1340/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου - Εισηγήτρια και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1340/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το τελευταίο συμβαίνει και στα εγκλήματα της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που προβλέπονται από τα άρθρα 229 παρ. 1, 224 παρ. 2 και 363 σε συνδυασμό με 362 του Π.Κ., για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως των οποίων απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει την γνώση ότι τα καταμηνυθέντα, ενόρκως κατατεθέντα ή ισχυριζόμενα ή διαδιδόμενα είναι ψευδή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1340 / 2016 (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1340/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου - Εισηγήτρια και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιουλίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Άννας Ζαΐρη και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Κ. Ν. του Μ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο και 2)Β. Ν. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 815/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ.2012/11-3-2016 κοινή αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 424/2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του Π.Κ., με την προβλεπόμενη σ’ αυτή ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι’ αυτήν. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την θεμελίωση του υπ’ αυτής προβλεπόμενου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση, με οποιονδήποτε τρόπο, σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού.
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 του Π.Κ., προκύπτει ότι για την θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στην γνώση του μάρτυρα, με την έννοια της βεβαιότητας - επίγνωσης, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή.
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ. προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου γεγονότος για κάποιον άλλον, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναληθείας του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη τού άλλου.
Ως γεγονός, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. "Τιμή" δε είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία εκπληρώσεως απ’ αυτό των ηθικών και νομικών κανόνων, ενώ "υπόληψη" είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική αξία του συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαιτέρων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δικ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.
Το τελευταίο συμβαίνει και στα εγκλήματα της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που προβλέπονται από τα άρθρα 229 παρ. 1, 224 παρ. 2 και 363 σε συνδυασμό με 362 του Π.Κ., για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως των οποίων απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει την γνώση ότι τα καταμηνυθέντα, ενόρκως κατατεθέντα ή ισχυριζόμενα ή διαδιδόμενα είναι ψευδή.
Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την γνώση αυτή, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθη-σαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποιθήσεώς του.
Επίσης, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δικ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί ότι αποδείχθηκαν στην διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως (Α.Π. 21/2016, Α.Π. 469/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες και δη τον πρώτο τούτων (Κ. Ν.) ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση και συκοφαντικής δυσφημήσεως και τον δεύτερο εξ αυτών (Β.
Ν.) ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφημήσεως και τους καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών τον πρώτο, ανασταλείσα επί τριετία και δεκαοκτώ (18) μηνών τον δεύτερο, μετατραπείσα προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: ".......
Ειδικότερα, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο πρώτος των κατηγορουμένων, Κ. Ν., στους προαναφερόμενους τόπο και χρόνο, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για αξιόποινες πράξεις και συγκεκριμένα ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου και του γραμματέα αυτού κατέθεσε σε βάρος του εγκαλούντος Π.
Δ., την από 17-10-2008 έγγραφη έγκλησή του, η οποία (έγκληση) έλαβε αριθμό Βιβλίου Μηνύσεων ... και στην οποία, μεταξύ άλλων, διέλαβε για τον εγκαλούντα ότι αυτός τέλεσε σε βάρος του το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και της εξύβρισης και ειδικότερα ανέφερε για αυτόν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "... ο ανωτέρω εγκαλούμενος Π.
Δ. προέβη στη διάδοση ειδήσεων και γεγονότων άκρως δυσφημιστικών, προσβλητικών και καταφανώς ψευδών και αναληθών για μένα, εν γνώσει του ψεύδους αυτών, με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή μου. Συγκεκριμένα ο ως άνω εγκαλούμενος, διένειμε χθες και σήμερα ένα φυλλάδιο σε φωτοτυπία, το οποίο είχε εκτυπώσει σε εκατοντάδες αντίγραφα, προφανώς συνταχθέν από τον ίδιο...
Το σύνολο των όσων αναφέρονται στο ανωτέρω φυλλάδιο και αφορούν το πρόσωπο μου τυγχάνουν ψευδή και συκοφαντικά για το πρόσωπο μου ενώ το αληθές είναι ότι ουδέποτε προέβην στην αναφερόμενη στο ανωτέρω φυλλάδιο κατασκευή βίλας, ούτε βέβαια επέβλεψα ουδεμία παράνομη κατασκευή ενήργησα με οποιαδήποτε ιδιότητα κατά την κατασκευή του ανωτέρω ακινήτου στην συγκεκριμένη περιοχή και ουδέποτε προέβην σε καμία από τις παράνομες και εγκληματικές πράξεις στις οποίες αναφέρεται ότι διέπραξα ο εγκαλούμενος και οι οποίες σχετίζονται με την κατασκευή του ανωτέρω ακινήτου, ούτε έχω στην ιδιοκτησία μου ή στην κατοχή μου το προπεριγραφόμενο ακίνητο.........
