Supreme Court dismisses appeal on lack of legal basis and distortion of documents regarding family property division.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding a property dispute between a mother and her children. The appellant argued the lower court failed to consider specific documents and distorted bank account movements, but the court found these claims unfounded. The court ruled that the First Instance Court properly evaluated all evidence and that the appellant's complaints merely expressed dissatisfaction with the factual assessment, which falls outside appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 19, Art. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on lack of legal basis fails when the court's reasoning is sufficient, and distortion of documents is not established when the court simply evaluates content without misreading it.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1340 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1340/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνστανσίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Κ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βιργινία Μυταρέλλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Α. - Β. του Π. και 2) Ι. Α. - Β. του Π., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Χριστοδούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-3-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ28/1997, ΟλΑΠ 30/1997). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στη ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 1506/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα: "... Η εναγόμενη (και ήδη αναιρεσείουσα) και ο πατέρας των εναγόντων (και ήδη αναιρεσίβλητων) Π. Α.- Β. τέλεσαν γάμο στις 6.5.2000, μετά τον οποίο εγκαταστάθηκαν στην ιδιόκτητη οικία του στο ....
Κατά το έτος 2002 η εναγομένη αποφάσισε την ανέγερση διώροφης ιδιόκτητης οικοδομής, αποτελούμενη από υπόγειο 41,25 τ.μ., ισόγειο 229,30 τ.μ. και πρώτο όροφο 69,30 τ.μ. σε οικόπεδο ιδιοκτησίας της στο ..., στο ισόγειο του οποίου θα εγκαθιστούσε το ιατρείο- εργαστήριο της, με δεδομένο ότι η ίδια είναι πυρηνική ιατρός.
Η οικονομική κατάσταση της εναγομένης ήταν καλή, με δεδομένο ότι δραστηριοποιούνταν στη πόλη των .... ως πυρηνική ιατρός, αποκομίζοντας ικανοποιητικά εισοδήματα, και ειδικότερα, όπως προκύπτει από το σύνολο των φορολογικών της δηλώσεων κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα ,μετά το γάμο της, κατά το οικονομικό έτος 2000 το καθαρό εισόδημά της ανερχόταν στο ποσό των 10.200.000 δραχμών, το οικονομικό έτος 2001 στο ποσό των 10.000.000 δραχμών, το οικονομικό έτος 2002 στο ποσό των 19.861.957 δραχμών, το οικονομικό έτος 2003 σε140.424,12 €, το οικονομικό έτος 2004 σε122.694,48 €, το οικονομικό έτος 2005 σε 29,554 €, το οικονομικό έτος 2006 σε 17.299,90 €, το οικονομικό έτος 2007 σε 50.519,88€ και το οικονομικό έτος 2008 σε48.417,26 €.
Εν όψει όμως του ότι το κόστος της οικοδομής ξεπερνούσε το ποσό των 300.000 €, λαμβανομένου υπόψιν του μεγέθους αυτής, του χρόνου ανέγερσης και της άριστης κατασκευής, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες επιμέλεια της εναγομένης, και επιπρόσθετα της ειδικής κατασκευής με την επένδυση από μόλυβδο του ισογείου για τη στέγαση του ιατρείου πυρηνικής ιατρικής, όπως προκύπτει από την κατάθεση του ενόρκως βεβαιούντος, ο οποίος κάνει λόγο σ'αυτή για ειδικές προδιαγραφές κατασκευής, βάσει των νόμων ακτινοπροστασίας, η εναγομένη αναγκάστηκε να καταφύγει σε δανεισμό από τους ενάγοντες για την κάλυψη των ως άνω αναγκών της, αφού ήδη είχε προβεί στην αγορά του οικοπέδου το έτος 2000, καταβάλλοντας το ποσό των 60.000 ευρώ.
Ειδικότερα συμφώνησε τη λήψη δανείου από τους ενάγοντες, οι οποίοι διατηρούσαν τραπεζικούς λογαριασμούς με συνδικαιούχο τον πατέρα, σύζυγο της εναγομένης, στην Τράπεζα ..., οι οποίοι εμφάνιζαν πιστωτικό υπόλοιπο, 124.000 € ο με αριθμό GR ...1025 και 74.000 € ο με αριθμό GR ...1017 αμφότεροι την 9.1.2003, όπως προκύπτει από τα αντίγραφα αυτών που προσκομίζουν οι ενάγοντες.
Σε εκτέλεση της παραπάνω συμφωνίας τους, ο μεν πρώτος ενάγων μετέφερε στον με αριθμό GR ...2011 κοινό λογαριασμό που διατηρούσε η εναγομένη στο Υποκατάστημα της ίδιας Τράπεζας με τον προαναφερόμενο σύζυγό της και την κόρη της από τον προηγούμενο γάμο στις 6.4.2004 το ποσό των 35.000 € και στις 4.8.2004 το ποσό των 30.000 € και ο δεύτερος στις 6.4.2004 το ποσό των 25.000 €.
