Supreme Court dismisses appeal in employment termination case where employer fired pregnant employee for criminal charges without paying compensation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a lower court ruling that upheld an employer's termination of a pregnant employee following criminal charges. The employer argued the dismissal was lawful under specific statutes, while the employee claimed she was entitled to compensation and maternity pay. The court found the termination valid because the employer failed to pay the required compensation within a reasonable time after the employee's release, and the employee had already received higher wages for Saturday work, negating her claims.
Legislator headnote
AI generatedArticles 5(1) & 2 of Law 2112/1920; Article 15(1) of Law 1483/1984: An employer may terminate a worker without compensation if the worker is charged with a crime related to employment or another offense, provided the employer pays compensation upon the worker's release; however, if the worker is pregnant, such termination is void and compensation is mandatory regardless of criminal charges.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1340 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1340/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Ν. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Παναγιώτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΟΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Βρέλλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13-12-2013 και 20-12-2013 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 73/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 34/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-4-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αρετή Παπαδιά.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 και 2 του ν. 2112/1920 και 7 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι ο εργοδότης έχει δικαίωμα να απολύσει μισθωτό, κατά του οποίου είτε έχει υποβληθεί μήνυση από τον ίδιο για αξιόποινη πράξη που έχει σχέση με την παροχή της εργασίας είτε έχει απαγγελθεί κατηγορία για άλλη αξιόποινη πράξη σε βαθμό τουλάχιστον πλημμελήματος, χωρίς να καταβάλει την προβλεπόμενη αποζημίωση. Εάν επακολουθήσει απαλλαγή με βούλευμα ή δικαστική απόφαση, το κύρος της καταγγελίας κατ' αρχήν δεν επηρεάζεται, αλλά ο εργαζόμενος αποκτά δικαίωμα να απαιτήσει την αποζημίωση για τη λύση της συμβάσεως. Και μόνο εάν ο εργοδότης παραλείψει την καταβολή της αποζημίωσης μέσα σε εύλογο χρόνο από την προς αυτόν κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της δικαστικής αποφάσεως, επέρχεται εκ των υστέρων ακυρότητα της καταγγελίας και αυτός καθίσταται υπερήμερος ως εργοδότης. Η καταγγελία για αξιόποινη συμπεριφορά του μισθωτού δεν θεωρείται, χωρίς άλλο, καταχρηστική, εκτός αν κατ' επίφαση έγινε για τέτοιο λόγο, έστω και αληθή, ενώ στην πραγματικότητα υπό περιστάσεις που συνιστούν προφανή υπέρβαση των αντικειμενικών ορίων του άρθρου 281 ΑΚ κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη (ΑΠ 444/2016, ΑΠ 991/2015).
2. Κατά το άρθρο 15 παρ.1 του ν.1483/1984 "απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας εργαζομένης [γυναικός] από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης αυτής όσο και κατά το χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο λόγω ασθενείας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία.
Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου, που οφείλεται στην εγκυμοσύνη". Εξάλλου κατά το άρθρο 10 του π.δ. της 2/15-7-1997 "Μέτρα για τη βελτίωση της ασφαλείας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων σε συμμόρφωση με την οδηγία 95/85/ΕΟΚ" (ΦΕΚ Α' 150) "1.
Απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1483/1984. 2. Σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1483/1984, ο εργοδότης οφείλει να αιτιολογήσει δεόντως την καταγγελία γραπτώς και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση και προς τις αρμόδιες υπηρεσίες επιθεώρησης εργασίας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ως σπουδαίος για την καταγγελία λόγος, ο οποίος πρέπει να περιέχεται στο έγγραφο που κοινοποιείται στην εργαζόμενη έγκυο από τον εργοδότη όταν αυτός, τελώντας σε γνώση της εγκυμοσύνης, επιθυμεί τη λύση της μετ' αυτής συμβάσεως εργασίας, θεωρούνται ένα ή περισσότερα περιστατικά, τα οποία κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, μη ανεκτή από τον εργοδότη την περαιτέρω εξακολούθηση της σχέσεως εργασίας, ανεξάρτητα προς την ύπαρξη πταίσματος της εργαζόμενης.
Τέτοιο γεγονός συνιστά και η πλημμελής ή μη προσήκουσα εκτέλεση των καθηκόντων της εγκύου ή η μη συμμόρφωσή της σε οδηγίες του εργοδότη, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η εν λόγω συμπεριφορά δεν είναι απότοκος της εγκυμοσύνης.
3. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλαδή αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως έγιναν δεκτά και την υπαγωγή αυτών στο νόμο, ο δε αναιρετικός λόγος ιδρύεται αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 7/2014).
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν από τις παραδοχές της απόφασης, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
4. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Πατρών με την προσβαλλομένη 34/2017 απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία, η οποία διατηρεί ... βιβλιοπωλείο, την 1-9-2003 προσέλαβε την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ως πωλήτρια.
Ότι η επιχείρηση της εναγομένης στεγάζεται σε πολυώροφο κτίριο αποτελούμενο από ισόγειο και τέσσερις ορόφους, στον καθένα από τους οποίους διατίθεται προς πώληση συγκεκριμένο είδος αγαθών και δη στο ισόγειο, όπου βρίσκεται το ταμείο, λογοτεχνικά βιβλία, στον πρώτο όροφο παιδικά βιβλία, στο δεύτερο όροφο είδη χαρτοπωλείου, στον τρίτο όροφο ξενόγλωσσα και φροντιστηριακά βιβλία και στον τέταρτο όροφο είναι εγκατεστημένο το λογιστήριο και ο χώρος αποθήκευσης.
Ότι κάθε υπάλληλος της εναγομένης δικαιούται να προμηθεύεται για τον εαυτό της από τα εμπορευόμενα είδη, με έκπτωση 30% επί της τιμής πώλησης και για το σκοπό αυτό τηρείται καρτέλα πελάτη στο όνομα εκάστης, στην οποία καταχωρείται η αγορά του πράγματος και η πληρωμή του αντίστοιχου τιμήματος. Ότι, επιπλέον, κάθε υπάλληλος δικαιούται να προμηθεύεται εμπορευόμενα είδη για τρίτους, πελάτες εκτός καταστήματος, με την υποχρέωση να εκδίδονται από την υπεύθυνη πωλήτρια του ορόφου δύο αποκόμματα δελτίου παραγγελίας μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή, από τα οποία το ένα κρατεί η εκάστοτε υπάλληλος (που παίρνει τα είδη) και το άλλο η επιχείρηση προς ενημέρωσή της.
Ότι την επόμενη μέρα πρέπει να καταβληθεί στο ταμείο το εκ μέρους του τρίτου εισπραχθέν από την υπάλληλο τίμημα. Ότι την 20-09-2013 η εργαζόμενη στο δεύτερο όροφο της επιχείρησης υπεύθυνη πωλήτρια, Ε. Α., διαπίστωσε ότι η ενάγουσα είχε προμηθευτεί διάφορα είδη από τον όροφο αυτό, χωρίς να καταβάλει το αντίτιμό τους στο ταμείο της επιχείρησης.
Ότι ταυτόχρονα πληροφορήθηκε, μετά από σχετική ερώτηση στην υπεύθυνη υπάλληλο του τρίτου ορόφου, Ε. Σ., ότι η ενάγουσα είχε κάνει το ίδιο και για βιβλία του τρίτου ορόφου. Ότι, ακολούθως, οι ως άνω δύο εργαζόμενες ζήτησαν να πληροφορηθούν από την ταμία της επιχείρησης, Κ. Τ., εάν η ενάγουσα πληρώνει το τίμημα των ειδών που προμηθεύεται από τους ορόφους τους, οπότε ενημερώθηκαν ότι, κατά το μήνα Σεπτέμβριο 2013, η ενάγουσα ουδέποτε κατέβαλε τίμημα, ούτε μετά την 11-09-2013 καταχωρήθηκαν είδη που αγοράσθηκαν από την ίδια στην τηρούμενη για το σκοπό αυτό καρτέλα της.
Ότι ανέφεραν το γεγονός αυτό στον Χ. Π., ομόρρυθμο εταίρο της εναγομένης, ο οποίος προκειμένου να διαπιστώσει την ακρίβεια ή μη των καταγγελθέντων από τις ως άνω υπαλλήλους σε βάρος της ενάγουσας, έδωσε εντολή στις υπόλοιπες, πλην της ενάγουσας, υπαλλήλους να τυπώνουν ένα επιπλέον απόκομμα δελτίου παραγγελίας για τα είδη που θα προμηθευόταν από τον κάθε όροφο η ενάγουσα.
