Supreme Court dismisses appeal on false accusation charges due to lack of specific and detailed reasoning in the lower court's decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for continuous defamation and false accusation. The appellant argued the lower court failed to provide specific reasoning and improperly evaluated evidence, but the court rejected these claims. The court held that the lower court's assessment of evidence and the decision on the admissibility of the complaint were not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 229 of the Penal Code; Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure: An appeal based on lack of specific and detailed reasoning is inadmissible when the lower court's assessment of evidence and the decision on the admissibility of the complaint are not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1340 / 2020 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1340/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γ. Παπαηλιάδη-Εισηγητή, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη και Νικόλαο Βεργιτσάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Μ. Β. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μπρεάνο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 528/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου και με πολιτικώς
ενάγοντες-υποστηρίζοντες την κατηγορία: 1) Σ. Κ. του Ε., κ..., 2) Π. Ρ. του Κ., κάτοικο ... και 3) Γ. Μ. του Π., κ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10-2-2020 και με αρ. πρωτ. 1509/12-2-2020 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 297/2020.
Αφού άκουσε
Την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 10-2-2020 και με αριθμό πρωτ: 1509/12-2-2020 αίτηση του Μ. Β. του Δ. και Δ., κατοίκου ... του ... [ασκηθείσα, νομοτύπως, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 12-2-2020], για αναίρεση της υπ' αριθμό 528/2019 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, είναι εμπρόθεσμη, ενόψει του ότι η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο τηρούμενο από τη Γραμματεία του Ποινικού Τμήματος του εν λόγω Εφετείου ειδικό βιβλίο στις 23-1-2020, με αριθμό 9 (άρθρο 473 παρ. 1 εδάφιο α' και 3 του Κ.Π.Δ.).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των λόγων της. Επισημαίνεται πως καθόσον αφορά την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση για την οποίαν επίσης κρίθηκε ένοχος με την προσβαλλομένη ο αναιρεσείων κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 64 του Νόμου 4689/2020 με πράξη του αρμόδιου Εισαγγελέα τέθηκε στο αρχείο.
Κατά το άρθρο 229 παρ. 1 του παλαιού Π.Κ., "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της υπ' αυτής προβλεπόμενης ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή, ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μήνυσης ή ανακοίνωσης να είναι αντικειμενικώς ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού.
Το έγκλημα είναι τελειωμένο μόλις περιέλθει η μήνυση ή η έγκληση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σ' αυτήν, ανεξάρτητα, αν στη συνέχεια ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου-εγκαλουμένου. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής.
Δεν είναι αναγκαία όμως η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών, αν ο αναιρεσείων γνώριζε αναγκαίως την πραγματική κατάσταση από προσωπική του αντίληψη (Α.Π. 1705/2020, Α.Π. 487/2019, Α.Π. 445/2016). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του νέου Π.Κ., όπως αυτή ισχύει από 1-7-2019 (Νόμος 4619/2019), "Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή".
Η νεότερη αυτή διάταξη του Π.Κ. είναι δυσμενέστερη σε σχέση με την προηγούμενη, αφενός μεν γιατί η προηγούμενη διάταξη απαιτούσε και την επί σκοπό πρόκλησης καταδίωξης τέλεση της πράξης, στοιχείο που δεν προβλέπεται στη νέα νομοτυπική μορφή της εν λόγω διάταξης, αφετέρου γιατί η προηγούμενη διάταξη προέβλεπε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, ενώ η νεότερη διάταξη προβλέπει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή.
Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., εφαρμοστέα τυγχάνει η προγενέστερη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του Π.Κ., ήτοι η διάταξη όπως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το Νόμο 4619/2019, καθότι αυτή οδηγεί για τους προαναφερθέντες λόγους στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του νέου Π.Κ. "Αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 96Α παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνη ποινή, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων".
