Legislator Case Law & Legislation
1340/2017 AI generated

1340/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1340/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Δ. του Ν., κατοίκου ..., άλλως κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ανδρέα Γαβαλά και Αλέξανδρο Δοβλέ και κατέθεσαν προτάσεις, 5) Μ. Φ. του Κ., κατοίκου ..., οικισμός ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Μιχαήλ Δημητρακόπουλο, Ευάγγελο Χατζή και Αλέξανδρο Σπυρίδωνος και κατέθεσαν προτάσεις, 6) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ...", που εδρεύει στον ...

Legislator headnote

AI generated

1340/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και εκπροσωπείται νόμιμα, 17) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ...", που εδρεύει στον οικισμό ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 18) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ...", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 19) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 20) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ...", που εδρεύει στον οικισμό ...

Keywords

AI generated
participation in matrimonial property surplus economic nexus spousal joint tax liability contribution status extraordinary marital contribution family taxation
AI generated
453/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
1003/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
798/2023
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
3/2016
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
287/2011
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Ιουλίου 1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2075/1997 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 10541/1997, 9289/2000, 3718/2002 προδικαστικές του Εφετείου Αθηνών και 6482/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Ιουνίου 2009 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1340 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1340/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Δ. του Ι., κατοίκου ..., άλλως κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Απόστολο Γεωργιάδη, και Θεόδωρο Λύτρα και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Φ. του Κ., πρώην συζύγου Ν. Δ., κατοίκου ..., άλλως κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Μιχαήλ Δημητρακόπουλο, Ευάγγελο Χατζή και Αλέξανδρο Σπυρίδωνος και κατέθεσαν προτάσεις, 2) Κ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., άλλως κατοίκου ... και 3) Ι. Δ. του Ν., κατοίκου ..., άλλως κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Μιχαήλ Δημητρακόπουλου, Ευάγγελου Χατζή και Αλέξανδρου Σπυρίδωνος και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Μ.

Δ. του Ν., κατοίκου ..., άλλως κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ανδρέα Γαβαλά και Αλέξανδρο Δοβλέ και κατέθεσαν προτάσεις, 5) Μ. Φ. του Κ., κατοίκου ..., οικισμός ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Μιχαήλ Δημητρακόπουλο, Ευάγγελο Χατζή και Αλέξανδρο Σπυρίδωνος και κατέθεσαν προτάσεις, 6) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ...", που εδρεύει στον ...

του Δήμου ... Ρεθύμνου και εκπροσωπείται νόμιμα, 7) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στον Δήμο ... Ρεθύμνου και εκπροσωπείται νόμιμα, 8) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ...", που εδρεύει στον Δήμο ... Ρεθύμνου και εκπροσωπείται νόμιμα, 9) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...

Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 10) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 11) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ...", που εδρεύει στον Δήμο ... Ρεθύμνου και εκπροσωπείται νόμιμα, 12) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ...", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 13) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...

Α.Ε.", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 14) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ...", που εδρεύει στον οικισμό ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 15) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ...", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 16) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ...", που εδρεύει στον οικισμό ...

και εκπροσωπείται νόμιμα, 17) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ...", που εδρεύει στον οικισμό ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 18) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ...", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 19) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 20) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ...", που εδρεύει στον οικισμό ...

και εκπροσωπείται νόμιμα, 21) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 22) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ... ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 23) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ... ...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 24) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ...

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...", που εδρεύει στην ... στην Κέρκυρα και εκπροσωπείται νόμιμα, 25) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...", που εδρεύει στον Δήμο … και εκπροσωπείται νόμιμα και 26) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στον Δήμο ... Ρεθύμνου και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 19ης και 26ης εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σωτηρόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις, ενώ οι 6η, 7η, 8η, 9η, 10η, 11η, 12η, 13η, 14η, 15η, 16η, 17η, 18η, 20η, 21η, 22η, 23η, 24η και 25η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω.

Στο σημείο αυτό, ο πρώτος πληρεξούσιος του ως άνω αναιρεσείοντος αλλά και ο πληρεξούσιος των 19ης και 26ης των αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησαν την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξαν.

Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, δημοσίευσε δια του Προέδρου του την απόφαση που έχει τον ίδιο αριθμό με αυτό το πρακτικό, με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-2-2010, 23-9-2010, 6-10-2010 και 6-10-2010 αγωγές και την από 12-4-2011 αίτηση ανάκλησης ασφαλιστικών μέτρων των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 107/2014 του Εφετείου Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-2-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 8-3-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν μερικώς δεκτοί ο 4ος λόγος της αιτήσεως και ο 3ος πρόσθετος λόγος. Να απορριφθεί, ως ασκηθείς απαραδέκτως ο 5ος πρόσθετος λόγος, άλλως σε περίπτωση που κριθεί παραδεκτή η άσκησή του, να γίνει μερικά δεκτός, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Να απορριφθούν κατά τα λοιπά η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 576 ΚΠολΔ, εάν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν δε τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.

Αν η αίτηση και η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκαν καθόλου ή δεν επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση, αν δε στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β’ και γ’ του ίδιου ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ αυτού, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της αναγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση.

Αν, όμως, κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος στη μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί καθόλου ή νομίμως να παραστεί, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η αναγραφή αυτής για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει, ως κλήτευσή του, για την τελευταία αυτή δικάσιμο.

Η κατά τα ανωτέρω πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν διαδοχικές αναβολές, διότι από το νόμο (άρθρα 226 παρ. 4 εδ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ, 241 και 575 ΚΠολΔ) δεν κηρύσσεται ακυρότητα ή απαράδεκτο, αν αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης πέραν της μιας φοράς (ΑΠ 1812/2012, ΑΠ 1681/2011).

Ωσαύτως, η διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. δ’ ΚΠολΔ, εφαρμόζεται στη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου ανεξαρτήτως του αν η αναβολή διατάχθηκε κατ’ αίτηση του εισαγγελέα, του εισηγητή ή κάποιου από τους διαδίκους ή αυτεπαγγέλτως. Μη εφαρμογή της διατάξεως στην περίπτωση της αυτεπάγγελτης αναβολής δεν δικαιολογείται, διότι δεν γίνεται καμία διάκριση στον νόμο, ούτε η διάκριση αυτή μπορεί να βρει έρεισμα στον σκοπό του νόμου (ΑΠ 964/1996).

Στην ένδικη περίπτωση από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από τον αναιρεσείοντα που επέσπευσε τη συζήτηση της υποθέσεως εκθέσεις επιδόσεως: 1) ...31.7.2015 και ...16.9.2015 της δικαστικής επιμελήτριας Ε. Α. για την 6η αναιρεσίβλητη, 2) .../31.7.2015 και .../16.9.2015 ίδιας δικαστικής επιμελήτριας για την 7η αναιρεσίβλητη, 3) .../31.7.2015 και .../16.9.2015 ίδιας δικαστικής επιμελήτριας για την 8η αναιρεσίβλητη, 4) .../31.7.2015 και .../16.9.2015 ίδιας δικαστικής επιμελήτριας για την 9η αναιρεσίβλητη, 5) .../31.7.2015 και .../16.9.2015 ίδιας δικαστικής επιμελήτριας για την 10η αναιρεσίβλητη, 6) ...31.7.2015 και ...16.9.2015 ίδιας δικαστικής επιμελήτριας για την 11η αναιρεσίβλητη, 7) .../31.7.2015 και .../16.9.2015 ίδιας δικαστικής επιμελήτριας για την 12η αναιρεσίβλητη, 8) .../31.7.2015 και .../16.9.2015 ίδιας δικαστικής επιμελήτριας για την 13η αναιρεσίβλητη, 9) .../31.7.2015 και .../16.9.2015 ίδιας δικαστικής επιμελήτριας για την 14η αναιρεσίβλητη, 10) .../31.7.2015 και ...16.9.2015 ίδιας δικαστικής επιμελήτριας για την 15η αναιρεσίβλητη, 11) .../31.7.2015 και ...16.9.2015 ίδιας δικαστικής επιμελήτριας για την 16η αναιρεσίβλητη, 12) .../31.7.2015 και .../16.9.2015 ίδιας δικαστικής επιμελήτριας για την 17η αναιρεσίβλητη, 13) .../31.7.2015 και .../16.9.2015 ίδιας δικαστικής επιμελήτριας για την 18η αναιρεσίβλητη, 14) .../31.7.2015 και .../16.9.2015 ίδιας δικαστικής επιμελήτριας για την 19η αναιρεσίβλητη, 15) .../31.7.2015 και .../16.9.2015 ίδιας δικαστικής επιμελήτριας για την 20η αναιρεσίβλητη, 16) .../31.7.2015 και .../16.9.2015 ίδιας δικαστικής επιμελήτριας για την 21η αναιρεσίβλητη, 17...31.7.2015 και ...15.9.2015 του δικαστικού επιμελητή Γ.

Τ. για την 22η αναιρεσίβλητη, 18) .../31.7.2015 και .../16.9.2015 του δικαστικού επιμελητή Δ. Θ. για την 23η αναιρεσίβλητη, 19) .../31.7.2015 και .../16.9.2015 της δικαστικής επιμελήτριας Ε. Α. για την 24η αναιρεσίβλητη και 20) ...31.7.2015 και .../16.9.2015 του δικαστικού επιμελητή Σ. Γ. για την 25η αναιρεσίβλητη, προκύπτει, ότι ακριβή αντίγραφα της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 19/10/2015, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στις 6η έως 18η, 20η έως 25η αναιρεσίβλητες.

Κατά την ανωτέρω αρχική δικάσιμο η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε, διαδοχικά, με σχετική επισημείωση, κάθε φορά, του Προέδρου του Δικαστηρίου στο πινάκιο, αρχικώς για τη δικάσιμο της 21/3/2016 (ελλείψει εισηγητικής εκθέσεως), οπότε κατά τον ίδιο τρόπο αναβλήθηκε και πάλι (λόγω αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους), για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας προκείμενη δικάσιμο.

Κατά τη νέα αυτή μετ’ αναβολή δικάσιμο, όπως και κατά τις προηγούμενες, οπότε εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Εφόσον, όμως, αυτές είχαν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως για να παραστούν στην ως άνω αρχική δικάσιμο, η κατά τις διαδοχικές αναβολές εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευσή τους, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα και συνεπώς η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, πλην της 24ης αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ...

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...", για την οποία ισχύουν τα παρακάτω αναφερόμενα. Από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνον αφότου έπαυσε να είναι προσβλητή με ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η κατ’ άρθρο 503 αρ. 1 ΚΠολΔ 15νθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκησή της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, καθόσον έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας η οριστική απόφαση, που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση, ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη, ως προς όλους τους ομοδίκους.

Αντιθέτως, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη, ως προς όλους τους ομοδίκους. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 ΚΠολΔ σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας έχει ο ερημοδικασθείς αναγκαίος ομόδικος, έστω και αν αυτός θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες ομοδίκους.

Το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα περί του εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη (Ολ.ΑΠ 15/2001).

Σε περίπτωση που δεν αποδεικνύεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη, ως προς ένα των αναγκαίων ομοδίκων η αναίρεση απορρίπτεται, ως απαράδεκτη, ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν, ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (ΑΠ 764/09). Στην ένδικη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η 24η αναιρεσίβλητη εταιρεία, με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ...

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...", στην κατ’ έφεση δίκη δεν παραστάθηκε και δικάστηκε ερήμην, με την προσβαλλόμενη δε απόφαση ορίστηκε παράβολο ερημοδικίας για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους της. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, μεταξύ της 24ης αναιρεσίβλητης εταιρείας και καθενός από τους τέσσερις πρώτους αναιρεσιβλήτους που φέρονται, ως μέτοχοί της, υπάρχει δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας, διότι κατά το περιεχόμενο της αγωγής φέρεται, ότι συμμετείχαν εικονικά στο μετοχικό της κεφάλαιο και πλήττονται τα μετοχικά δικαιώματα καθενός τούτων σ’ αυτήν, ώστε δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις.

Όμως, δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται, από έγγραφα της δικογραφίας, επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στην 24η αναιρεσίβλητη και παρέλευση της προθεσμίας ανακοπής ή παραίτηση αυτής από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας. Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση, ως εκ του περιεχομένου της, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας από την ανωτέρω διάδικο που δικάσθηκε ερήμην, εφόσον δεν αποδεικνύεται, ότι η διάδικος αυτή απώλεσε το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.

Συνεπώς, η αναίρεση μετά των πρόσθετων λόγων αυτής είναι απαράδεκτη, ως προς την 24η αναιρεσίβλητη και τους αναγκαίους ομοδίκους της 1η έως 4η από τους αναιρεσιβλήτους.

Από τις διατάξεις των άρθρων 138, 139, 180, 211 και 214 ΑΚ προκύπτουν τα εξής: Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε. Εικονική είναι η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Σκοπός της εν λόγω δήλωσης είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής κατάστασης χωρίς να υπάρχει στο δηλούντα πρόθεση τέτοιας πραγματικής μεταβολής. Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος.

Σε περίπτωση που ο δηλών είναι άμεσος αντιπρόσωπος άλλου, εικονική είναι η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του αντιπροσώπου και όχι του αντιπροσωπευομένου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η εικονικότητα μπορεί να αναφέρεται και στο πρόσωπο υπέρ του οποίου επέρχονται τα δικαιώματα από την εικονική δικαιοπραξία, όταν συμβάλλεται αντί αυτού άλλο πρόσωπο με την συμφωνία όλων των συμβαλλομένων, εικονικών και πραγματικών, ότι τα αποτελέσματα της συμβάσεως θα επέλθουν όχι υπέρ του φαινομενικά συμβαλλομένου, αλλά υπέρ του καλυπτομένου αληθινού.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Λόγο αναίρεσης από το 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αποτελεί και η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να εφαρμόσει τις ερμηνευτικές των δικαιοπραξιών διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αν και έχει δεχτεί (χωρίς κατά τούτο η απόφασή του να υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο) έστω και έμμεσα, ότι οι δικαιοπραξίες αυτές εμφάνιζαν κενά ή αμφίβολα σημεία, οπότε και ανακύπτει ανάγκη ερμηνείας.

Η εικονικότητα, όμως, δικαιοπραξίας δεν ανάγεται στην έννοια της δήλωσης βούλησης, αλλά συνιστά έλλειψη αληθινής βούλησης (εκούσια διάσταση μεταξύ της δήλωσης και της βούλησης). Επομένως, η απόφαση που διερευνά, αν η δήλωση ήταν εικονική, δεν δέχεται (εμμέσως) κενά ή αμφίβολα σημεία στη δικαιοπραξία, ούτε προβαίνει σε ερμηνεία της, αλλά στην αναζήτηση της ειλικρίνειας ή ανειλικρίνειας της δήλωσης (ΑΠ 1459/2011, 1426/2007, 1267/1994).

Κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, κατά την έρευνα της κύριας βάση της από 11/2/2010 αγωγής του αναιρεσείοντος, αναφορικά με την αποδοθείσα εικονικότητα των δικαιοπραξιών με τις οποίες οι 1η, 2η, 3ος και 5ος από τους αναιρεσιβλήτους έγιναν μέτοχοι των λοιπών αναιρεσίβλητων ανώνυμων εταιρειών, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Οι αντίδικοι Ν.

Δ. και Π. Φ. είναι πρώην σύζυγοι. Από το γάμο τους, ο οποίος τελέσθηκε το έτος 1966, απέκτησαν τρία τέκνα και δη, την εναγόμενη Μ. Δ. η οποία γεννήθηκε το έτος 1967, τον εναγόμενο-ενάγοντα Ι. Δ. ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1968 και την εναγόμενη-ενάγουσα Κ. Δ. η οποία γεννήθηκε το έτος 1974. Ο εναγόμενος-ενάγων Μ. Φ. είναι αδελφός της Π.

Φ., δηλαδή κουνιάδος του Ν. Δ.. Οι είκοσι μία εναγόμενες ανώνυμες εταιρείες οι οποίες αναφέρονται στο προεισαγωγικό τμήμα της πρώτης αγωγής υπό τους αριθμούς 6 έως και 26 και ανήκουν στον επονομαζόμενο "...", δραστηριοποιούνται στο χώρο των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων με εξαίρεση την δέκατη ένατη εναγόμενη της πρώτης αγωγής και πρώτη εναγόμενη της δεύτερης αγωγής, ήτοι την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία δραστηριοποιείται κυρίως στον τομέα του επισιτισμού και την εικοστή έκτη εναγόμενη της πρώτης αγωγής και πρώτη εναγόμενη της τρίτης αγωγής, ήτοι την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της εμπορίας κοσμημάτων και διατηρεί καταστήματα αποκλειστικά εντός των ξενοδοχείων του .... Η προκείμενη αντιδικία αναφορικά με το Μ. Φ. περιορίζεται στα ζητήματα του αφορούν την τελευταία αυτή εταιρεία η οποία φέρει τον διακριτικό τίτλο "...

Α.Ε.". Επίσης, η εικοστή έβδομη εναγομένη της πρώτης αγωγής, ήτοι η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.", τυγχάνει διάδικος επειδή έχει αποκτήσει ενέχυρο επί των προσωρινών τίτλων μετοχών που έχουν εκδώσει η εικοστή εναγόμενη, ήτοι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ..." και η εικοστή τρίτη εναγομένη, ήτοι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ... ...".

Παρακάτω παρατίθενται για κάθε εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία του ... Δ. τα στοιχεία που αφορούν το μετοχικό της κεφάλαιο και τη συμμετοχή σ’ αυτό εκάστου εκ των διαδίκων φυσικών προσώπων, όπως αυτά προκύπτουν από τις σχετικές καταχωρίσεις στα οικεία Μητρώα Ανωνύμων Εταιρειών και τις αντίστοιχες αυτών δημοσιεύσεις στα τεύχη Α.Ε.

και ΕΠΕ της Εφημερίδας της Κυβέρνησης. Ειδικότερα: 1) Η έκτη εναγόμενη της πρώτης αγωγής, ήτοι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ...", συνεστήθη δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...10-9-1998 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Ι. Σ.-Π., κατόπιν και της υπ’ αριθμ. ...29-9-1998 εγκριτικής απόφασης-άδειας του Νομάρχη Ρεθύμνου (δημοσίευση στο ΦΕΚ 7966/8-10-1998, τεύχος Α.Ε.

και ΕΠΕ) δια μετατροπής και συγχώνευσης της ατομικής επιχείρησης "Δ. Μ. Τουριστικά Είδη - ..." σε ανώνυμη εταιρεία. Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ορίσθηκε με τη συστατική πράξη σε 100.000.000 δραχμές, διηρημένο σε 10.000 ανώνυμες μετοχές ονομαστικής αξίας 10.000 δραχμών εκάστη και καλύφθηκε κατά το ποσό των 48.557.090 δραχμών από κεφαλαιοποίηση της καθαρής θέσης της ως άνω μετατραπείσας ατομικής επιχείρησης και κατά το υπόλοιπο ποσό των 51.442.910 δραχμών από τα τέκνα και την πρώην σύζυγο του Ν.

Δ., έκαστος των οποίων ανέλαβε τις μετοχές που αναλογούσαν στο τμήμα του κεφαλαίου το οποίο κάλυψε. Επακολούθησαν τέσσερις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας κατόπιν αντιστοίχως, των από 10-8-1999, 2-8-2000, 18-4-2002 και 15-4-2002 αποφάσεων της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της. Τα κεφάλαιο των παραπάνω αυξήσεων καλύφθηκαν και τις τέσσερις φορές από το Ν.

Δ., την τότε σύζυγό του και τα τέκνα τους. Έτσι, το σημερινό κεφάλαιο της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας ανέρχεται σε 6.547.985 ευρώ και διαιρείται σε 223.100 ονομαστικές μετοχές, οι οποίες δεν έχουν εκδοθεί, ονομαστικής αξίας 29,35 ευρώ εκάστη. Στο κεφάλαιο αυτό συμμετέχουν ο μεν Ν. Δ. κατά ποσοστό 35,42% με 79.020 ονομαστικές μετοχές η δε πρώην σύζυγός του και τα τρία τέκνα τους κατά ποσοστό 16,145% και με 36.020 ονομαστικές μετοχές έκαστος.

Σημειωτέου, ότι στη δεύτερη εκ των ως άνω αυξήσεων, ένα μέρος από το κεφάλαιο που ανέλαβαν η πρώην σύζυγος και τα τέκνα του Ν. Δ. καλύφθηκε απ’ αυτούς με την εισφορά ακινήτων τους κείμενων στην περιοχή ... και ειδικότερα, ενός ακινήτου εκτάσεως 21.633,38 τ.μ., το οποίο ανήκε κατά ποσοστό συγκυριότητας 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους και ενός ακινήτου εκτάσεως 2.846,64 τ.μ., το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στην εξ αυτών Π.

Φ.. 2) Η έβδομη εναγόμενη της πρώτης αγωγής, ήτοι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ... ΚΑΙ …. ΕΤΑΙΡΕΙΑ", συνεστήθη δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../17-1-2005 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Ι. Σ.-Π., κατόπιν και της υπ’ αριθμ. ...-1-2005 εγκριτικής απόφασης-άδειας του Νομάρχη Ρεθύμνου (δημοσίευση στο ΦΕΚ 619/1-2-2005, τεύχος Α.Ε.

και ΕΠΕ), από το Ν. Δ., την τότε σύζυγό του και τα τέκνα τους. Το κεφάλαιο της εταιρείας ορίσθηκε εξ αρχής σε 60.000 ευρώ διηρημένο σε 800 ονομαστικές μετοχές, οι οποίες δεν έχουν εκδοθεί, ονομαστικής αξίας 75 ευρώ εκάστη και καλύφθηκε ισομερώς από έκαστο των παραπάνω ιδρυτών - μετόχων. Έτσι, ο καθένας τους συμμετέχει στο κεφάλαιο της εταιρείας κατά ποσοστό 20% με 160 ονομαστικές μετοχές. 3) Η όγδοη εναγόμενη τη, πρώτης αγωγής, ήτοι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ...", συνεστήθη από το Ν.

Δ., την τότε σύζυγό του και τα τέκνα τους, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../2007 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Ι. Σ.-Π., κατόπιν και της υπ’ αριθμ. ...-2-2007 εγκριτικής απόφασης άδειας του Νομάρχη Ρεθύμνης (δημοσίευση στο ΦΕΚ 128.1/20-2-2007, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Το κεφάλαιο της εταιρείας ορίσθηκε εξ αρχής σε 60.000 ευρώ, διηρημενο σε 800 ανώνυμες μετοχές, οι οποίες δεν έχουν εκδοθεί, ονομαστικής αξίας 75 ευρώ εκάστη και καλύφθηκε ισομερώς από έκαστο των παραπάνω ιδρυτών - μετόχων.

Έτσι, ο καθένας τους συμμετέχει στο κεφάλαιο της εταιρείας κατά ποσοστό 20% με 160 ανώνυμες μετοχές. 4) Η ένατη εναγόμενη της πρώτης αγωγής, ήτοι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΤΕ", η οποία δραστηριοποιείται και στον τομέα των χρονομεριστικών μισθώσεων (time sharing) συνεστήθη δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../24-6-1990 συμβολαιογραφικής πράξης του συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Α., κατόπιν και της υπ’ αριθμ. ...9-7-1990 εγκριτικής απόφασης άδειας του Νομάρχη Ρεθύμνης (δημοσίευση στο ΦΕΚ 3174/26-7- 1990, τεύχος Α.Ε. και ΕΠΕ) από το Ν. Δ., τον αδελφό του Δ. Δ. και τη σύζυγο του τελευταίου Μ. Δ.. Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ορίσθηκε με τη συστατική πράξη σε 100.000.000 δραχμές, διηρημένο σε 100.000 ανώνυμες μετοχές ονομαστικής αξίας 1000 δραχμών εκάστη και καλύφθηκε από το Ν.

Δ. κατά το ποσό των 50.000.000 δραχμών, από τον αδελφό του κατά το ποσό των 30.000.000 δραχμών και από τη σύζυγο του τελευταίου κατά το ποσό των 20.000.000 δραχμών και έτσι αυτοί ανέλαβαν αντιστοίχως 50.000, 30.000 και 20.000 μετοχές. Το έτος 1993, ο αδελφός του Ν. Δ. και η σύζυγος του τελευταίου Μ., μεταβίβασαν τις μετοχές τους σε τρίτα πρόσωπα, ο δε Ν.

Δ. μεταβίβασε στην τότε σύζυγό του και στα τρία τέκνα τους από 10.000 μετοχές στον καθένα και έτσι, παρέμεινε κύριος των υπολοίπων 10.000 μετοχών. Το έτος 1995, ο Ν. Δ. απέκτησε δια μεταβιβάσεως προς αυτόν, τις 10.000 μετοχές της τότε συζύγου του και 15.000 μετοχές από τρίτα πρόσωπα. Το ίδιο έτος εισήλθε στη μετοχική σύνθεση της εταιρείας και ο Ν.

Σ., στον οποίο μεταβιβάσθηκαν 34.000 μετοχές από τρίτα πρόσωπα. Επακολούθησαν τέσσερις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου που έλαβαν χώρα τα έτη 1995, 1996, 2002 και 2005 αντίστοιχα. Το κεφάλαιο της πρώτης αύξησης το οποίο ανερχόταν σε 2.000.000 δραχμές, το ανέλαβαν εξ ημισείας τα τέκνα του Ν. Δ., Μ. και Ι., και το κεφάλαιο της δεύτερης αύξησης, το οποίο ανερχόταν σε 100.000.000 δραχμές, το ανέλαβαν ο Ν.

