1340/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1340/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 εδ. α' του ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1340 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1340/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΙΣΑΙΩΝ", που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Κωνσταντίνου.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Χ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Φαρμάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 569/2011 και 366/2013 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-11-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 18-3-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου κατά το δεύτερο σκέλος του και την απόρριψη όλων των άλλων λόγων της από 7-11-2013 αίτησης, για αναίρεση της 366/2013 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται εάν το δικαστήριο υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές.
Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 εδ. α' του ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 εδ. θ' του ν. 1406/1983 στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, και στις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των Ν.Π.Δ.Δ.
οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Ως "αποδοχές", κατά τη διάταξη αυτή, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ' αυτό συνάγεται ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 302/2011).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 ίδιου Κώδικα, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στο μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου κατά το νόμο της αγωγής.
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της, περί νομικής επάρκειας της αγωγής, κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη γέννηση και θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 7 Ν. 3320/2005 "Θέματα προσωπικού Δημόσιου Τομέα, οικονομικά ΟΤΑ, Αλλοδαποί κ.λπ.", όπως ισχύει κατά το ένδικο διάστημα, και υπό τον τίτλο "Αποσπάσεις υπαλλήλων σε υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των κρατών μελών αυτής ή άλλων χωρών" ορίζεται ότι: "Επιτρέπεται η απόσπαση του τακτικού προσωπικού των δημόσιων υπηρεσιών, ΝΠΔΔ, των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού...
είτε ως εθνικών εμπειρογνωμόνων είτε για απασχόλησή τους σε υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) ή των κρατών μελών της Ε.Ε. ή άλλων χωρών, στο πλαίσιο προγραμμάτων για την ανάπτυξη της συνεργασίας μεταξύ: α) των εθνικών διοικήσεων των κρατών μελών ή άλλων χωρών και των υπηρεσιών της Ε.Ε... Η απόσπαση γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου Υπουργού, ύστερα από γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου της υπηρεσίας προέλευσης του υπαλλήλου, καθώς και του συλλογικού οργάνου διοίκησης, στις περιπτώσεις που αυτό υφίσταται" (εδάφ.
α', β'). Στους κατά τα ανωτέρω αποσπώμενους για χρονικό διάστημα άνω των 30 ημερών και μέχρι τη λήξη της απόσπασης καταβάλλεται επίδομα αλλοδαπής, σε ποσοστό επί του επιδόματος αλλοδαπής του Έλληνα πρέσβη της χώρας, στην οποία αποσπώνται, κατά το μέρος που δεν καλύπτεται από κοινοτική ή άλλη επιχορήγηση οποιασδήποτε μορφής.
Το επίδομα αλλοδαπής, δαπάνες που προκύπτουν από την απόσπαση, κατά το μέρος που δεν καλύπτονται από κοινοτική ή άλλη επιχορήγηση οποιασδήποτε μορφής, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών.
Η διάρκεια της απόσπασης ορίζεται μέχρι 2 έτη, με δυνατότητα παράτασης μέχρι 2 έτη ακόμη (εδάφ. δ', ε', στ'). Ο χρόνος της απόσπασης λογίζεται για κάθε συνέπεια ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στη θέση που κατέχουν οργανικά οι υπάλληλοι, οι οποίοι εξακολουθούν να λαμβάνουν τις μηνιαίες τους αποδοχές από την υπηρεσία, στην οποία ανήκουν οργανικά (εδάφ.
τελ.). Κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 Ν. 3320/2005, εκδόθηκε η 2/69326/ 0022/2006 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και Εξωτερικών (ΦΕΚ Β' 115/2006) "Επίδομα αλλοδαπής, δαπανών και διαδικασία απόσπασης σε υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης" με το άρθρο μόνο της οποίας: 1.
Καθορίστηκε από 1-1-2006 το επίδομα αλλοδαπής του, κατά το άρθρο 7 ν. 3320/2005 αποσπώμενου τακτικού προσωπικού των δημόσιων υπηρεσιών, ΝΠΔΔ, των ΟΤΑ α' και β' βαθμού... για χρονικό διάστημα άνω των 30 ημερών, σε ποσοστό επί του επιδόματος αλλοδαπής του Έλληνα πρέσβη της χώρας όπου υπηρετεί και ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας, ως ακολούθως:
Κατηγορία Πανεπιστημιακής (Π.Ε.) και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Τ.Ε.): Α. ... Β. Υπάλληλος με βαθμό Α' και με 5-10 έτη πλεονάζοντα χρόνο υπηρεσίας στο βαθμό αυτό 65% ... Με το εδάφ. 2 αυτής ορίστηκε ότι: Το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου εντάσσεται, αποκλειστικά για της εφαρμογή της ΚΥΑ αυτής, στις ρυθμίσεις της παρ. 1 με βάση τα τυπικά προσόντα της θέσης στην οποία υπηρετεί και το συνολικό χρόνο υπηρεσίας στο Δημόσιο.