Από τη διάταξη αυτή, που θεσπίσθηκε με σκοπό την ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι προκειμένου περί εγκλήματος που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, το οποίο αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, το αρμόδιο δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια, αντί να καταγνώσει περισσότερες της μίας και αντίστοιχες των επιμέρους πράξεων ποινές, να επιβάλει μία και μόνη ποινή εντός του πλαισίου της οριζόμενης από την οικεία διάταξη ποινής σύμφωνα με τον υιοθετούμενο από τον Ποινικό Κώδικα και δυνητικά εφαρμοζόμενο σύστημα της ενιαίας ποινής (Α.Π. 1043/2020, Α.Π. 1945/2019).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Σε περίπτωση δε που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά.
Επίσης, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται σ' αυτήν, για την ψευδή καταμήνυση: η καταμήνυση ή ανακοίνωση ή αναφορά, δηλαδή είτε με τον τύπο του άρθρου 42 του Κ.Π.Δ. είτε με κάθε τύπο προφορικής ή γραπτής καταγγελίας, να έγινε ενώπιον αρμόδιας αρχής, να αναφέρεται σε τέλεση από άλλον αξιόποινης πράξης ή πειθαρχικής παράβασης, να αφορά άλλον που μπορεί να τιμωρηθεί από το ποινικό δικαστήριο ή να διωχθεί πειθαρχικά, να είναι ψευδής, δηλαδή αντικειμενικά αναληθής.
Ο δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση του, κατά το χρόνο της καταμήνυσης, ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας του είναι αναληθές και ότι αφορά αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, στη θέληση να περιέλθει η αναφορά στην αρχή και στο σκοπό του (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση) να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική διαδικασία, αδιάφορο, αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε.
Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί σχετικά με το ψευδές της καταμήνυσης. Ο δράστης αρκεί να γνωρίζει και να θέλει την κίνηση της διαδικασίας κατά του καταμηνυθέντος, ως αναγκαία συνέπεια της πράξης του. Το έγκλημα είναι τυπικό και συνεπώς τετελεσμένο με την περιέλευση στην αρχή της μήνυσης, αναφοράς κ.λ.π., ανεξαρτήτως αν επήλθε το επιβλαβές αποτέλεσμα της δίωξης ή αν ο καταμηνυθείς τελικώς απαλλάχθηκε.
Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ο σκοπός καταδίωξης του μηνυθέντος. Ο δόλος, δηλαδή η γνώση του ψευδούς της καταμήνυσης πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς και να εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία συνάγεται αυτή.
Και τούτο, διότι, σε σχέση με τον άμεσο δόλο, η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη, εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι το περιεχόμενο της μήνυσης ή αναφοράς ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του, διαφορετικά η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Υπάρχει, όμως όπως προεκτέθηκε και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών.
Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, τότε ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης για έλλειψη από την καταδικαστική απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπιτρέπτως η, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 999/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης, υπ' αριθμό 528/2019, καταδικαστικής απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά πλειοψηφία, και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα επί λέξει πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, στη ...
σε μη προσδιορισμένη ημέρα του Ιανουαρίου του έτους 2013 και την 21-3-2013, με πρόθεση τέλεσε με περισσότερες πράξεις περισσότερα εγκλήματα αλλά και περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δια της από Ιανουαρίου 2013 έγγραφης καταγγελίας του προς την Δ/νση Αστυνομικού Προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας και της από 21-3-2013 μηνύσεως του προς τον Εισαγγελέα Σπάρτης ανέφερε για τον εγκαλούντα Π.
Ρ. του Κ., Αρχιφύλακα της Ελληνικής Αστυνομίας, ότι ο τελευταίος τέλεσε σε βάρος του τα ποινικά αδικήματα της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης, δίδοντας την υπ'αριθμ. ...7-01-2013 ένορκη εξέταση μάρτυρα ενώπιον της συμβολαιογράφου Κροκέων Α. Γ. Κ., στην οποία ανέφερε μεταξύ άλλων ...."Επίσης γνωρίζω ότι η Δ.