Δ.ς κατά το ποσό των 34.312.000 δραχμών, ο Ν. Σ. κατα το ποσό των 33.333.000 δραχμών και τα τρία τέκνα του Ν. Δ. κατά το ποσό των 10.785.000 δραχμών έκαστο. Εν συνεχεία της δεύτερης αύξησης, ο Ν. Σ. μεταβίβασε δυνάμει των από 12-12-2000 ιδιωτικών συμφωνητικών στα τέκνα του Ν. Δ. το σύνολο των μετοχών του στην εταιρεία και δη, στη Μ. 22.445 μετοχές, στον Ι. 22.445 μετοχές και στην Κ. 22.444 μετοχές.

Ακολούθως, το κεφάλαιο της τρίτης αύξησης το οποίο ανερχόταν σε 13.190,02 ευρώ, το ανέλαβαν ο Ν. Δ. κατά το ποσό των 4.525,87 ευρώ, η θυγατέρα του Μ. κατά το ποσό των 2.888,09 ευρώ, ο υιός του Ι. κατά το ποσό των 2.888,03 ευρώ και η θυγατέρα του Κ. κατά το ποσό των 2.888,03 ευρώ. Κατά την τέταρτη αύξηση, η οποία πραγματοποιήθηκε ενόψει της υπαγωγής της εταιρείας στο ν. 3299/2004, το μετοχικό της κεφάλαιο αυξήθηκε κατά 2.448.000 ευρώ, με την έκδοση 816.000 κοινών ονομαστικών μετοχών, ονομαστικής αξίας 3 ευρώ εκάστη.

Το ποσό της αύξησης αυτής καλύφθηκε από το Ν. Δ., την τότε σύζυγό του και τα τρία τέκνα τους και απ’ αυτό καταβλήθηκε μόνο το μέρος των 1.060.500 ευρώ, ενώ απομένει οφειλόμενο το υπόλοιπο ποσό των 1.387.500 ευρώ. Έτσι, κατόπιν και της αύξησης αυτής, το σημερινό κεφάλαιο της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας ανέρχεται σε 3.054.000 ευρώ, διηρημένο σε 1.018.000 μετοχές, οι οποίες δεν έχουν εκδοθεί και εκ των οποίων 202.000 είναι ανώνυμες και 816.000 είναι ονομαστικές, ονομαστικής αξίας 3 ευρώ εκάστη.

Στο κεφάλαιο αυτό συμμετέχουν ο Ν. Δ. κατά ποσοστό 20%, με 203.600 μετοχές εκ των οποίων 69.312 είναι ανώνυμες και 134.288 είναι ονομαστικές, η θυγατέρα του Μ. κατά ποσοστό 20%, με 203.600 μετοχές εκ των οποίων 44.230 είναι ανώνυμες και 159.370 ονομαστικές, ο υιός του Ι. κατά ποσοστό 20%, με 203.600 μετοχές εκ των οποίων 44.229 είναι ανώνυμες και 159.371 είναι ονομαστικές, η θυγατέρα του Κ.

κατά ποσοστό 20%, με 203.600 μετοχές εκ των οποίων 44.229 είναι ανώνυμες και 159.371 είναι ονομαστικές και η πρώην σύζυγός του Π. Φ. κατά ποσοστό 20%, με 203.600 ονομαστικές μετοχές. 5) Η δέκατη εναγόμενη της πρώτης αγωγής, ήτοι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", συνεστήθη δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...2000 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.

Τ. - Σ., κατόπιν και της υπ’ αριθμ. ...1-2001 εγκριτικής απόφασης - άδειας του Νομάρχη Ρεθύμνου (δημοσίευση στο ΦΕΚ 301/16-1-2001, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), από το Ν. Δ., την τότε σύζυγό του και τα τρία τέκνα τους. Το αρχικό κεφάλαιο της εταιρείας ορίσθηκε με τη συστατική πράξη σε 20.000.000 δραχμές, διηρημένο σε 800 ανώνυμες μετοχές, ονομαστικής αξίας 25.000 δραχμών εκάστη και καλύφθηκε ισομερώς από τους παραπάνω ιδρυτές - μετόχους, έκαστος των οποίων ανέλαβε 160 μετοχές.

Κατόπιν της από 7-12-2001 απόφασης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας, το μετοχικό της κεφάλαιο αυξήθηκε κατά 172.400 δραχμές, προκειμένου να εκφρασθεί σε ευρώ και διαμορφώθηκε σε 59.200 ευρώ, διηρημένο σε 800 κοινές ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας 74 ευρώ εκάστη. Το ποσό της αυξήσεως καλύφθηκε ισομερώς από τους παραπάνω μετόχους έκαστος των οποίων ανέλαβε 160 ονομαστικές μετοχές.

Στη συνέχεια, κατόπιν της από 29-6-2006 απόφασης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας, το μετοχικό της κεφάλαιο αυξήθηκε κατά 2.888 ευρώ, με αύξηση της ονομαστικής αξίας των μετοχών από 74 ευρώ σε 77,61 ευρώ εκάστη. Η αύξηση αυτή καλύφθηκε από την υπεραξία του προέκυψε από την αναπροσαρμογή της αξίας των ακίνητων της εταιρείας.

Έτσι, το σημερινό κεφάλαιο της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας ανέρχεται σε 62.088 ευρώ και διαιρείται σε 200 κοινές ονομαστικές μετοχές, οι οποίες δεν έχουν εκδοθεί ονομαστικής αξίας 77,61 ευρώ εκάστη. Στο κεφάλαιο αυτό συμμετέχουν ο Ν. Δ., η πρώην σύζυγός του και τα τρία τέκνα τους κατά ποσοστό 20% και με 160 μετοχές έκαστος. 6) Η ενδέκατη εναγόμενη της πρώτης αγωγής, ήτοι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ...", συνεστήθη δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...1999 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.

Τ.-Σ., κατόπιν και της υπ’ αριθμ. ...9-11-1999 εγκριτικής απόφασης-άδειας του Νομάρχη Ρέθυμνου (δημοσίευση στο ΦΕΚ 9286/23-11-1999, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) από το Ν. Δ., την τότε σύζυγό του και τα τρία τέκνα τους. Το αρχικό κεφάλαιο της εταιρείας ορίσθηκε με τη συστατική πράξη σε 20.000.000 δραχμές, διηρημένο σε 800 μετοχές ονομαστικής αξίας 25.000 δραχμών εκάστη και καλύφθηκε κατά το ποσό των 12.000.000 δραχμών από το Ν.

Δ., ο οποίος ανέλαβε 480 μετοχές και κατά το ποσό των 8.000.000 δραχμών ισομερώς από την τότε σύζυγό του και τα τρία τέκνα τους, έκαστος των οποίων ανέλαβε από 80 μετοχές. Επακολούθησαν τρεις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας κατόπιν αντιστοίχως, των από 29-6-2001, 29-6-2001 και 29-6-2006 αποφάσεων της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της.

Τα κεφάλαια των παραπάνω αυξήσεων καλύφθηκαν τις δύο πρώτες φορές από το Ν. Δ., την τότε σύζυγό του και τα τρία τέκνα τους και την τρίτη φορά από την υπεραξία που προέκυψε από την αναπροσαρμογή της αξίας των ακινήτων της εταιρείας. Έτσι, το σημερινό κεφάλαιο της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας ανέρχεται σε 443.852 ευρώ και διαιρείται σε 5.998 κοινές ονομαστικές μετοχές, οι οποίες δεν έχουν εκδοθεί, ονομαστικής αξίας 74 ευρώ εκάστη.

Στο κεφαλαίο αυτό συμμετέχουν ο μεν Ν. Δ. κατά ποσοστό 60% με 3.598 ονομαστικές μετοχές η δε πρώην σύζυγός του και τα τρία τέκνα τους κατά ποσοστό 10% και με 600 ονομαστικές μετοχές. 7) Η δωδέκατη εναγόμενη της πρώτης αγωγής, ήτοι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ...", συνεστήθη δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...2000 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.

Τ.-Σ., κατόπιν και της υπ’ αριθμ. ...-4-2000 εγκριτικής απόφασης - άδειας του Νομάρχη Ρεθύμνου ((δημοσίευση στο ΦΕΚ 3141/9-5-2000, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) από το Ν. Δ., την τότε σύζυγό του και τα τρία τέκνα τους. Το αρχικό κεφάλαιο της εταιρείας ορίσθηκε σε 20.000.000 δραχμές, διηρημένο σε 800 μετοχές, ονομαστικής αξίας 25.000 δραχμών εκάστη και καλύφθηκε κατά το ποσό των 12.000.000 δραχμών από το Ν.

Δ. ο οποίος ανέλαβε 480 μετοχές και κατά το ποσό των 8.000.000 δραχμών ισομερώς, από την τότε σύζυγό του και τα τρία τέκνα τους, έκαστος των οποίων ανέλαβε 80 μετοχές. Επακολούθησαν δύο αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας οι οποίες πραγματοποιήθηκαν αντιστοίχως, κατόπιν των από 7-12-2001 και 29-6-2006 αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της.

Στην πρώτη αύξηση το κεφάλαιο αυξήθηκε κατά 172.400 δραχμές προκειμένου να εκφρασθεί σε ευρώ και η αύξηση καλύφθηκε από τους παραπάνω μετόχους και στη δεύτερη αύξηση το κεφάλαιο αυξήθηκε κατά 29.378 ευρώ και η αύξηση αυτή καλύφθηκε από την υπεραξία που προέκυψε από την αναπροσαρμογή της αξίας των ακινήτων της εταιρείας.

Έτσι, το σημερινό κεφάλαιο της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας ανέρχεται σε 88.578 ευρώ και διαιρείται σε 1197 κοινές ονομαστικές μετοχές, οι οποίες δεν έχουν εκδοθεί, ονομαστικής αξίας 74 ευρώ εκάστη. Στο κεφάλαιο αυτό συμμετέχουν ο Ν. Δ. κατά ποσοστό 60% με 717 ονομαστικές μετοχές και η πρώην σύζυγός του και τα τρία τέκνα τους κατά ποσοστό 10% και με 120 ονομαστικές μετοχές έκαστος. 8) Η δέκατη τρίτη εναγόμενη της τρωτής αγωγής, ήτοι η ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "...

Α.Ε.", συνεστήθη από το Ν. Δ. και τον αδελφό του Δ. Δ. δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../1989 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Α.. Η σύστασή της καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών της οικείας Νομαρχίας και η ανακοίνωσα της καταχώρησής της δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθμ. 97/12-1- 1990 ΦΕΚ, τεύχος Α.Ε.

και ΕΠΕ. Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ορίσθηκε σε 130.000.000 δραχμές, διηρημένο σε 6.500 μετοχές ονομαστικής αξίας 20.000 δραχμών εκάστη και καλύφθηκε ισομερώς από τους παραπάνω ιδρυτές. Επακολούθησαν δυο αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας οι οποίες καλύφθηκαν ισομερώς από τους παραπάνω μετόχους - ιδρυτές και επιπλέον, η πρώτη αύξηση, από την υπεραξία που προέκυψε από την αναπροσαρμογή της αξίας των ακινήτων της εταιρείας.

Στη συνέχεια, στις 26- 6-1996, μεταβίβασαν ο μεν Δ. Δ. στα τρία τέκνα του το σύνολο των μετοχών του, ήτοι 7.475 μετοχές, ο δε Ν. Δ. στα τρία τέκνα του ένα μέρος των μετοχών του, ήτοι 2.400 μετοχές στο κάθε τέκνο του και συνολικά 7.200 μετοχές. Επακολούθησαν τρείς αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατόπιν των από 30-6-1998, 30-6-2002 και 29-6-2006 αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της.

Οι αυξήσεις αυτές καλύφθηκαν από την υπεραξία που προέκυψε από αντίστοιχες αναπροσαρμογές της αξίας των ακινήτων της εταιρείας. Τέλος, στις 14-3-2007, τα τέκνα του Δ. Δ. μεταβίβασαν στα τέκνα του Ν. Δ. το σύνολο των μετοχών τους στην εταιρεία και συγκεκριμένα, μεταβίβασαν ο Ι. Δ. του Δ. 3.539 μετοχές στη Μ. Δ., η Π.

Δ. του Δ. 3.540 μετοχές στην Κ. Δ. και η Μ. Δ. του Δ. 3.539 μετοχές στον Ι. Δ.. Έτσι, στο σημερινό κεφάλαιο της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας, το οποίο ανέρχεται σε 1.274.160 ευρώ και διαιρείται σε 21.236 ονομαστικές μετοχές οι οποίες δεν έχουν εκδοθεί, ονομαστικής αξίας 60 ευρώ εκάστη, συμμετέχουν ο Ν. Δ. κατά ποσοστό 1,87% με 397 ονομαστικές μετοχές, η θυγατέρα του Μ.

Δ. κατά ποσοστό 32,71% με 3.946 ονομαστικές μετοχές, ο υιός του Ι. Δ. κατά ποσοστό 32,71% με 6.946 ονομαστικές μετοχές και η θυγατέρα του Κ. Δ. κατά ποσοστό 32,7 1% με 6.947 ονομαστικές μετοχές. 9) Η δέκατη τέταρτη εναγόμενη της πρώτης αγωγής, ήτοι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ...", συνεστήθη από το Ν. Δ., την τότε σύζυγό του και τα τρία τέκνα τους δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../2007 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Ι.

Σ.-Π.. Η σύστασή της καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Ρεθύμνου και η ανακοίνωση της καταχώρησής της δημοσιεύθηκε στο υπ’ ...175/14-3-2007 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Το κεφάλαιο της εταιρείας ορίσθηκε εξ αρχής σε 60.000 ευρώ, διηρημένο σε 800 ανώνυμες μετοχές, οι οποίες δεν έχουν εκδοθεί, ονομαστικής αξίας 75 ευρώ εκάστη και καλύφθηκε ισομερώς από έκαστο των παραπάνω ιδρυτών - μετόχων.

Έτσι, ο καθένας τους συμμετέχει στο κεφάλαιο της εν λόγω εταιρείας κατά ποσοστό 20% με 160 ανώνυμες μετοχές. 10). Η δέκατη πέμπτη εναγόμενη της πρώτης αγωγής, ήτοι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ..." συνεστήθη από το Ν. Λ., την τότε σύζυγό του και τα τρία τέκνα τους δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../1999 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.

Τ.-Σ.. Η σύστασή της καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Ρεθύμνου και η ανακοίνωση της καταχώρησής της δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθμ. 9433/26-11-1999 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο ορίσθηκε σε 20.000.000 δραχμές, διηρημένο σε 800 μετοχές, ονομαστικής αξίας 25.000 δραχμών εκάστη και καλύφθηκε κατά το ποσό των 12.000.000 δραχμών από το Ν.

Δ. ο οποίος ανέλαβε 480 μετοχές και κατά το υπόλοιπο ποσό των 8000 ευρώ ισομερώς. από την τότε σύζυγό του και τα τρία τέκνα τους, έκαστος των οποίων ανέλαβε 80 μετοχές. Κατόπιν αυξήσεως του κεφαλαίου της εταιρείας κατά το ποσό των 172.400 ευρώ, η οποία πραγματοποιήθηκε δυνάμει της από 29-6-2001 απόφασης της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, προκειμένου να εκφρασθεί αυτό σε ευρώ, και αφού το ποσό της αυξήσεως καλύφθηκε από όλους τους παραπάνω μετόχους, το σημερινό κεφάλαιο αυτής ανέρχεται σε 59.200 ευρώ και διαιρείται σε 800 κοινές ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας 74 ευρώ εκάστη.

Στο κεφάλαιο αυτό συμμετέχουν ο Ν. Δ. κατά ποσοστό 60% με 480 ονομαστικές μετοχές υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ... και με ημερομηνία 31-10-2002 προσωρινό τίτλο μετοχών, η πρώην σύζυγός του κατά ποσοστό 10% με 80 ονομαστικές μετοχές υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ...

και με ημερομηνία 31-10-2002 προσωρινό τίτλο μετοχών, η θυγατέρα του Μ. κατά ποσοστό 10% με 80 ονομαστικές μετοχές υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ... και με ημερομηνία 31-10- 2002 προσωρινό τίτλο μετοχών, ο υιός του Ι. κατά ποσοστό 10% με 80 ονομαστικές μετοχές υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ...

και με ημερομηνία 31-10-2002 προσωρινό τίτλο μετοχών και η θυγατέρα του Κ. κατά ποσοστό 10% με 80 ονομαστικές μετοχές υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ... και με ημερομηνία 31-10-2002 προσωρινό τίτλο μετοχών. Οι παραπάνω προσωρινοί τίτλοι βρίσκονται στην κατοχή της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας. 11) Η δέκατη έκτη εναγόμενη της πρώτης αγωγής, ήτοι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ...", συνεστήθη δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../2007 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Ι.

Σ. - Π., κατόπιν και της υπ’ αριθμ. ...3-5- 2007 εγκριτικής απόφασης - άδειας του Νομάρχη Ρεθύμνου (δημοσίευση στο ΦΕΚ 30 18/9-5-2007, τεύχος ΑΕ και ΕΓΙΕ), από το Ν. Δ., την τότε σύζυγό του και τα τρία τέκνα τους. Το κεφάλαιο της εταιρείας ορίσθηκε εξ αρχής σε 60.000 ευρώ, 3 τηρημένο σε 800 ανώνυμες με ιαχές, ονομαστικής αξίας 75 ευρώ εκάστη και καλύφθηκε ισομερώς από τους παραπάνω ιδρυτές μετόχους, έκαστος των οποίων ανέλαβε 160 μετοχές.

Στη συνέχεια, δυνάμει των από 1-12-2009 τεσσάρων συμφωνητικών πώλησης, ο Ν. Δ. και η τότε σύζυγός του μεταβίβασαν στα τέκνα τους Ι. και Κ. το σύνολο των μετοχών τους στην εν λόγω εταιρεία, δηλαδή από 80 μετοχές έκαστος σε καθένα από τα παραπάνω τέκνα του. Έτσι, σήμερα στο μετοχικό κεφάλαιο της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας συμμετέχουν:

α) η Μ. Δ. κατά ποσοστό 20% με 160 ανώνυμες μετοχές και δη, αυτές υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ... προσωρινό τίτλο μετοχών και υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ... προσωρινό τίτλο μετοχών, β) η Κ. Δ. κατά ποσοστό 40% με 320 ανώνυμες μετοχές και δη, αυτές υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ...

προσωρινό τίτλο μετοχών, υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ... προσωρινό τίτλο μετοχών, υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ αριθμόν … προσωρινό τίτλο μετοχών και υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ... προσωρινό τίτλο μετοχών και γ) ο Ι. Δ. κατά ποσοστό 40% με 320 ανώνυμες μετοχές και δη, αυτές υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ αριθμόν … προσωρινό τίτλο μετοχών, υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ αριθμόν … προσωρινό τίτλο μετοχών, υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ...

προσωρινό τίτλο μετοχών και υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ αριθμόν … προσωρινό τίτλο μετοχών. Οι ανωτέρω προσωρινοί τίτλοι μετοχών εκδόθηκαν την 11-11-2009. 12) Η δέκατη έβδομη εναγόμενη της πρώτης αγωγής, ήτοι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ...", συνεστήθη δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../22-2-2008 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Ρέθυμνου Ι.

Σ.-Π., κατόπιν και της υπ’ αριθμ. ...-2-2008 εγκριτικής απόφασης-άδειας του Νομάρχη Ρέθυμνου (δημοσίευση στο ΦΕΚ 1349/4-3-200.3, τεύχος Α.Ε. και ΕΠΕ) με μετατροπή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", εταίροι της οποίας ήταν ο Ν. Δ. και ο αδελφός του Λ. Δ., έκαστος των οποίων είχε από 3.250 εταιρικά μερίδια.

Το έτος 1990, ο μεν Ν. Δ. μεταβίβασε 3.000 εταιρικά μερίδια στο Ν. Μ. ο δε Δ. Δ. μεταβίβασε 3.000 εταιρικά μερίδια στον Ε. Μ.. Στη συνέχεια, το ίδιο έτος, ο Ν. Μ. μεταβίβασε τα παραπάνω μερίδιά του εξ ημισείας στα τέκνα του Ν. Δ., Μ. και Ι., και ο Ε. Μ. μεταβίβασε τα δικά του μερίδια στα τέκνα του Δ. Δ., Μ. και Ι.. Επακολούθησαν τρεις αυξήσεις του εταιρικού κεφαλαίου της ανωτέρω εταιρείας κατόπιν των οποίων στο κεφάλαιο αυτό συμμετείχαν ο Δ.

Δ. και τα τέκνα του με 11.136 εταιρικά μερίδια συνολικά, ο Ν. Δ. με 1980 εταιρικά μερίδια, η θυγατέρα του Μ. με ... εταιρικά μερίδια και ο υιός του Ι. με ... εταιρικά μερίδια. Κατά τη σύσταση της δέκατης έβδομης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας ("... Α.Ε."), το μετοχικό της κεφάλαιο ορίσθηκε σε 1.336.320 ευρώ (όσο ήταν και το κεφάλαιο της μετατραπείσας ΕΠΕ), διηρημένο σε 22.272 ανώνυμες μετοχές ονομαστικής αξίας 60 ευρώ εκάστη.

Το κεφάλαιο αυτό καλύφθηκε με εισφορά των περιουσιακών στοιχείων της μετατραπείσας ΕΠΕ, δηλαδή ενός ακινήτου που βρίσκεται στον οικισμό ... του Δημοτικού Διαμερίσματος … του Δήμου ... Ρεθύμνου. Τις μετοχές της εναγομένης οι οποίες δεν έχουν εκδοθεί, ανέλαβαν κατά τη σύστασή της οι εταίροι της μεταραπείσας ΕΠΕ και συγκεκριμένα ανέλαβαν ο Δ.

Δ. 1980 μετοχές, ο υιός του Ι. ... μετοχές, η θυγατέρα του Μ. ... μετοχές, ο Ν. Δ. 1980 μετοχές, ο υιός του Ι. ... μετοχές και η θυγατέρα του Μ. ... μετοχές. Στη συνέχεια, στις 4-4-2008, η Μ. Δ. του Δ., μεταβίβασε το σύνολο των μετοχών της στην Π. Δ. και ο Ι. Δ. του Δ. μεταβίβασε το σύνολο των μετοχών του στην Κ. Δ. του Ν., ενώ στις 18-6-2008 ο Δ.

Δ. μεταβίβασε το σύνολο των μετοχών του στον αδελφό του Ν. Δ.. Έτσι, στο προαναφερόμενο μετοχικό κεφάλαιο της εν λόγω εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας συμμετέχουν ήδη ο Ν. Δ. κατά ποσοστό 17,78% με 3.960 ανώνυμες μετοχές και η πρώην σύζυγός του και τα τρία τέκνα τους κατά ποσοστό 20,55% και με ... ανώνυμες μετοχές έκαστος. 13) Η δέκατη όγδοη εναγόμενη της πρώτης αγωγής, ήτοι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ...", συνεστήθη δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../1999 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.

Τ. - Σ., κατόπιν και της υπ’ αριθμ. ...9-11-1999 εγκριτικής απόφασης - άδειας του Νομάρχη Ρεθύμνου (δημοσίευση στο ΦΕΚ 9286/23-11-1999, τεύχος Α.Ε. και ΕΠΕ), από το Ν. Δ., την τότε σύζυγό του και τα τρία τέκνα τους. Το αρχικό κεφάλαιο της εταιρείας ορίσθηκε σε 20.000.000 δραχμές, διηρημένο σε 800 μετοχές, ονομαστικής αξίας 25.000 δραχμών εκάστη και καλύφθηκε κατά το ποσό των 12.000.000 δραχμών από το Ν.

Δ. ο οποίος ανέλαβε 480 μετοχές και κατά το ποσό των 8.000.000 δραχμών ισομερώς, από την τότε σύζυγό του και τα τρία τέκνα τους, έκαστος των οποίων ανέλαβε 80 μετοχές. Επακολούθησαν τέσσερις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας οι οποίες πραγματοποιήθηκαν αντιστοίχως, κατόπιν των από 29-2-2001, 29-6-2001, 27-6-2002 και 29-6-2006 αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της.

Στην πρώτη αύξηση το κεφάλαιο αυξήθηκε κατά 400.000.000 δραχμές και η αύξηση καλύφθηκε από τους παραπάνω μετόχους, στη δεύτερη αύξηση το κεφάλαιο αυξήθηκε κατά 3.620.400 δραχμές προκειμένου να εκφρασθεί σε ευρώ και η αύξηση αυτή καλύφθηκε από τους παραπάνω μετόχους και στις υπόλοιπες αυξήσεις οι οποίες καλύφθηκαν από την υπεραξία που προέκυψε από την αναπροσαρμογή της αξίας των ακινήτων της εταιρείας στις 31-12-2000 και στις 31-12-2004, το κεφάλαιο αυξήθηκε κατά 51.800 ευρώ και κατά 3.850 ευρώ, αντίστοιχα και οι νεοεκδοθείσες μετοχές αναλήφθηκαν από όλους τους παραπάνω μετόχους.

Έτσι, το σημερινό κεφάλαιο της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας ανέρχεται σε 1.298.850 ευρώ και διαιρείται σε 17.500 κοινές ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας 74,22 ευρώ εκάστη. Στο κεφάλαιο αυτό συμμετέχουν ο Ν. Δ. κατά ποσοστό 60% με 10.500 ονομαστικές μετοχές υπό τους αριθμούς 1 έως 10.500, οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ...