Με το εδάφ. 5 αυτής ορίστηκε ότι: Οι αποζημιώσεις που προβλέπονται από την απόφαση αυτή καταβάλλονται μόνο κατά το μέρος που δεν καλύπτονται από κοινοτική ή άλλη επιχορήγηση οποιασδήποτε μορφής. Πέραν των οριζομένων αποζημιώσεων δεν καταβάλλεται καμία άλλη αποζημίωση. Τέλος, με το εδάφ. 6 αυτής ορίστηκε ότι:
Η κοινή υπουργική απόφαση της απόσπασης εκδίδεται με πρωτοβουλία της υπηρεσίας του αποσπώμενου υπαλλήλου και αναφέρει ρητώς τον φορέα που βαρύνεται με τη μισθοδοσία του υπαλλήλου. Από τις εν λόγω διατάξεις, προκύπτει ότι επί απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, (μεταξύ άλλων) σε ΟΤΑ υπαλλήλων, αποσπωμένων σε υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως εθνικών εμπειρογνωμόνων, ο χρόνος της απόσπασης λογίζεται για κάθε συνέπεια ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στη θέση που κατέχουν οργανικά οι υπάλληλοι αυτοί, οι οποίοι εξακολουθούν να λαμβάνουν τις μηνιαίες τους αποδοχές από την υπηρεσία, στην οποία ανήκουν οργανικά, δηλ.
τον ΟΤΑ. Εξ άλλου, με την ΚΥΑ 2/69326/0022/ 2006, σαφώς ορίσθηκε ότι, αποκλειστικά για την εφαρμογή αυτής, το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, εντάσσεται στις ρυθμίσεις της παρ. 1 αυτής, με την οποία καθορίσθηκε το επίδομα αλλοδαπής (κατά το άρθρο 7 του ρηθέντος ν. 3320/2005), το οποίο δίνεται προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως στη Χώρα που ο υπάλληλος αποσπάται καθώς και ότι η κοινή υπουργική απόφαση της απόσπασης εκδίδεται με πρωτοβουλία της υπηρεσίας του αποσπώμενου και αναφέρει ρητώς "το φορέα που βαρύνεται με τη μισθοδοσία του υπαλλήλου", ενώ με το τελ.
εδάφ. του άρθρου 7 ν. 3320/2005 ορίσθηκε ότι, "για κάθε συνέπεια" ο χρόνος απόσπασης, λογίζεται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στη θέση που κατέχει ο αποσπώμενος, ο τελευταίος δε εξακολουθεί να λαμβάνει τις αποδοχές του, από την υπηρεσία που ανήκει. Εξάλλου, κατά γενική αρχή του εργατικού δικαίου, συναγόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 679 του Αστικού Κώδικα, 8 του ν. 2112/1920, 5 § 1 του α.ν. 539/1945 και 8 § 4 του ν.δ. 4020/1959, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν συγχωρείται και άρα είναι άκυρη και θεωρείται μη γενομένη, η παραίτηση του εργαζομένου, έστω και με την μορφή της άφεσης χρέους κατ' άρθ. 454 ΑΚ, από το δικαίωμα λήψης των κατά νόμο ελάχιστων ορίων των αποδοχών του, καθώς και η παραίτηση από άλλα δικαιώματά του που απορρέουν από τη σχέση εργασίας και αναγνωρίζονται από κανόνες δημόσιας τάξης (ΑΠ 1554/2011).
Στη προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 4-3-2010 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η προσβαλλόμενη απόφαση ισχυρίσθηκε ότι είναι Μηχανολόγος Μηχανικός, πτυχιούχος του Α.Π.Θ., κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος ΜΒΑ του Πανεπιστημίου Ιλλινόϊς και γνώστης δύο ξένων γλωσσών.
Ότι, από τον Ιούλιο του 1999 εργάζεται συνεχώς, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην Τεχνική Υπηρεσία του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Λαρισαίων. Ότι, το έτος 2007 συμμετέσχε στον διαγωνισμό για την πλήρωση 41 θέσεων Εθνικών Εμπειρογνωμόνων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή -Ε.Ε., κατά τον οποίο ήλθε πρώτος και πέτυχε την πρόσληψή του στην θέση του εθνικού εμπειρογνώμονα στις Βρυξέλλες, με επιστημονικό αντικείμενο την θέσπιση ορίων εκπομπής αέριων ρύπων από μηχανές εσωτερικής καύσης, ορίων θορύβου και ακτινοβολίας.
Ότι, παρά τη ρητή πρόβλεψη από το άρθ. 7 ν. 3320/2005 και την υπ' αριθμ. C 2006/2033-01/06/2006 απόφαση περί Εθνικών Εμπειρογνωμόνων της Ε.Ε. για τους καταλαμβάνοντες θέση εθνικού εμπειρογνώμονα, ότι ο χρόνος της απόσπασής τους λογίζεται για κάθε συνέπεια ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην θέση που κατέχουν οργανικά, οι οποίοι εξακολουθούν να λαμβάνουν τις μηνιαίες αποδοχές τους από την υπηρεσία που ανήκουν οργανικά, δηλ.
