβιώσασα). Η Μ. χήρα Γ. Π. απεβίωσε στις 21-7-1995 και κληρονομήθηκε, δυνάμει της ...1995 δημόσιας διαθήκης της ενώπιον της συμβολαιογράφου Μαραθώνα Άννας Αργυριάδου- Σκουτέρη, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, από τις τρεις θυγατέρες της, που απέκτησε από τον πρώτο της γάμο με τον Ά.
Β., ήτοι τις τέταρτη, πέμπτη και έκτη των εφεσιβλήτων. Σύμφωνα με τον ανωτέρω τίτλο, η ως άνω πωληθείσα έκταση (αγρός) βρίσκεται στη θέση 'Ρεύμα ‘Ν. ή ‘Σ.’ ή ‘Π. Κ.' του Δήμου ..., τέως Δήμου ... και συνορεύει βόρεια και ανατολικά με ρουμάνι, νότια με αγρό του Γ. Μ., συζύγου της αδελφής της Κ. και δυτικά με αγρό Φ.
Δ., συζύγου της αδελφής της Μ.. Εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου και δη τίτλου αποδεικνύεται ότι η Π. Τ. μεταβίβασε, πλέον του ανωτέρω των 13.540 τ.μ., εδαφικά τμήματα εκ της ατύπως διανεμηθείσας κληρονομιαίας περιουσίας στους δεύτερο και τρίτο των καθ' ων η κυρία παρέμβαση (Ε. Τ. και Ι. Δ.) ή ότι η κληρονομιαία περιουσία που περιήλθε σ' αυτήν, με την προεκτιθέμενη άτυπη διανομή, ήταν μεγαλύτερη της πωληθείσας στο Γ.
Π. εδαφικής έκτασης (των 13.540 τ.μ.). Τα ανωτέρω ενισχύονται και από το γεγονός ότι η από τον Ι. Π. αποκτηθείσα, με βάση τους ανωτέρω τίτλους, ακίνητη περιουσία στην ως άνω περιοχή
είχε επιφάνεια 43 στρέμματα, όπως προεκτίθεται και όχι 61,16 στρέμματα, η οποία, μετά το θάνατό του, διανεμήθηκε (ατύπως) μεταξύ των τριών θυγατέρων του σε ισομερή περίπου εδαφικά τμήματα. Περαιτέρω, σύμφωνα με την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, τα πορίσματα, της οποίας δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους και το συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα, οι (με την κυρία αγωγή) διεκδικούμενες εδαφικές εκτάσεις τόσον από την Π. Τ. όσον και από τους γαμπρούς της Ε. Τ. και Ι. Λ. (19.420 τ.μ. και 7.000
τ.μ.) δεν περιλαμβάνονται στους προαναφερόμενους τίτλους κτήσης του δικαιοπαρόχου τους Ι. Π.. Εξάλλου, στο ως άνω .../1963 συμβόλαιο (με το οποίο η Π. Τ. πώλησε και μεταβίβασε στο Γ. Π. την εδαφική έκταση των 13.540 τ.μ.) δεν μνημονεύεται ότι η πωλούμενη έκταση συνορεύει με υπόλοιπο δικού της αγρού. Από τα ανωτέρω, λοιπόν ,αποδεικνύεται πλέον με βεβαιότητα ότι η εριζόμενη μεταξύ των διαδίκων μερών έκταση έχει επιφάνεια- 13.540 τ.μ.
και όχι 39.960 τ.μ. Από την ιστορική αλληλουχία των προπαρατεθέντων τίτλων καταδεικνύεται αβίαστα ότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς της επίδικης εδαφικής έκτασης (των 13.540 τ.μ.) ανάγεται εν τέλει στο προαναφερόμενο .../1897 παραχωρητήριο, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου Αχαρνών και ..., όπως, άλλωστε, μνημονεύεται στο ως άνω .../2-1-1963 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, όπως και στο .../2011 τοιούτο, δυνάμει του οποίου ο απώτατος δικαιοπάροχος των εφεσιβλήτων Π. (Π.) Μ.