Επειδή η παραπάνω πράξη του εγκαλουμένου αποτελεί ποινικώς κολάσιμη πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τον ποινικό νόμο και συγκεκριμένα έχει τελέσει σε βάρος μου το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως (άρθρα 362, 363 ΠΚ) και της εξυβρίσεως (άρθρο 363 ΠΚ).......Εγκαλώ - μηνύω τον Π. Δ. ....... Αιτούμαι τη νόμιμη τιμωρία του......".
Τα ως άνω, όμως, καταγγελθέντα δια της από 17-10-2008 έγγραφης έγκλησης του κατηγορουμένου Κ. Ν., ήταν ψευδή και ο ίδιος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, καθόσον στην πραγματικότητα τα αναφερόμενα στο φυλλάδιο που διένειμε ο εγκαλών Π. Δ. ήσαν αληθή, ήτοι σε ακίνητο κείμενο στην αρχαία Τίρυνθα Αργολίδας και δη εντός των ορίων της ζώνης Α’ απόλυτης προστασίας του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου της Τίρυνθας, ιδιοκτησίας της θυγατέρας του παραπάνω κατηγορουμένου, εκτελούνταν αυθαίρετες οικοδομικές εργασίες καθ’ υπέρβαση των σχετικών εγκρίσεων της Α’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών αρχαιοτήτων και κατά παράβαση των προβλέψεων του Ν. 3028/2002, τις οποίες (αυθαίρετες εργασίες) επέβλεπε ο ίδιος ο κατηγορούμενος, καθόσον η θυγατέρα του ουδόλως ασχολείτο με την ανέγερση της εν λόγω οικοδομής.
Ειδικότερα, στο προαναφερόμενο ακίνητο η αρμόδια Αρχαιολογική Υπηρεσία Ναυπλίου είχε γνωστοποιήσει στην ανωτέρω ιδιοκτήτρια, θυγατέρα του κατηγορούμενου, ότι επιτρέπονται μόνο μικροεπισκευές της υφιστάμενης παλαιόθεν ισόγειας οικίας, χορηγώντας της δύο άδειες για το υπάρχον κτίσμα και για την περίφραξη (βλ.
την υπ. αριθμ. .../4-5-2005 χορηγηθείσα άδεια). Ωσαύτως, η αρμόδια Πολεοδομία Ναυπλίου χορήγησε στην ανωτέρω ιδιοκτήτρια άδεια δόμησης ως έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας, τις οποίες δεν τήρησε, προβαίνοντας σε περαιτέρω μη νόμιμες ενέργειες, οι οποίες ήδη χαρακτηρίσθηκαν αυθαίρετες. Ο τότε εγκαλών Π. Δ. με τη διανομή του περί ου ο λόγος εντύπου κατήγγειλε με οξύ τρόπο τη συμπεριφορά των υπαλλήλων της Πολεοδομίας και της Αρχαιολογίας για εγκληματική ολιγωρία, ενεργώντας από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και, δη, προκειμένου να προστατεύσει τα δημόσια αγαθά της εύρυθμης λειτουργίας των υπηρεσιών και επιδιώκοντας το νόμιμο έλεγχο της δράσης όλων των εμπλεκομένων προσώπων, ως κάτοικος της περιοχής, ο οποίος είχε αναπτύξει σχετική δράση, επιδιώκοντας την τήρηση της νομιμότητας και τον έλεγχο των εμπλεκομένων προσώπων.
Ο προαναφερόμενος κατηγορούμενος, δε, προέβη στην πράξη του αυτή με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του εγκαλούντος Π. Δ. για τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφήμησης και της εξύβρισης, όπως και έγινε εν μέρει, καθόσον ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη με την απευθείας παραπομπή του παραπάνω εγκαλούντος στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου - Ναυπλίου για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή, πλην αθωώθηκε των ανυπόστατων και ο βάσιμων κατηγοριών με την με αριθμό 184/2011 αμετάκλητη απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, καθόσον εκρίθη αφενός μεν ότι τα διαλαμβανόμενα στο επίδικο φυλλάδιο γεγονότα ήσαν αληθή, αφετέρου δε ο εγκαλών λειτούργησε από δεδικαιολογημένο ενδιαφέρον και δίχως σκοπό εξύβρισης.