Ότι η τελευταία, την 20-09-2013, ημέρα Παρασκευή και ώρα 12:06, πήρε από τις προθήκες του δεύτερου ορόφου διάφορα σχολικά είδη συνολικής αξίας 27,99 ευρώ, χωρίς να καταβάλει το απαιτούμενο αντίτιμο στο ταμείο, κατά την επιλογή δε των προϊόντων έγινε αντιληπτή από την υπάλληλο Ε. Α., η οποία το ανέφερε με τη σειρά της στον Χ.
Π., ο οποίος και διαπίστωσε ότι τα συγκεκριμένα προϊόντα δεν είχαν πληρωθεί. Ότι την 21-09-2013, ημέρα Σάββατο, με τον ίδιο ως άνω τρόπο η ενάγουσα πήρε την ώρα 08:43 από το δεύτερο όροφο προϊόντα συνολικής αξίας 10,70 ευρώ, την ώρα 08:46 από τον τρίτο όροφο προϊόντα συνολικής αξίας 58,95 ευρώ, την ώρα 14:14 από τον τρίτο όροφο προϊόντα συνολικής αξίας 99,61 ευρώ και την ώρα 14:14 από τον τρίτο όροφο προϊόντα συνολικής αξίας 18,10 ευρώ.
Ότι ο εργοδότης, έχοντας υπόνοιες σε βάρος της, την επιτηρούσε από κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης που διέθετε το κατάστημα, από το οποίο διαπίστωσε ότι η ενάγουσα παρέδωσε τα αφαιρεθέντα είδη, που είχε τοποθετήσει σε δύο τσάντες, στον αδελφό της. Ότι την 23-09-2013, ημέρα Δευτέρα, με τον ίδιο ως άνω τρόπο πήρε από τον τρίτο όροφο την ώρα 09:18 προϊόντα συνολικής αξίας 23,18 ευρώ και την ώρα 09:19 προϊόντα συνολικής αξίας 128,24 ευρώ, τα οποία τα τοποθέτησε σε μία τσάντα και κατάφερε να τα απομακρύνει από το κατάστημα χωρίς να γίνει άμεσα αντιληπτή, ενώ στη συνέχεια επέστρεψε έχοντας στην κατοχή της την ίδια τσάντα άδεια.
Ότι η ενάγουσα κατά την τέλεση της πράξης αυτής καταγράφηκε από το κλειστό κύκλωμα επιτήρησης τόσο κατά την έξοδο της από το κατάστημα με την τσάντα γεμάτη, όσο και κατά την επιστροφή της με την τσάντα άδεια. Ότι, επίσης, την ίδια ημέρα και με τον ίδιο τρόπο πήρε από τον τρίτο όροφο την ώρα 17:50 προϊόντα συνολικής αξίας 23,40 ευρώ και την ώρα 17:51 προϊόντα συνολικής αξίας 20,56 ευρώ, χωρίς να καταβάλει το αντίτιμο τους.
Ότι ακόμη, την ώρα 20:45 της αυτής ημέρας η ενάγουσα ανέβηκε στον τρίτο όροφο της επιχείρησης της εναγομένης και εκμεταλλευόμενη την απουσία της υπεύθυνης πωλήτριας του συγκεκριμένου ορόφου, Ε. Σ., πήρε δύο ξενόγλωσσα βιβλία, συνολικής αξίας 130,00 ευρώ, χωρίς να την ενημερώσει και χωρίς να καταβάλει το αντίτιμο τους.
Ότι μετά τη λήξη του ωραρίου λειτουργίας της επιχείρησης και κατά την αποχώρησή της από το κατάστημα, ο Χ. Π., έχοντας αντιληφθεί από το κλειστό κύκλωμα την αφαίρεση των προϊόντων, ακινητοποίησε την ενάγουσα στον εξωτερικό χώρο του βιβλιοπωλείου και ειδοποίησε τα αρμόδια όργανα της ΥΑ Πατρών, τα οποία προσέτρεξαν στο συγκεκριμένο σημείο και τη συνέλαβαν να κρατά την τσάντα που περιείχε τα αφαιρεθέντα είδη, χωρίς να υπάρχει παραστατκό για την αγορά τους.