Αντίθετα δεν αποδείχθηκαν οι καταβολές που επικαλούνται οι ενάγοντες ο μεν πρώτος του ποσού των 1.509 € στις 23.2.2006 και ο δεύτερος του ποσού των 1.640 € στις 14.1 2005, του ποσού των 1.211,25 € στις 31.1.2005, των 700 € στις 18.4.2005, των 1.000 € στις 27.1.2006 και των 2.000 € στις 28.3.2006, καθότι δεν αποτυπώνονται μεταφορές των ως άνω ποσών στους παραπάνω λογαριασμούς, ούτε από άλλα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε τούτο.
Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι δεν είχε ανάγκη να καταφύγει σε δανεισμό γιατί τα εισοδήματά της επαρκούσαν πλήρως για την κάλυψη των εξόδων της ανέγερσης της οικοδομής δεν ευσταθεί στο μέτρο που από την παράθεση των παραπάνω εισοδημάτων της σε συνδυασμό με το ύψος της συνολικής δαπάνης ανέγερσης της οικοδομής η οποία, όπως προειπώθηκε, ανερχόταν στο ποσό των 300.000 €, δεν υπάρχει αντιστοιχία, ενώ όπως αποδείχθηκε από την κατάθεση του ως άνω ενόρκως βεβαιούντος, τον Απρίλιο του έτους 2013 έκλεισε το ιατρείο λόγω συρρίκνωσης της πελατείας της και συνταξιοδοτήθηκε.
Εξάλλου, όπως προέκυψε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, η εναγομένη τον Φεβρουάριο του έτους 2005 συνήψε δανειακή σύμβαση ύψους ποσού 40.000 €, γεγονός που καταδεικνύει την ανάγκη της για δανεισμό. Η ίδια μάλιστα αποδέχεται την μεταφορά των παραπάνω χρημάτων στον κοινό λογαριασμό, ισχυριζόμενη ότι τα χρήματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν από το σύζυγό της, χωρίς να αναφέρει την αιτία για την οποία χρησιμοποιήθηκαν.
Ο ισχυρισμός της όμως αυτός αναιρείται από το γεγονός ότι αν ο σύζυγός της είχε ανάγκη χρημάτων, θα ελάμβανε αυτά απευθείας από τους κοινούς λογαριασμούς που διατηρούσε με τα παιδιά του χωρίς να απαιτείται η μεταφορά τους στο κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με την εναγομένη. Περαιτέρω η εναγομένη ισχυρίζεται ότι αν είχε πράγματι ανάγκη δανεισμού για την αποπεράτωση της οικοδομής, είχε δυνατότητα να καταφύγει σε δανεισμό από πιστωτικό ίδρυμα, ισχυρισμός όμως που δεν καταρρίπτει τα ανωτέρω αποδειχθέντα, ήτοι ότι έλαβε δάνειο από τους ενάγοντες, καθότι γίνεται δεκτό ότι ο δανεισμός από πιστωτικό ίδρυμα συνοδεύεται από υψηλό επιτόκιο.
Το γεγονός εξάλλου ότι, όπως καταθέτει ο ενόρκως βεβαιών Κ. Π., η ίδια είχε σε προγενέστερο χρόνο δανείσει τους ενάγοντες με το ποσό των 10.000.000 δραχμών, προκειμένου να εξοφλήσουν το φόρο κληρονομιάς από την αποδεχθείσα από την θανούσα μητέρα τους κληρονομιά, προσφέρει ασφαλές συμπέρασμα για τη σύναψη του δανείου μεταξύ των διαδίκων, αφού συνάγεται ευχερώς ότι υφίστατο σχέση οικειότητας και εμπιστοσύνης μεταξύ τους, λόγω του οικογενειακού δεσμού που είχε επιτευχθεί με το γάμο της εναγομένης με τον πατέρα των εναγόντων.
Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό της εναγομένης, ότι η αξία της οικοδομής δεν ξεπερνούσε το ποσό των 156.896,03 €, όπως εμφαίνεται στην άνευ ημερομηνίας δήλωση εργασιών της λογίστριας Χ. Π., θα πρέπει να ειπωθεί ότι η δήλωση αυτή δεν αποτελεί ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο περί τούτου, αφού αφενός δεν έχει συνταχθεί νόμιμα κι από αρμόδιο πρόσωπο και αφετέρου έρχεται σε αντίθεση με τις αναφερόμενες δαπάνες για την ανέγερση της οικοδομής, όπως αποτυπώνονται αυτές στα αντίγραφα των φορολογικών δηλώσεων των οικονομικών ετών 2004 ποσού 132.870,17 €, έτους 2005 ποσού 66.639,38 €, 2007 ποσού 3.600,10 € 2008 ποσού 6.500 €, ήτοι σύνολο δηλωθέντων δαπανών 209.609,65 €.