του Δ.-παραχωρησιούχος πώλησε την υπό του Δημοσίου παραχωρηθείσα έκταση (15 παλαιά στρέμματα) στον Ι. Π.. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και ο πραγματογνώμονας Σ. Κ., όπως τούτο διατυπώνεται στην από Αύγουστο 2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που αυτός συνέταξε, την οποία αποδέχεται και επικροτεί και η εξετασθείσα ενόρκως ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας Ε.
Γ., υπάλληλος της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου. Σημειωτέον ότι η τελευταία κατέθεσε τεχνική έκθεση, έγγραφο, όμως, το οποίο το εκκαλούν ούτε επικαλείται ούτε προσκομίζει στη δίκη αυτή. Οι μεταβιβάσεις, λοιπόν, της επίδικης έκτασης (των 13.540 τ.μ.), που συντελέστηκαν με τους συγκεκριμένους τίτλους θεωρούνται έγκυρες έναντι του κυρίως παρεμβαίνοντος-εκκαλούντος (Ελληνικού Δημοσίου), με αυτόθροο αποτέλεσμα οι διάδοχοι του τέταρτου των καθ' ων η κυρία παρέμβαση (Γ.
Π.), ήδη πέντε πρώτοι των εφεσιβλήτων να έχουν θεμελιώσει αντιτάξιμο σε αυτό δικαίωμα κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, κατά παράγωγο τρόπο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τόσον οι ανωτέρω εφεσίβλητοι όσον και οι προαναφερόμενοι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοί τους κατείχαν και νέμονταν συνεχώς το επίδικο, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, αλλά και με βάση τους ως άνω νόμιμους τίτλους, από του έτους 1867 και εφεξής μέχρι την άσκηση της κυρίας παρέμβασης, έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) ότι νεμόμενοι το ακίνητο αυτό δεν προσέβαλαν το δικαίωμα άλλων, ακόμη και του Ελληνικού Δημοσίου, μετά δε την εισαγωγή του Α.Κ., έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, ότι είχαν αποκτήσει κυριότητα στο επίδικο.
Συγκεκριμένα, ο Γ. Π. χρησιμοποιούσε την επίδικη έκταση, η οποία ήταν και παραμένει περιφραγμένη, ως χώρο βόσκησης των ζώων του, σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση του πρωτοδίκως εξετασθέντος μάρτυρος, Ι. Γ., ενώ, στη συνέχεια, μετατράπηκε σε αγρό, όπως αποδεικνύεται από την αποτύπωση της επίδικης έκτασης επί του ορθοφωτοχάρτη του έτους 1951, στην οποία προέβη ο ανωτέρω πραγματογνώμονας, ο οποίος διαπίστωσε ότι η έκταση αυτή ήταν ως επί το πλείστον καλλιεργημένη.
Με την άποψη αυτή συντάσσεται απόλυτα η εξετασθείσα μάρτυρας του κυρίως παρεμβαίνοντος, η οποία απερίφραστα δέχεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν διεκδικεί την επίδικη έκταση, η οποία ανήκε στο Γ. Π. και πράγματι περιλαμβάνεται στο προαναφερόμενο παραχωρητήριο. Εξάλλου, το κυρίως παρεμβαίνον ουδέποτε ενόχλησε καθ' οιονδήποτε
τρόπο τους ως άνω εφεσίβλητους
ή τους δικαιοπαρόχους τους ή άσκησε οποιανδήποτε πράξη νομής ή ενέργεια που να προσιδιάζει στη φύση του επιδίκου, ως "δασικής', κατά τους ισχυρισμούς του, περιοχής. Οι 1586/4-8-1966 και 2954/26-9-1966 αιτήσεις προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών περί λήψεως προσωρινών μέτρων για την προστασία της διακατοχής του επί δημόσιας δασικής έκτασης, όπως χαρακτήρισε το επίδικο, που απορρίφθηκαν, ελλείψει κατεπείγοντος, με τις 43/1967 και 44/1967 διατάξεις του ως άνω Εισαγγελέα, αποτελούν όψιμες ενέργειες του κυρίως παρεμβαίνοντος μετά την άσκηση της κυρίας αγωγής και της προσεπικλήσεως τούτου από τους ενάγοντες.