Ωσαύτως, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε τα παραπάνω ειδικά αναφερόμενα ψευδώς, εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν τη τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος Π. Δ., ο οποίος είναι ιατρός, διότι τον παρουσίαζαν να ενεργεί παρανόμως, να διαπράττει αξιόποινη πράξη, [το πλημμέλημα της συκοφαντικής δυσφήμισης κατά συρροή], και ενείχαν αμφισβήτηση της προσωπικής και κοινωνικής του αξιοπρέπειας, περιήλθαν δε σε γνώση τρίτων προσώπων και δη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου και του Γραμματέα αυτού.
Τέλος, αποδείχθηκε ότι στους προαναφερόμενους τόπο και χρόνο, ο πρώτος κατηγορούμενος, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου και ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Α.Τ.
Ναυπλίου, οι οποίοι διενεργούσαν προκαταρκτική εξέταση, κατέθεσε για τον εγκαλούντα τα όσα αναλυτικά αναφέρονται ανωτέρω. Τα ως άνω, όμως, κατατεθέντα ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου και των προανακριτικών υπαλλήλων του Α.Τ. Ναυπλίου ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος Κ. Ν. τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω.
Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, Β. Ν., ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, ήτοι ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Α.Τ. Ναυπλίου, οι οποίοι διενεργούσαν προκαταρκτική εξέταση, κατέθεσε για τον εγκαλούντα : "...Τότε με πλησίασε ένα άτομο άγνωστο σε έμενα, μου είπε ότι είναι γιατρός και ονομάζεται Δ.
και μου έδωσε ένα φυλλάδιο. ... Τον ρώτησα "γιατρέ περί τίνος ακριβώς πρόκειται;" και μου απάντησε "πάρε να μάθεις για τον ξεφτιλισμένο δήμαρχο Νέας Τίρυνθας, γιατί είναι απατεώνας καραγκιόζης ...". Παράλληλα λέγοντας μου αυτά μοίραζε φυλλάδια σε διάφορους διερχόμενους, εγώ με χιούμορ του είπα "πρόκειται να πολιτευθείς για δήμαρχος;" και μου απάντησε "έχω πάρα πολλά να κάνω για αυτόν τον άνθρωπο, θα τον κάψω γιατί είναι μουνί"....".
Τα ως άνω, όμως, κατατεθέντα ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Α.Τ. Ναυπλίου ήταν ψευδή, καθόσον ουδέποτε ο εγκαλών αποκάλεσε τον Δήμαρχο Ν. Τίρυνθας Κ. Ν., ενώπιον του κατηγορουμένου Β. Ν., με τους παραπάνω βαρείς χαρακτηρισμούς, ο δε ως άνω κατηγορούμενος τελούσε προδήλως εν γνώσει της αναλήθειας αυτών.
Τέλος, ο προαναφερόμενος κατηγορούμενος, ισχυριζόμενος τα ανωτέρω [αναφερόμενα ψευδή γεγονότα], με πρόθεση έβλαψε την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος Π. Δ., ο οποίος είναι ιατρός, διότι τον παρουσίαζαν να ενεργεί παρανόμως, να δια-πράττει αξιόποινη πράξη (το πλημμέλημα της εξύβρισης) και ενείχαν αμφισβήτηση της προσωπικής και κοινωνικής του αξιοπρέπειας, περιήλθαν δε σε γνώση τρίτων προσώπων και δη των προανακριτικών υπαλλήλων του Α.Τ.
Ναυπλίου. Βέβαια οι κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν ότι όταν κατέθεσαν τα ανωτέρω δεν είχαν δόλο και δεν είχαν σκοπό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του παθόντος. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι όπως ήδη προαναφέρεται, ο πρώτος κατηγορούμενος γνώριζε τόσο τις εκδοθείσες άδειες, όσο και το περιεχόμενό τους και επιπλέον επόπτευε τις εργασίες στο ακίνητο.