Β. και οι οικείοι της έχουν δημιουργήσει αρκετά επεισόδια στον Σ. Κ....". Την ανωτέρω ένορκη κατάθεση έδωσε ο εγκαλών Π. Ρ. προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε ανοιγείσα δίκη διαζυγίου μεταξύ της Δ. Β., θυγατέρας του κατηγορουμένου και του Σ. Κ., γαμπρού κατά το ανωτέρω διάστημα του κατηγορουμένου. Ωστόσο αποδείχθηκε ότι τα ανωτέρω κατατεθέντα ενόρκως από Π.
Ρ. ήταν αληθή και δυνάμει της υπ' αριθμόν Διάταξης ΕΓ1-13-211 του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σπάρτης απορρίφθηκε η από ABM ... έγκληση του κατηγορουμένου και επιβλήθηκαν σε βάρος του και τα δικαστικά έξοδα καθότι τελούσε σε γνώση της αναλήθειας της εγκλήσεως του, η δε διάταξη αυτή επικυρώθηκε με την υπ' αριθμόν 37/2013 Διάταξη της Εισαγγελέως Εφετών Ναυπλίου η οποία απέρριψε την ασκηθείσα προσφυγή από τον ήδη κατηγορούμενο.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται ούτε από το υπ' αριθμ. ... έγγραφο του ΑΤ Σκάλας που προσκομίζει ο κατηγορούμενος προς υπεράσπισή του και αναφέρει ότι δεν έχει γίνει καταγγελία, αναφορά ή μήνυση από τρίτο σε βάρος του κατηγορουμένου, διότι το ανωτέρω έγγραφο που προσκόμισε ο κατηγορούμενος δεν συμπεριλαμβάνει και την έννοια άλλου είδους περιστατικών, όπως "επεισόδια" μεταξύ των αντιδίκων, τα οποία πράγματι έλαβαν χώρα και αποδεικνύονται και από την ανωτέρω ένορκη κατάθεση.
Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στην Σπάρτη στις 21-03-2013 καταμήνυσε εν γνώσει του άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινες πράξεις, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του για αυτές. Ειδικότερα με την ίδια ως άνω από 21-3-2013 μηνύσεως του προς τον Εισαγγελέα Σπάρτης ανέφερε τον Γ. Μ. του Π., Αστυφύλακα του Α.Τ.
Σκάλας Λακωνίας, ότι επίσης ο τελευταίος τέλεσε σε βάρος του τα ποινικά αδικήματα της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης, δίδοντας την υπ'αριθμ. .../7-01-2013 ένορκη εξέταση μάρτυρα ενώπιον της συμβολαιογράφου Κροκέων Α. Γ. Κ., στην οποία ανέφερε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα:".... Αρχυφύλακας Κ. Σ. ως υπηρετών στο Α.Τ.
Σκάλας εκτελεί κυρίως εσωτερικές υπηρεσίες κατά τις οποίες όταν βρίσκεται μόνος του στο Αστυνομικό Τμήμα κλειδώνει και την πόρτα αυτού λόγω των κατά καιρούς επεισοδίων και άσχημων συμπεριφορών της Β. Δ. και των γονέων της προς τον ίδιο και τα μέλη της οικογένειας του για το οποία είναι ενήμερος από μαρτυρίες άλλων συναδέλφων μου αλλά και του Κ...".
Την ανωτέρω ένορκη κατάθεση έδωσε ο αστυφύλακας Γ. Μ., προκειμένου και αυτή να χρησιμοποιηθεί στην ίδια ανοιγείσα δίκη διαζυγίου μεταξύ της Δ. Β., θυγατέρας του κατηγορουμένου και του Σ. Κ., γαμπρού κατά το ανωτέρω διάστημα του κατηγορουμένου, σε αντίθετες αγωγές οι οποίες επρόκειτο να συζητηθούν την 11-01-2013 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης.
Αποδείχθηκε, πέραν πάσης αμφιβολίας ότι τα κατατεθέντα από τον Γ. Μ. ήταν αληθή διότι τόσο από την 5-4-2013 ένορκη εξέταση του μάρτυρα Χ. Τ. που δόθηκε στην ίδια ως άνω συμβολαιογράφο όσο και από 16-04-2013 ένορκη κατάθεση του ιδίου ενώπιον του Υπαστυνόμου Σ. Μ., που δόθηκε στα πλαίσια ένορκης διοικητικής εξέτασης, προέκυψε ότι την 22-12-2011, ενώ ο Σ.