και με ημερομηνία 31- 10-2002 προσωρινό τίτλο μετοχών, η πρώην σύζυγός του Π. Φ., κατά ποσοστό 10%, με 1.750 ονομαστικές μετοχές υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ... και με ημερομηνία 31-10-2002 προσωρινό τίτλο μετοχών, η θυγατέρα του Μ. κατά ποσοστό 10%, με 1.750 ονομαστικές μετοχές υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ...

και με ημερομηνία 31-10-2002 προσωρινό τίτλο μετοχών, ο υιός του Ι. κατά ποσοστό 10%, με 1.750 ονομαστικές μετοχές υπό τους αριθμούς ... οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ... και με ημερομηνία 31- 10-2002 προσωρινό τίτλο μετοχών και η θυγατέρα του Κ. κατά ποσοστό 10%, με 1.750 ονομαστικές μετοχές υπό τους αριθμούς ... οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ...

και με ημερομηνία 31- 10-2002 προσωρινό τίτλο μετοχών. Οι παραπάνω προσωρινοί τίτλοι βρίσκονται στην κατοχή της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας. 14) Η δέκατη ένατη εναγόμενη της πρώτης αγωγής και πρώτη εναγόμενη της δεύτερης αγωγής, ήτοι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", συνεστήθη δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../29-11-1996

συμβολαιογραφικής πράξης της Συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Ι. Σ., κατόπιν και της υπ’ αριθμ. .../19-12-1996 απόφασης του Νομάρχη Ρεθύμνης (δημοσίευση στο ΦΕΚ 8271/27-12-1996, τεύχος Α.Ε. και ΞΠΕ), με μετατροπή της κοινωνίας αστικού δικαίου επί ακινήτου εκτάσεως 40.248,75 τ.μ. στην περιοχή ... του Ρεθύμνου, συγκυριότητας των Μ., Ι.

και Κ. Δ. που ήταν οι ιδρυτές της εταιρείας. Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ορίσθηκε σε 150.000.000 δραχμές, διηρημένο σε 76.071 ονομαστικές μετοχές και 73.929 ανώνυμες μετοχές, ονομαστικής αξίας 1000 δραχμών εκάστη. Το κεφάλαιο αυτό καλύφθηκε από τους παραπάνω ιδρυτές μετόχους έκαστος των οποίων ανέλαβε από 50.000 μετοχές.

Επακολούθησε μία αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατόπιν της από 29-3-2002 απόφασης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας, κατά το ποσό των 306.000 ευρώ, το οποίο καλύφθηκε από τους παραπάνω μετόχους. Έτσι, το σημερινό μετοχικό κεφάλαιο της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας, το οποίο μετετράπη σε ευρώ κατά την προαναφερόμενη αύξηση, ανέρχεται σε 756.000 ευρώ και διαιρείται σε 252.000 ονομαστικές μετοχές, οι οποίες δεν έχουν εκδοθεί, ονομαστικής αξίας 3 ευρώ εκάστη.

Στο κεφάλαιο αυτό συμμετέχει το κάθε τέκνο του Ν. Δ. κατά ποσοστό 33,33% ήτοι με 84.000 ονομαστικές μετοχές. 15) Η εικοστή εναγόμενη της πρώτης αγωγής, ήτοι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ...", συνεστήθη από την έκτη εναγόμενη της ίδιας αγωγής ήτοι, την ανώνυμη εταιρεία "... Α.Ε.", το Ν. Δ., την τότε σύζυγό του και τα τρία τέκνα τους, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../26-2-2002 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Ι.

Σ. - Π., κατόπιν και της υπ’ αριθμ. ...-3-2002 απόφασης του Νομάρχη Ρεθύμνου (δημοσίευση στο ΦΕΚ 2252/5-3-2002, Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ορίσθηκε σε 60.000 ευρώ, διηρημένο σε 800 ανώνυμες μετοχές, ονομαστικής αξίας 75 ευρώ εκάστη και καλύφθηκε κατά το ποσό των 56.925 ευρώ από την έκτη εναγόμενη (...

Α.Ε), η οποία ανέλαβε 795 μετοχές και κατά το υπόλοιπο ποσό από το Ν. Δ., την τότε σύζυγό του και τα τρία τέκνα τους, έκαστος των οποίων ανέλαβε από μία μετοχή. Επακολούθησαν δύο αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας που πραγματοποιήθηκαν κατόπιν των από 17-10-2007 και 1-4-2008 αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της.

Στην πρώτη αύξηση, το μετοχικό κεφάλαιο αυξήθηκε κατά το ποσό των 1.360.575 ευρώ, το οποίο καλύφθηκε με τη μεταβίβαση δι’ απορρόφησης της μίας εκ των δύο ομάδων περιουσίας που αντιστοιχούν σε ποσοστό 50% των περιουσιακών στοιχείων της διασπασθείσας εταιρείας με την επωνυμία "... AE" και τις νεοεκδοθείσες μετοχές ανέλαβαν ο Ν.

Δ., η τότε σύζυγός του και τα τρία τέκνα τους. Στη δεύτερη αύξηση, το μετοχικό κεφάλαιο αυξήθηκε κατά το ποσό των 8.350.050 ευρώ, το οποίο καλύφθηκε από την έκτη εναγόμενη ("... Α.Ε"). Έτσι, το σημερινό κεφάλαιο της εικοστής εναγόμενης ("... Α.Ε.") ανέρχεται σε 9.770.625 ευρώ και διαιρείται σε 130.275 κοινές ανώνυμες μετοχές, ονομαστικής αξίας 75 ευρώ έκαστη.

Στο κεφάλαιο αυτό συμμετέχουν ο Ν. Δ. κατά ποσοστό 0,247%, με 322 ανώνυμες μετοχές υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ... και με ημερομηνία 4-6-2008 προσωρινό τίτλο μετοχών, η πρώην σύζυγός του Π. Φ., κατά ποσοστό 3,42%, με 4.456 ανώνυμες μετοχές υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ...

και με ημερομηνία 4-6-2008 προσωρινό τίτλο μετοχών, η θυγατέρα του Μ. κατά ποσοστό 3,42%, με 4.456 ανώνυμες μετοχές υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ... και με ημερομηνία 4-6-2008 προσωρινό τίτλο μετοχών, ο υιός του Ι. κατά ποσοστό 3,42%, με 4.456 ανώνυμες μετοχές υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ...

και με ημερομηνία 4-6-2008 προσωρινό τίτλο μετοχών, η θυγατέρα του Κ., κατά ποσοστό 3,42%, με 4.456 ανώνυμες μετοχές υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ... και με ημερομηνία 4-6-2008 προσωρινό τίτλο μετοχών και η έκτη εναγομένη ("... Α.Ε"), κατά ποσοστό 86,07 1%, με 112.127 ανώνυμες μετοχές υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ...

και με ημερομηνία 4-6-2008 προσωρινά τίτλο μετοχών. Επί των μετοχών της εν λόγω εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας (...) έχει συσταθεί ενέχυρο υπέρ της εικοστής έβδομης εναγόμενης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας ("ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.") προς ασφάλεια απαιτήσεων της τελευταίας κατά της παραπάνω ομοδίκου της, δυνάμει των από 27-12-2007 και 30-4-2009 συμβάσεων σύστασης ενεχύρου. 16) Η εικοστή πρώτη εναγόμενη της πολίτης αγωγής, ήτοι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

Α.Ε.", συνεστήθη δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...13-8-1970 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Α. κατόπιν και της υπ’ αριθμ. .../23-1-1971 εγκριτικής απόφασης-άδειας του Υπουργού Εμπορίου (δημοσίευση στο ΦΕΚ 6...2- 1971, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), δια μετατροπής της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...

Ε.Π.Ε.", στην οποία συμμετείχε μεταξύ άλλων εταίρων, και η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", στην οποία εταίροι ήταν ο Ν. Δ. και ο αδελφός του Δ. Δ.. Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας ορίσθηκε σε 12.000.000 δραχμές, διηρημένο σε 12.000 ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας 1.000 δραχμών έκαστη και καλύφθηκε με εισφορά των περιουσιακών στοιχείων της μετατραπείσας ΕΠΕ και με καταβολές από τους εταίρους της.

Επακολούθησαν τρεις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας κατόπιν των οποίων η προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρεία ήταν πλέον κυρία 2.135 μετοχών, τις οποίες μεταβίβασε στους ομόρρυθμους εταίρους της και δη, στο Ν. Δ. 1.068 μετοχές και στο Δ. Δ. 1.067 μετοχές. Την 16-5-1975, ο Ν. Δ. απέκτησε από το μέτοχο Π. Σ.

άλλες 507 μετοχές. Στη συνέχεια, την 11-6-1981, ο Ν. Δ. μεταβίβασε το σύνολο των μετοχών του σε ανώνυμη εταιρεία που ίδρυσε εν τω μεταξύ με τον αδελφό του, με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε "... AE". Κατόπιν διαδοχικών αγορών μετοχών από μετόχους της εταιρείας κατά τα έτη 1983 έως 1989, ο Ν. Δ. κατέληξε να έχει την κυριότητα 9.265 μετοχών ενώ η εταιρεία "...

Α.Ε.", την 15-5-1989, πώλησε τις μετοχές της στο Σ. Δ., ο οποίος την 30-12-1993, μεταβίβασε όλες τις μετοχές του στα τέκνα του Ν. Δ. και του αδελφού του. Με τον τρόπο αυτό, έκαστο των τέκνων του Ν. Δ. απέκτησε 17.487 μετοχές της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας. Επίσης, το έτος 1993 η τότε σύζυγος του Ν. Δ. απέκτησε 19.842 μετοχές της εν λόγω εταιρείας από το μέτοχο Ι.

Χ.. Επακολούθησαν δύο αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν δυνάμει των από 30-6-1994 και 19-7-1997 αποφάσεων των Γενικών Συνελεύσεων των μετόχων της, στην κάλυψη των οποίων συμμετείχαν μεταξύ άλλων και ο Ν. Δ., η τότε σύζυγός του και τα τέκνα τους. Έτσι, το σημερινό μετοχικό κεφάλαιο της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας ανέρχεται σε 5.607.240,60 ευρώ και διαιρείται σε 1.328.730 ανώνυμες μετοχές, οι οποίες δεν έχουν εκδοθεί, ονομαστικής αξίας 4,22 ευρώ εκάστη.

Στο κεφάλαιο αυτό συμμετέχουν ο Ν. Δ. κατά ποσοστό 22,28%, με 296.070 ανώνυμες μετοχές, η πρώην σύζυγός του κατά ποσοστό 7,95%, με 105.677 ανώνυμες μετοχές, η θυγατέρα του Μ. κατά ποσοστό 7,01%, με 93.137 ανώνυμες μετοχές, ο υιός του Ι. κατά ποσοστό 7,01%, με 93.137 ανώνυμες μετοχές, και η θυγατέρα του Κ. κατά ποσοστό 7,01%, με 93.136 ανώνυμες μετοχές. 17) Η εικοστή δεύτερη εναγόμενη της πρώτης αγωγής, ήτοι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ...

ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε.", συνεστήθη από το Ν. Δ., την τότε σύζυγο και τα τέκνα τους, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ... 18-3-1996 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Α. Κ.-Β., κατόπιν και της υπ’ αριθμ. ...-4-1996 απόφασης του Νομάρχη Ρεθύμνου (δημοσίευση στο ΦΕΚ 2675/6-6-1996. τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ορίσθηκε σε 60.000.000 δραχμές, διηρημένο σε 6.000 ανώνυμες μετοχές, ονομαστικής αξίας 10.000 δραχμών έκαστη και καλύφθηκε από τους παραπάνω ιδρυτές της εκ των οποίων ανέλαβαν ο Ν.

Δ. 600 μετοχές, η τότε σύζυγός του 2.400 μετοχές και καθένα από τα τέκνα τους 1.000 μετοχές. Επακολούθησαν εννέα αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, οι οποίες καλύφθηκαν από το Ν. Δ., την τότε σύζυγό του και τα τέκνα τους και πραγματοποιήθηκαν κατόπιν των από 1-9-1996, 3-9-1997, 29-6-1999, 20-10-1999, 29-11-1999, 29-6-2002, 27-12-2005, 31-7-2007 και 30-6-2008 αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της.

Έτσι, το σημερινό κεφάλαιο της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας ανέρχεται σε 7.803.000 ευρώ και διαιρείται σε 260.100 ονομαστικές μετοχές, οι οποίες δεν έχουν εκδοθεί, αξίας 30 ευρώ έκαστη. Στο κεφάλαιο αυτό συμμετέχουν ο Ν. Δ. κατά ποσοστό 30%, με 78.030 μετοχές, η πρώην σύζυγός του κατά ποσοστό 40%, με 104.040 μετοχές, η θυγατέρα τους Μ.

κατά ποσοστό 10%, με 26.010 μετοχές, ο υιός τους Ι. κατά ποσοστό 10%, με 26.010 μετοχές και η θυγατέρα τους Κ. κατά ποσοστό 10%, με 26.010 μετοχές. 18) Η εικοστή τρίτη εναγόμενη της πρώτης αγωγής, ήτοι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ... ...", συνεστήθη δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...4-4-2006 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Ι.

Σ.- Π., κατόπιν και της υπ’ αριθμ. ...-4- 2006 απόφασης του Νομάρχη Ρεθύμνου (δημοσίευση στο ΦΕΚ 2787/27-4-2006, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), από το Ν. Δ. και την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." (εφεξής χάριν συντομίας "..."). Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ορίσθηκε σε 60.000 ευρώ, διηρημένο σε 800 ανώνυμες μετοχές, ονομαστικής αξίας 75 ευρώ έκαστη και καλύφθηκε από τους προαναφερόμενους ιδρυτές της και δη, το Ν.

Δ. που έλαβε 1 μετοχή και την εταιρεία "..." που ανέλαβε 799 μετοχές. Την 12-10-2006, η εταιρεία "..." μεταβίβασε όλες τις μετοχές της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας που είχε στην κυριότητα της και συγκεκριμένα, μεταβίβασε στο Ν. Δ. 159 μετοχές και στην τότε σύζυγό του και στα τέκνα τους 640 μετοχές. Στη συνέχεια, κατόπιν της από 12-10-2006 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, πραγματοποιήθηκε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, η οποία καλύφθηκε ισόποσα από το Ν.

Δ., την τότε σύζυγό του και τα τέκνα τους. Έτσι, το σημερινό μετοχικό κεφάλαιο της εικοστής τρίτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας ανέρχεται σε 1.041.000 ευρώ και διαιρείται σε 13.880 ανώνυμες μετοχές, ονομαστικής αξίας 75 ευρώ έκαστη. Στο κεφάλαιο αυτό συμμετέχουν ο Ν. Δ. κατά ποσοστό 20%, με 2.776 ανώνυμες μετοχές υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ...

προσωρινό τίτλο μετοχών που εκδόθηκε την 27-4-2009, η πρώην σύζυγός του Π. Φ., κατά ποσοστό 20%, με 2.776 ανώνυμες μετοχές υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ... προσωρινό τίτλο μετοχών που εκδόθηκε την 27-4-2009, η θυγατέρα του Μ. κατά ποσοστό 20%, με 2.776 ανώνυμες μετοχές υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ...

προσωρινό τίτλο μετοχών που εκδόθηκε την 27-4-2009, ο υιός του Ι. κατά ποσοστό 20%, με 2.776 ανώνυμες μετοχές υπό τους αριθμούς 8.329 έως 11.104, οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ... προσωρινό τίτλο μετοχών που εκδόθηκε την 27-4-2009 και η θυγατέρα του Κ., κατά ποσοστό 20%, με 2.776 ανώνυμες μετοχές υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ...

προσωρινό τίτλο μετοχών που εκδόθηκε την 27-4-2009. Επί των μετοχών της εν λόγω εναγόμενης εταιρείας έχει συσταθεί ενέχυρο υπέρ της εικοστής έβδομης εναγόμενης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας ("ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε."), προς ασφάλεια απαιτήσεων της τελευταίας κατά της παραπάνω ομοδίκου της και της εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΗ ... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", δυνάμει της από 30-4-2009 σύμβασης σύστασης ενεχύρου. 19) Η εικοστή τέταρτη εναγόμενη της πρώτης αγωγής, ήτοι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...", συνεστήθη δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...21-3-1972 συμβολαιογραφικής πράξης του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Κ., όπως τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. .../27-3-1972 πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου, κατόπιν και της υπ’ αριθμ. ...27-3-1972 εγκριτικής απόφασης-άδειας του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (δημοσίευση στο ΦΕΚ 401/30-3-1972, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), από την "...

ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ Α.Ε." (εφεξής χάριν συντομίας "...") και από το Δ. Β.. Το αρχικό μετοχικό της κεφάλαιο ορίσθηκε σε 20.901.000 δραχμές, διηρημένο σε 20.901 ανώνυμες μετοχές, ονομαστικής αξίας 1.000 δραχμών έκαστη και καλύφθηκε από τους προαναφερόμενους ιδρυτές. Επακολούθησαν τρεις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας και στις 18-7-1986, οι τότε μοναδικοί μέτοχοί της, ήτοι η εταιρεία "...", η Μ.-Θ.

Ν. και Α. Α., μεταβίβασαν το σύνολο των μετοχών τους στην εταιρεία "...". Το έτος 1986, το κεφάλαιο της εταιρείας αυξήθηκε κατά 40.000.000 δραχμές. Η αύξηση αυτή καλύφθηκε από το Ν. Δ., τον αδελφό του Δ. Δ., την εταιρεία "... A.E." και τον Ι. Σ.. Το έτος 1987 η εταιρεία "... Α.Ε." μεταβίβασε στο Ν. Δ., στον αδελφό του Δ. Δ., στην εταιρεία "..." και στην οικογένεια του I.Σ.

το σύνολο των μετοχών της. Επακολούθησαν δύο αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας και στις 9-2-1995, ο Ν. Δ. μεταβίβασε στην τότε σύζυγό του 40.000 μετοχές και σε καθένα από τα τέκνα του 45.000 μετοχές. Κατόπιν της από 27-6-1998 απόφασης της γενικής συνέλευσης της εταιρείας, το μετοχικό κεφάλαιο αυξήθηκε κατά 538.200.000 δραχμές.

Το ποσό της αύξησης καλύφθηκε από όλους τους μετόχους της εταιρείας, μεταξύ των οποίων και από τα τέκνα του Ν. Δ., έκαστο των οποίων ανέλαβε από 20.878 νεοεκδοθείσες μετοχές, καθώς και υπό την από την τότε σύζυγό του Π. Δ., η οποία ανέλαβε 18.560 νεοεκδοθείσες μετοχές. Στις 16-4-2002, τα μέλη της οικογένειας του I. Σ.υ μεταβίβασαν στην εταιρεία "...

Α.Ε." το σύνολο των μετοχών τους. Κατόπιν της από 27-6- 2002 απόφασης της γενικής συνέλευσης της εταιρείας, αυξήθηκε και πάλι το μετοχικό της κεφάλαιο. Το ποσό της αύξησης αυτής καλύφθηκε από όλους τους μετόχους μεταξύ των οποίων και από τα τέκνα τον Ν. Δ., έκαστο των οποίων ανέλαβε 5.983 νεοεκδοθείσες μετοχές, καθώς και από τη σύζυγό του, η οποία ανέλαβε 5.320 νεοεκδοθείσες μετοχές.

Στη συνέχεια, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...13-10-2007 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Μ., η εταιρεία "... Α.Ε." διασπάσθηκε και το σύνολο των μετοχών της στην εναγόμενη εταιρεία "... Α.Ε" μεταβιβάσθηκε κατ’ ισομοιρία στην εικοστή εναγόμενη της πρώτης αγωγής, ήτοι στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ..." και στην εταιρεία συμφερόντων της οικογένειας του Δ.

Δ. με την επωνυμία "... Α.Ε.". Μετά ταύτα και κατόπιν μιας μείωσης του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας που έλαβε χώρα το έτος 2008, το σημερινό μετοχικό της κεφάλαιο ανέρχεται σε 555.733,20 ευρώ και διαιρείται σε 1.842.444 κοινές ανώνυμες μετοχές και σε 10.000 προνομιούχες ανώνυμες μετοχές μετά ψήφου, ονομαστικής αξίας 0,30 ευρώ έκαστη.

Στο κεφάλαιο αυτό συμμετέχουν μεταξύ άλλων: α) ο Ν. Δ. κατά ποσοστό 2,41% με 44.715 μετοχές και δη, αα) 42.965 κοινές μετοχές με αριθμούς από ..., που ενσωματώνονται στον υπ’ ... προσωρινό τίτλο που εκδόθηκε την 24-6-2009 και ββ’ ) 1.750 προνομιούχες μετοχές με αριθμούς από ..., που ενσωματώνονται στον υπ’ ... προσωρινό τίτλο που εκδόθηκε την 24-6-2009, β), η εταιρεία "...

Α.Ε." (εικοστή εναγόμενη) κατά ποσοστό 7,50%, με 138.933 μετοχές, γ) η εναγόμενη Π. Δ. κατά ποσοστό 3,45% με 63.830 κοινές μετοχές, υπό τους αριθμούς ..., που ενσωματώνονται στον υπ’ ...1 προσωρινό τίτλο που εκδόθηκε την 24-6-2009, 6) η εναγόμενη Μ. Δ. κατά ποσοστό 3,88% με 71.861 κοινές μετοχές, υπό τους αριθμούς από ..., που ενσωματώνονται στον υπ’ ...2 προσωρινό τίτλο που εκδόθηκε την 24-6-2009, ε) ο εναγόμενος Ι.

Δ.ς κατά ποσοστό 3,88% με 71.861 κοινές μετοχές, υπό τους αριθμούς ..., που ενσωματώνονται στον υπ’ ...3 προσωρινό τίτλο που εκδόθηκε την 24-6-2009 και στ) η εναγόμενη Κ. Δ. κατά ποσοστό 3,88% με 71.861 κοινές μετοχές, υπό τους αριθμούς από ..., που ενσωματώνονται στον υπ’ ...4 προσωρινό τίτλο που εκδόθηκε την 24-6-2009. Οι παραπάνω προσωρινοί τίτλοι των εναγόμενων βρίσκονται στην κατοχή της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας ("...

ΑΕ"), η οποία κατόπιν της από 25-7-2012 απόφασης της γενικής συνέλευσης των μετόχων της (ΦΕΚ 10078/21-9-2012, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) μετονομάσθηκε σε "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". 20) Η εικοστή πέμπτη εναγόμενη της πρώτης αγωγής, ήτοι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...", συνεστήθη δυνάμει της υπ’ αριθμ. ... 7-7-1993 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Ι.

Π., κατόπιν και της υπ’ αριθμ. ...1993 εγκριτικής απόφασης- άδειας του Νομάρχη Ρεθύμνου (δημοσίευση στο ΦΕΚ 4478/23-7-1993, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), από την εταιρεία "..." (εφεξής χάριν συντομίας ..."), το Ν. Δ. και τα τέκνα του Μ. και Ι.. Η αρχική επωνυμία της ήταν "... Α.Ε." και το αρχικό μετοχικό της κεφάλαιο το οποίο καλύφθηκε από τους προαναφερόμενους ιδρυτές της, ορίσθηκε σε 1.100.000.000 δραχμές, διηρημένο σε 44.000 μετοχές, ονομαστικής αξίας 25.000 δραχμών έκαστη.

Στην εν λόγω εταιρεία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση το έτος 1995, η εταιρεία "..." και στην συνέχεια, η απορροφούσα εταιρεία (εναγόμενη) μετονομάσθηκε σε "...". Επακολούθησαν δύο αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, κατόπιν των από 11-12-1995 και 31-7-1997 αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της. Στην πρώτη αύξηση το ποσό της καλύφθηκε από τους προαναφερόμενους ιδρυτές της εταιρείας και στη δεύτερη αύξηση το ποσό της καλύφθηκε από την εταιρεία ...", την τότε σύζυγο του Ν.

Δ. και τα τρία τέκνα του. Στη συνέχεια, πραγματοποιήθηκαν άλλες επτά αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, κατόπιν των από 29-5-1998, 27-6-1998, 26-6-2001, 24-8-2002, 9-12-2002, 14-11-2005 και 8-10-2006 αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της. Τα ποσά των αυξήσεων αυτών καλύφθηκαν την πρώτη φορά από την εταιρεία ...", το Ν.

Δ. και τα τέκνα του Μ. και Ι. και τις υπόλοιπες έξι φορές από όλους τους μετόχους, ήτοι την εταιρεία ...", το Ν. Δ., την τότε σύζυγό του και τα τρία τέκνα τους. Έτσι, το σημερινό μετοχικό κεφάλαιο της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας ανέρχεται σε 18.284.068 ευρώ και διαιρείται σε 247.082 ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας 74 ευρώ έκαστη.

Στο κεφάλαιο αυτό συμμετέχουν: α) ο Ν. Δ. κατά ποσοστό 8,83%, με 21.816 ονομαστικές μετοχές υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ αριθμόν 02 προσωρινό τίτλο μετοχών, β) η πρώην σύζυγός του Π. Φ. κατά ποσοστό 3,31%, με 8.167 ονομαστικές μετοχές υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ αριθμόν 06 προσωρινό τίτλο μετοχών, γ) η θυγατέρα του Μ.

κατά ποσοστό 12,62%, με 31.186 ονομαστικές μετοχές υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ αριθμόν 03 προσωρινό τίτλο μετοχών, δ) ο υιός του Ι. κατά ποσοστό 12,62%, με 31.186 ονομαστικές μετοχές υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ αριθμόν 04 προσωρινό τίτλο μετοχών, και ε) η θυγατέρα του Κ.