Συνεπώς, οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των αποδιδόμενων σε αυτούς κατηγοριών, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στο διατακτικό της απόφασης".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δικ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως για τα οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1, 224 παρ.2 και 363 σε συνδυασμό με 362 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή, με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία, ουδέ στέρησε την απόφασή του της νομίμου βάσεώς της.
Ειδικότερα: α) ως προς την ψευδή καταμήνυση, εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο τελέστηκε αυτή, ότι, δηλαδή, ο πρώτος αναιρεσείων υπέβαλε κατά του εγκαλούντος την από 17.10.2008 έγκλησή του, καθώς και ότι τα περιστατικά που αναφέρονται σ’ αυτήν ήταν ψευδή, ήτοι ότι ο εγκαλών τέλεσε σε βάρος του το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της εξυβρίσεως, αιτιολογείται δε ότι ο πρώτος αναιρεσείων είχε σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος για τα ως άνω αδικήματα, όπως και έγινε εν μέρει, καθόσον ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, για την οποία και αθωώθηκε με την υπ’ αριθμ. 184/2011 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, β) Ως προς την ψευδορκία μάρτυρα, προσδιορίζεται ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στην ως άνω έγκληση του πρώτου αναιρεσείοντος, τα οποία αυτός εβεβαίωσε ενόρκως κατά τις ως άνω ένορκες εξετάσεις του, ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου και ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Α.Τ.
Ναυπλίου, προσέτι δε ότι τα γεγονότα, για τα οποία κατέθεσε ενόρκως ο δεύτερος αναιρεσείων, ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Α.Τ. Ναυπλίου, ήταν ψευδή. Και γ) ως προς την συκοφαντική δυσφήμηση παρατίθενται στην απόφαση τα δυσφημιστικά για τον εγκαλούντα γεγονότα που περιλαμβάνονται, καθ’ όσον μεν αφορά στον πρώτο αναιρεσείοντα, τόσον στην ως άνω έγκληση, που υποβλήθηκε από αυτόν (πρώτο αναιρεσείοντα) στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου, όσον και στις ως άνω ένορκες εξετάσεις του ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου και ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Α.Τ.
Ναυπλίου, καθ’ όσον δε αφορά στον δεύτερο αναιρεσείοντα (περιλαμβάνονται) στην από 17.10.2008 ένορκη εξέτασή του, ενώπιον των αρμοδίων προανακριτικών υπαλλήλων του Α.Τ. Ναυπλίου, τα οποία προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, ότι, δηλαδή, αυτός τέλεσε τα ανωτέρω εγκλήματα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της εξυβρίσεως, παρουσίαζαν, δηλαδή, αυτόν ως άτομο που ενεργεί ατιμωτικές πράξεις, χωρίς ηθικές αναστολές.
Περαιτέρω, αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος των αναιρεσειόντων, ήτοι η ακριβής γνώση αυτών περί της αναλήθειας των υπ’ αυτών, κατά τις προεκτεθείσες διακρίσεις, καταμηνυθέντων, ενόρκως κατατεθέντων και ισχυριζομένων, που θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση, αντίληψη και γνώση τούτων. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες, αφού το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν τεθεί υπόψη του, δεν ήταν δε αναγκαίο να παρατίθεται στην απόφαση τι προέκυπτε από το καθένα χωριστά ή να προσδιορίζεται ποιο και για ποιο λόγο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσεώς του και δη γιατί η προαναφερόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου βάρυνε περισσότερο από την από 20.12.2011 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου, με την οποία η από 17.10.2008 έγκληση του εγκαλούντος κατά του Κ.
Δ. για το ότι ο τελευταίος, εξεταζόμενος, ενόρκως, ως μάρτυρας, στα πλαίσια προκαταρκτικής εξετάσεως, που διενεργούσε το Α.Τ. Ναυπλίου, κατόπιν της από 17.10.2008 εγκλήσεως του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος Κ. Ν. κατά του εγκαλούντος Π. Δ., τέλεσε σε βάρος του τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφημήσεως, κρίθηκε αβάσιμη και τέθηκε στο αρχείο, λαμβανομένου υπόψη περαιτέρω και του γεγονότος ότι για την καταδίκη κάποιου απαιτείται πλήρης απόδειξη, ενώ δεν απαιτείται τέτοια για την αρχειοθέτηση μιας μηνύσεως.