Κ. εκτελούσε καθήκοντα αξιωματικού υπηρεσίας στο AT Σκάλας Λακωνίας, δημιουργήθηκε θερμό επεισόδιο μεταξύ του τελευταίου και του κατηγορουμένου, το οποίο δεν είχε σχέση με την υπηρεσία του, αλλά με την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης της θυγατέρας του κατηγορουμένου και του Σ. Κ.. Επίσης, από την από 07-01-2013 ένορκη εξέταση του Τ.
Τ., που δόθηκε ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, προκύπτει ότι περί τα μέσα Μαΐου του έτους 2012, η Ε. Κ. και η Δ. Β., σύζυγος και θυγατέρα του αντίστοιχα, οι οποίες επέβαιναν σε όχημα το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος, προέβησαν σε απρεπείς χειρονομίες προς τον Σ. Κ.. Επίσης, η μητέρα του τελευταίου Θ.
Β., υπέβαλε μήνυση κατά της συζύγου και κόρης του κατηγορουμένου για εξύβριση και απλή σωματική βλάβη. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι πράγματι συνέβαιναν κατά καιρούς επεισόδια μεταξύ των δύο οικογενειών του Σ. Κ. και του κατηγορουμένου, κυρίως λόγω του διαζυγίου του Σ. Κ. και της Δ. Β., και συνεπώς αφενός ήταν αληθή τα ανωτέρω γεγονότα και ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα καταγγελλόμενα στην από 21-03-2013 μήνυσή του ήταν ψευδή, αλλά κατέθεσε την ανωτέρω μήνυσή του προκειμένου να προκαλέσει την καταδίωξη του Γ.
Μ. για τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ωστόσο, με την υπ'αριθμ. ΕΓ1-13/211/2013 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σπάρτης, απορρίφθηκε η εν λόγω έγκληση, η οποία (Διάταξη) επικυρώθηκε και από την 37/2013 Διάταξη της Εισαγγελέως Εφετών Ναυπλίου. Τέλος, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο Σ.
Κ. του Ε. τέλεσε το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας στις ψευδορκίες μάρτυρα καθόσον τα κατατεθέντα γεγονότα από τους μάρτυρες, ήσαν αληθή και ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η από 20-03- μήνυσή του ήταν ψευδή, αλλά σκοπός του ήταν να προκαλέσει την ποινική δίωξη του Σ. Κ. για το ποινικό αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά πλειοψηφία, ο κατηγορούμενος".
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε, όπως προεκτέθηκε, σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατά πλειοψηφία, με το ελαφρυντικό του προτέρου σύννομου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α' του νέου Π.Κ.), για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση, που αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και του επέβαλε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, ενώ ανέστειλε την εκτέλεση της παραπάνω ποινής φυλάκισης για μία τριετία, με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον παραπάνω κατηγορούμενο ένοχο, κατά πλειοψηφία, του ότι:
στη ..., σε μη προσδιορισμένη ημέρα του Ιανουαρίου έτους 2013 και την 21/3/2013, με πρόθεση τέλεσε με περισσότερες πράξεις περισσότερα εγκλήματα αλλά και περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος: Α) εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του και ειδικότερα:
α) δια της από Ιανουαρίου 2013 έγγραφης καταγγελίας του προς τη Δ/νση Αστυνομικού Προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας και β) της από 21/3/2013 μηνύσεως του προς τον Εισαγγελέα Σπάρτης (δια του Α.Τ. Σκάλας) ανέφερε για τον εγκαλούντα Π. Ρ. του Κ. κάτοικο ..., Αρχιφύλακα της Ελληνικής Αστυνομίας, ότι τέλεσε σε βάρος του το ποινικό αδίκημα της ψευδορκίας βεβαιώνοντας ενόρκως και δήθεν ψευδώς δια της υπ' αριθμ. ...7-1-2013 ένορκης εξέτασης μάρτυρα που συντάχθηκε από τη Συμβολαιογράφο Κροκεών Α.