κατά ποσοστό 12,62%, με 31.186 ονομαστικές μετοχές υπό τους αριθμούς ..., οι οποίες ενσωματώνονται στον υπ’ ... προσωρινό τίτλο μετοχών. Οι παραπάνω προσωρινοί τίτλοι εκδόθηκαν κατόπιν της από 29-0-2009 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης εταιρείας. 21) Η εικοστή έκτη εναγόμενη της πρώτης αγωγής, και πρώτη εναγόμενη της τρίτης αγωγής, ήτοι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", συνεστήθη δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...15-2-2001 συμβολαιογραφικής πράξης του συμβολαιογράφου Αθηνών Π.- Ε. Π., κατόπιν και της υπ’ αριθμ. ...-3-2001 απόφασης του Νομάρχη Ρεθύμνου (δημοσίευση στο ΦΕΚ 1528/13-3-2001, τεύχος ΑΕ και ΕΙΠΕ), δια μετατροπής σε ανώνυμη εταιρεία της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...

ΟΕ", στην οποία συμμετείχαν ως εταίροι η Π. Δ., ο Μ. Φ. και η Κ. Δ.. Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της εναγόμενης εταιρείας ορίσθηκε σε 200.020.250 δραχμές και καλύφθηκε κατά το ποσό των 60.000.000 δραχμών με την εισφορά από τους προαναφερόμενους ομόρρυθμους εταίρους του ισόποσου κεφαλαίου της μετασχηματισθείσας ομόρρυθμης εταιρείας και κατά το ποσό των 140.020.250 δραχμών από τα παραπάνω πρόσωπα και την Μ.

Δ. και τον Ι. Δ.. Συγκεκριμένα, το κεφάλαιο αυτό, το οποίο κατά μετατροπή ανέρχεται σε 587.000 ευρώ, διαιρείται σε 293.500 ανώνυμες μετοχές, οι οποίες δεν έχουν εκδοθεί, ονομαστικής αξίας 2 ευρώ εκάστη, από τις οποίες ανέλαβαν η Π. Δ. 176.100 μετοχές, ο Μ. Φ. 29.350 μετοχές, η Μ. Δ. 29.350 μετοχές, ο Ι. Δ. 29.350 μετοχές και η Κ. Δ. 29.350 μετοχές...

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο ενάγων της πρώτης αγωγής Ν. Δ., ισχυρίζεται ότι όλες οι προαναφερόμενες δικαιοπραξίες με τις οποίες φέρεται ότι απέκτησαν μετοχικά δικαιώματα επί των ως άνω ανωνύμων εταιρειών, είτε δια μεταβιβάσεως μετοχών από τον ίδιο είτε με άλλο τρόπο, η πρώην σύζυγός του, τα τρία τέκνα τους και ο κουνιάδος του Μ.

Φ., ήταν εικονικές και σε όσες εξ αυτών δεν συμμετείχε ο ίδιος, ως μεταβιβάζων, η αληθής βούληση όλων των συμβληθέντων ήταν να καταστεί αυτός μέτοχος αντί των παραπάνω εναγομένων φυσικών προσώπων. Ισχυρίζεται δηλαδή ο ενάγων, ειδικώς, όσον αφορά την τελευταία αυτή περίπτωση, ότι η εικονικότητα των σχετικών δικαιοπραξιών, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητά τους μόνο ως προς τη συμμετοχή σ’ αυτές των αντιδίκων του και αναδεικνύει το πραγματικό της κατάρτισής τους με τον ίδιο ως καλυπτόμενο συμβληθέντα, διατρέχει όλες τις δικαιοπραξίες σύστασης των παραπάνω ανωνύμων εταιρειών, κάλυψης του μετοχικού κεφαλαίου τους και ανάληψης των μέτοχών τους, καθώς και όλες τις δικαιοπραξίες μεταβίβασης προς αυτούς από τρίτα πρόσωπα μετοχών των εν λόγω εταιρειών ή ακινήτων και άλλων περιουσιακών στοιχείων που εισφέρθηκαν στη συνέχεια στις εταιρείες, δεδομένου ότι τόσο ο ίδιος όσο και όλοι οι συμβληθέντες (πραγματικοί και εικονικοί) τελούσαν σε γνώση της εικονικότητας και συμφωνούσαν να επέλθουν τα αποτελέσματα των δικαιοπραξιών αυτών στο πρόσωπό του, ώστε εν κατακλείδι, να είναι σήμερα αυτός αντί για τους αντιδίκους του, μέτοχος των εταιρειών...Η τέταρτη εναγόμενη της πρώτης αγωγής Μ.

Δ. του Ν., με τις προτάσεις που κατέθεσε νόμιμα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προέβη σε ρητή ομολογία των προαναφερομένων ισχυρισμών του ενάγοντος, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 του ΚΠολΔ. Την περί εικονικότητας κύρια βάση της αγωγής συνομολόγησαν με τις πρωτόδικες προτάσεις τους και οι εναγόμενες ανώνυμες εταιρείες, πλην της εικοστής έβδομης εναγόμενης "Τράπεζας ..." και της εικοστής τέταρτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας "...

Α.Ε.", η οποία δεν παραστάθηκε ούτε στον πρώτο βαθμό. Δεν συνομολόγησαν επίσης την αγωγή οι εναγόμενοι Π. Δ., Ι. Δ., Κ. Δ. και Μ. Φ., οι οποίοι με τις πρωτόδικες προτάσεις τους αρνήθηκαν ρητά και αιτιολογημένα και τις τρεις ιστορικές βάσεις της, ώστε να μην τίθεται κανένα ζήτημα έμμεσης ομολογίας τους. Είναι επομένως απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος, ο λόγος της έφεσης του ενάγοντας με τον οποίο αυτός, απομονώνοντας εννοιολογικά πότε κάποιον ατελώς διατυπωθέντα ισχυρισμό των παραπάνω εναγόμενων και πότε κάποιες αξιολογικές εκτιμήσεις αυτών οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν συνθέτουν το πραγματικό των βάσεων της αγωγής, υποστηρίζει ότι εξ αυτών συνάγεται ομολογία τους.

Υπό τις άνω παραδοχές, και δεδομένου ότι οι πέντε πρώτοι εναγόμενοι (φυσικά πρόσωπα) συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, η ομολογία της τέταρτης εξ αυτών δεν επηρεάζει τη θέση των υπολοίπων αρνούμενων την αγωγή απλών ομοδίκων της (άρθρα 74 και 75 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, όσον αφορά τις αγωγικές αξιώσεις του Ν.

Δ. κατά των εναγομένων ανωνύμων εταιρειών του ..., ενόψει του ότι δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις μεταξύ αυτών και των πέντε πρώτων εναγομένων (φυσικών προσώπων), ως προς το ζήτημα της εικονικότητας ή μη της συμμετοχής των τελευταίων σ’ αυτές και συνεπώς, μεταξύ καθεμιάς εκ των εταιρειών και καθενός από τους πέντε πρώτους εναγομένους που φέρονται ότι συμμετείχαν εικονικά στο μετοχικό τους κεφάλαιο υφίσταται δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας (άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ), η ομολογία των εν λόγω ανωνύμων εταιρειών δεν δεσμεύει ούτε τις ίδιες ούτε τους αναγκαίους ομοδίκους τους (φυσικά πρόσωπα) που αρνήθηκαν εξ αρχής την αγωγή, αλλά το Δικαστήριο την λαμβάνει υπόψη του μαζί με όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και την εκτιμά ελεύθερα ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους (άρθρο 77 ΚΠολΔ).

Εν κατακλείδι, οι μόνες δεσμευτικές για το Δικαστήριο ομολογίες είναι αυτές που προέρχονται από την τέταρτη εναγόμενη, Μ. Δ. και τις εναγόμενες ανώνυμες εταιρείες του ... και αφορούν τη φερόμενη συμμετοχή της προηγούμενης στις εταιρείες αυτές. Περαιτέρω, η ομολογία της τέταρτης εναγόμενης, ως προς το μέρος της αγωγής που αφορά τη δική της (και μόνο) φερόμενη συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο της απολειπόμενης συνεναγομένης της, ήτοι της ανώνυμης εταιρείας "...", καταλαμβάνει και την τελευταία, αφού αυτή θεωρείται σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι αντιπροσωπεύεται στη δίκη από την παραπάνω ομολογήσασα αναγκαστική ομόδικο της...

Κατά τα λοιπά και δη, όσον αφορά την επικαλούμενη εικονικότητα της μετοχικής ιδιότητας των πρώτης, δεύτερης, τρίτου και πέμπτου των εναγομένων, οι ως άνω ισχυρισμοί του ενάγοντος τυγχάνουν αναπόδεικτοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι, ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Συγκεκριμένα, σε καμία εκ των προαναφερομένων δικαιοπραξιών κτήσης μετοχικών σχέσεων από τους παραπάνω εναγόμενους (σημειωτέον, ότι υπάρχουν τόσες μετοχικές σχέσεις όσες και οι μετοχές που αναλήφθηκαν απ’ αυτούς ή τους μεταβιβάσθηκαν) δεν αποδείχθηκε εικονικότητα των σχετικών δηλώσεων βουλήσεως είτε των εναγομένων είτε του ενάγοντος είτε των προσώπων που ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι αυτών (συμπεριλαμβανομένου και του ενόρκως βεβαιώσαντος Η.

Ν., η μαρτυρία του οποίου εκτιμάται ελεύθερα) ή ως εκπρόσωποι των εταιρειών που συμμετείχαν στην κατάρτισή τους. Περαιτέρω, σε καμμία εκ των προαναφερομένων περιπτώσεων δεν αποδείχθηκε συμφωνία των συμβληθέντων ότι τα αποτελέσματα των δικαιοπραξιών θα επέλθουν όχι υπέρ των παραπάνω εναγομένων (φυσικών προσώπων) αλλά υπέρ του Ν.

Δ.. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι συμβληθέντες, όπως και οι κατά περίπτωση αντιπρόσωποί τους, είχαν δικαιοπρακτική βούληση, καθώς, ήθελαν να επέλθει η έννομη συνέπεια που συνηρτάτο με τις δηλώσεις βούλησής τους, που ήταν η γέννηση των μετοχικών σχέσεων, δηλαδή των σχέσεων που συνδέουν τους παραπάνω εναγόμενους με τα νομικά πρόσωπα των εναγόμενων ανωνύμων εταιρειών, είτε κατά τρόπο πρωτότυπο στις περιπτώσεις ανάληψης από αυτούς των αντίστοιχων μετοχών είτε κατά τρόπο παράγωγο στις περιπτώσεις μεταβίβασης προς αυτούς μετοχών από τον ενάγοντα ή από τρίτα πρόσωπα με αιτία τις αντιστοίχους και στα σοβαρά καταρτισθείσες μεταξύ τους συμβάσεις πώλησης.

Δεν αποδείχθηκε επίσης ότι οι εναγόμενοι είχαν αποκτήσει εικονικώς τα ακίνητα που εισφέρθηκαν στις παραπάνω ανώνυμες εταιρείες ή ότι αυτοί συμμετείχαν εικονικά στις εταιρείες που μετετράπησαν ή συγχωνεύθηκαν σ’ αυτές. Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι η μετοχική σχέση αποκτάται πρωτοτύπως με την ανάληψη των μετοχών κατά τη σύσταση ή και κατά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, υπό την προϋπόθεση ότι θα ολοκληρωθεί κατά τα λοιπά η διαδικασία με τη συστατικού χαρακτήρα καταχώρηση στο Μ.Α.Ε....

Η δήλωση ανάληψης μετοχών στην περίπτωση της ίδρυσης της ανώνυμης εταιρείας, απευθύνεται στους ιδρυτές, ενώ στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου απευθύνεται στην εταιρεία και με αυτήν αναλαμβάνεται η υποχρέωση καταβολής του τιμήματος που αναλογεί στις αναληφθείσες από το δηλούντα μετοχές. Μετά το στάδιο της ανάληψης των μετοχών έρχεται αυτό της καταβολής της αξίας τους ως εταιρικής εισφοράς, με την οποία εκπληρώνεται η ενοχική σύμβαση ανάληψης μετοχών από το μέτοχο/ιδρυτή.

Ο νόμος δεν ανάγει την εν λόγω καταβολή σε προϋπόθεση της απόκτησης της μετοχικής σχέσης ή της μετοχής ως αξιογράφου... Επίσης, η καταβολή του μετοχικού κεφαλαίου μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους, όπως με μεταβίβαση ακινήτου στην εταιρεία ή με συγχώνευση με ίδρυση νέας εταιρείας ή με υλική πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ν.

Δ., ο οποίος ξεκίνησε την επιχειρηματική του δραστηριότητα το έτος 1960 από κοινού με τον αδελφό του Δ. Δ., αναγνωρίζοντας ότι η ανάπτυξη, η εύρυθμη λειτουργία και το μέλλον του ... εν γένει εξηρτάτο από την ουσιαστική συμμέτοχη σ’ αυτόν των μελών της οικογένειάς του, αποφάσισε να εντάξει αυτά στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, οι οποίες, σημειωτέον, δεν περιελάμβαναν και την εμπορία κοσμημάτων που συναρτάται με την εναγόμενη εταιρεία "...

Α.Ε." περί της οποίας γίνεται παρακάτω ιδιαίτερη μνεία. Για το λόγο αυτό και προκειμένου να επιτύχει την ανάπτυξη του προσωπικού ενδιαφέροντος τους για τους άνω σκοπούς, το οποίο δεν θα εξασφαλιζόταν στο βαθμό που επιθυμούσε με μόνη την ανάθεση σ’ αυτούς διευθυντικών καθηκόντων, πήρε την πρωτοβουλία για να συμπεριληφθούν πραγματικά η τότε σύζυγός του και τα τέκνα τους Ι.

και Κ., στη μετοχική σύνθεση των εναγομένων εταιρειών του ... οι οποίες εκμεταλλεύονται τις επιχειρήσεις και δικών του ενδιαφερόντων, πράγμα που επετεύχθη είτε με την πραγματική ανάληψη εκ μέρους τους μετοχών κατά τα στάδια της ίδρυσης των εταιρειών και αύξησης του κεφαλαίου τους είτε με την πραγματική μεταβίβαση στους ανωτέρω μετοχών από τον ίδιο ή από τρίτα πρόσωπα-μετόχους.

Μάλιστα, στις εναγόμενες ανώνυμες εταιρείες "..." επέλεξε να μη συμμετέχει καθόλου ως μέτοχος ο ίδιος στα πλαίσια του ως άνω σκοπού ανάδειξης της κυρίαρχης θέσης των παραπάνω τέκνων του. Όσον αφορά την εικοστή έκτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία "... Α.Ε.", η οποία δραστηριοποιείται αποκλειστικά στο χώρο της εμπορίας κοσμημάτων και διατηρεί καταστήματα εντός των ξενοδοχείων του ..., αυτή συνεστήθη με πρωτοβουλία και ενέργειες της πρώην συζύγου του ενάγοντος που άρχισε να ασχολείται με το άνω αντικείμενο το έτος 1976 και στη συνέχεια, το έτος 1995, συνέστησε με τον αδελφό της Μ.

Φ. (πέμπτο εναγόμενο) και τη θυγατέρα της Κ. (δεύτερη εναγόμενη) την ομόρρυθμη εταιρεία "... και Σία Ο.Κ.", η οποία όπως προαναφέρεται μετατράπηκε το έτος 2001, στην ανώνυμη εταιρεία ... Α.Ε.". Η σύσταση της προαναφερόμενης ομόρρυθμης εταιρείας από τα παραπάνω πρόσωπα ουδόλως αποδείχθηκε ότι υπέκρυπτε συμμετοχή σ’ αυτήν του ενάγοντας, όπως αυτός αβάσιμα ισχυρίζεται, αναφέροντας, χωρίς επαρκή αιτιολόγηση, ότι δεν ήθελε να φαίνεται ως μετόχων σε τέτοια δραστηριότητα (εμπορίας κοσμημάτων) επειδή ήταν επιχείρημα σας ξενοδόχος και ότι γι’ αυτό έκρινε ότι θα μπορούσαν να εμφανίζονται αντ’ αυτού ως ομόρρυθμοι εταίροι η σύζυγός του, ο κουνιάδος του και η θυγατέρα του Κ..

Και σ’ αυτή την περίπτωση λοιπόν, αναδεικνύεται η δικαιοπρακτική βούληση των συνιδρυτών της εναγομένης εταιρείας ("... Α.Ε."), δηλαδή των Π. Φ., Κ. Δ., Ι. Δ. και Μ. Φ., να καταστούν οι ίδιοι μέτοχοί της και όχι ο Ν. Δ., ο οποίος άλλωστε δεν είχε επιδείξει επιχειρηματικό ενδιαφέρον στον τομέα της εμπορίας κοσμημάτων και δεν ασχολήθηκε ποτέ με τη διαχείριση των κοσμηματοπωλείων.

Επίσης, αυτός δεν συμμετείχε ποτέ στη διοίκηση της συγκεκριμένης εταιρείας σε αντίθεση με τους Π. Φ., Κ. Δ. και Μ. Φ. που ήταν μέλη του διοικητικού συμβουλίου της από τη σύστασή της και μάλιστα η πρώτη εξ αυτών ήταν και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνουσα σύμβουλος. Όσον αφορά την υποστήριξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρείας "...

Α.Ε." από τις υπόλοιπες εταιρείες του ..., οι οποίες δεν επεδίωξαν να εισπράξουν απ’ αυτήν μισθώματα για τη στέγαση των κοσμηματοπωλείων της, αυτή δικαιολογείται από τα κοινά συμφέροντα των μετόχων και τους μεταξύ τους οικογενειακούς δεσμούς και συνεπώς, δεν αξιολογείται από το Δικαστήριο ως ενδεικτικό στοιχείο της επικαλούμενης από τον ενάγοντα εικονικότητας.

Αντίθετα, οι εν γένει αγωγικοί ισχυρισμοί του Ν. Δ. αποδυναμώνονται από το γεγονός ότι συμπεριλαμβάνει σ’ αυτούς και την παραπάνω ανώνυμη εταιρεία, παρότι αποτελεί δημιούργημα της πρώην συζύγου του και ο ίδιος ουδέποτε συμμετείχε σ’ αυτήν, καθώς και από το ότι ενήγαγε ως εικονικό μέτοχο και τον κουνιάδο του Μ.

Φ., χωρίς μάλιστα να επικαλύπτεται και η δική του μετοχικά ιδιότητα από τους λοιπούς λόγους (σκοπούς) της εικονικότητας που παραθέτει στην αγωγή, οι οποίοι αφορούν την πρώην σύζυγο του και τα τέκνα τους και δεν συνάδουν με το πρόσωπο του συγκεκριμένου εναγόμενου. Σημειώνεται, πάντως, ότι κανείς από τους λόγους που επικαλείται ο ενάγων ως αιτίες της κατάρτισης εικονικών δικαιοπραξιών δεν κρίνεται τόσο σοβαρός ή έστω επαρκής, ώστε να δικαιολογεί την ανάγκη της εικονικής συμμετοχής της πρώην συζύγου και των παραπάνω τέκνων του (Ι.

και Κ.) στις εναγόμενες εταιρείες. Ακόμη και η απ’ αυτόν επικαλούμενη ανάγκη εμφάνισης ενός ακόμη (πλην που ιδίου) προσώπου για τη σύσταση των ανωνύμων εταιρειών ή για να παρακαμφθούν καταστατικές προβλέψεις ή χρηματιστηριακοί περιορισμοί, πέραν του ότι δεν εξειδικεύεται, όπου απαιτείται, με αναφορά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, δεν δικαιολογεί την εμφάνιση ως μετόχων στις εναγόμενες ανώνυμες εταιρείες όλων των μελών της οικογένειάς του, ούτε συνάδει με τις περιπτώσεις κατά τις οποίες συγκεντρώνεται στα πρόσωπά τους η πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου.

Επίσης, οι λόγοι "ηθικής τάξεως" που επικαλείται ο ενάγων, προκειμένου - όπως αναφέρει - να μην επηρεάζει η παρουσία του στις εταιρείες του ... τις αποφάσεις της "Τράπεζας ...", στην οποία υπήρξε μέτοχος και αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της κατά το χρονικό διάστημα 1993-2000, ουδόλως εξυπηρετούνταν από την εικονική εμφάνιση στις εταιρείες αυτές ως μετόχων των μελών της οικογένειάς του, αφού και σ’ αυτή την περίπτωση ηδύναντο να δημιουργηθούν οι ίδιες υπόνοιες περί αδιαφανών διαδικασιών, πολύ περισσότερο μάλιστα τη στιγμή που ο ενάγων διατηρούσε στις εναγόμενες εταιρείες την ιδιότητα όχι μόνο του μετόχου αλλά και αυτή του προέδρου των διοικητικών συμβουλίων τους με εξουσίες εκπροσώπησής τους.

Ούτε, όμως, η αόριστη επίκληση από τον ενάγοντα της ευνοϊκότερης φορολογικής αντιμετώπισής του, λόγω της κατανομής του εισοδήματος του στα μέλη της οικογένειάς του, δικαιολογεί υπό οποιαδήποτε εκδοχή, την κατάρτιση εικονικών δικαιοπραξιών, οι οποίες όσον αφορά τα τέκνα του θα είχαν ως αποτέλεσμα την επιβάρυνσή τους με τις δικές του φορολογικές υποχρεώσεις, ενώ όσον αφορά τη σύζυγό του δεν θα είχαν κανένα ευνοϊκό γιαυτόν αποτέλεσμα αφού τα εισοδήματα του ίδιου και της συζύγου του, από άποψη φορολογητέας ύλης, θα υπολογίζονταν ενιαία.

Τέλος, όλοι οι υπόλοιποι λόγοι που επικαλείται ο ενάγων και δη, ότι η εμφάνιση ως μετόχων της τότε συζύγου και των τέκνων τους εξυπηρετούσε τις συναλλαγές των εταιρειών με τις τράπεζες, διότι προσέδιδε συνέχεια στη λειτουργία τους, αύξανε το κύρος των εικονικών μετόχων εντός των εταιρειών, λειτουργούσε γι’ αυτούς εκπαιδευτικά, τους προσέδιδε επαγγελματική και κοινωνική προβολή και δημιουργούσε αίσθημα ασφάλειας στους συνεταίρους, προμηθευτές, συνεργάτες και υπαλλήλους του, ενώ ταυτόχρονα αποθάρρυνε τυχόν αθέμιτες επιδιώξεις και φιλοδοξίες τρίτων προσώπων, αποτελούν συγχρόνως και σκοπούς οι οποίοι εξυπηρετούνται πιο αποτελεσματικά με την πραγματική συμμετοχή των παραπάνω προσώπων στο κεφάλαιο των εταιρειών και όχι με την παραπλάνηση των τρίτων, προκειμένου να ανταποκριθούν αυτοί στην αναμενόμενη πίστη τους περί του σοβαρού της μετοχικής τους ιδιότητας.

Όπως προαναφέρεται, η γέννηση της μετοχικής σχέσης δεν εξαρτάται από την καταβολή του μετοχικού κεφαλαίου ή του συμφωνηθέντος για τη μεταβίβαση των μετοχών ανταλλάγματος.

Συνεπώς, δεν είναι εικονικές οι συστατικές ή μεταβιβαστικές της μετοχικής σχέσης δικαιοπραξίες επειδή δεν εκπληρώθηκαν οι υποχρεώσεις των μετόχων να καταβάλουν το κεφάλαιο που ανέλαβαν ή το αντάλλαγμα για τη μεταβίβαση των μετοχών ή επειδή αυτές εκπληρώθηκαν από τρίτο πρόσωπο... Στην προκειμένη περίπτωση λοιπόν, οι εναγόμενοι Π.

Φ., Ι. Δ., Κ. Δ. και Μ. Φ., κατέστησαν μέτοχοι των εναγόμενων ανωνύμων εταιρειών με την προαναφερόμενη κατάρτιση αληθινών συμβάσεων ανάληψης του μετοχικού κεφαλαίου τους και αληθινών συμβάσεων μεταβίβασης σ’ αυτούς μετοχών, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί αληθής ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτοί δεν κατέβαλαν κανένα χρηματικό ποσό σε εκπλήρωση των παραπάνω συμβάσεων ή ότι το τίμημα για την αγορά των προαναφερομένων ακινήτων που πραγματικά τους μεταβιβάσθηκαν και εισέφεραν αυτοί στις εναγόμενες ανώνυμες εταιρείες, είχε καταβληθεί από τον ίδιο.

Ούτε βέβαια το γεγονός ότι ο Ν. Δ. δεν επεδίωξε την είσπραξη του συμφωνηθέντος τιμήματος από την πρώην σύζυγο και τα τέκνα τους Ι. και Κ. για τις προς αυτούς πωλήσεις δικών του μετοχών καθιστά τις συμβάσεις αυτές εικονικές ή αποτελεί τεκμήριο ότι δεν καταρτίσθηκαν στην πραγματικότητα συμβάσεις πώλησης.

Σημειώνεται, πάντως, ότι ο εκ των εναγομένων Ι. Δ., παράλληλα με την πλήρη απασχόλησή του στις επιχειρήσεις του ..., από το έτος 1996, άρχισε να επενδύει στο Χρηματιστήριο χρήματα δικά του και των μελών της οικογένειάς του, ενεργώντας κατ’ εντολή των τελευταίων, οι δε χρηματιστηριακές συναλλαγές του, κυρίως των ετών 1998 έως 2000, ήταν τόσο επικερδείς ώστε απέφεραν στην οικογένεια Δ.