Επιπροσθέτως, τμήμα του επιδίκου, εκτάσεως 5.376,26 τ.μ., απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ της ΕΡΓΟΣΕ, ενώ, προκειμένου να διεκδικήσουν οι κληρονόμοι του Γ. Π. και ήδη εφεσίβλητοι τη νόμιμη αποζημίωση, εκδόθηκε από το Δασάρχη Αιγάλεω η 3739/21-10-1999 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Αιγάλεω, που τελεσιδίκησε με την 960/11-4-2007 βεβαίωση τελεσιδικίας, σύμφωνα με την οποία η απαλλοτριωθείσα έκταση χαρακτηρίστηκε ως μη δασική και εντεύθεν μη υπαγόμενη στη δασική νομοθεσία.
Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει νόμιμος λόγος διενέργειας νέας πραγματογνωμοσύνης, την οποία αιτείται το εκκαλούν, καθόσον ουδεμία ασάφεια ή αμφιβολία δημιουργείται σχετικά με τη φύση και το χαρακτήρα της επίδικης έκτασης. Με τα δεδομένα αυτά αποδεικνύεται, πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η επίδικη έκταση δεν έχει το χαρακτήρα του δημόσιου κτήματος και, εντεύθεν, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το εκκαλούν με τους λόγους έφεσής του τυγχάνουν όλως αβάσιμα.
Τα ίδια δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, κατ' ορθή κρίση, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία πρέπει να αντικατασταθεί με την απόφαση αυτή, απέρριψε κατ' ουσίαν την κυρία παρέμβαση>>. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε :1)Ότι η συνολική εδαφική έκταση που περιήλθε στον Ι.
Π., πατέρα και δικαιοπάροχο της Π. συζ. Ι. Τ. καθής η κύρια παρέμβαση -εναγομένης -αναιρεσίβλητης, με τα αριθμ. .../16-10-1910, .../15-3-1911 και .../15-3-1911 πωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Χατζησπύρου, που βρίσκεται στον Ασπρόπυργο -Αττικής, στη θέση <<Σ." ή Κ." ή Ρ. Ν.>> ανέρχεται στα 43 στρέμματα (ήτοι 15, 15 και 13 , αντίστοιχα, με κάθε συμβόλαιο) και όχι σε 61 στρέμματα. 2) Ότι την εν λόγω εδαφική έκταση οι θυγατέρες -κληρονόμοι του ανωτέρω Ι.
Π., Μ. συζ. Φ. Λ., Κ. συζ.Γ. Μ. και η ανωτέρω καθής η κύρια παρέμβαση-εναγομένη- αναιρεσίβλητη Π. συζ. Ι. Τ. διένειμαν ατύπως , σε 3( σχεδόν ισομερή) διακεκριμένα εδαφικά τμήματα.3) Ότι η τελευταία από την εν λόγω μείζονα κληρονομιαία εδαφική έκταση έλαβε τμήμα - αγρό εμβαδού 13.450 τ.μ., τον οποίο , λόγω πωλήσεως, μεταβίβασε στον αρχικά εναγόμενο- αρχικό καθού η κύρια παρέμβαση Γ.
Π., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος με αριθμό .../2-1-1963 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Θωμά Ιωαννίδη.4) Ότι η επίδικη εδαφική έκταση που διεκδικεί το κυρίως παρεμβαίνον-ενάγον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την κύρια παρέμβαση και σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αγωγή έχει επιφάνεια 13.450 τ.μ.
και όχι 39.960τ.μ., που αναφέρεται στο άνω δικόγραφο, είναι δε η διαλαμβανόμενη στο αριθμ. .../1897 παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών του Βασιλείου της Ελλάδος, που νόμιμα έχει μεταγραφεί, με βάση το οποίο ,ως τίτλο, ο παραχωρησιούχος Π. ( Π.) Μ. πώλησε αυτήν, με το νομίμως μεταγεγραμμένο με αριθμό .../1911συμβόλαιο στον Ι.