Γ. Κ., ότι "Επίσης γνωρίζω ότι η Δ. Β. και οι οικείοι της έχουν δημιουργήσει αρκετά επεισόδια στο Σ. Κ. ...", γεγονός όμως το οποίο ήταν αληθές. Β) ...... α) δια της από Ιανουαρίου 2013 έγγραφης καταγγελίας του προς τη Δ/νση Αστυνομικού Προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας και β) της από 21/3/2013 μηνύσεως του προς τον Εισαγγελέα Σπάρτης (δια του Α.Τ.
Σκάλας) ανέφερε για τον εγκαλούντα Π. Ρ. του Κ. κάτοικο ..., Αρχιφύλακα της Ελληνικής Αστυνομίας, ότι τέλεσε σε βάρος του το ποινικό αδίκημα της ψευδορκίας βεβαιώνοντας ενόρκως και δήθεν ψευδώς δια της υπ' αριθμ. ...7-1-2013 ένορκης εξέτασης μάρτυρα που συντάχθηκε από τη Συμβολαιογράφο Κροκεών Α. Γ. Κ., ότι "Επίσης γνωρίζω ότι η Δ.
Β. και οι οικείοι της έχουν δημιουργήσει αρκετά επεισόδια στο Σ. Κ. ....", γεγονός όμως το οποίο ήταν αληθές. 2) Στους κάτωθι αναφερόμενους τόπους και χρόνους, ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα: Α) Στη Σπάρτη στις 21-3-2013, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινες πράξεις, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτές.
Ειδικότερα, με την από 21-3-2013 μήνυσή του, την οποία υπέβαλε δια μέσου του Α.Τ. Σκάλας, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σπάρτης, καταμήνυσε ψευδώς, μεταξύ άλλων και τον εγκαλούντα Γ. Μ. του Π., Αστυφύλακα του Α.Τ. Σκάλας Λακωνίας αναφέροντας γι' αυτόν ότι την 7-1-2013 στις ... εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Συμβολαιογράφου Κροκεών Α.
Γ., συνταχθείσης προς τούτο της υπ' αριθμ. .../2013 ένορκης εξέτασης μάρτυρα, τέλεσε τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως καθώς στο περιεχόμενο της άνω ένορκης κατάθεσής του, μεταξύ άλλων αναφέρει και τα ακόλουθα: "....αρχυφύλακας Κ. Σ. ως υπηρετών στο Α.Τ. Σκάλας εκτελεί κυρίως εσωτερικές υπηρεσίες κατά τις οποίες όταν βρίσκεται μόνος του στο Αστυνομικό Τμήμα κλειδώνει και την πόρτα αυτού λόγω των κατά καιρούς επεισοδίων και άσχημων συμπεριφορών της Β.
Δ. και των γονέων της προς τον ίδιο και τα μέλη της οικογένειας του για τα οποία είμαι ενήμερος από μαρτυρίες άλλων συναδέλφων μου αλλά και του Κ...". Ωστόσο, ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα καταγγελλόμενα στην από 21-3-2013 μήνυσή του ήταν ψευδή και πως το αληθές είναι ότι ο εγκαλών με την άνω ένορκη βεβαίωση κατέθεσε περί αληθινών περιστατικών τα οποία γνωρίζει εξ ιδίας αντιλήψεως και από διηγήσεις του συναδέλφου του Σ.
Κ. αλλά και από μαρτυρίες άλλων συναδέλφων του και σκοπός του κατηγορουμένου δια της υποβολής της άνω εγκλήσεως, μεταξύ άλλων και του εγκαλούντος Γ. Μ. του Π., ήταν να προκαλέσει την άσκηση ποινικής διώξεως κατά του τελευταίου για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα.
3) Στη Σπάρτη στις 21-3-2013, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινες πράξεις, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτές. Ειδικότερα, με την από 20-3- 2013 μήνυσή του, την οποία υπέβαλε στις 21-3-2013 δια μέσου του Α.Τ. Σκάλας στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σπάρτης, καταμήνυσε ψευδώς, τους Γ.