Αποδείχθηκε τέλος ότι η σχέση της εναγομένης με τον πατέρα των εναγόντων άρχισε να κλονίζεται το έτος 2010, διακόπηκε δε οριστικά η έγγαμη συμβίωση με την έκδοση διαζυγίου το έτος 2013. Ενόψει των ανωτέρω, ήτοι της πορείας της σχέσης του ζευγαριού, οι ενάγοντες ενόχλησαν την εναγομένη για την απόδοση των ποσών του δανείου με την παρέλευση του έτους 2011, γεγονός το οποίο κατέθεσε η μάρτυρας απόδειξης.
Όσον αφορά όμως το επικαλούμενο από τους ενάγοντες με την αγωγή τους γεγονός, της συμφωνίας περί επιστροφής του δανείου στις 31.12.2011, δεν αποδείχθηκε αυτό, αφού η παραπάνω μάρτυρας δεν καταθέτει με σαφήνεια περί τούτου, ούτε αποδεικνύεται από άλλο αποδεικτικό μέσο ότι είχε οριστεί συγκεκριμένος χρόνος απόδοσης του δανείου, γεγονός που συνάδει με τη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης που είχε δημιουργηθεί ενόψει των οικογενειακών σχέσεων που είχαν αναπτυχθεί μεταξύ των διαδίκων.
Ενόψει των παραπάνω εκτεθέντων γίνεται δεκτό ότι η αναζήτηση των ως άνω ποσών που δόθηκαν ως δάνειο από τους ενάγοντες στην εναγομένη έλαβε χώρα με την υπό κρίση αγωγή τους, όπου κατήγγειλαν για πρώτη φορά τις επίδικες δανειακές συμβάσεις, ήτοι 27.1.2014 οπότε επιδόθηκε η αγωγή τους". Η εκτίμηση των αποδείξεων, που έγινε από το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Ακυρωτικού (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) και συνεπώς ο Άρειος Πάγος δεν δικαιούται, ελέγχοντας το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, να προβεί σε επανεκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως με τους οποίους υπό την επίκληση ανεπαρκών ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, κατ'ουσίαν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχτηκε κατά ένα μέρος την αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά κακή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Από τη διάταξη του άρθ.559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά. (ΑΠ 1/2008).
Δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιόν ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 1205/1990). Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίστηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ.559 ΚΠολΔ (ΑΠ451/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, νομίμως ληφθείσα ένορκη βεβαίωση και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα), σχημάτισε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφαση του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά αξιολογώντας αναλυτικά τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα και μάλιστα τα αντιπαρέβαλε και ειδικά τα συνέκρινε ως προς την αποδεικτική τους δύναμη, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο από το άρθρο559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ αντίθετος δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επιχειρεί να πλήξει πράγματι την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) αβασίμως προβάλλεται.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα, ενώ ο εκ του άρθρου 559 αριθ.12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Εξ άλλου, κατ' άρθρο 393 παρ. 1 ΚΠολΔ, συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδεχθούν με μάρτυρες εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα 30.000 ευρώ, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 395 ΚΠολΔ, όταν η απόδειξη με μάρτυρες αποκλείεται, δεν επιτρέπεται ούτε και η απόδειξη με δικαστικά τεκμήρια. Κατ' εξαίρεση και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 394 παρ. 1 περ.
β ΚΠολΔ, η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται, πλην των άλλων περιπτώσεων και σε κάθε περίπτωση, αν υπήρχε φυσική ή ηθική αδυναμία να αποκτηθεί το έγγραφο. Ηθική αδυναμία κτήσεως εγγράφου υπάρχει, αν τα μέρη είχαν κατά τον χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως τόσο στενό δεσμό, ώστε σύμφωνα με τις κρατούσες στις συναλλαγές αντιλήψεις, η αξίωση συντάξεως εγγράφου για τη συγκεκριμένη σύμβαση θα παρίστατο αδικαιολόγητη ή θα ενείχε μη ανεκτή δυσπιστία.
Ο δεσμός αυτός μπορεί να είναι στενή συγγένεια, μνηστεία, ερωτικός ή στενός φιλικός δεσμός κλπ (ΑΠ 346/2013, ΑΠ 402/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι εξέθεταν στην αγωγή τους, ότι λόγω της οικογενειακής σχέσεως με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, συνήψαν με αυτή κατά το χρονικό διάστημα από 06.4.2004 έως 28.3.2006, προφορικά συμβάσεις δανείου, σύμφωνα με τις οποίες δάνεισαν σ' αυτήν ατόκως με τμηματικές καταβολές, ο μεν πρώτος, το συνολικό ποσό των 66.509,00 ευρώ και ο δεύτερος το ποσό των 35.669,25 ευρώ.