Π., άμεσο δικαιοπάροχο - πατέρα της καθής η κύρια παρέμβαση- εναγομένης-αναιρεσίβλητης Π. συζ. Ι. Τ. και απώτερο του αρχικού καθού η κύρια παρέμβαση- εναγομένου Γ. Π..5) Ότι η άνω επίδικη εδαφική έκταση των 13.450 τ.μ., δεν είχε χαρακτήρα δάσους και δεν είναι δημόσιο κτήμα, αλλά αποτελεί ιδιωτικό κτήμα, είχε δε μετατραπεί σε καλλιεργήσιμη, περιφραγμένη, αγροτική έκταση τουλάχιστον από το έτος 1951, την οποία νεμόταν καλόπιστα από το έτος 1867 οι δικαιοπάροχοι (άμεση, απώτερος και απώτατος) του Γ.
Π., ο ίδιος δε από το έτος 1963 και εφεξής τη χρησιμοποιούσε για τη βόσκηση του ποιμνίου του.6.Ότι τμήμα της άνω επίδικης εδαφικής έκτασης 5.376,26 τ.μ. απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ της ΕΡΓΟΣΕ, αφού προηγουμένως χαρακτηρίσθηκε ως μη δασική, με την 3739/21-10-1999 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Αιγάλεω. Κατόπιν τούτου το Εφετείο έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμη την κύρια παρέμβαση και σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας (με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία) την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστο το αίτημα του κυρίως παρεμβαίνοντος - ενάγοντος και ήδη αναιρεσεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για την αναγνώριση της κυριότητάς του και στο υπόλοιπο , κατά τους ισχυρισμούς του, τμήμα των 26.420 τ.μ. της επίδικης εδαφικής έκτασης ,μετά την αφαίρεση των 13450τ.μ., καθόσον, κατά το εδαφικό αυτό τμήμα των 26.420 τ.μ., που αποτελούσε και το αντικείμενο της κύριας παρέμβασης, οδηγήθηκε σε απορριπτική κρίση, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, έκρινε ότι η εριζόμενη, μεταξύ αυτού (αναιρεσείοντος) και των αντιδίκων του αναιρεσιβλήτων, έκταση έχει επιφάνεια13450τ.μ και όχι39960τ.μ..
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα ,προσάπτοντας στο Εφετείο την από τον αριθμό 9γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτος , διότι με το πρόσχημα της άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, τις διατάξεις του άρθρου 1 του β.δ. /15.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής", των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", τις διατάξεις του ν.
ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", καθώς και τις διατάξεις του προϊσχύσαντος ΒΡΔ, περί χρησικτησίας στα δημόσια κτήματα , των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ (50.14), 2 παρ.20 Πανδ (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ.(18.1) και 7 παρ.3 Πανδ (23.3) , τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και, τούτο, διότι, όπως προεκτέθηκε, το επίδικο ακίνητο των 13450 τ.μ., στο οποίο, μετά την μη ευδοκίμηση του 1ου αναιρετικού λόγου, αφορά πλέον ο 2ος αναιρετικός λόγος, δεν είναι δημόσιο αλλά ιδιωτικό κτήμα, καθόσον ,μετά την έκδοση και μεταγραφή στο όνομα του παραχωρησιούχου Π.
Μ. (απώτατου διακαιοπαρόχου των πρώτου έως και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων), του αριθμ. .../1897 παραχωρητηρίου, αυτός (Π. Μ.) κατέστη κύριος τούτου πρωτοτύπως (ΑΠ 826/2014), τούτο δε απώλεσε την ιδιότητά του ως δημόσιο κτήμα. Τέλος, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ.
της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών" και τη διάταξη του άρθρου 62 § 1 του ν.998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, καθόσον δεν δέχθηκε ότι το επίδικο έχει δασικό χαρακτήρα, αλλά πρόκειται για καλλιεργήσιμη αγροτική έκταση.
Συνεπώς, οι, περί του αντιθέτου, διαλαμβανόμενες στον 2ο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμες και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος. Κατόπιν τούτου, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (1ου έως και 5ης), κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος που οι τελευταίοι, υπέβαλαν με τις προτάσεις τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ.) μειωμένα όμως κατ'άρθρο 22 του ν.3693/1997,κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-10-2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της αριθμ. 3136/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων Ε., Μ., Ε., Ο. και Π. Π., τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