Π. Ρ. του Κ. και τον νυν εγκαλούντα Σ. Κ. του Ε., αναφέροντας γι' αυτόν ότι στις ... στις 7-1-2013 με δόλο και σαφή πρόθεση να βλάψει αυτόν και την κόρη του Δ. Β., τέλεσε δήθεν το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας στις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρος και συκοφαντικής δυσφημήσεως που φέρεται ότι τέλεσαν στον άνω τόπο και χρόνο οι λοιποί μηνυόμενοι και ειδικότερα ότι, ενεργώντας με εμμονή, πειθώ, φορτικότητα και εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι συνυπηρετεί με τους άνω μηνυόμενους στο ίδιο αστυνομικό τμήμα κατόρθωσε και έπεισε αυτούς να λάβουν την απόφαση ώστε να καταθέσουν ένορκα με την ιδιότητα του μάρτυρα ενώπιον της Συμβολαιογράφου Κροκεών Α.
Γ. Κ. προς όφελος του ψευδή γεγονότα ως αληθή για συμβάντα, τα οποία ουδέποτε έλαβαν χώρα διότι σε διαφορετική περίπτωση θα είχαν προσωπική αντίληψη λόγω της ιδιότητάς τους και δη ο πρώτος εξ αυτών Γ. Μ. καταθέτοντας ενόρκως με την υπ' αριθμ. .../7-1-2013 ένορκη εξέταση μάρτυρα ότι: "....ο αρχιφύλακας Κ. Σ. ως υπηρετών στο Α.Τ.
Σκάλας εκτελεί κυρίως εσωτερικές υπηρεσίες κατά τις οποίες όταν βρίσκεται μόνος του στο Αστυνομικό Τμήμα κλειδώνει και την πόρτα αυτού λόγω των κατά καιρούς επεισοδίων και άσχημων συμπεριφορών της Β. Δ. και των γονέων της προς τον ίδιο και τα μέλη της οικογένειάς του για τα οποία είμαι ενήμερος από μαρτυρίες άλλων συναδέλφων μου αλλά και του Κ..." και ο δεύτερος τούτων Π.
Ρ. καταθέτοντας ενόρκως με την υπ' αριθμ. ...7-1-2013 ένορκη εξέταση μάρτυρα ότι: "Επίσης γνωρίζω ότι η Δ. Β. και οι οικείοι της έχουν δημιουργήσει αρκετά επεισόδια στο Σ. Κ. ...". Ωστόσο, ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα καταγγελλόμενα στην από 20-3-2013 μήνυσή του ήταν ψευδή και πως το αληθές επ' αυτών είναι ότι ο εγκαλών ουδέποτε τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη καθώς τα όσα εκτέθηκαν από τους δύο πρώτους μηνυόμενους με τις υπ' αριθμ. .../7-1-2013 και ...7-1-2013 αντίστοιχα ένορκες εξετάσεις μαρτύρων ήσαν αληθή γεγονότα και σκοπός του κατηγορουμένου δια της υποβολής της άνω εγκλήσεως, μεταξύ άλλων προσώπων και κατά του εγκαλούντος Σ.
Κ. του Ε., ήταν να προκαλέσει την άσκηση ποινικής διώξεως κατά του τελευταίου για το ποινικό αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησεως.
Δέχεται ότι ο κατηγορούμενος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα (άρθρο 84 παρ. 2α Π.Κ.).".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1 του Π.Κ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το Νόμο 4619/2019, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Κ., καθώς και στις γενικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1 εδαφ.