Επίσης είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν και οι ακόλουθες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων και ειδικότερα: α) ότι δεν αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος τους, ήτοι η ακριβής γνώση τους περί της αναλήθειας των όσων κατεμήνυσε ο πρώτος τούτων, κατέθεσαν ενόρκως και ισχυρίστηκαν αμφότεροι, αφού οι σχετικοί με τα ψευδή ως άνω γεγονότα ισχυρισμοί των κατηγορουμένων, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, θεμελιώνονται σε προσωπική πεποίθηση, αντίληψη και γνώση των ιδίων, οπότε είναι αυτονόητη η γνώση τους για την αναλήθεια των ανωτέρω, σύμφωνα και με όσα στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρθηκαν, β) ότι υφίσταται αντίφαση στις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθ’ όσον αφορά στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου, γιατί διαλαμβάνεται σ’ αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση) ότι το ακίνητο ανήκει στην κυριότητα της θυγατέρας του πρώτου αναιρεσείοντος και ότι αυτός (πρώτος αναιρεσείων) επέβλεπε την εκτέλεση των επί του εν λόγω ακινήτου αυθαιρέτων εργασιών.
Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δικ., συναφείς προς τα παραπάνω, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, αλλά και της ελλείψεως νομίμου βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που προβάλλονται ταυτοσήμως με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως και, υπό την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 510 του Κ.Ποιν.Δικ., η παράλειψη αναφοράς σε κάθε ένα ξεχωριστά από τα αποδεικτικά μέσα, παράλειψη αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως και συγκρίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους και η παράλειψη διευκρινίσεως τι προκύπτει από το κάθε αποδεικτικό μέσο ή από ποιο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ. 2 και 369 του Κ.Ποιν.Δικ., προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α’ του Κ.Ποιν.Δικ., σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ’ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο.
Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται, εκτός άλλων περιπτώσεων και αν το έγγραφο, που δεν αναγνώστηκε στο ακροατήριο, αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, ενώ αποτρέπεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώστηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κ.λ.π), διότι στην περίπτωση αυτή γνωρίζει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ’ αυτής και, κατ’ ακολουθίαν, μέσω των αναγνωσθέντων εγγράφων γνωρίζει και το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων εγγράφων και μπορούσε, αν ήθελε, να ασκήσει τα κατ’ άρθρο 358 του Κ.Ποιν.Δικ.
υπερασπιστικά του δικαιώματα. Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των παραπάνω αναφερομένων διατάξεων προκύπτει περαιτέρω ότι η λήψη υπόψη και συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βεβαία η ταυτότητά τους, επιφέρει, για τον ίδιο, όπως και παραπάνω λόγο, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 510 παρ. 1 περ.
Α’ του Κ.Ποιν.Δικ.). Το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε.
Τα στοιχεία αυτά, δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για την δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στην συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 του Κ.Ποιν.Δικ.) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του.
Προκειμένου δε περί φωτογραφιών, πρέπει επίσης να προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητά τους και να προκύπτει από τα πρακτικά ότι επισκοπήθηκαν από όλους τους παράγοντες της δίκης. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα των εγγράφων που αναγνώστηκαν ή των φωτογραφιών που επισκοπήθηκαν δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναιρέσεως προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της περί ενοχής των κατηγορουμένων κρίσεώς του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία αναγνώστηκαν:
α) 1) "μία φωτογραφία", 2) "πιστοποιητικό εφημερίου του ιερού ναού Αγίου Νικολάου Αγίου Ανδριανού" και 3) "διάφορες αποφάσεις δικαστηρίων", χωρίς να προσδιορίζεται επακριβώς η ταυτότητά τους. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτουν τα εξής: Μεταξύ των εγγράφων που αναγνώστηκαν και λήφθηκαν υπόψη για την συναγωγή δικανικής πεποιθήσεως περιλαμβάνονται και τα με αριθμούς 1)...... 7) η με αριθμό 184/18.1.2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου,..........9) ακριβές απόσπασμα της με αριθμό 1577/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, 10) ακριβές απόσπασμα της με αριθμό 1650/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου......... 17) πιστοποιητικό εφημερίου του ιερού ναού Αγίου Νικολάου Αγίου Ανδριανού......... 19) η υπ’ αριθμ. 842/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου......... 23) η υπ’ αριθμ. 1577/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, 24) η υπ’ αριθμ. 1650/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, 25) η υπ’ αριθμ. 493/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου..........) μία φωτογραφία.