Ότι για τον παραπάνω λόγο η εναγόμενη εταιρία υπέβαλε σε βάρος της ενάγουσας την από 24-09-2013 έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών, με την οποία την καταμήνυσε για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης. Ότι, στη συνέχεια, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας με την από 27-09-2013 εξώδικη δήλωση, που επέδωσε στην ενάγουσα την 30-09-2013, γνωστοποιώντας της ταυτόχρονα ότι αιτία της καταγγελίας είναι αυτή ακριβώς η πράξη, για την οποία υπέβαλε την προαναφερόμενη έγκληση και ότι για το λόγο αυτό δεν της καταβάλλεται αποζημίωση απόλυσης.
Ότι, μετά την υποβολή της έγκλησης, ασκήθηκε σε βάρος της ενάγουσας ποινική δίωξη για την πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση (ΠΚ 98 και 375 παρ.1), για την οποία με την 4095/2015 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών με τριετή αναστολή. Ότι, κατά το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, η ενάγουσα ήταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης, γεγονός που ήταν σε γνώση της εναγομένης.
Ότι, ωστόσο, η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, ήτοι την ως άνω υπεξαίρεση κατά την παροχή εργασίας από την ενάγουσα.
5. Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι η γενόμενη την 30-09-2013 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, αν και αυτή βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης, έγινε για σπουδαίο λόγο, διότι λόγω της βαρύτητας των ως άνω, παρανόμων ενεργειών αυτής, που συνέβησαν κατ' επανάληψη κατά την παροχή της εργασίας της και έθεσαν σε κίνδυνο τα συμφέροντα του εργοδότη, δημιουργήθηκαν ευλόγως πολλές αμφιβολίες στην εναγομένη ως προς την εκ μέρους της ενάγουσας δυνατότητα για προσφορά υπεύθυνης και έντιμης εργασίας στο μέλλον.
Ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορούσε σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να απαιτηθεί από την εναγομένη η διατήρηση της ενάγουσας στην κατεχόμενη θέση εργασίας με την εναντίον της λήψη κάποιου μέτρου ηπιότερου από την απόλυση και ιδίως εκείνου της απλής προειδοποίησης. Και ότι το γεγονός της υποβολής εγκλήσεως για αξιόποινη πράξη τελεσθείσα κατά την παροχή τη εργασίας καθιστά έγκυρη την καταγγελία και χωρίς ταυτόχρονη καταβολή της προβλεπόμενης αποζημίωσης και επιφέρει τη λύση της σύμβασης εργασίας.
Κατόπιν αυτών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε αβάσιμο το συναφή με το κεφάλαιο αυτό λόγο έφεσης κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει στο σύνολό της την από 13-12-2013 πρώτη αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας. Με την κρίση αυτή, το εφετείο δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 180, 281, 288, 361, 653 και 672 ΑΚ, 5 του ν. 2112/1920, 7 του ν. 3198/1955 και 25 παρ.1 του Συντάγματος.
Πράγματι, το δικαστήριο της ουσίας, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα, που βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης, αφαίρεσε εμπορεύματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί, χωρίς να τηρήσει τη διαδικασία η οποία προβλεπόταν υπέρ των υπαλλήλων της επιχείρησης και σύμφωνα με την οποία οι εργαζόμενοι είχαν τη δυνατότητα είτε να αγοράζουν προϊόντα για δικό τους λογαριασμό καταβάλλοντας αμέσως το αντίτιμο με έκπτωση 30% είτε να τα προμηθεύονται εκδίδοντας δελτίο παραγγελίας με πίστωση μιας ημέρας προκειμένου να τα μεταπωλήσουν σε τρίτους εκτός καταστήματος.
Και ότι, ακριβώς, η παράκαμψη αυτής της διαδικασίας κατά την αφαίρεση προϊόντων από την αναιρεσείουσα, στις ημέρες και ώρες που αναφέρονται αναλυτικά στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, συνιστούσε την παρανομία του σκοπού ιδιοποίησης και προσέδιδε στη συμπεριφορά της το χαρακτήρα υπεξαίρεσης.