κέρδη ύψους 10 δισεκατομμυρίων δραχμών περίπου, τα οποία επενδύθηκαν στις εταιρείες του .... Δεν είναι βάσιμα επομένως, όσα αναφέρει ο ενάγων περί του ότι η πρώην σύζυγός του και τα τέκνα τους Ι. και Κ. δεν είχαν ποτέ χρήματα για να επενδύσουν στις εναγόμενες ανώνυμες εταιρείες. Περαιτέρω, λόγω του οικογενειακού χαρακτήρα των εταιρειών του ..., η μη διανομή απ’ αυτές μερίσματος κατά την τυπική διαδικασία που προβλέπει ο νόμος (άρθρα 44α επ.

ν. 2190/1920), και όπου ήταν δυνατό να γίνει αυτό, στους μετόχους - μέλη της οικογένειας, δεν αποτελεί κριτήριο ή επιχείρημα υπέρ της άποψης ότι οι παραπάνω εναγόμενοι δεν ήταν πραγματικοί μέτοχοι, αφού αυτοί ελάμβαναν τα χρήματα που είχαν ανάγκη από τους διαθέσιμους προς τούτο λογαριασμούς των εταιρειών με χρέωση της ατομικής τους καρτέλας και τα υπόλοιπα χρήματα που εδικαιούντο ενδεχομένως να εισπράξουν ως μέρισμα, τα επένδυαν στις εταιρίες του ..., όπως έπραττε και ο ίδιος ο Ν.

Δ.. Οι παραπάνω αναλήψεις άλλωστε, ήταν διάφορες της αμοιβής την οποία εδικαιούντο αυτοί ως απλά εργαζόμενα διευθυντικά στελέχη στις επιχειρήσεις του .... Σημειώνεται επίσης, ότι όχι μόνο ο ενάγων, αλλά και τα τέκνα του Ι. και Κ., έχουν εγγυηθεί προσωπικώς την εκπλήρωση των δανειακών υποχρεώσεων των εταιρειών του ...

προς διάφορες Τράπεζες, οι οποίες (υποχρεώσεις) ανέρχονται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, γεγονός που αναδεικνύει τη βασιμότητα των ισχυρισμών τους περί ύπαρξης αληθινών μετοχικών σχέσεών τους με τις εταιρείες και φανερώνει το πραγματικό ενδιαφέρον τους για την καλή πορεία και την ανάπτυξη των οικογενειακών επιχειρήσεων, το οποίο, στην έκταση αυτή, συναντάται μόνο σε πραγματικούς μετόχους κλειστών και προσωποπαγών ανωνύμων εταιρειών, όπως είναι εν προκειμένω στην πλειοψηφία τους οι εναγόμενες ανώνυμες εταιρείες.

Επίσης, ο προαναφερόμενος οικογενειακός χαρακτήρας των εταιρειών ο οποίος καθιστούσε αναγκαία και την ενιαία διαχείρισή τους, είχε σαν συνέπεια να μη λειτουργούν οι γενικές συνελεύσεις και τα διοικητικά τους συμβούλια υπό τις αυστηρές τυπικές προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος, χωρίς όμως εξ αυτού να συνάγεται ότι οι εναγόμενοι μέτοχοι (πλην της ομολογούσας την αγωγή Μ.

Δ.) δεν συμμετείχαν στις αποφάσεις που λαμβάνονταν σε επίπεδο μετόχων ή συμβούλων ή ότι ασκούσαν τα εκ της μετοχικής τους ιδιότητας δικαιώματα υπό την επιβολή ή την καθοριστική έστω επιρροή του ενάγοντος. Όπως έχει νομολογηθεί άλλωστε, η μη συμμετοχή κάποιου που προβάλλει εαυτόν ως μέτοχο ανωνύμου εταιρείας στις γενικές συνελεύσεις της δεν δημιουργεί τεκμήριο ότι είναι εικονικός μέτοχος....

Όσον αφορά ειδικότερα τις αποφάσεις των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών στα οποία συμμετείχε ο ενάγων, ο ρόλος του ήταν βεβαίως καίριος και λόγω των εκ του νόμου αρμοδιοτήτων του ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου αλλά φυσικά και ως εκ της αυξημένης εμπιστοσύνης που οι εναγόμενοι έτρεφαν στο πρόσωπό του λόγω της εμπειρίας και των αναμφισβήτητων επιχειρηματικών ικανοτήτων του.

Σε καμία πάντως περίπτωση, ο προεξάρχων αυτός ρόλος του, απόλυτα δικαιολογημένος σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν ενδεικνύει εικονικότητα των μετοχικών σχέσεων των παραπάνω εναγόμενων με τις εναγόμενες εταιρείες του .... Τέλος, το γεγονός ότι η πρώην σύζυγος του ενάγοντος, τα παραπάνω τέκνα του και ο κουνιάδος του δεν έχουν αξιώσει από τις εναγόμενες εταιρείες στις οποίες είναι μέτοχοι, την έκδοση και παράδοση σ’ αυτούς μετοχών αιτιολογείται πλήρως από τον προσωποπαγή και κλειστό χαρακτήρα των εταιρειών αυτών καθώς και από τις οικογενειακές σχέσεις μεταξύ των μετόχων, οι οποίες καθιστούσαν μη αναγκαία τη δήλωση της μετοχικής σχέσης με την έκδοση τίτλου μετοχών, αφού αυτή ήταν ήδη γνωστή σε όλους τους μετόχους και στα αντιπροσωπεύοντα τις εταιρείες όργανά τους.

Για τον ίδιο λόγο άλλωστε, μέχρι την άσκηση της αγωγής, ούτε ο Ν. Δ. δεν είχε αξιώσει την έκδοση μετοχικών τίτλων από καμία εταιρεία, ακόμη και από αυτές στις οποίες είναι μέτοχοι και τρίτα πρόσωπα μη μέλη της οικογένειάς του ("...", "..." και "..."), αφού και σ’ αυτές τις εταιρείες ήταν γνωστά σε όλους τα πρόσωπα των μετόχων και δεν υπήρχε ανάγκη δήλωσης της μετοχικής τους ιδιότητας με την έκδοση μετοχών.

Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο όσον αφορά τους πρώτη, δεύτερη, τρίτο και πέμπτο των εναγόμενων και τη συμμετοχή τους στις εναγόμενες ανώνυμες εταιρείες, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την κύρια περί εικονικότητας βάση της και δη, ως προς το μέρος που αυτή κρίθηκε νόμιμη σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις.

Πρέπει επομένως, να απορριφθούν οι λόγοι της τέταρτης έφεσης με τους οποίους πλήττονται τα σχετικά κεφάλαια της εκκαλουμένης, ως ουσιαστικά αβάσιμοι". Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά την έμμεση διαπίστωση κενού και αμφιβολίας στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των κατ’ ιδίαν δικαιοπραξιών, με τις οποίες οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι (φυσικά πρόσωπα) απέκτησαν τη μετοχική τους ιδιότητα στις λοιπές αναιρεσίβλητες εταιρείες του ...

και προέβη σε ερμηνεία τους, παρέλειψε κατ’ αυτήν να προσφύγει στις ουσιαστικές διατάξεις των ανωτέρω άρθρων, για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων. Οι λόγοι αυτοί, στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι απορριπτέοι. Τούτο, διότι η αποτελούσα αντικείμενο της δίκης (κατά την κύρια βάση της αγωγής) και της έρευνας του δικαστηρίου εικονικότητα των επίδικων δικαιοπραξιών δεν ανάγεται στην έννοια των αντίστοιχων δηλώσεων βούλησης, αλλά συνιστά έλλειψη αληθινής βούλησης.

Εντεύθεν, η αναιρεσιβαλλομένη διερευνώντας, αν οι επίδικες δηλώσεις ήσαν εικονικές, δεν δέχτηκε (εμμέσως) κενά ή αμφίβολα σημεία στις ένδικες δικαιοπραξίες, ούτε προέβη σε ερμηνεία τους, αλλά στην αναζήτηση της ειλικρίνειας ή ανειλικρίνειας των κατά περίπτωση δηλώσεων βούλησης. Οι δε διαλαμβανόμενες, ως ανωτέρω, πραγματικές παραδοχές του Εφετείου συνάπτονται με την ενίσχυση του εξαχθέντος αποδεικτικού του πορίσματος και την αποδεικτική επεξεργασία των προβληθέντων από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα επιχειρημάτων, τα οποία, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, αξιολόγησε αρνητικώς.

Όπως δε προκύπτει από το επισκοπούμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο, αφού εξέθεσε εκτενώς (φύλλα 15 έως 27 αναιρεσιβαλλομένης) τα του τρόπου απόκτησης της μετοχικής ιδιότητας από τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους φυσικά πρόσωπα στις κατ’ ιδίαν ανώνυμες εταιρείες του ..., στη συνέχεια με σαφήνεια και επάρκεια διέλαβε σ’ αυτήν το συγκροτούμενο από τα αναγκαία περιστατικά αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με το ότι σε καμία εκ των αναφερόμενων στην αναιρεσιβαλλομένη δικαιοπραξιών κτήσης μετοχικών σχέσεων από αυτούς δεν αποδείχθηκε εικονικότητα των σχετικών δηλώσεων βουλήσεως είτε των εναγομένων είτε του ενάγοντος είτε των προσώπων που ενεργούσαν, ως αντιπρόσωποι αυτών, συμπεριλαμβανομένου και του ενόρκως βεβαιώσαντος Η.

Ν., ή ως εκπρόσωποι των εταιρειών που συμμετείχαν στην κατάρτισή τους, ότι σε καμμιά εκ των αναφερθεισών περιπτώσεων δεν αποδείχθηκε συμφωνία των συμβληθέντων ότι τα αποτελέσματα των δικαιοπραξιών θα επέλθουν όχι υπέρ των εναγομένων (φυσικών προσώπων), αλλά υπέρ του Ν. Δ., ενώ αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι οι συμβληθέντες, όπως και οι κατά περίπτωση αντιπρόσωποί τους, είχαν δικαιοπρακτική βούληση, καθώς, ήθελαν να επέλθει η έννομη συνέπεια που συνηρτάτο με τις δηλώσεις βούλησής τους, που ήταν η γέννηση των μετοχικών σχέσεων, δηλαδή των σχέσεων που συνδέουν τους παραπάνω εναγόμενους με τα νομικά πρόσωπα των εναγόμενων ανωνύμων εταιρειών, είτε κατά τρόπο πρωτότυπο στις περιπτώσεις ανάληψης από αυτούς των αντίστοιχων μετοχών, είτε κατά τρόπο παράγωγο στις περιπτώσεις μεταβίβασης προς αυτούς μετοχών από τον ενάγοντα ή από τρίτα πρόσωπα με αιτία τις αντίστοιχες και στα σοβαρά καταρτισθείσες μεταξύ τους συμβάσεις πώλησης, ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι είχαν αποκτήσει εικονικώς τα ακίνητα που εισφέρθηκαν στις παραπάνω ανώνυμες εταιρείες ή ότι αυτοί συμμετείχαν εικονικά στις εταιρείες που μετετράπησαν ή συγχωνεύθηκαν σ’ αυτές, ότι δεν είναι εικονικές οι συστατικές ή μεταβιβαστικές της μετοχικής σχέσης δικαιοπραξίες επειδή δεν εκπληρώθηκαν οι υποχρεώσεις των μετόχων να καταβάλουν το κεφάλαιο που ανέλαβαν ή το αντάλλαγμα για τη μεταβίβαση των μετοχών ή επειδή αυτές εκπληρώθηκαν από τρίτο πρόσωπο και ότι οι Π.

Φ., Ι. Δ., Κ. Δ. και Μ. Φ., κατέστησαν μέτοχοι των εναγόμενων ανωνύμων εταιρειών με την προαναφερόμενη κατάρτιση αληθινών συμβάσεων ανάληψης του μετοχικού κεφαλαίου τους και αληθινών συμβάσεων μεταβίβασης σ’ αυτούς μετοχών, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί αληθής ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτοί δεν κατέβαλαν κανένα χρηματικό ποσό σε εκπλήρωση των παραπάνω συμβάσεων ή ότι το τίμημα για την αγορά των προαναφερομένων ακινήτων που πραγματικά τους μεταβιβάσθηκαν και εισέφεραν αυτοί στις εναγόμενες ανώνυμες εταιρείες, είχε καταβληθεί από τον ίδιο.

Οι συγκροτούσες το αποδεικτικό αυτό πόρισμα του Εφετείου πραγματικές παραδοχές, καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 138, 214 ΑΚ και δη αναφορικά με την άρνηση επέλευσης της έννομης συνέπειας της εικονικότητας των επίμαχων δικαιοπραξιών και τις οποίες διατάξεις το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.

Αλυσιτελώς δε γίνεται αναφορά σε εκ πλαγίου παραβίαση και των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αναφορικά με την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής, εφόσον αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες, κατά τα παραπάνω εκτεθέντα. Με μέρος του 1ου λόγου της αίτησης, του 1ου πρόσθετου και του 2ου λόγου της αίτησης και προς στοιχειοθέτηση της πλημμέλειας από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλονται αιτιάσεις, περί ανεπάρκειας των συναπτόμενων με την κύρια βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης, που συνίστανται, κατά το ουσιώδες μέρος τους, στο ότι: 1) Η αναιρεσιβαλλομένη δεν προέβη σε συνδυαστική ερμηνευτική προσέγγιση όλων των περιστάσεων και ειδικότερων συνθηκών υπό τις οποίες έλαβαν χώρα οι κρίσιμες δηλώσεις βουλήσεως των μερών στις επιμέρους ένδικες δικαιοπραξίες και στους διαφορετικούς χρόνους που κάθε μία καταρτίστηκε, 2) δεν εξειδικεύει εκείνες από τις ένδικες συμβάσεις όπου οι εναγόμενοι (φυσικά πρόσωπα) συμβλήθηκαν δι’ αντιπροσώπου, ούτε εκθέτει από ποία πραγματικά περιστατικά έκρινε το βουλητικό στοιχείο της δήλωσης βουλήσεως του αντιπροσώπου, καθόσον στις περιπτώσεις των εταιρειών "...

Α.Ε" και "... Α.Ε." οι αναιρεσίβλητοι, σύζυγος και τέκνα του αναιρεσείοντος συμμετείχαν όχι αυτοπροσώπως, αλλά δια του κοινού αντιπροσώπου τους Η. Ν., χωρίς να εξετάζει το Εφετείο αν η δήλωση βουλήσεως του αντιπροσώπου ήταν πραγματική ή εικονική, 3) δεν εξηγεί γιατί θα έπρεπε η ουσιαστική συμμετοχή και ένταξη των μελών της οικογένειας του αναιρεσείοντος στις επιχειρήσεις του να γίνει με απόκτηση της μετοχικής ιδιότητας και όχι με άλλο τρόπο, αγνοώντας την παράμετρο του χρόνου και υπολαμβάνοντας ότι σε όλους τους κρίσιμους χρόνους εξακολουθούσαν να ισχύουν τα ίδια παραγωγικά αίτια της δικής του βούλησης, χωρίς συνδυασμό με τα κίνητρα και τις επιδιώξεις των ίδιων των εναγομένων, 4) δεν κάνει ειδική αναφορά στα πρόσωπα των συμβαλλομένων στις επιμέρους συμβάσεις που ήσαν διαφορετικά σε κάθε σύμβαση, 5) δεν διαλαμβάνει καμία διαπίστωση σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της καταβολής του τιμήματος αγοράς των μετοχών ή καταβολής της εισφοράς επί αναλήψεως μετοχών, παραλείποντας να διερευνήσει αν και ποιος κατέβαλε, 6) δεν διευκρινίζει, αν οι επικερδείς επενδύσεις στο Χρηματιστήριο έγιναν από τον Ι.

Δ. για δικό του λογαριασμό και με δικά του κεφάλαια ή και για λογαριασμό άλλων μελών της οικογένειας Δ. και ποιων, ούτε διευκρινίζει πόσα κέρδη αποκόμισε ο ίδιος και πόσα η οικογένεια Δ., ούτε αναφέρεται στα εκ του λόγου τούτου αποκτηθέντα κεφάλαια εκάστου των εναγομένων, 6) δεν εξετάζει συνδυαστικά το ζήτημα καταβολής του τιμήματος ή των εισφορών με το πρόσωπο που πράγματι κατέβαλε σε κάθε ένδικη δικαιοπραξία, αλλά και της επάρκειας κεφαλαίων και της βούλησης του καθενός από τους εναγομένους να συμμετάσχει πραγματικά με την επένδυση δικών του κεφαλαίων ή να εξηγήσει με βάση ποια σχέση τρίτος κατέβαλε την παροχή, 7) δεν διαλαμβάνει διαπίστωση σχετικά με τους σκοπούς στους οποίους απέβλεπαν οι εναγόμενοι σε σχέση με την απόκτηση μετοχών στις εναγόμενες εταιρείες, 8) δεν εξετάζει τις μετοχικές συνθέσεις των εταιρειών και τις διαμορφωμένες μετοχικές πλειοψηφίες και δεν διαλαμβάνει καμία διαπίστωση ως προς τη δική του συμμετοχή στη μετοχική σύνθεση αυτών, ούτε διαλαμβάνει κάποια κρίση για να δικαιολογήσει τον διαρκή και αδιαμφισβήτητο ρόλο του αναιρεσείοντος στην πραγματική διοίκηση των εταιρειών, 9) δεν διευκρινίζει υπέρ ποίων από τις εναγόμενες εταιρείες έχουν εγγυηθεί η πρώην σύζυγός του και τα τέκνα του, ούτε διαλαμβάνει κάποια διαπίστωση για το ύψος των δανειακών υποχρεώσεων που ασφαλίζονται με προσωπική εγγύηση των εναγομένων.

Οι ανωτέρω αιτιάσεις απαραδέκτως προβάλλονται. Τούτο, διότι σχετίζονται με ελλείψεις, αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, όμως, διατυπώνεται σαφώς, σε επιχειρήματα του δικαστηρίου, συναγόμενα από τις αποδείξεις και σε μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Σημειώνεται, επιπροσθέτως, ότι στην αναιρεσιβαλλομένη γίνεται σε βαθμό επάρκειας αναφορά στις, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, αποδειχθείσες συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες οι αναιρεσίβλητοι (φυσικά πρόσωπα) απέκτησαν τη μετοχική τους ιδιότητα στις λοιπές αναιρεσίβλητες εταιρείες και αιτιολογείται γιατί οι επίμαχες δικαιοπραξίες δεν ήσαν εικονικές.

Επίσης, γίνεται ρητή αναφορά στο ζήτημα της καταβολής ή όχι του τιμήματος αγοράς των μετοχών ή της εισφοράς και αξιολογείται τούτο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, κατά τρόπο διαφορετικό από τον υιοθετούμενο από τον αναιρεσείοντα. Ωσαύτως, γίνεται εκτενής αναφορά (φύλλα 15 έως 27 αναιρεσιβαλλομένης) στις μετοχικές συνθέσεις των εταιρειών και τη συμμετοχή του αναιρεσείοντος στη μετοχική σύνθεση αυτών.

Τέλος, εφόσον κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως αναγόμενη στα πράγματα, κρίση του Εφετείου, δεν αποδείχθηκε εικονικότητα των σχετικών δηλώσεων βουλήσεως είτε των εναγομένων είτε του ενάγοντος είτε των προσώπων που ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι αυτών και ως τέτοιος ρητώς αναφέρεται ο Η. Ν. ή ως εκπρόσωποι των εταιρειών που συμμετείχαν στην κατάρτισή τους, δεν κωλύεται ο αναιρετικός έλεγχος από τις επικαλούμενες ελλείψεις που ανάγονται στην επεξήγηση και διευκρίνιση του σαφούς σχετικού πορίσματος.

Τούτο, διότι υπό τα γενόμενα δεκτά περιστατικά καλύπτονται τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την άρνηση της εκ του άρθρου 138 ΑΚ έννομης συνέπειας.

Συνεπώς, η αναιρεσιβαλλομένη διαλαμβάνει επαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής του αναιρεσείοντος, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 138 και 214 ΑΚ και εντεύθεν διαθέτει νόμιμη βάση. Με το υπόλοιπο μέρος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν καθίσταται "αδιστάκτως" βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την 933/2011 ένορκη βεβαίωση του Η. Ν.. Ο λόγος κατά το παραπάνω μέρος του είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο ρητώς αναφέρθηκε στην επίμαχη ένορκη βεβαίωση και την αξιολόγησε ειδικώς. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αυτής είναι απορριπτέοι, κατά τις παραπάνω διακρίσεις.

Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 481/13, 214/2012), ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση και το πρακτικό αυτοψίας (άρθρο 359 ΚΠολΔ), η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων (άρθρο 383 ΚΠολΔ), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (άρθρο 410 ΚΠολΔ) και οι ένορκες βεβαιώσεις (άρθρα 270 παρ. 2, 339 ΚΠολΔ).

Στην πολιτική δίκη αποδεικτικά μέσα είναι, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, και τα δικαστικά τεκμήρια. Τα τελευταία είναι συμπεράσματα τα οποία συνάγει το δικαστήριο από αποδεδειγμένα γεγονότα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία άλλων γεγονότων. Περαιτέρω, η δικαστική ομολογία του απλού ομοδίκου δεν είναι δεσμευτική για τους άλλους ομοδίκους, κατά το άρθρο 75 παρ.1 ΚΠολΔ, μπορεί όμως να στηρίξει τη συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου σε βάρος τους.

Η δικαστική δε ομολογία του αναγκαίου ομοδίκου, εάν οι άλλοι ομόδικοι αρνούνται τον ομολογημένο ισχυρισμό, δεν δεσμεύει ούτε τον ίδιο ούτε τους άλλους, αλλά εκτιμάται ελεύθερα, κατά το άρθρο 77 ΚΠολΔ. Μόνο αν οι άλλοι αναγκαίοι ομόδικοι απουσιάζουν από τη συζήτηση, δεσμεύονται από τη δικαστική ομολογία εκείνου του ομοδίκου που παραστάθηκε, επειδή κατά το άρθρο 76 παρ.1 ΚΠολΔ οι απολειπόμενοι θεωρούνται αντιπροσωπευόμενα από τους παρισταμένους (ΑΠ 354/2001).

Το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν παραλείψει να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που κατατείνουν σε άμεση ή αναλόγως και σε έμμεση απόδειξη, όχι όμως αν παραλείψει να συναγάγει από τα αποδεικτικά αυτά μέσα τα τεκμήρια που τυχόν μπορούν να συναχθούν (ΑΠ 765/2014).

Στην ένδικη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι αναφορικά με το κρίσιμο προς απόδειξη γεγονός της εικονικότητας των επίμαχων δικαιοπραξιών, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ομολογία της Μ. Δ., προς συναγωγή σχετικού δικαστικού τεκμηρίου, σε βάρος των λοιπών αναιρεσιβλήτων φυσικών προσώπων, ενισχυόμενου και από τα, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, δικαστικά τεκμήρια, που συνάγονται από τα αποδειχθέντα γεγονότα ότι οι αντίδικοί του (λοιπά φυσικά πρόσωπα) εμφανίστηκαν να αποκτούν μετοχές εταιρειών του και ακίνητα ακόμη και όταν ήταν ανήλικοι, μαθητής/μαθήτριες ή φοιτούσαν στο εξωτερικό ή κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας, ενώ δεν διέθεταν άλλα εισοδήματα, εκτός από το "χαρτζιλίκη" ή τους ανύπαρκτους μισθούς και αμοιβές που φρόντιζε να εμφανίζουν από τις εταιρείες του, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι ανωτέρω πρώην σύζυγος και τέκνα του ποτέ δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε αντάλλαγμα, ούτε κατέβαλαν τα απαιτούμενα ποσά για τη σύσταση οποιαδήποτε εταιρείας και την κάλυψη των αρχικών μετοχικών κεφαλαίων και των αυξήσεων αυτών ή το τίμημα για την αγορά των ένδικων μετοχών.

Όμως, το Εφετείο ρητώς αναφέρθηκε στην ομολογία της αναιρεσίβλητης Μ. Δ., την απορρέουσα από αυτήν πλήρη απόδειξη, ως προς τη φερόμενη συμμετοχή της στις αναιρεσίβλητες εταιρείες και δεχόμενο ότι η ομολογία της δεν επηρεάζει τη θέση των λοιπών αρνούμενων την αγωγή απλών ομοδίκων της, δεν συνήγαγε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δικαστικό τεκμήριο σε βάρος τους, ενώ ειδικώς αναφέρθηκε στα ανωτέρω περιστατικά που επικαλείται ο αναιρεσείων και αξιολογώντας τα αποδεικτικώς κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο του αναιρεσείοντος, απέκρουσε τη συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου εκ τούτων.

Συνεπώς, η αναιρεσιβαλλομένη δεν είναι επιδεκτική μομφής για την πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σχετικά με το παραπάνω ζήτημα, όπως αβασίμως της αποδίδεται με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως. Επίσης, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ομολογία καθεμιάς από τις αναιρεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες, προς συναγωγή σχετικού δικαστικού τεκμηρίου, σε βάρος των λοιπών αναιρεσιβλήτων φυσικών προσώπων, ενισχυόμενου και από τα άλλα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το Εφετείο, ως αποδεδειγμένα.

Οι λόγοι κατά το παραπάνω μέρος τους, είναι αβάσιμοι, διότι το Εφετείο ρητώς αναφέρθηκε στο ότι λαμβάνει υπόψη του την ομολογία των ανωτέρω εταιρειών μαζί με όλα τα αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις) και την εκτιμά ελεύθερα (όπως επιτάσσει το άρθρο 77 ΚΠολΔ).