Από την ως άνω επισκόπηση προκύπτει ότι το με αύξοντα αριθμό (…) "πιστοποιητικό εφημερίου του ιερού ναού Αγίου Νικολάου Αγίου Ανδριανού", είναι το μοναδικό έγγραφο του εφημερίου του ανωτέρω ιερού ναού που αναγνώστηκε και η με αύξοντα αριθμό (…) του σχετικού καταλόγου αναγνωστέων εγγράφων φωτογραφία, είναι η μοναδική (φωτογραφία) που επισκοπήθηκε και ανεξαρτήτως του ότι δεν αναγράφεται η ημερομηνία εκδόσεως του πρώτου τούτων και λήψεως της δεύτερης εξ αυτών (φωτογραφίας), προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά τους, χωρίς να είναι αναγκαία ειδικότερη αναφορά προσθέτων στοιχείων προσδιορισμού τους, ούτε αναφορά του περιεχομένου του πρώτου τούτων και της απεικονίσεως της φωτογραφίας, ενώ με την βεβαίωση περί αναγνώσεως του ως άνω εγγράφου και περί επισκοπήσεως της φωτογραφίας συνάγεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος και ο δεύτερος κατηγορούμενος (δια του εκπροσωπούντος αυτόν συνηγόρου του) έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους και είχαν την δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με αυτά.
Εξ άλλου και σχετικώς με τα λοιπά ως άνω έγγραφα και συγκεκριμένα τις δικαστικές αποφάσεις αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά τους, έτσι ώστε να μην καταλείπεται καμιά αμφιβολία για το ποιες δικαστικές αποφάσεις αναγνώστηκαν, δεν ήταν δε αναγκαίο να αναφέρεται η ημερομηνία εκδόσεως αυτών (ημέρα και μήνας), οι διάδικοι και το διατακτικό τους, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.
Περαιτέρω, με τον αυτό ως άνω (τρίτο), κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο η πλημμέλεια ότι κατέληξε στην περί ενοχής των κατηγορουμένων κρίση του, αφού έλαβε υπόψη, μη αναγνωσθέν στο ακροατήριο έγγραφο και ειδικότερα την υπ’ αριθμ. .../4-5-2005 άδεια, την οποία μάλιστα μνημονεύει στο αιτιολογικό.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθ’ όσον ναι μεν δεν αναγνώστηκε το ως άνω έγγραφο στο ακροατήριο, όπως από την επιτρεπτή επισκόπηση των οικείων πρακτικών προκύπτει, όμως το περιεχόμενό του προέκυψε από άλλα αποδεικτικά μέσα και δη από τις αναγνωσθείσες στο ακροατήριο, υπό τους αύξοντες αριθμούς (…) και (…) του σχετικού καταλόγου των αναγνωστέων εγγράφων, υπ’ αριθμ. 184/18.1.2011 και 493/2012 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου και Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, αντίστοιχα, από την παραδεκτή επισκόπηση των οποίων, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, προκύπτει, ότι περιλαμβάνεται σε αυτές, ως αναγνωστέο έγγραφο, και επομένως αναγνώσθηκε η παραπάνω αναφερόμενη υπ’ αριθμ. .../4-5-2005 άδεια, υπό τον αύξοντα αριθμό του σχετικού καταλόγου των αναγνωστέων εγγράφων εκάστης τούτων, (8) στην πρώτη εξ αυτών και (6) στην δεύτερη τούτων, με αναφορά μάλιστα του περιεχομένου του στην πρώτη εξ αυτών, (βλ.
σελ. 4 της προσβαλλομένης αποφάσεως, σελ. 15 της υπ’ αριθμ. 184/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου και σελ. 5 της υπ’ αριθμ. 493/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, αντίστοιχα). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Ποιν.Δικ. συναφής προς τις ανωτέρω αιτιάσεις τρίτος λόγος της αναιρέσεως, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, γιατί το δικαστήριο έλαβε υπόψη του:
α) έγγραφα, χωρίς να προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά τους και β) μη αναγνωσθέν έγγραφο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος στο σύνολό του.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη από 8.3.2016 δήλωση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 815/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 του Κ.Ποιν.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την επιδοθείσα την 11.3.2016 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υπ’ αριθμ. πρωτ: 2012 από 8.3.2016 δήλωση των: α) Κ. Ν. του Μ. και β) Β. Ν. του Κ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 815/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουλίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Αυγούστου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