Τα, ως άνω, γενόμενα ανελέγκτως δεκτά, πραγματικά περιστατικά, συνιστούσαν, κατ' αντικειμενική κρίση, σπουδαίο υπέρ της αναιρεσίβλητης λόγο προς καταγγελία της συνδέουσας αυτή με την αναιρεσείουσα σύμβασης εργασίας, παρά το γεγονός ότι η τελευταία βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Επίσης, η υποβολή έγκλησης, μετά την οποία, μάλιστα, εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση σε βάρος της αναιρεσείουσας, δικαιολογούσε τη μη καταβολή αποζημιώσεως για την απόλυση.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας δεν υπερέβαινε, και μάλιστα προφανώς, τα επιβαλλόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια, το δε ληφθέν από αυτή μέτρο δεν τελούσε σε δυσαναλογία σε σχέση με την προηγηθείσα συμπεριφορά της αναιρεσείουσας κατά την εκπλήρωση των από τη σύμβαση απορρεουσών υποχρεώσεών της.
Επομένως, οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ ως προς τα αντίστοιχα κεφάλαια επί της πρώτης αγωγής, είναι αβάσιμοι.
6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ως και οι λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 75/2016).
Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε οι ισχυρισμοί αυτού που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 75/2016).
Εξ άλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003). Τέτοια περίπτωση απόρριψης συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσία εκ του πράγματος τον προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς εκείνα που συνιστούν την ιστορική βάση του εν λόγω ισχυρισμού (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 927/2017), έστω και εάν η απόρριψή του δεν είναι ρητή.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο και δεύτερο από τους λόγους της αίτησης (κατά το μέρος που αφορά στην πρώτη αγωγή) η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι α) δεν έλαβε υπόψη λόγο έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο αυτή είχε ισχυρισθεί ότι προμηθεύτηκε τα ως άνω εμπορεύματα στο πλαίσιο της ευχέρειας που της παρείχε η επιχειρησιακή συνήθεια, ήτοι με πίστωση του τιμήματος προς μεταπώληση, χωρίς πρόθεση παράνομης ιδιοποίησής τους και β) έλαβε υπόψη ισχυρισμό της ενάγουσας που δεν προτάθηκε, ήτοι ότι δήθεν ενήργησε για λογαριασμό της εναγομένης, ενώ αυτή είχε ισχυρισθεί αυτό που ήδη αναφέρθηκε υπό (α).
Οι ισχυρισμοί αυτοί, προτεινόμενοι κατά της ένστασης που η εναγομένη είχε προβάλει προς απόκρουση της βάσης της από 13-12-2013 αγωγής για ακυρότητα της καταγγελίας ως γενομένης σε βάρος εγκύου εργαζομένης, επικαλούμενη σπουδαίο λόγο για λύση της σύμβασης εργασίας συνιστάμενο στην εκ μέρους της εγκύου υπεξαίρεση εμπορευμάτων της επιχείρησης, αποτελούν άρνηση των στοιχείων της υπεξαίρεσης.
Επομένως, δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια και η καθ' υπόθεση παράλειψη της αξιολόγησής τους δεν ιδρύει τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο. Σε κάθε περίπτωση, όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε μεν ότι η ενάγουσα είχε δικαίωμα να προμηθεύεται, ατομικά για την ίδια ή για τρίτους εκτός καταστήματος πελάτες, εμπορεύματα με τους κατά τις παραδοχές της ειδικότερους όρους, αλλά ότι αυτή δεν τήρησε τους όρους στη συγκεκριμένη περίπτωση και κατά την αφαίρεση των πραγμάτων ενήργησε με πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης.
Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο το μεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς, το δε τους απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμους. Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
7. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς το αν λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο μέσο απόδειξης. Ο λόγος, όμως, δεν ιδρύεται, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα κατ' είδος, έστω, αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκε το αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων (ΑΠ 502/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης (κατά το μέρος που αφορά στην πρώτη αγωγή) και με το δεύτερο λόγο της αίτησης (κατά το μέρος που αφορά στη δεύτερη αγωγή) κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων μεταξύ των οποίων και την κατάθεση της μάρτυρα Ε.
Σ., που εξετάσθηκε με επιμέλεια της εναγομένης, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τα οποία αυτή νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε, καθώς και τα νομίμως με επίκληση από αυτήν προσκομιζόμενα έγγραφα, ήτοι την από 01-09-2003 σύμβαση εργασίας και τις μηνιαίες εκκαθαρίσεις μισθοδοσίας αυτής.