Τέλος, οι διαλαμβανόμενες στον τρίτο λόγο και δεύτερο πρόσθετο λόγο αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δεν προέβη σε συνδυαστική αξιολόγηση των ανωτέρω ομολογιών με άλλα αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα, προκειμένου να συναχθούν κρίσιμα δικαστικά τεκμήρια που αφορούν την εικονικότητα των ένδικων δικαιοπραξιών, είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ καμία διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση, στην αναιρεσιβαλλομένη, καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, η δε συναγωγή ή όχι δικαστικού τεκμηρίου ανήκει στην, αναιρετικώς ανέλεγκτη, εξουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος, τη θεμελιούμενη (κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη) στις διατάξεις της εντολής, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η απόκτηση μετοχών στις εναγόμενες εταιρείες "..." και "..." από τους εναγόμενους Π.

Φ., Ι. Δ. και Κ. Δ. έγινε με πρωτοβουλία του ενάγοντος στα πλαίσια της προαναφερόμενης επιθυμίας του για τη δημιουργία ενός ... ξενοδοχειακών επιχειρήσεων στον οποίο θα συμμετείχαν ενεργά για δικό τους λογαριασμό και όχι ως παρένθετα πρόσωπα του ίδιου, όλα τα μέλη της οικογένειας του. Ουδόλως αποδείχθηκε επομένως, ότι οι μετοχές των παραπάνω εναγομένων στις εν λόγω ανώνυμες εταιρείες και οι εκδοθέντες προσωρινοί τίτλοι που βρίσκονται στην κατοχή τους, αποκτήθηκαν απ’ αυτούς σε εκτέλεση αντίστοιχων συμβάσεων εντολής που είχαν συνάψει με τον ενάγοντα ως εντολοδόχοι και έμμεσοι αντιπρόσωποί του, δηλαδή ότι ήταν παρένθετα πρόσωπα και ενεργούσαν κατά την κτήση των μέτοχων και των προσωρινών τίτλων για λογαριασμό του.

Άλλωστε, δεν υπήρχε κανένας λόγος που να δικαιολογεί την ανάγκη χρήσης από τον ενάγοντα παρένθετων προσώπων προκειμένου να συμμετέχει μέσω αυτών στις παραπάνω εταιρείες και βέβαια, ούτε η πρώην σύζυγος και τα τέκνα του Ι. και Κ. είχαν κάποιο συμφέρον να αποκτήσουν μετοχές για λογαριασμό του και να αναλάβουν την αορίστου χρονικής διάρκειας συμβατική υποχρέωση να διαχειρίζονται αυτές και να ασκούν τα μετοχικά τους δικαιώματα σύμφωνα με τις εκάστοτε εντολές του.

Οι παραπάνω διαπιστώσεις δεν αναιρούνται ούτε αποδυναμώνονται από το ότι οι εν λόγω εναγόμενοι, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, δεν διέθεταν κεφάλαια για να τα εισφέρουν στις ως άνω εταιρείες, αφού αυτό δεν τους καθιστά παρένθετα πρόσωπα ούτε συνάγεται τεκμήριο περί ύπαρξης σχέσης εντολής μεταξύ του ενάγοντος και των εναγόμενων από το επικαλούμενο απ’ αυτόν γεγονός ότι τα εισφερθέντα κεφάλαια προήλθαν από την ατομική του περιουσία.

Περαιτέρω, το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης ή μη σχέσης έμμεσης αντιπροσώπευσης μεταξύ του ενάγοντος και των παραπάνω εναγομένων κατά την απόκτηση απ’ αυτούς των μετοχών δεν εξαρτάται νομικά και πραγματικά από τον τρόπο με τον οποίο ασκούσαν εν συνεχεία οι εναγόμενοι τα μετοχικά τους δικαιώματα και ελάμβαναν επιχειρηματικές αποφάσεις.

Εξάλλου αυτοί ουδέποτε αμφισβήτησαν την εμπειρία και τις επιχειρηματικές ικανότητες του ενάγοντος ως καθοριστικούς παράγοντες της δημιουργίας, εξέλιξης, διαμόρφωσης και ανάπτυξης του ... και ήταν φυσικό όχι μόνο να τον συμβουλεύονται και να ακολουθούν τις υποδείξεις του, αλλά και να μην αντιτίθενται σε διάφορες πρωτοβουλίες του οι οποίες εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα του ..., εφόσον αυτές δεν έθιγαν τα ατομικά τους συμφέροντα.

Η συναινετική αυτή στάση τους ουδόλως σημαίνει ότι δεν συμμετείχαν στη λήψη των αποφάσεων των οργάνων των εταιρειών του ... ή ότι αποφάσιζαν υπό την επιβολή του ενάγοντος, ούτε βέβαια συνάγεται εξ αυτής ότι είχαν δεσμευθεί δικαιοπρακτικώς να παρέχουν ψήφο κατά τις συνεδριάσεις των γενικών συνελεύσεων και των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών σύμφωνα με τις εντολές του.

Εν κατακακλείδι η διαμόρφωση από το Ν. Δ., την πρώην σύζυγό του και τα τέκνα τους Ι. και Κ. οποιωνδήποτε ελαστικών πρακτικών ως προς τη λειτουργία των οργάνων των εταιρειών και τον τρόπο λήψης των αποφάσεων και άσκησης των μετοχικών τους δικαιωμάτων, ήταν αποτέλεσμα των σχέσεων εμπιστοσύνης που υπήρχαν ανάμεσα τους και των οικογενειακών δεσμών που τους συνέδεαν και δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι παραπάνω εναγόμενοι κατείχαν και διαχειρίζονταν τις μετοχές τους για λογαριασμό του ενάγοντος Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε αντίθετα με τα προαναφερόμενα ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της πρώτης επικουρικής βάσης της αγωγής, την οποία δέχθηκε στο σύνολό της, έσφαλε τόσο περί την εφαρμογή του νόμου όσο και περί την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες της πέμπτης έφεσης".

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και επάρκεια το αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το ότι δεν αποδείχθηκε, ότι οι μετοχές των παραπάνω αναιρεσιβλήτων στις ανώνυμες εταιρείες "..." και "..." και οι εκδοθέντες προσωρινοί τίτλοι που βρίσκονται στην κατοχή τους, αποκτήθηκαν απ’ αυτούς σε εκτέλεση αντίστοιχων συμβάσεων εντολής που είχαν συνάψει με τον αναιρεσείοντα ως εντολοδόχοι και έμμεσοι αντιπρόσωποί του, δηλαδή ότι ήταν παρένθετα πρόσωπα και ενεργούσαν κατά την κτήση των μέτοχων και των προσωρινών τίτλων για λογαριασμό του, ώστε καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 713, 719 ΑΚ, τι οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Επομένως, ο έκτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος τα αντίθετα, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το παραπάνω ζήτημα, είναι αβάσιμος. Οι δε διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις του, ότι στην αναιρεσιβαλλομένη δεν περιέχεται καμία σαφής διαπίστωση, αν οι αναιρεσίβλητοι κατέβαλαν τις αντίστοιχες εισφορές ή αν τα σχετικά κεφάλαια καταβλήθηκαν σε όλες τις περιπτώσεις από αυτόν και δεν δίδεται εξήγηση για την εκ μέρους του καταβολή σημαντικών κεφαλαίων, προκειμένου να αποσβεστούν οι υποχρεώσεις που ανέλαβαν οι αναιρεσίβλητοι για την απόκτηση των επίμαχων μετοχών, ούτε προέβη το Εφετείο σε συνδυαστική εκτίμηση των γεγονότων αυτών που δέχτηκε, προς συναγωγή του δικαστικού τεκμηρίου περί της υπάρξεως συμβάσεως εντολής, ενισχυόμενου και από το γεγονός ότι αυτός ασκούσε την ουσιαστική διοίκηση των δύο εταιρειών, τα δε όργανα αυτών ουδέποτε λειτούργησαν στην πραγματικότητα, είναι απορριπτέες, προεχόντως, ως απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, όμως, διατυπώνεται σαφώς, ανεξάρτητα και από το ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο ρητώς και ειδικώς αναφέρθηκε στα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα ανωτέρω περιστατικά και απέκρουσε τη συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου εκ τούτων.

Εντεύθεν, απαραδέκτως προβάλλονται, προς στοιχειοθέτηση της πλημμέλειας από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το συναγόμενο από τα ανωτέρω περιστατικά δικαστικό τεκμήριο.

Κατά την παράγραφο 1 στοιχ. δ’ του άρθρου 69 ΚΠολΔ, επιτρέπεται να ζητηθεί δικαστική προστασία και αν η γένεση ή η άσκηση του δικαιώματος εξαρτάται από την έκδοση απόφασης. Τέτοια απόφαση είναι και εκείνη επί αγωγής από το άρθρο 949 ΚΠολΔ, οπότε παρέχεται η ευχέρεια σωρεύσεως αιτημάτων, που έχουν ως προϋπόθεση το νομικό πλάσμα του άρθρου 949 ΚΠολΔ.

Για το παραδεκτό, όμως, της ασκούμενης κατά το άρθρο 69 ΚΠολΔ αγωγής πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο οι όροι του νόμου που δικαιολογούν την πρόωρη έγερσή της (πρβλ. ΑΠ 1337/2004, 1745/1995). Στην ένδικη υπόθεση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής (διατάξεις εντολής), αναφορικά με τα προβαλλόμενα αιτήματα που αφορούσαν τις λοιπές αναιρεσίβλητες εταιρείες (πλην των εταιρειών ...

και ...), οι οποίες είτε δεν έχουν εκδώσει προσωρινούς τίτλους, είτε τους κατέχουν, είτε τους έχουν ενεχυράσει στην Τράπεζα ..., δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο ενάγων Ν. Δ., ισχυρίζεται με την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής του... ότι τα εναγόμενα φυσικά πρόσωπα (πρώην σύζυγος, τέκνα και κουνιάδος του) υπήρξαν έμμεσοι αντιπρόσωποί του κατά την κατάρτιση των προαναφερόμενων δικαιοπραξιών και συγκεκριμένα, ότι με τις δικαιοπραξίες αυτές απέκτησαν στο δικό τους το όνομα πλην όμως για λογαριασμό του ιδίου τις επίδικες μετοχικές σχέσεις, σε εκτέλεση αντίστοιχων συμβάσεων εντολής που κατήρτισαν μ’ αυτόν, όπως το περιεχόμενό τους εκτίθεται συνοπτικά στην αγωγή....Η αγωγή κατά την προαναφερόμενη επικουρική βάση της είναι παραδεκτή και νόμιμη μόνον όσον αφορά την αναγνώριση της υποχρέωσης των τριών πρώτων εναγόμενων (η σχετική υποχρέωση της τέταρτης εναγόμενης Μ.

Δ. δεν ερευνάται, αφού ως προς αυτήν γίνεται δεκτή η κύρια βάση της αγωγής) να μεταβιβάσουν και να παραδώσουν στον ενάγοντα τους προσωρινούς τίτλους μετοχών των εταιρειών "..." και "..." που απέκτησαν κατά τους ισχυρισμούς του ίδιου, στα πλαίσια αντίστοιχων συμβάσεων εντολής, ως έμμεσοι αντιπρόσωποί του. Ως προς τα υπόλοιπα αιτήματά της, όμως, τα οποία αφορούν υποχρεώσεις των εναγομένων ανωνύμων εταιρειών του ...

να προβούν σε πράξεις που προϋποθέτουν την ύπαρξη αντίστοιχης μετοχικής σχέσης μεταξύ αυτών και του ενάγοντος (έκδοση και παράδοση μετοχών στον ενάγοντα-αναιρεσείοντα, ακύρωση εκδοθέντων προσωρινών τίτλων κ.λπ.), η αγωγή, εν είναι νόμιμη, διότι οι εν λόγω εταιρείες δεν υποχρεούνται (ούτε δικαιούνται) να "αναγνωρίσουν" ως μέτοχό τους τον ενάγοντα πριν ολοκληρωθούν οι μεταβιβαστικές πράξεις με τις οποίες θα μεταφερθούν σ’ αυτόν από τα εναγόμενα φυσικά πρόσωπα (ήδη μετόχους) οι μετοχικές σχέσεις που απέκτησαν αυτά για λογαριασμό του ως έμμεσοι αντιπρόσωποί του και σε εκτέλεση των σχετικών εντολών του.

Παρέπεται ότι ούτε η εναγόμενη "Τράπεζα ..." υποχρεούται να παραδώσει στον ενάγοντα τους προαναφερόμενους ενεχυρασθέντες προσωρινούς τίτλους που κατέχει νόμιμα ως ενεχυρούχος δανείστρια, καθώς και να καταρτίσει μ’ αυτόν νέες συμβάσεις σύστασης ενεχύρου. Στην ένδικη περίπτωση εξάλλου, κατά την οποία δεν έχει δημιουργηθεί ακόμη η νομική αιτία του επικαλούμενου από τον ενάγοντα δικαιώματος έναντι των εναγομένων ανωνύμων εταιρειών, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις παροχής της προβλεπόμενης από το άρθρο 69 του ΚΠολΔ προληπτικής δικαστικής προστασίας, την οποία αβάσιμα επικαλείται ο ενάγων με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σε αντίκρουση της πέμπτης εφέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής.

Άλλωστε στην αγωγή δεν περιέχονται καν αιτήματα σχετικά με την υποχρέωση των εναγομένων φυσικών προσώπων να προβούν σε δηλώσεις βούλησης εκχώρησης προς τον ενάγοντα των μετοχικών τους δικαιωμάτων στις εναγόμενες ανώνυμες εταιρείες. Η αόριστη και γενική αναφορά που γίνεται στη σελίδα 157 της αγωγής περί του ότι "οι αντίδικοι θα πρέπει να καταδικασθούν σε δήλωση βουλήσεως με το περιεχόμενο που αναφέρεται στο αιτητικό της αγωγής" δεν συνιστά διατύπωση συγκεκριμένου αιτήματος κατά των εναγομένων φυσικών προσώπων, αφού με το αιτητικό της αγωγής στο οποίο γίνεται παραπομπή, δεν ζητείται κάτι απ’ αυτούς, ώστε να εξειδικευθούν οι υποχρεώσεις εκάστου, παρά μόνο στις περιπτώσεις των εταιρειών "..." και "...".

Περαιτέρω, η αναφορά που κάνει ο ενάγων στην τέταρτη σελίδα της αγωγής περί του ότι με αυτήν "ζητεί να του αποδοθούν οι μετοχές του, η κυριότητα των οποίων αμφισβητείται από τους αντιδίκους", η οποία προσήκει στην κύρια βάση της αγωγής, αφού με την επικουρική βάση δεν τίθεται ζήτημα κυριότητας των μετοχών, αλλά μεταβίβασης μετοχικών σχέσεων, δεν συγκροτεί αίτημα κατά των εναγομένων φυσικών προσώπων και με την επικουρική βάση της αγωγής και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν αρκεί να αναφέρεται γενικώς ότι ζητείται η απόδοση των μετοχών αλλά πρέπει να αναφέρεται και από ποιούς ζητείται αυτή και επιπλέον, να εξειδικεύεται τι ακριβώς ζητά ο ενάγων από κάθε εναγόμενο, αφού δεν επιτρέπεται να συγκροτούνται από το Δικαστήριο τα αιτήματα της αγωγής με βάση τους ισχυρισμούς που περιέχονται σ’ αυτήν περί των δικαιωμάτων του ενάγοντος.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η αγωγή κατά την πρώτη επικουρική βάση της και κατά το μέρος που στρέφεται κατά των παραπάνω εναγομένων φυσικών προσώπων χωρίς να περιέχει αιτήματα εναντίον τους, τυγχάνει απαράδεκτη λόγω αοριστίας (άρθρα 111 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ), η οποία δεν θεραπεύθηκε με τις πρωτοδίκως κατατεθείσες προτάσεις του ενάγοντος με τις οποίες αυτός υπέβαλε για πρώτη φορά αιτήματα αναγνώρισης της υποχρέωσης των εν λόγω εναγομένων να προβούν σε συγκεκριμένες δηλώσεις βούλησης μεταβίβασης των μετοχών του στον ίδιο".

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, τα οποία ανταποκρίνονται στο επισκοπούμενο περιεχόμενο της αγωγής του αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ, ούτε εκείνη του άρθρου 69 ΚΠολΔ, κατά το ουσιαστικό μέρος της. Τούτο, διότι στην αγωγή αυτή δεν περιλαμβάνονται με παραδεκτό και ορισμένο τρόπο αιτήματα, σχετικά με καταδίκη των αναιρεσίβλητων φυσικών προσώπων σε επιχειρητέες δηλώσεις βουλήσεως συγκεκριμένου περιεχομένου, προσδιοριζόμενου με πληρότητα και ακρίβεια.

Οι τελευταίες δεν αναπληρώνονται, ούτε ταυτίζονται με το αίτημα αναγνώρισης της κυριότητας του αναιρεσείοντος στις μετοχές που φέρονται να ανήκουν στα φυσικά πρόσωπα από τους αναιρεσιβλήτους, το οποίο προσιδιάζει στην κύρια βάση της αγωγής και όχι σε αυτήν περί έμμεσης αντιπροσώπευσης, όπου για να αποκτηθούν από τον αντιπροσωπευόμενο τα αποκτηθέντα στο όνομα του αντιπροσώπου πρέπει να μεσολαβήσουν οι οικείες μεταβιβαστικές δικαιοπραξίες.

Ως εκ τούτου δεν περιέχονται στην αγωγή οι όροι του νόμου που δικαιολογούν την πρόωρη έγερσή της έναντι των αναιρεσίβλητων εταιρειών (πλην των εταιρειών ... και ...), ως προς τις οποίες εντεύθεν η απόφαση (επί της αγωγής του αναιρεσείοντος) δεν μπορούσε να οδηγήσει στη γένεση του δικαιώματος του συναπτόμενου με τα επίμαχα (έναντι αυτών) κατ’ ιδίαν αιτήματά του.

Σε συνέχεια των αναφερθέντων, το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αγωγή κατά την πρώτη επικουρική βάση της, και κατά το ως άνω μέρος που στρέφεται κατά των παραπάνω αναιρεσίβλητων φυσικών προσώπων χωρίς να περιέχει αιτήματα εναντίον τους, τυγχάνει απαράδεκτη λόγω αοριστίας, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, ούτε άφησε αίτηση αδίκαστη, σχετική με την πρώτη επικουρική βάση.

Επομένως, ο τέταρτος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη πλημμέλειες, αντίστοιχες με τους αρ. 1, 14 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α’ ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και συντάσσεται κάτω απ’ αυτό έκθεση.

Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).

Αντίθετα, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 684/2013, βλ.

και ΑΠ 238/2001). Σε περίπτωση αγωγής, της οποίας το αίτημα στηρίζεται σε κύρια και επικουρικές βάσεις, που διαφέρουν μεταξύ τους κατά την ιστορική αιτία και το νομικό λόγο, οι διατάξεις της απόφασης που αναφέρονται στις διαφορετικές βάσεις, συνιστούν διαφορετικά κεφάλαια που δεν συνέχονται μεταξύ τους, διότι κάθε βάση και αίτημα της αγωγής διατηρούν την αυτοτέλεια τους έστω και αν σωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο (ΑΠ 907/2003, 54/2005).

Με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη κατά το μέρος της που απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, ως προς τη δεύτερη επικουρική της βάση, τη θεμελιούμενη στις διατάξεις περί δωρεάς. Ειδικότερα, σύμφωνα με το επισκοπούμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, με τη δεύτερη εκ των επικουρικών βάσεων της αγωγής του, ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε, ότι όλες οι αποκτήσεις μετοχών στις εναγόμενες εταιρείες του ...

από την πρώην σύζυγό του, τα τέκνα τους και τον κουνιάδο του Μ. Φ., αποτελούσαν δωρεές του ίδιου προς αυτούς και συγκεκριμένα, τόσο αυτές που έγιναν κατά τις συστάσεις των εταιρειών και τις αυξήσεις των μετοχικών κεφαλαίων τους, κατά τις οποίες τα απαιτούμενα ποσά καταβάλλονταν από τον ίδιο, όσο και αυτές που έγιναν με τη μεταβίβαση προς αυτούς δικών του μετοχών, δεδομένου ότι ουδέποτε καταβλήθηκε εκ μέρους τους τίμημα.

Ισχυρίσθηκε επίσης, ότι συντρέχει λόγος ανάκλησης των δωρεών αυτών, ως προς την πρώην σύζυγο του, τα τέκνα του Ι. και Κ. και τον κουνιάδο του, διότι αυτοί έδειξαν αχαριστία απέναντί του με βαριά παραπτώματά τους, τα οποία αναφέρει στην αγωγή και αφού δήλωσε με αυτήν ότι ανακαλεί όλες τις προαναφερόμενες δωρεές, ζήτησε αναφορικά με τις μετοχές των παραπάνω εναγομένων ό,τι και με τις προηγούμενες ιστορικές βάσεις της αγωγής περί εικονικότητας και έμμεσης αντιπροσώπευσης, εκτός από την αναγνώριση της κυριότητάς του επί των επίδικων μετοχών, την οποία ζητούσε μόνο με την κύρια βάση της αγωγής.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η αγωγή, κατά τη δεύτερη αυτή επικουρική θεμελίωσή της, είναι παραδεκτή και νόμιμη μόνο, ως προς το μέρος με το οποίο ζητείται η αναγνώριση των υποχρεώσεων των εναγόμενων-αναιρεσιβλήτων Ι. και Κ. Δ., να παραδώσουν στον ενάγοντα τους προσωρινούς τίτλους μετοχών της εναγομένης εταιρείας "..." που απέκτησαν αυτοί απευθείας από τον ενάγοντα δυνάμει των προαναφερθέντων από 1-12-2009 ιδιωτικών συμφωνητικών μεταβίβασης μετοχών και στη συνέχεια κατά το μέρος αυτό την απέρριψε, κατ’ ουσίαν.

Ως προς τα υπόλοιπα αιτήματά της, τα οποία στρέφονται μόνο κατά των εναγόμενων ανωνύμων εταιρειών, η αγωγή, κατά τη βάση αυτή κρίθηκε μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι η ανάκληση των δωρεών εκ μέρους του ενάγοντος δεν είχε σαν συνέπεια την αυτόματη απόκτηση απ’ αυτόν των επίδικων μετοχών, δηλαδή αυτών που αποκτήθηκαν από τους εναγόμενους είτε κατά τις συστάσεις των εταιρειών του ...

και κατά την αύξηση των μετοχικών κεφαλαίων τους με χρήματα που τους δώρισε ο ίδιος είτε με τη μεταβίβαση προς αυτούς δικών του μετοχών, αλλά η ανάκληση αυτή είχε σαν αποτέλεσμα τη γένεση του δικαιώματος του ενάγοντος να αναζητήσει τα αντικείμενα των δωρεών με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και επομένως, πριν ολοκληρωθούν οι μεταβιβαστικές πράξεις με τις οποίες θα μεταφερθούν σ’ αυτόν από τα εναγόμενα φυσικά πρόσωπα (ήδη μετόχους) οι μετοχικές σχέσεις τους στις εναγόμενες εταιρείες του ..., ο ενάγων δεν δικαιούται να ζητά απ’ αυτές να προβούν σε πράξεις που προϋποθέτουν τη μετοχική του ιδιότητα, ενώ όσον αφορά τα αιτήματα που στρέφονται κατά των εναγομένων Π., Ι.

και Κ. Δ., τα σχετικά με τις μετοχές που ανέλαβαν αυτοί στις εταιρείες "..." και "...", είτε κατά τη σύστασή τους, είτε κατά τις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της δεύτερης εξ αυτών, η αγωγή κρίθηκε, επίσης, μη νόμιμη, διότι οι μετοχές αυτές αποκτήθηκαν με την έναντι των εταιρειών ανάληψη εκ μέρους των εναγομένων της υποχρέωσης να καταβάλουν το αναλογούν κεφάλαιο, δηλαδή αποκτήθηκαν δυνάμει των αντίστοιχων συμβάσεων κάλυψης του μετοχικού κεφαλαίου και όχι εξαιτίας της καταβολής του κεφαλαίου αυτού, ήτοι με τις επικαλούμενες δωρεές, οι οποίες είχαν, ως αντικείμενο, χρηματικές παροχές και όχι μεταβιβάσεις μετοχών, οι ως άνω εναγόμενοι εκπλήρωσαν τις ενοχικές τους υποχρεώσεις προς καταβολή του αναληφθέντος απ’ αυτούς τμήματος του κεφαλαίου των εταιρειών, το οποίο αναλογούσε στις μετοχές που είχαν ήδη αποκτήσει, κατά δε το μέρος που στρέφεται κατά των εναγομένων φυσικών προσώπων, χωρίς να περιέχει αιτήματα εναντίον τους κρίθηκε απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Όμως, ο πρόσθετος αυτός λόγος τυγχάνει απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν προσβάλλεται κεφάλαιο από τα προσβληθέντα με την αίτηση αναίρεσης, ούτε συνεχόμενο αναγκαίως με αυτά, αλλά κεφάλαιο που παρά τη σώρευσή του στο ίδιο δικόγραφο αγωγής διατηρεί την αυτοτέλειά του. Σε κάθε περίπτωση, κατά το μέρος που αφορά τους προσωρινούς τίτλους μετοχών της εταιρείας "..." που απέκτησαν οι αναιρεσίβλητοι απευθείας από τον ενάγοντα με τα από 1-12-2009 ιδιωτικά συμφωνητικά μεταβίβασης μετοχών, δυνάμει, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς της επικουρικής αυτής βάσης, εικονικών συμβάσεων πώλησης, υποκρυπτουσών συμβάσεις δωρεάς, τυγχάνει και αλυσιτελής, εφόσον το Εφετείο δέχτηκε, ότι σε καμία εκ των αναφερόμενων στην αναιρεσιβαλλομένη δικαιοπραξιών κτήσης μετοχικών σχέσεων από τους παραπάνω αναιρεσιβλήτους δεν αποδείχθηκε εικονικότητα των σχετικών δηλώσεων βουλήσεως είτε των εναγομένων είτε του ενάγοντος είτε των προσώπων που ενεργούσαν, ως αντιπρόσωποι αυτών και δεν ευδοκίμησε λόγος αναίρεσης σχετικά με το ζήτημα τούτο κατά την έρευνα της κύριας βάσης της αγωγής.