Ζητούσαν δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλλει σε εκείνους τα ως άνω ποσά, νομιμοτόκως, από 31-12-2011, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου αφού δέχθηκε την έφεση των εναγόντων και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου το οποίο είχε απορρίψει κατ' ουσία την αγωγή, κράτησε την υπόθεση και την δίκασε κατ' ουσία, δεχθέν ειδικότερα, ότι, λόγω του οικογενειακού δεσμού που είχε αναπτυχθεί με το γάμο της εναγομένης με τον πατέρα των εναγόντων και της μεταξύ των δημιουργηθείσας σχέσεως οικειότητας και εμπιστοσύνης, συνήφθησαν μεταξύ των προφορικώς οι αναφερθείσες ανωτέρω συμβάσεις δανείων και οι αναιρεσίβλητοι δάνεισαν στην αναιρεσείουσα τα ως άνω ποσά.
Έτσι το Εφετείο δεχθέν κατ' ουσία κατά ένα μέρος την αγωγή, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει, στον πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 65.000 € και στο δεύτερο αναιρεσίβλητο το ποσό των 25.000 €, νομιμοτόκως. Για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του, και ειδικότερα τόσο για τη σύναψη των επί μέρους συμβάσεων δανείου, όσο για τα επί μέρους εκάστοτε δανεισθέντα ποσά, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη ως αποδεκτικά μέσα τις καταθέσεις των αναφερομένων στην απόφαση μαρτύρων, τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη, αλλά και την επίσης αναφερόμενη ένορκη βεβαίωση.
Έτσι όπως έπραξε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 393 παρ.1 και 339 ΚΠολΔ, καθώς ορθώς δέχθηκε ως αποδεικτικά μέσα για την κατάρτιση των συμβάσεων δανείου και τις μαρτυρικές καταθέσεις και την ένορκη βεβαίωση, αφού λόγω του γενομένου από την προσβαλλομένη απόφαση δεκτού, ότι δηλαδή μεταξύ των διαδίκων αναπτύχθηκε οικογενειακός δεσμός και είχε δημιουργηθεί σχέση εμπιστοσύνης, εξ αυτού έπεται, ότι υπήρχε και ηθική αδυναμία να αποκτηθεί έγγραφο, το οποίο θα απεδείκνυε τις συμβάσεις δανείου και το περιεχόμενό των Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 (κατ' ορθή εκτίμηση) αριθ. 11 και 12 ΚΠολΔ και ο αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335,338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1456/2014, ΑΠ 677/2015).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ)η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 2261/2014, ΑΠ 688/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 11γ του άρθρου559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα προβάλλεται από την αναιρεσείουσα ότι, αν και είχε νόμιμα επικαλεστεί με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου και είχε προσκομίσει έγγραφα προς απόδειξη των ισχυρισμών της και ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών των αντιδίκων της ως προς τη σύναψη των δανείων και ειδικότερα:
α) το σύνολο των προσκομισθεισών φορολογικών δηλώσεων, από το οικονομικό έτος 1994 έως και το οικονομικό έτος 2013 β) τις υπ' αριθ. ...6, ...7 και ...8/31.10.2002 συμβολαιογραφικές πράξεις του συμβολαιογράφου Π. Κ. , γ) το έντυπο Ε9, από το οποίο προέκυπτε η μεταβίβαση οικοπέδου της στην ... και δ) το υπ' αριθ. .....40/29.2.2000 συμβόλαιο αγοραπωλησίας οικοπέδου, της συμβολαιογράφου Π.
Γ. - Κ., το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε τα έγγραφα αυτά. Ωστόσο, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, που προαναφέρθηκε, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα ως άνω έγγραφα, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων.
Επομένως, ο προαναφερόμενος τέταρτος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, όχι δε και όταν το δικαστήριο εκτίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου, ακριβώς όπως έχει, δικαίωμα ύστερα από ορθή ανάγνωση (ΟλΑΠ 1/1999). Ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη πλημμέλεια εκ του αριθ. 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται ως προς ποιο σημείο παραμορφώθηκαν οι κινήσεις των λογαριασμών από το δικαστήριο της ουσίας, και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που προαναφέρθηκαν, το Εφετείο δεν έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών, αλλά απλώς έχει συνεκτιμήσει αυτές μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε. Από το γεγονός όμως ότι το πόρισμα του Εφετείου είναι διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης του άρθ.559 αριθ.20 ΚΠολΔ, αλλά πρόκειται ουσιαστικά για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2008).
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΓΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.3.2018 αίτηση της Χ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ.57/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