α', 27 παρ. 1, 51, 53, 56, 57, 61, 63, 79, 84 παρ. 2 περ. α', 98 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όπως οι διατάξεις του Ποινικού Κώδικα ισχύουν με τις μεταβολές που επήλθαν με το Νόμο 4619/2019, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Οι περί του αντιθέτου δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: Διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος εγκλήματος κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις και ειδικότερα:
α) παρατίθενται τα όσα ψευδή διέλαβε στην έγγραφη καταγγελία του προς τη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και στην από 21-3-2013 έγκλησή του προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σπάρτης ο ανωτέρω κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων σε βάρος του εγκαλούντα Π. Ρ. και των λοιπών εγκαλούντων, καθώς και ότι τελούσε ο ίδιος σε γνώση της αναλήθειας των γεγονότων αυτών, προς δε, παρατίθεται, ακόμη και η πρόθεσή του, όπως με αυτά [τα εν γνώσει του ψευδή] που διέλαβε στην προαναφερθείσα έγγραφη καταγγελία και έγκλησή του, αντίστοιχα, επιτύχει την ποινική τους δίωξη.
Ακόμη, προσδιορίζεται με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια και η υποκείμενη δόλια προαίρεση του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος και δη η γνώση αυτού ως προς την αναλήθεια των όσων διέλαβε στην ως άνω έγγραφη καταγγελία και στην από 21-3-2013 έγκλησή του σε βάρος των εγκαλούντων Π. Ρ., Γ. Μ. και Σ. Κ., με την παράθεση πραγματικών περιστατικών, με την παραδοχή: ".....
ωστόσο αποδείχθηκε ότι τα ανωτέρω κατατεθέντα ενόρκως.... Ήσαν αληθή και δυνάμει της υπ' αριθμ. ΕΓ1-13-211 διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σπάρτης απορρίφθηκε η με ΑΒΜ ... έγκληση του κατηγορουμένου και επιβλήθηκαν σε βάρος του και τα δικαστικά έξοδα, καθότι τελούσε σε γνώση την αναλήθειας της εγκλήσεώς του, η δε διάταξη αυτή επικυρώθηκε από τον Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου.....", θεμελιούμενη, όπως συνάγεται και από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης, σε προσωπική και άμεση αντίληψη του ιδίου, έτσι ώστε να μην απαιτείται παράθεση και άλλων πρόσθετων σχετικά με τη γνώση αυτή περιστατικών.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα κατ' είδος στο προοίμιο του σκεπτικού μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, χωρίς ουδέν να εξαιρέσει και δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να αναφέρει το καθένα ιδιαιτέρως και από πού ή από ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων.
Επομένως, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες επιχειρείται η θεμελίωση του μοναδικού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγου αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Οι εμπεριεχόμενοι, στον ως άνω αναιρετικό λόγο, ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, περί επιλεκτικής εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων και περί έλλειψης αιτιολογίας ως προς την προσφορότητα της καταγγελίας και της έγκλησής του, καθώς και οι λοιπές αιτιάσεις περί την εκτίμηση των αποδείξεων, που συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού της πορίσματος, καθόσον αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, απαραδέκτως προβάλλονται, δοθέντος ότι, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπιτρέπτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη στην ουσία της, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
Σημειώνεται, ότι οι υποστηρίζοντες την κατηγορία Σ. Κ. του Ε., Π. Ρ. του Κ. και Γ. Μ. του Π., που κλήθηκαν νομότυπα να παραστούν στην παρούσα αναιρετική δίκη, όπως προκύπτει από τα από 20-7-2020 δύο (2) αποδεικτικά επίδοσης του Ανθυπαστυνόμου του Α.Τ. Μολάων Λακωνίας, Γ. Μ., καθώς και από το από 1-7-2020 αποδεικτικό επίδοσης του Υπαρχιφύλακα του ιδίου ως άνω Α.Τ., Ν. Γ., αντίστοιχα, που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας, δεν εμφανίσθηκαν ούτε παραστάθηκαν διά πληρεξουσίου δικηγόρου, πλην όμως η συζήτηση, εφόσον εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων, γίνεται σαν να ήσαν και αυτοί παρόντες (άρθρο 515 παρ. 2 του Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-2-2019 και με αριθμό πρωτ: 1509/12-2-2020 αίτηση [ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 12-2-2020] του Μ. Β. του Δ. και Δ., κατοίκου ... του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 528/2019 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2020.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