Με τον έκτο πρόσθετο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ανεπάρκεια αιτιολογιών, με τις κατά το ουσιώδες περιεχόμενό τους αιτιάσεις, ότι η αναιρεσιβαλλομένη αγνόησε τελείως το αδιέξοδο στο οποίο καταλήγει με το να απορρίπτει και τις τρεις βάσεις της αγωγής, κοινό γνώρισμα των οποίων είναι ότι ο αναιρεσείων ήταν και παραμένει να είναι εκείνος που ουσιαστικά έχει τον πλήρη έλεγχο των επίδικων εταιρειών, ότι οι επιχειρήσεις του "...

Ν. Δ." σχηματίστηκαν με δικά του μέσα, είναι δικό του δημιούργημα, τα εναγόμενα φυσικά πρόσωπα δεν κατέβαλαν κανένα χρηματικό ποσό για την απόκτηση των επίδικων μετοχών ή της μετοχικής ιδιότητας, ούτε διέθεταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δική τους περιουσία ή εισοδήματα, περιστατικά που δεν αξιολογούνται επαρκώς από την αναιρεσιβαλλομένη, ώστε να απαντηθεί η προκύπτουσα απορία για ποιον λόγο ο δημιουργός του ξενοδοχειακού ...

Ν. Δ. απώλεσε ή θέλησε να απωλέσει τον έλεγχο των εταιρειών του, για ποιον λόγο θέλησε να μοιράσει τις μετοχές του στα τέκνα του και την πρώην σύζυγό του, χωρίς να συντρέχει στο πρόσωπό του κάποιος λόγος, καθόσον μόνον άφρονες και παράφρονες προβαίνουν σε συναλλαγές χωρίς να υπάρχει αιτία, τελικώς δε η θέση της αναιρεσιβαλλομένης ότι οι επίδικες συμβάσεις είναι πραγματικές και δεν συνδέονται με οποιεσδήποτε υποχρεώσεις των αντιδίκων του αναιρεσείοντος και στερούνται χαριστικής αιτίας είναι αντίθετη προς την κοινή λογική, την πραγματικότητα των συναλλαγών, αλλά και τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθώς και προς τους κανόνες ερμηνείας των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ώστε καθίσταται αναιρετέα και για την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από την πλήρη γενικότητα και αοριστία του, εφόσον δεν γίνεται εξειδίκευση πλημμελειών κατ’ αντιστοιχία με τις κατ’ ιδίαν αγωγικές βάσεις, που αντιμετωπίστηκαν κατά διαφορετικούς τρόπους από το Εφετείο (αοριστία, νομιμότητα, ουσιαστική βασιμότητα), αναγόμενος στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, στην ανάλυση του αποδεικτικού πορίσματος και την αξιολόγηση των μη συνιστώντων αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 35γ ν. 2190/1920, όπως αυτές εισήχθησαν με άρθρο 44 ν. 3604/2007, μία απόφαση γενικής συνέλευσης ανώνυμης εταιρείας είναι ανυπόστατη, όταν λαμβάνεται με τις ψήφους προσώπων τα οποία: α) δεν είχαν μετοχική ιδιότητα, ή β) είχαν αρυσθεί το δικαίωμα ψήφου από πρόσωπα που δεν είχαν μετοχική ιδιότητα και σ’ αυτήν δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 35α και 35β ν. 2190/1920 (περί ακυρώσιμων και άκυρων αποφάσεων).

Έτσι, ο νομοθέτης εξέφρασε τη βούλησή του, οι αποφάσεις που δεν εδράζονται στην αναγκαία ψήφο των μετόχων να εξαιρούνται από το πεδίο της ακυρωσίας, όσο και εκείνο της θεραπεύσιμης ακυρότητας. Ειδικότερα, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, για τη θεμελίωση του ανυποστάτου, δεν αρκεί απλώς η ψηφοφορία στη συνέλευση προσώπων μη νομιμοποιούμενων, ως μετόχων ή αρυόντων το δικαίωμα ψήφου από πρόσωπα που δεν είχαν μετοχική ιδιότητα, αλλά απαιτείται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ψηφοδοσίας τέτοιων προσώπων και λήψης της απόφασης, ήτοι επίτευξης πλειοψηφίας με προσμέτρηση σ’ αυτήν της ψήφου των μη νομιμοποιούμενων προσώπων.

Τούτο καταδεικνύεται και με τη γραμματική διατύπωση "λαμβάνεται με ψήφους", υποδηλώνουσα ότι οι ψήφοι των μη νομιμοποιούμενων προσώπων πρέπει να υπήρξαν κρίσιμοι για τη λήψη της απόφασης. Πολύ περισσότερο, βεβαίως, στοιχειοθετείται το ανυπόστατο, όταν το σύνολο ή η συντριπτική πλειοψηφία των ψήφων προέρχεται από μη νομιμοποιούμενα πρόσωπα (μη μετόχους ή αρύοντα το δικαίωμα ψήφου από πρόσωπα που δεν είχαν μετοχική ιδιότητα).

Σημειώνεται δε ότι το πραγματικό του άρθρου 35γ, αναφερόμενο αποκλειστικά και μόνο σε πρόσωπα μη έχοντα μετοχική ιδιότητα, δεν ταυτίζεται με το πραγματικό του άρθρου 35α παρ. 5 στ. α’ ν. 2190/1920 που μπορεί να αφορά πρόσωπα έχοντα μεν τη μετοχική ιδιότητα, αλλά για διάφορους λόγους δεν δικαιούνται να ψηφίσουν ή πρόσωπα χωρίς μετοχική ιδιότητα που παρίστανται στη συνέλευση, αλλά δεν ψηφίζουν.

Στην ένδικη υπόθεση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με τις προσβληθείσες με τις από 23/9/2010 και 6/10/2010 αγωγές των Π. Δ. κλπ, αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων και διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών ... ΑΕ και ... ΑΕ, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω, στο μετοχικό κεφάλαιο της δέκατης ένατης εναγόμενης της πρώτης αγωγής και πρώτης εναγόμενης της δεύτερης αγωγής, ήτοι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕ" (στο εξής "... ΑΕ") συμμετέχουν πραγματικά (όχι εικονικά) ο Ι. Δ. και η Κ. Δ., έκαστος κατά ποσοστό 33,33% και με 84.000 μετοχές-ψήφους επί συνόλου 252.000 μετοχών-ψήφων. Ο τρίτος πραγματικός μέτοχος, ο οποίος συμμετέχει με το ίδιο ποσοστό (33,33%) και με τον ίδιο αριθμό μετοχών-ψήφων που συμμετέχουν και οι υπόλοιποι είναι ο Ν.

Δ., δεδομένου ότι η συμμετοχή της θυγατέρας του Μ. Δ., όπως ήδη έχει κριθεί, είναι εικονική και υποκρύπτει συμμετοχή του ίδιου. Επομένως, για όσους λόγους έχουν ήδη αναφερθεί παραπάνω, οι ισχυρισμοί που επαναφέρουν οι εναγόμενοι - εκκαλούντες Ν. Δ. και "... ΑΕ" περί εικονικής συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιό της των Μ., Ι.

και Κ. Δ., είναι ουσιαστικά βάσιμοι μόνο ως προς τη Μ. Δ., ενώ για τους λοιπούς μετόχους, ήτοι τους Ι. και Κ. Δ., κρίνονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, το οποίο εκλέχθηκε με πενταετή θητεία, δυνάμει της από 30-6-2009 τακτικής γενικής συνέλευσης των μετόχων της και συγκροτήθηκε σε σώμα δυνάμει της από 5-7-2009 απόφασής του (καταχωρίσεις των οικείων πρακτικών της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου στο ΜΑΕ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνης στις 28-7-2009 και δημοσίευση των καταχωρίσεων στο ΦΕΚ 9590/4-8-2009, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), αποτελείται από το Ν.

Δ., ως πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο, την Π. Δ., ως αντιπρόεδρο και τους Μ., Ι. και Κ. Δ. ως μέλη. Ο Ν. Δ., όμως, επικαλούμενος ότι είναι ο μοναδικός μέτοχος της εν λόγω εταιρείας, καθώς η συμμετοχή σ’ αυτήν ως μετόχων των τέκνων του Μ., Ι. και Κ. είναι εικονική, εμφανίσθηκε στις 30-6-2010 μόνος του, σε δήθεν αυτόκλητη καθολική γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας ως κύριος του συνόλου των μετοχών της και αποφάσισε κατ’ αυτήν, την παύση του προαναφερόμενου διοικητικού συμβουλίου της και το διορισμό νέου διοικητικού συμβουλίου αποτελούμενου από τον ίδιο και τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των εναγόμενων της δεύτερης αγωγής, ήτοι τους Γ.

Α. του Θ., Μ. Κ. του Ι. και Ι. Φ. του Ε.. Το νέο αυτό διοικητικό συμβούλιο συγκροτήθηκε σε σώμα δυνάμει της από 1-7-2010 απόφασής του με την οποία εξελέγη ως πρόεδρος αυτού ο Ν. Δ. και αποφασίσθηκε η εκπροσώπηση της εταιρείας από τον ίδιο και τη θυγατέρα του Μ. και δη, από τον καθένα εξ αυτών ξεχωριστά. Τα πρακτικά των παραπάνω συνεδριάσεων της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου καταχωρίσθηκαν στο ΜΑΕ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνης την 21-7-2010 και η ανακοίνωση της καταχώρισής τους δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ με αριθμό 8485/27-7-2010.

Υπό τα άνω δεδομένα..., η προαναφερόμενη από 30-6-2010 απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας "... ΑΕ" είναι ανυπόστατη, διότι ελήφθη με ψήφους μη νομιμοποιούμενων προσώπων, δηλαδή με ψήφους οι οποίοι δεν ανήκουν στο Ν. Δ. αλλά στα τέκνα του Ι. και Κ. Δ., οι οποίοι δεν συμμετείχαν και δεν ψήφισαν στη γενική συνέλευση, παρότι συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος των ψήφων που απαιτούνται για τη λήψη απόφασης.

Κατά συνέπεια, το μεν νομίμως διορισθέν δυνάμει της από 30-6-2009 απόφασης της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας διοικητικό της συμβούλιο ουδέποτε ανακλήθηκε το δε νεοδιορισθέν με την από 30-6-2010 ανυπόστατη απόφαση της γενικής συνέλευσης διοικητικό συμβούλιο είναι νομικώς ανύπαρκτο.... Περαιτέρω, η από 1-7-2010 απόφαση συγκρότησης σε σώμα του νεοδιορισθέντος αυτού διοικητικού συμβουλίου είναι επίσης ανυπόστατη, αφού προέρχεται από νομικώς ανύπαρκτο όργανο της εταιρείας.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο κατά παραδοχή της δεύτερης αγωγής και αφού απέρριψε την προαναφερόμενη ένσταση εικονικότητας που προέβαλαν οι εναγόμενοι - εκκαλούντες, αναγνώρισε το ανυπόστατο των ως άνω αποφάσεων της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας "...

ΑΕ", ορθά κατ’ αποτέλεσμα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω και με εσφαλμένες εν μέρει αιτιολογίες οι οποίες αντικαθίστανται με αυτές της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), όσα δε αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, ήτοι η παραπάνω εταιρεία και ο Ν. Δ. με τις υπό κρίση τρίτη και τέταρτη εφέσεις, αντίστοιχα, κρίνονται κατ’ ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα.

Μετά ταύτα η τρίτη έφεση (της εταιρείας "... ΑΕ") με την οποία προσβάλλεται μόνο το κεφάλαιο της εκκαλούμενης που αφορά τη δεύτερη αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη....Όπως προαναφέρεται, στο μετοχικό κεφάλαιο της εικοστής έκτης εναγόμενης της πρώτης αγωγής και πρώτης εναγόμενης της τρίτης αγωγής, ήτοι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... (...) ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ-...

ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (στο εξής, "... ΑΕ"), συμμετέχουν πραγματικά (όχι εικονικά) η Π. Δ. με 176.100 μετοχές-ψήφους, δηλαδή κατά ποσοστό 60%, και οι Μ. Φ., Ι. Δ. και Κ. Δ. με 29.350 μετοχές-ψήφους και κατά ποσοστό 10% έκαστος. Ο πέμπτος πραγματικός μέτοχος, ο οποίος συμμετέχει στο κεφάλαιο της εταιρείας με 29.350 μετοχές-ψήφους, δηλαδή κατά ποσοστό 10%, είναι ο Ν.

Δ., δεδομένου ότι η συμμετοχή της θυγατέρας του Μ. Δ., όπως έχει ήδη κριθεί, είναι εικονική και υποκρύπτει συμμετοχή του ίδιου. Επομένως, για όσους λόγους έχουν ήδη αναφερθεί παραπάνω, οι ισχυρισμοί που επαναφέρουν οι εναγόμενοι-εκκαλούντες Ν. Δ. και "... ΑΕ" περί εικονικής συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας της Π.

Φ., του Μ. Φ. και των Μ., Ι. ναι Κ. Δ., είναι ουσιαστικά βάσιμοι μόνο ως προς η Μ. Δ., ενώ για τους λοιπούς μετόχους, ήτοι τους Π. και Μ. Φ. και Ι. και Κ. Δ., κρίνονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας το οποίο εκλέχθηκε με πενταετή θητεία, δυνάμει της από 30-6-2008 τακτικής γενικής συνέλευσης των μετόχων της και συγκροτήθηκε σε σώμα δυνάμει της από 1-7-2008 απόφασής του (καταχωρίσεις των οικείων πρακτικών της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου στο ΜΑΕ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνης στις 6-8-2008 και δημοσίευση των καταχωρίσεων στο ΦΕΚ 9534/21-8-2008, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), αποτελείται από την Π.

Δ., ως πρόεδρο και διευθύνουσα σύμβουλο, το Μ. Φ., ως αντιπρόεδρο και τους Μ. και Κ. Δ., ως μέλη. Ο Ν. Δ., όμως, επικαλούμενος ότι είναι ο μοναδικός μέτοχος της εν λόγω εταιρείας, δηλαδή ότι η συμμετοχή σ’ αυτήν ως μετόχων όλων των παραπάνω προσώπων είναι εικονική, εμφανίσθηκε στις 24-8-2010, μόνος του, σε δήθεν αυτόκλητη καθολική γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας, ως κύριος του συνόλου των μετοχών της και αποφάσισε κατ’ αυτήν, την παύση του προαναφερόμενου διοικητικού συμβουλίου της και το διορισμό νέου διοικητικού συμβουλίου αποτελούμενου από τον ίδιο και τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των εναγομένων της τρίτης αγωγής, ήτοι τους Γ.

Α. του Θ., Μ. Κ. του Ι. και Ι. Φ. του Ε.. Το νέο αυτό διοικητικό συμβούλιο συγκροτήθηκε σε σώμα δυνάμει της από 25-8-2010 απόφασής του με την οποία εξελέγη ως πρόεδρος αυτού ο Ν. Δ. και αποφασίσθηκε η εκπροσώπηση της εταιρείας από τον ίδιο και τη θυγατέρα του Μ. και δη, από τον καθένα εξ αυτών ξεχωριστά. Τα πρακτικά των παραπάνω συνεδριάσεων της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου καταχωρίσθηκαν στο ΜΑΕ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνης στις 30-8-2010 και η ανακοίνωση της καταχώρησης δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 10464/8-9-2010, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ.

Υπό τα άνω δεδομένα...η προαναφερόμενη από 24-8-2010 απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας "... ΑΕ" είναι ανυπόστατη, διότι ελήφθη με ψήφους μη νομιμοποιούμενων προσώπων, δηλαδή με ψήφους οι οποίοι δεν ανήκουν στο Ν. Δ., αλλά στην Π. Φ., στο Μ. Φ. και στους Ι. και Κ. Δ., οι οποίοι δεν συμμετείχαν και δεν ψήφισαν στη γενική συνέλευση παρότι συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος των ψήφων που απαιτούνται για τη λήψη απόφασης.

Κατά συνέπεια, το μεν νομίμως διορισθέν δυνάμει της από 30-6-2008 απόφασης της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας διοικητικό της συμβούλιο ουδέποτε ανακλήθηκε το δε νεοδιορισθέν με την από 24-8-2010 ανυπόστατη απόφαση της γενικής συνέλευσης διοικητικό συμβούλιο είναι νομικώς ανύπαρκτο... Περαιτέρω, η από 25-8-2010 απόφαση συγκρότησης σε σώμα του νεοδιορισθέντος αυτού διοικητικού συμβουλίου είναι ανυπόστατη, αφού προέρχεται από νομικώς ανύπαρκτο όργανο της εταιρείας.

Η πρώτη και ο δεύτερος των εναγομένων της τρίτης αγωγής (εταιρεία "... ΑΕ" και Ν. Δ.) επαναφέρουν με τις εφέσεις τους τον ισχυρισμό που είχαν προβάλει και πρωτοδίκως, δηλαδή ότι η νομιμοποίηση του εξ αυτών Ν. Δ. εδράζεται στην ως άνω υπ’ αριθμ. 762/2010 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, με την οποία του επετράπη να συμμετέχει μεταξύ άλλων και στις γενικές συνελεύσεις της πρώτης εναγομένης ("...

ΑΕ") και να ψηφίζει κατ’ αυτές δια των μετοχών που φέρονται να ανήκουν στους Π., Μ., Ι. και Κ. Δ.. Ο παραπάνω ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος, ως νομικά αβάσιμος, διότι με την εισαγωγή της διάταξης του νέου άρθρου 35γ του ν. 2190/1920 με το άρθρο 44 του ν. 3604/2007, η λήψη της απόφασης με ψήφους προσώπων τα οποία εκ των υστέρων αποδεικνύεται ότι δεν ήταν μέτοχοι, δεν είναι πλέον μια απλή πλημμέλεια της συγκρότησης της γενικής συνέλευσης η οποία θα μπορούσε να καλυφθεί από προηγηθείσα άδεια σε μη μέτοχο να συμμετάσχει στη συνέλευση με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, αλλά μόνιμη πλημμέλεια που καθιστά τη ληφθείσα απόφαση ανύπαρκτη...Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο δεν δέχθηκε τον παραπάνω ισχυρισμό των εναγομένων-εκκαλούντων και αφού απέρριψε και την προαναφερόμενη ένσταση εικονικότητας που προέβαλαν αυτοί, έκανε δεκτή την τρίτη αγωγή και αναγνώρισε το ανυπόστατο των ως άνω από 24-8-2010 και 25-8-2010 αντίστοιχων αποφάσεων της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού της εναγόμενης εταιρείας "...

ΑΕ", ορθά κατ’ αποτέλεσμα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με τις υπό κρίση πρώτη και τέταρτη εφέσεις κρίνονται κατ’ ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα, δεδομένου και του ότι οι ελλιπείς ή εσφαλμένες αιτιολογίες της εκκαλουμένης, εφόσον το διατακτικό της είναι ορθό, συμπληρώνονται ή αντικαθίστανται αντίστοιχα, με αυτές της παρούσας απόφασης και δεν οδηγούν στην εξαφάνισή της (άρθρο 534 ΚΠολΔ)...".

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η από 30-6-2010 απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας "... ΑΕ" είναι ανυπόστατη, διότι ελήφθη με ψήφους μη νομιμοποιούμενων προσώπων, δηλαδή με ψήφους οι οποίοι δεν ανήκουν στο Ν. Δ., αλλά στα τέκνα του Ι. και Κ. Δ., δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 35γ ν. 2190/1920, για την εφαρμογή των οποίων συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις.

Ειδικότερα, εφόσον κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης η επίμαχη απόφαση της γενικής συνέλευσης λήφθηκε με μετοχές-ψήφους του αναιρεσείοντος, που του ανήκαν και εκπροσωπούσαν ποσοστό 33,33% του εταιρικού κεφαλαίου και με μετοχές-ψήφους, που δεν του ανήκαν και εκπροσωπούσαν το 66,66% του εταιρικού κεφαλαίου, η κατ’ αυτήν ψηφοφορία από τον αναιρεσείοντα και με τις μετοχές που δεν του ανήκαν (66,66%), ήταν κρίσιμη για την λήψη της απόφασης και το σχηματισμό της απαιτούμενης πλειοψηφίας (άρθρο 31 παρ. 1 ν. 2190/1920), λαμβανομένου υπόψη ότι επρόκειτο για γενική συνέλευση με φερόμενη εκπροσώπηση του 100% των μετοχών (και όχι του 33,33% που ανήκε στον αναιρεσείοντα).

Τούτο, διότι κατά το άρθρο 31 παρ. 1 ν. 2190/1920 οι αποφάσεις της γενικής συνελεύσεως λαμβάνονται κατ’ απόλυτη πλειοψηφία των εκπροσωπούμενων σ’ αυτήν ψήφων, το δε ζήτημα του ανυποστάτου της απόφασης της γενικής συνέλευσης συναρτάται με την κατ’ αυτήν ψηφοφορία.

Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου προς στοιχειοθέτηση της από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που διαλαμβάνονται στο οικείο μέρος του τέταρτου λόγου και του τρίτου πρόσθετου λόγου, αναφορικά με την επίμαχη γενική συνέλευση της εταιρείας "... ΑΕ" αβασίμως προβάλλονται. Επίσης, το Εφετείο, στο βαθμό που στήριξε την κρίση του περί ανυποστάτου της από 24-8-2010 απόφασης της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας "...

ΑΕ", και μόνον στο ότι αυτός, ενώ ήταν μέτοχος της εταιρείας κατά ποσοστό 10%, ψήφισε και για τις κρίσιμες για το σχηματισμό της απαιτούμενης πλειοψηφίας (άρθρα 29 παρ. 1 και 31 παρ. 1 ν. 2190/1920) μετοχές (90%) που δεν του ανήκαν, αλλά ανήκαν στην Π. Φ., στο Μ. Φ. και στους Ι. και Κ. Δ., δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 35γ παρ. 2 ν. 2190/1920, όπως μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη ο αναιρεσείων, κατά το οικείο μέρος του τέταρτου λόγου της αιτήσεως και του τρίτου πρόσθετου λόγου αυτής, ισχυριζόμενος αβασίμως, ότι μόνον όταν στη συνεδρίαση συμμετέχουν και ψηφίζουν πρόσωπα που στο σύνολό τους δεν είναι μέτοχοι ή δεν αντλούν δικαίωμα από μετόχους, στοιχειοθετείται ανυπόστατο της γενικής συνέλευσης, με την επιφύλαξη των παρακάτω αναφερόμενων, σχετικά με τον απορριφθέντα, ως μη νόμιμο, επικουρικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι ψήφισε κατά την επίμαχη γενική συνέλευση και με τις ψήφους των αντιδίκων του μετόχων, διότι του παρείχε το δικαίωμα αυτό η 762/2010 απόφαση (ασφαλιστικών μέτρων) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης.

Η απόφαση που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα έχει μεν προσωρινή ισχύ, με την έννοια ότι δεσμεύει και μπορεί να εκτελεστεί ενόσω δεν έχει καταλυθεί, όμως και μετά την κατάλυσή της καλύπτει μόνιμα με τον μανδύα της νομιμότητας τη διάπλαση που πραγματοποιήθηκε σε συμμόρφωση μ’ αυτήν, αφού κατά την κρατούσα γνώμη η κατάλυση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, επειδή ακριβώς δεν είναι αποτέλεσμα ένδικου μέσου (παρά μόνο στην περίπτωση του άρθρου 734 παρ. 3 ΚΠολΔ), δεν θίγει την αρχική νομιμότητα των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά την νομιμότητα της διατήρησής τους και συνεπώς δεν οδηγεί σε αναδρομική άρση των συνεπειών τους, προπάντων αν πρόκειται να θιγεί η ασφάλεια του δικαίου.

Έτσι, η κατάλυση, γενικώς, της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, μόνον κατ’ εξαίρεση έχει αναδρομικά αποτελέσματα, δηλαδή αν αφορά προσημείωση υποθήκης (άρθρο 1277 σε συνδυασμό με άρθρο 1331 και 1280 εδ.β ΑΚ) ή στην περίπτωση του άρθρου 730 παρ. 2 ΚΠολΔ και βέβαια όταν πρόκειται για απόφαση προσωρινής ρύθμισης της νομής ή κατοχής που εξαφανίσθηκε ύστερα από έφεση.

Αντίστοιχα, δεν ανατρέπεται αναδρομικά, αλλά μόνον για το μέλλον και το δεδικασμένο, που απορρέει από την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων και καλύπτει αυθεντικά το αντικείμενο της σχετικής δίκης. Ως κατάλυση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων νοούνται συστηματικά οι περιπτώσεις της αυτοδίκαιης αποδυνάμωσής της (άρθρα 693 παρ. 2, 694 παρ. 2, 715 παρ. 5, 727, 729 παρ. 5, 730 παρ.1 ΚΠολΔ), της ανάκλησης (μεταξύ άλλων σε περίπτωση τελεσίδικης επιδίκασης ή αποδίκασης του ουσιαστικού δικαιώματος) ή μεταρρύθμισής της με δικαστική απόφαση (άρθρα 696-698, 702 παρ. 2 εδ.