Το Εφετείο, όπως ρητώς βεβαιώνει στην προσβαλλομένη απόφαση και προκύπτει από την ειδική αναφορά και αξιολόγηση της κατάθεσης της ανωτέρω μάρτυρος, από τη ρητή αναφορά στην ανωτέρω έγγραφη σύμβαση εργασίας και στις καταστάσεις μισθοδοσίας, σχημάτισε την κρίση του επί της ουσίας της υπόθεσης, αφού έλαβε υπόψη εκτός από άλλα αποδεικτικά μέσα (ρητώς βεβαιώνει ότι δεν έλαβε υπόψη τις 787 και 796/2014 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πατρών, για το λόγο που μνημονεύει) και τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτού πρακτικά, μεταξύ των οποίων και την κατάθεση της ανωτέρω μάρτυρος, καθώς και τα προαναφερόμενα έγγραφα.
Συνεπώς, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τις προαναφερόμενες καταθέσεις και τα έγγραφα και οι εξεταζόμενοι λόγοι, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
8. Κατά το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ παραμόρφωση εγγράφου υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας κάνει λάθος κατά την ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου και αποδίδει σ' αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, όχι όμως λάθος κατά την αξιολόγησή του. Δεν υπάρχει, όμως, παραμόρφωση όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται σ' αυτό (ΑΠ 112/2008).
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης (κατά το μέρος που αφορά στη δεύτερη αγωγή) κατά το δεύτερο μέρος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια υπό την επίκληση ότι κατά την αξιολόγηση της από 01-09-2003 έγγραφης σύμβασης εργασίας, στην οποία ουδέν διαλαμβάνεται περί συμψηφισμού της ένδικης αξίωσης από την απασχόλησή της κατά τα Σάββατα και των μηνιαίων εκκαθαρίσεων μισθοδοσίας, στις οποίες αναφέρεται αιτιολογία καταβολής ποσού 70 ευρώ για "υπερωρίες πέραν των 40 ωρών την εβδομάδα", σε συνδυασμό με την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Ε.
Σ., δέχεται ότι από την έναρξη της εργασιακής σύμβασης είχε καταρτισθεί συμφωνία συμψηφισμού των αξιώσεων από απασχόλησή της κατά τα Σάββατα με τις υπέρτερες των νομίμων αμοιβές της και ποσού των ανωτέρω 70 ευρώ μηνιαίως, παραμορφώνοντας το περιεχόμενό τους..Τα ανωτέρω επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα δεν αναφέρονται σε λάθος ανάγνωση των εγγράφων αλλά σε αξιολόγηση αυτών από το δικαστήριο της ουσίας παράλληλα με λοιπές αποδείξεις και δεν θεμελιώνουν τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο, που ελέγχεται αβάσιμος.
9. Για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αρ.14 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παρά το νόμο μη κήρυξη ακυρότητας, έκπτωσης από δικαίωμα ή απαραδέκτου, απαιτείται να εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ακυρότητα, η έκπτωση από συγκεκριμένο δικαίωμα και το απαράδεκτο και να αναφέρεται ότι σχετικός ισχυρισμός προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 502/2007). Στη προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης (κατά το μέρος που αφορά στη δεύτερη αγωγή) προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως απαράδεκτο, τον ισχυρισμό της εναγομένης περί συμφωνίας συμψηφισμού των σχετικών με την παρεχόμενη κατά τα Σάββατα εργασία αξιώσεων, λόγω μη παραδεκτής προβολής του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθόσον καταχωρήθηκε στα πρακτικά αυτού υπό στοιχείο 6 ως εξής "και 6 ένσταση συμψηφισμού και ανταγωγή", χωρίς αναφορά και καταχώρηση άλλων περιστατικών. Ο λόγος αυτός της αίτησης ενόψει του ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν υπάγεται στις προβλεπόμενες από το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος αφού στο αναιρετήριο δεν εκτίθεται ότι η αναιρεσείουσα είχε προβάλει σχετικό ισχυρισμό για απαράδεκτο στο δικαστήριο της ουσίας.
10. Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 π.δ. 176/1997 "Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων σε συμμόρφωση με την οδηγία 92/85/ ΕΟΚ", το οποίο εφαρμόζεται κατά το άρθρο 1 παρ.3 αυτού σε όλες τις επιχειρήσεις του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, "1. Οι εργαζόμενες γυναίκες κατά την έννοια του άρθρου 2 (παράγραφος α) δικαιούνται να λάβουν άδεια μητρότητας σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, με την προσκόμιση ιατρικού πιστοποιητικού που να βεβαιώνει την πιθανή ημερομηνία του τοκετού. 2. Η συνολική διάρκεια της άδειας μητρότητας δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δέκα έξι (16) εβδομάδων. Οκτώ (8) εβδομάδες θα χορηγούνται υποχρεωτικά πριν από την πιθανή ημερομηνία τοκετού και οι υπόλοιπες μετά τον τοκετό".
11. Περαιτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο σε σχέση με τους ερευνώμενους τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης (κατά το μέρος που αφορά στη δεύτερη αγωγή) δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ότι η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της εργασιακής της σύμβασης απασχολούνταν και την ημέρα του Σαββάτου και για την εργασία της κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας δικαιούται αποδοχές ως αποζημίωση κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.
Ότι αυτή για την απασχόλησή της κατά τα Σάββατα του χρονικού διαστήματος από 01-01-2004 έως 30-9-2013 δικαιούται συνολικό ποσό 15.949,74 ευρώ. Ότι από την έναρξη της εργασιακής της σύμβασης η εναγομένη πρότεινε σ' αυτήν να απασχολείται και την έκτη ημέρα της εβδομάδας (Σάββατο) και οι πρόσθετες αξιώσεις αυτής από την παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα να καλύπτονται με την καταβολή ανώτερων των νομίμων αποδοχών της και ποσού 70 ευρώ μηνιαίως.
Ότι την πρόταση αυτή της εναγομένης αποδέχθηκε η ενάγουσα και για όλη τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας λάμβανε σταθερά από την εναγομένη πέραν των υπέρτερων νομίμων αποδοχών της το ποσό των 70 ευρώ μηνιαίως. Ότι η ενάγουσα έλαβε ως διαφορές αποδοχών μεταξύ του νομίμου και καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθού της για το χρονικό διάστημα από την 01-01-2004 έως την 30-09-2013 συνολικό ποσό 9.441,05 ευρώ και ότι πέραν του μισθού της λάμβανε για το ίδιο διάστημα και ποσό 70 ευρώ μηνιαίως, με αιτιολογία, όπως συμφώνησαν, αμοιβής για την απασχόληση πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και δη συνολικό ποσό (117 μήνες Χ 70=) 8.190 ευρώ.
Ότι οι αποδοχές αυτές ήταν υπέρτερες των νομίμων ελάχιστων αποδοχών και ότι αυτές, συνυπολογιζομένου και του σταθερά καταβαλλόμενου ποσού των 70 ευρώ μηνιαία, υπερκάλυπταν τις αξιώσεις της από την απασχόλησή της κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας. Ότι η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, που τελούσε σε κατάσταση εγκυμοσύνης με πιθανή ημερομηνία τοκετού την 10-02-2014, έληξε την 30-09-2013, όταν περιήλθε σε γνώση της η από 27-09-2013 έγγραφη καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης, η οποία κατά τις αναφερόμενες ανωτέρω παραδοχές ήταν έγκυρη και επέφερε έκτοτε τη λύση αυτής.
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι 1) η ενάγουσα δεν διατηρεί σε βάρος της εναγομένης αξιώσεις για απασχόλησή της κατά τα Σάββατα, λόγω της συμφωνίας συμψηφισμού των αποδοχών αυτών με τις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενων και ποσού 70 ευρώ μηνιαίως, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης της εναγομένης και 2) δεν δικαιούται αποδοχές άδειας μητρότητας λόγω λύσης της εργασιακής της σχέσης, γι' αυτό και απέρριψε τους λόγους έφεσης.
Με την κρίση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο α) με επαρκείς και πλήρεις αιτιολογίες δέχθηκε την ύπαρξη συμφωνίας συμψηφισμού των αξιώσεων αμοιβής για εργασία κατά τα Σάββατα και β) ορθώς ερμήνευσε και προσηκόντως εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις για αποδοχές αδείας μητρότητας, καθόσον η σύμβαση εργασίας δεν ήταν ενεργής μετά την 30-09-2013 και η αναιρεσείουσα δεν ήταν εργαζόμενη ώστε να δικαιούται άδεια μητρότητας οκτώ εβδομάδων πριν την ανωτέρω πιθανή ημερομηνία τοκετού και ως εκ τούτου ούτε αποδοχές αδείας.
Συνεπώς, οι εξεταζόμενοι λόγοι της αίτησης, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδονται οι αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
12. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-4-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 34/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. -Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Αυγούστου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