β’ ΚΠολΔ), όπως επίσης και η εξαφάνιση ειδικά της απόφασης προσωρινής ρύθμισης της νομής ή κατοχής ύστερα από έφεση κατά το άρθρο 734 παρ. 3 ΚΠολΔ, ενώ υπό ευρεία έννοια κατάλυση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων συνιστά και η ανάλωσή της κατά το περιεχόμενό της με εκούσια προς αυτή συμμόρφωση, αναγκαστική εκτέλεσή της ή και εκ των πραγμάτων (βλ.

ΑΠ 75/2014). Ειδικότερα δε στην περίπτωση της ανάκλησης απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, η ανάκληση αυτή δεν ενεργεί αναδρομικά και συνεπώς η εκ του προσωρινού δεδικασμένου δεσμευτικότητά της ισχύει για όσο χρονικό διάστημα ίσχυε η απόφαση αυτή, οι δε ενεργηθείσες με βάση αυτήν πράξεις και οι εξ αυτών έννομες συνέπειες (εκτέλεση) δεν ανατρέπονται, δεν θεωρούνται δηλαδή σαν να μη έγιναν και μάλιστα αναδρομικώς, αλλά με την ανάκληση παύει να αναπτύσσει έννομες συνέπειες (ΑΠ 1392/2009).

Εκ τούτων παρέπεται, ότι δεν είναι ανυπόστατη απόφαση γενικής συνέλευσης για το λόγο ότι στη λήψη της απόφασης κρίσιμοι υπήρξαν οι ψήφοι προσώπων, που ψήφισαν, ως μέτοχοι, αντλώντας το δικαίωμα αυτό από απόφαση ασφαλιστικών μέτρων που τους το επέτρεψε (κατά πιθανολόγηση της μετοχικής τους ιδιότητας), παρά το ότι στη συνέχεια στην τακτική δίκη κρίθηκε ότι δεν ήσαν μέτοχοι ή ανακλήθηκε η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων.

Τούτο, διότι η διάπλαση που πραγματοποιήθηκε σε συμμόρφωση με την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, καλύπτεται μόνιμα με το μανδύα της νομιμότητας, που από τη φύση του πράγματος αποκλείει το ανυπόστατο και εντεύθεν δεν υπάγεται η περίπτωση αυτή στο πραγματικό του άρθρου 35γ ν. 2190/1920, η ρύθμιση του οποίου δεν απέβλεψε στην αναδρομική ανατροπή των αποτελεσμάτων της προσωρινής δικαστικής προστασίας και την ανασφάλεια του δικαίου, αλλά στον αυστηρό προσδιορισμό και περιορισμό του ανυποστάτου, προς άρση των αμφισβητήσεων που είχαν ανακύψει στο παρελθόν (πριν το ν. 3604/2007).

Τα παραπάνω δεν έρχονται σε αντίθεση με την ΟλΑΠ 20/2015, δεχθείσα, ότι αν το μέτρο που ορίστηκε με προσωρινή διαταγή και παραβιάστηκε, συνίσταται στην απαγόρευση διάθεσης του πράγματος, η μεταγενέστερη της προσωρινής διαταγής διάθεση (εκποίηση) επάγεται ακυρότητα, ο δε υπερού εκδόθηκε η παραβιασθείσα προσωρινή διαταγή δανειστής που δικαιώθηκε, στην τακτική επί της διαφοράς με τον καθού (η προσωρινή διαταγή) δίκη, διατηρεί, παρά την απόρριψη της αιτήσεώς του, έννομο συμφέρον, να επικαλεστεί την υπέρ αυτού παραμένουσα σχετική ακυρότητα της απαγορευμένης διάθεσης, ως κύρωση για την παράβαση της προσωρινής διαταγής, διότι και οι ανωτέρω παραδοχές της ΟλΑΠ 20/2015 συνιστούν εμμονή στην νομιμότητα της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό την ισχύ και σε συμμόρφωση με την προσωρινή διαταγή.

Στην ένδικη περίπτωση, όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο περιεχόμενο των έγγραφων προτάσεων του αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αυτός, αμυνόμενος κατά της από 6/10/2010 αγωγής, αναφορικά με την προσβαλλόμενη απόφαση της γενικής συνέλευσης της εταιρείας "... ΑΕ", ισχυρίστηκε ότι ορθώς συμμετείχε σ’ αυτήν με την ιδιότητα του πραγματικού μοναδικού μετόχου της εταιρείας.

Επικουρικώς, ισχυρίστηκε, ότι σε κάθε περίπτωση είχε αναγνωριστεί δικαστικά ότι είναι μοναδικός πραγματικός μέτοχος των εταιρειών του ... Ν. Δ., με την 762/2010 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, που δημοσιεύθηκε, στις 24/8/2010 (δηλαδή αυθημερόν με τη επίμαχη συνεδρίαση) και η οποία απαγόρευσε στους αντιδίκους του να συμμετέχουν και να ψηφίζουν δια των μετοχών που φέρεται να κατέχουν στις γ.σ.

των εταιρειών του ..., μεταξύ των οποίων και της ανωτέρω εταιρείας και κατά συνέπεια νομίμως συγκλήθηκε η επίμαχη γενική συνέλευση, καθώς πραγματοποιήθηκε μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης, που του παρείχε το δικαίωμα να συμμετέχει και να ψηφίζει σ’ αυτήν, εκπροσωπώντας το 100% του μετοχικού κεφαλαίου.

Κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο άποψη, ο παραπάνω (επικουρικός) ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, όπως προβλήθηκε, ήταν νόμιμος και αρκούσε για τη νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος να ψηφίσει, κατά την επίμαχη γενική συνέλευση και με τις μετοχές των αντιδίκων του μετόχων, χωρίς να απαιτείται για τη νομιμότητά του η επίκληση άλλων περιστατικών, ώστε ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως και ο τρίτος πρόσθετος λόγος, κατά το υπόλοιπο ορθώς εκτιμώμενο μέρος τους, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 35γ ν. 2190/1920, είναι βάσιμος.

Λυσιτελώς δε προβάλλεται, εφόσον, συναπτόμενος με πραγματικό διαφορετικών κανόνων δικαίου, που αφορούν το κύρος πράξεων που έλαβαν χώρα υπό την ισχύ και σε εκτέλεση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, δεν ερευνήθηκε κατά την ουσιαστική του βασιμότητα. Το μέλος του Δικαστηρίου, αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας διατύπωσε την ακόλουθη άποψη:

Ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως και τρίτος πρόσθετος λόγος αυτής, κατά το αμέσως παραπάνω μέρος τους, αλυσιτελώς προβάλλονται. Τούτο, διότι ναι μεν ισχύουν τα ανωτέρω αναφερθέντα, ως προς τη νομιμοποιητική λειτουργία της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, όμως, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος, κατά το νοηματικό περιεχόμενο των ανωτέρω ισχυρισμών του, ότι ψήφισε και με τις μετοχές που δεν του ανήκαν, δυνάμει και σε εκτέλεση της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, προβάλλει εκτέλεση της απόφασης αυτής.

Προκείμενης δε εκτελέσεως αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, ρυθμιστικών προσωρινώς της καταστάσεως, κατά τη διάταξη που υποχρέωνε τους αντιδίκους του σε παράλειψη, έφερε καταψηφιστικό χαρακτήρα, χωρίς να επικαλεστεί (ο αναιρεσείων) την απαραίτητη προς τούτο προϋπόθεση, ήτοι την επίδοση επιταγής και την παρέλευση είκοσι τεσσάρων ωρών από την επίδοση (άρθρο 700 παρ. 2 εδ.

β’ ΚΠολΔ), στους μετόχους, στους οποίους απαγορεύθηκε να συμμετέχουν και να ψηφίζουν δια των μετοχών που φέρεται να κατέχουν. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 35β παρ. 1, 4 εδ. α’ , 5 και 6 του ν. 2190/1920, σε περίπτωση που δεν υπήρξε σύγκληση της γενικής συνέλευσης ή το περιεχόμενο της απόφασής της είναι αντίθετο στο νόμο ή το καταστατικό, η απόφαση είναι άκυρη.

Η ακυρότητα μπορεί να προβληθεί από κάθε πρόσωπο, μέτοχο ή τρίτο, που έχει έννομο συμφέρον, εντός προθεσμίας ενός (1) έτους από την υποβολή του σχετικού πρακτικού στην αρμόδια αρχή ή, εάν η απόφαση υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώρισή της στο Μητρώο. Η ακυρότητα μπορεί να ληφθεί υπόψιν και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο εντός της προθεσμίας της παραγράφου 4.

Η δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει την ακυρότητα απόφασης της γενικής συνέλευσης υποβάλλεται στη δημοσιότητα του άρθρου 7β. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι η ακυρότητα της απόφασης γενικής συνέλευσης στις παραπάνω περιπτώσεις, επέρχεται αυτοδικαίως από τη λήψη της (άρθρο 180 ΑΚ) και δεν κηρύσσεται με δικαστική απόφαση.

Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός τροποποιήθηκε με το ν. 3604/2007, ορίζεται ότι "η ανώνυμος εταιρεία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του Διοικητικού αυτής Συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν’ αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στην δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν. 3604/2007, "Επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχείρισης και εκπροσώπησης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη...

Τα πρόσωπα αυτά μπορούν, εφόσον δεν το απαγορεύει το καταστατικό και προβλέπεται από τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου, να αναθέτουν περαιτέρω την άσκηση των εξουσιών που τους ανατέθηκαν ή μέρους τούτων σε άλλα μέλη ή τρίτους ...". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190/1920, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα Δικαστήρια και εξωδίκως και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού.

Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ. 1) το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ. 1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις.

Έτσι, η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχειρίσεως όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας. Το καταστατικό, δηλαδή, προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασισθεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3 μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του ΔΣ ή διευθυντές της εταιρίας.

Προϋποθέτει, όμως, σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας.

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, σχετικά με την προσβληθείσα, με την από 6/10/10 αγωγή των Π. Φ. κλπ, γενική συνέλευση της εταιρείας ... ΑΕ, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η πρώτη εναγόμενη της τέταρτης αγωγής, ήτοι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", συνεστήθη δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...5-2-2003 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Ρεθύμνης Ι.

Σ.-Π., κατόπιν και της υπ’ αριθμ ...-2-2003 εγκριτικής απόφασης-άδειας του νομάρχη Ρεθύμνης, με ιδρυτές την έβδομη εναγόμενη της ίδιας αγωγής, ήτοι την προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρεία "... ΑΕ" και το Ν. Δ..... Το μετοχικό της κεφάλαιο ορίσθηκε σε 60.000 ευρώ, διηρημένο σε 800 ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας 75 ευρώ έκαστη, και καλύφθηκε από τους ιδρυτές της και συγκεκριμένα, κατά το ποσό των 59.925 ευρώ από την εταιρεία "...

ΑΕ", η οποία ανέλαβε 799 μετοχές και κατά το ποσό των 75 ευρώ από το Ν. Δ. ο οποίος ανέλαβε μία μετοχή. Επομένως, στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας συμμετέχουν με τις παραπάνω μετοχές-ψήφους η εταιρεία "... ΑΕ" κατά ποσοστό 99,875% και ο Ν. Δ. κατά ποσοστό 0,125%. Το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, το οποίο εκλέχθηκε με πενταετή θητεία δυνάμει της από 29-6-2009 τακτικής γενικής συνέλευσης των μετόχων της και συγκροτήθηκε σε σώμα δυνάμει της από 5-7-2009 απόφασής του..., αποτελείται από το Ν.

Δ. ως πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο, την Π. Δ. ως αντιπρόεδρο και τους Μ., Ι. και Κ. Δ., ως μέλη. Όμως, την 1-7-2010 και δη, αμέσως μετά την προαναφερόμενη μη νόμιμη εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου της μητρικής εταιρείας "... ΑΕ", εμφανίσθηκαν σε δήθεν αυτόκλητη καθολική γενική συνέλευση των μετόχων της θυγατρικής εταιρείας "...

ΑΕ", ο Ν. Δ. υπό την ιδιότητα του μετόχου της (κυρίου μιας μετοχής της) και ο Η. Ν. του Γ. υπό την επίκληση ότι του έχει παρασχεθεί η εξουσία εκπροσώπησης της άλλης μετόχου, ήτοι της εταιρείας "... ΑΕ", και αποφάσισαν την παύση του προαναφερόμενου διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας "... ΑΕ" και το διορισμό νέου διοικητικού συμβουλίου αποτελούμενου από το Ν.

Δ. και τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των εναγομένων της τέταρτης αγωγής, ήτοι τους Γ. Α. του Θ., Μ. Κ. του Ι. και Ι. Φ. του Ε.. Το νέο αυτό διοικητικό συμβούλιο συγκροτήθηκε σε σώμα δυνάμει της από 1-7-2010 απόφασής του με την οποία εξελέγη, ως πρόεδρος αυτού Ν. Δ. και αποφασίσθηκε η εκπροσώπηση της εταιρείας από τον ίδιο και τη θυγατέρα του Μ.

και δη, από τον καθένα εξ αυτών ξεχωριστά. Τα πρακτικά των παραπάνω συνεδριάσεων της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου καταχωρίσθηκαν στο ΜΑΕ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνης την 21-7-2010 και η ανακοίνωση της καταχώρησής τους δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 8485/27-7-2010, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ. Όμως, η προαναφερόμενη εκπροσώπηση της μετόχου εταιρείας "...

ΑΕ" στη γενική συνέλευση της εταιρείας "... ΑΕ" δεν ήταν νόμιμη, αφού το διοικητικό συμβούλιο της πρώτης εταιρείας ("... ΑΕ"), το οποίο είχε εκλεγεί νόμιμα δυνάμει της ως άνω από 30-6-2009 τακτικής γενικής συνέλευσής της, ουδέποτε εξουσιοδότησε τον Η. Ν. να την εκπροσωπήσει στη γενική συνέλευση της εταιρείας "... ΑΕ".

Το εν λόγω (νόμιμο) διοικητικό συμβούλιο άλλωστε, ουδέποτε έλαβε πρόσκληση για σύγκληση της γενικής συνέλευσης της εταιρείας "... ΑΕ", ώστε να ορίσει τους εκπροσώπους που θα ελάμβαναν μέρος στη γενική συνέλευση σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 εδ. β’ του ν. 2190/1920. Οι εναγόμενοι-εκκαλούντες ισχυρίζονται, όπως και πρωτοδίκως, ότι ο εξ αυτών Ν.

Δ. ήταν ούτως ή άλλως εκπρόσωπος της μητρικής εταιρείας "... ΑΕ", δηλαδή και με βάση την προηγούμενη από 5-7-2009 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της και συνεπώς, υπό οποιαδήποτε εκδοχή, θα μπορούσε να την είχε εκπροσωπήσει ο ίδιος στη γενική συνέλευση της θυγατρικής εταιρείας "... ΑΕ" ή να είχε εξουσιοδοτήσει τρίτα πρόσωπα για να την εκπροσωπήσουν, όπως έπραξε στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία εξουσιοδότησε τον Η.

Ν.. Το επιχείρημα αυτό των εκκαλούντων όμως, δεν αναιρεί τις προαναφερόμενες κρίσεις του Δικαστηρίου, διότι στην προκειμένη περίπτωση, δεν παραστάθηκε στη γενική συνέλευση ο ίδιος ο Ν. Δ. ως εκπρόσωπος της εταιρείας "... ΑΕ" διορισθείς από το νόμιμο διοικητικό της συμβούλιο, ούτε αρύσθηκε το οποιοδήποτε δικαίωμά του για παροχή ειδικής πληρεξουσιότητας σε τρίτο πρόσωπο από το ίδιο νομίμως εκλεγέν διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, αλλά από ένα ανύπαρκτο νομικά διοικητικό συμβούλιο του οποίου η απόφαση περί διορισμού του ως εκπροσώπου της ήταν ανυπόστατη και συνεπώς, δεν επέφερε καμμία έννομη συνέπεια.

Δηλαδή, η νομιμοποίηση του Ν. Δ. να προβαίνει στις παραπάνω ενέργειες, η οποία είναι το κρίσιμο ζήτημα εν προκειμένω, δεν μπορεί να στηρίζεται κατά το δοκούν, είτε στο υποστατό είτε στο ανυπόστατο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας "... ΑΕ" με το επιχείρημα ότι και τα δύο διοικητικά συμβούλια είχαν ορίσει ως εκπρόσωπο της εταιρείας τον ίδιο.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, ο Η. Ν. ο οποίος δεν εξουσιοδοτήθηκε από το νομίμως αντιπροσωπεύον την εταιρεία "... ΑΕ" όργανό της, δεν είχε την εξουσία να την εκπροσωπήσει και συνεπώς αυτή δεν θεωρείται ότι παραστάθηκε και συμμετείχε στην από 1-7-2010 γενική συνέλευση της εταιρείας "... ΑΕ", η δε βούληση του Η. Ν.

η οποία εκφράσθηκε κατά τη διαδικασία της ψηφοφορίας δεν δύναται να καταλογισθεί στη φερόμενη ως εκπροσωπηθείσα απ’ αυτόν εταιρεία. Περαιτέρω, η από 1-7-2010 γενική συνέλευση η οποία συνήλθε χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων σύγκλησής της δεν δύναται να χαρακτηρισθεί ως καθολική, ώστε να ήταν δυνατή η συγκρότησή της άνευ προσκλήσεως (άρθρο 26 παρ. 3 ν. 2190/ 1920), αφού σ’ αυτήν δεν παραστάθηκαν ούτε αντιπροσωπεύθηκαν όλοι οι μέτοχοι της εταιρείας "...

ΑΕ". Μάλιστα, δεν παραστάθηκε κατ’ αυτήν η μέτοχος που συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος των ψήφων που απαιτούνται για τη λήψη απόφασης. Η έλλειψη αυτή σύγκλησης της γενικής συνέλευσης καθιστά την προαναφερόμενη απόφασή της άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 35β του ν. 2190/1920, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες της τέταρτης αγωγής με την επικουρική βάση της και όχι ανυπόστατη, όπως εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά παραδοχή της κύριας βάσης της αγωγής, δεδομένου ότι η καθολική συμμετοχή των μετόχων ή η συγκέντρωση του απαιτούμενου ποσοστού απαρτίας δεν αποτελούν στοιχεία του πραγματικού της γενικής συνέλευσης, ώστε σε περίπτωση έλλειψής τους να καθίσταται, η απόφασή της ανυπόστατη, οι δε λόγοι που καθιστούν μια απόφαση ανυπόστατη σύμφωνα με το άρθρο 35γ του ν. 2190/1920 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην περίπτωση της ψευδεπίγραφης καθολικής γενικής συνέλευσης, όπως ήταν η προαναφερόμενη...Η παραπάνω επικουρική βάση της αγωγής εξάλλου, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην οικεία μείζονα σκέψη, ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο τούτο, διότι το προαναφερόμενο σφάλμα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, για το οποίο βασίμως παραπονούνται οι εκκαλούντες Ν.

Δ. και εταιρεία "... ΑΕ" με τις δεύτερη και τέταρτη εφέσεις, αντίστοιχα, έχει σαν συνέπεια την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την έρευνα των επικουρικών βάσεων της αγωγής που δεν ερευνήθηκαν πρωτοδίκως. Περαιτέρω, ως εκ της διαπιστωθείσης ακυρότητας της παραπάνω απόφασης, η οποία επομένως, δεν παράγει την εκ του πραγματικού αυτής σκοπούμενη ενέργεια...

το μεν διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας "... Α.Ε.", το οποίο είχε διορισθεί νόμιμα δυνάμει της από 29-6-2009 απόφασης της γενικής συνέλευσης των μετόχων της, ουδέποτε ανακλήθηκε το δε νεοδιορισθέν δυνάμει της άκυρης απόφασης διοικητικό συμβούλιο είναι νομικώς ανύπαρκτο και ως εκ τούτου, η από 1-7-2010 απόφαση του τελευταίου περί συγκρότησής του σε σώμα είναι ανυπόστατη, αφού προέρχεται από νομικώς ανύπαρκτο όργανο της εταιρείας (πρβλ.

άρθρο 313 παρ. 1α ΚΠολΔ), όπως ορθά έκρινε κατ’ αποτέλεσμα και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Οι ενάγοντες της τέταρτης αγωγής, εξάλλου, ήτοι οι Π., Ι. και Κ. Δ., ως μέλη του νομίμως διορισθέντος διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης εταιρείας "... ΑΕ", έχουν έννομο συμφέρον να προβάλουν τις προαναφερόμενες πλημμέλειες των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου της, αφού και μόνο εκ της οργανικής σχέσης τους πηγάζει το συμφέρον τους για τη νόμιμη λειτουργία της εταιρείας.

Στην προκειμένη περίπτωση, πάντως, οι ενάγοντες υφίστανται και βλάβη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, διότι μ’ αυτές απώλεσαν τη θέση τους ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης εταιρείας "... ΑΕ"...". Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 35β παρ. 1, 4, 5 ν. 2190/1920, που εφάρμοσε το Εφετείο, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις τους και 26 παρ. 3 ίδιου νόμου, που δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της.

Προς στοιχειοθέτηση δε της επίμαχης πλημμέλειας προβάλλονται, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου τους, οι αιτιάσεις, ότι ο αναιρεσείων εγκύρως είχε ορίσει τον Η. Ν., ως εκπρόσωπο της "... ΑΕ" για να παραστεί και ψηφίσει με τις μετοχές της στην κρίσιμη γενική συνέλευση των μετόχων της "... ΑΕ", την 1/7/2010, καθόσον η θητεία του (αναιρεσείοντος), ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου, διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της "...

ΑΕ", ορισθέντος με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου που είχε εκλεγεί νομίμως με την προγενέστερη από 29/6/2009 απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της, δεν είχε λήξει και ως εκ τούτου είχε με βάση το καταστατικό και την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου περί συγκροτήσεώς του σε σώμα και εκπροσωπήσεως της εταιρείας, την εξουσία είτε να παραστεί στη γενική συνέλευση των μετόχων της θυγατρικής εταιρείας "...

ΑΕ" και να ψηφίσει ο ίδιος με τις μετοχές της εταιρείας, είτε να ορίσει τρίτο πρόσωπο, ως εκπρόσωπο της μετόχου "... ΑΕ". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις, σχετιζόμενες με ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και όχι με παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Ειδικότερα, στην αναιρεσιβαλλομένη διαλαμβάνεται μόνον ότι το διοικητικό συμβούλιο που είχε εκλεγεί με την από 30/6/2009 απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας "... ΑΕ", συγκροτήθηκε σε σώμα δυνάμει της από 5-7-2009 απόφασής του, αποτελούμενο από το Ν. Δ., ως πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο, την Π.

Δ., ως αντιπρόεδρο και τους Μ., Ι. και Κ. Δ. ως μέλη, χωρίς κάποια θετική παραδοχή περί χορηγήσεως στον αναιρεσείοντα με την ως άνω απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, κατά σχετική πρόβλεψη του καταστατικού, εξουσίας υποανάθεσης (άρθρο 22 παρ. 3 εδ. γ’ ν. 2190/1920) της εκπροσώπησης της εταιρείας σε άλλο μέλος ή τρίτο.

Αντιθέτως, σύμφωνα με τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το εκλεγέν διοικητικό συμβούλιο, δυνάμει της από 30/6/2009 τακτικής γενικής συνέλευσης της εταιρείας (... ΑΕ), ουδέποτε εξουσιοδότησε τον Η. Ν. να την εκπροσωπήσει στη γενική συνέλευση της εταιρείας ... ΑΕ, ούτε ο αναιρεσείων αρύστηκε το οποιοδήποτε δικαίωμά του για παροχή ειδικής πληρεξουσιότητας σε τρίτο πρόσωπο από το ίδιο νομίμως εκλεγέν διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας.

Συνεπώς και ο λόγος αυτός της αιτήσεως αβασίμως προβάλλεται.

Κατ’ ακολουθίαν όλων όσων αναφέρθηκαν, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι κατά το μέρος που απέρριψε, ως μη νόμιμο, τον πρωτοδίκως προβληθέντα και επαναφερθέντα με τον πέμπτο λόγο της από 24/5/2012 έφεσης του αναιρεσείοντος επικουρικό ισχυρισμό του, ότι η νομιμοποίησή του να συμμετέχει μεταξύ άλλων και στις γενικές συνελεύσεις της αναιρεσίβλητης "...

ΑΕ" και να ψηφίζει κατ’ αυτές δια των μετοχών που φέρονται να ανήκουν στους αναιρεσιβλήτους φυσικά πρόσωπα, εδράζεται στην 762/2010 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, κατ’ ακολουθίαν δε κατά το μέρος που απέρριψε, ως αβάσιμο, τον πέμπτο λόγο της ως άνω έφεσης, συναπτόμενο με το ανυπόστατο των ως άνω από 24/8/2010 και 25/8/2010 αντίστοιχων αποφάσεων της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης εταιρείας "...

ΑΕ", να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το ίδιο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ’ όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Τα δικαστικά έξοδα θα συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, στον καταθέσαντα τούτο, λόγω μερικής νίκης της αναιρεσείουσας στην αναιρετική δίκη (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αναίρεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, ως προς την 24η αναιρεσίβλητη και τους αναγκαίους ομοδίκους της 1η έως 4η από τους αναιρεσιβλήτους.

Αναιρεί μερικώς την 107/2014 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ίδιο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση και τους πρόσθετους λόγους αυτής.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά τους έξοδα.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