τον εργοδότη του ΟΤΑ, ο εναγόμενος Δήμος διά του Δημάρχου του, του δήλωσε ευθέως ότι δεν υπογράφει τη διετή απόσπασή του στις Βρυξέλλες, αν δεν δωρίσει σ' αυτόν (εναγόμενο Δήμο) τους μισθούς ολόκληρης της διετούς απόσπασής του, ο ενάγων δε, που επιθυμούσε την πραγματοποίηση της απόσπασης αυτής, καθόσον η θέση αυτή είναι επίζηλη για έναν νέον επιστήμονα, παρά τη ρητή και πλήρως αιτιολογημένη θέση του, ότι βάσει του άρθρου 7 ν. 3320/2005 και άρθρ. 1 παρ. 2 της C2006/2033-01/06/2006 άνω απόφασης, υπόχρεος σε καταβολή είναι ο εναγόμενος, εξαναγκασθείς υπέγραψε στις αρχές Δεκεμβρίου 2007 δήλωση, με την οποία δώρισε τους μισθούς που δικαιούνταν κατά το διάστημα της απόσπασής του στον εναγόμενο.
Έτσι, ότι ο ενάγων ήταν ο μόνος αποσπασμένος υπάλληλος από την Ελλάδα στις Βρυξέλλες (Ε.Ε. - Ευρωπαϊκή Επιτροπή), που εργαζόμενος εκεί δεν λάμβανε μισθό από τον εργοδότη του, ενώ τόσο η Νομική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όσο και τα Υπουργεία Εσωτερικών και Εξωτερικών στα οποία ανάφερε το θέμα του απάντησαν ότι ήταν νόμιμο και ότι θα ενεργήσουν τα δέοντα.
Ότι, η ως άνω, δωρεά - εκχώρηση δεν ήταν προϊόν ελεύθερης βούλησης, αλλά πειθαναγκασμού που αντίκειται στο Νόμο και τα χρηστά ήθη και ήταν άκυρη. Ότι, με προηγούμενη από 22-12-2008 αγωγή του κατά του Δήμου Λαρισαίων ζήτησε αφενός να ακυρωθεί η εν λόγω δωρεά και αφετέρου να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει τις αποδοχές του για τα έτη 2008 και 2009, επί της οποίας εκδόθηκε η 429/2009 απόφαση που δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και του επιδίκασε για τις νόμιμες αποδοχές του έτους 2008, που είχαν ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμες το ποσό των 13.670,82 ευρώ.
Με βάση δε τα περιστατικά αυτά και την επίκληση ότι οι πάσης φύσεως αποδοχές του για το έτος 2009, κατέστησαν ήδη ληξιπρόθεσμες, ζήτησε με την ένδικη αγωγή ν’ αναγνωρισθεί η ακυρότητα της εν λόγω δωρεάς και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει: Α) για τους μισθούς του από 1-1-2009 έως 30-11-2009, δώρα εορτών και επίδομα αδείας 2009 τα ακόλουθα ποσά:
α) για τον Ιανουάριο του 2009 1.098,75 ευρώ, για το Φεβρουάριο 1.103,71 ευρώ, για τον Μάρτιο 1.059,22 ευρώ, για καθένα από τους μήνες Απρίλιο έως και Νοέμβριο 2009 1.101,62 ευρώ, β) για δώρο Πάσχα του 2009 ποσό 484,01 ευρώ και δώρο Χριστουγέννων 968,01 ευρώ, γ) για επίδομα αδείας 2009 ποσό 484,00 ευρώ, συνολικά δε το ποσό των 14.010,65 ευρώ με το νόμιμο τόκο, Β) για επίδομα αλλοδαπής, υπολογιζόμενο για υπάλληλο (Π.Ε.) με βαθμό Α' και με 5-10 έτη υπηρεσίας σε ποσοστό 65% επί του βασικού μισθού του Ακόλουθου Πρεσβείας, για τα έτη αυτά και ανερχόμενο α) για το μήνα Δεκέμβριο 2007 σε 630,50 ευρώ, β) για το διάστημα από 1-1-2008 έως 30-9-2008 σε 6.107,40 ευρώ, γ) για το διάστημα από 1-10-2008 έως 31-12-2008 σε 2.074,80 ευρώ και δ) για το διάστημα από 1-1-2009 έως 30-11-2009 σε 7.986,55 ευρώ και συνολικά σε 16.799,35 ευρώ, το οποίο, ως εργοδότης του ο εναγόμενος Δήμος οφείλει να του καταβάλει με βάση την άνω ΚΥΑ, καθώς και ότι αν δεν εκδόθηκε, για την περίπτωσή του, η καθοριζόμενη από την παρ. 6 αυτής υπουργική απόφαση για την απόσπασή του, ο εναγόμενος Δήμος ευθύνεται και σε καταβολή του εν λόγω επιδόματος, ως υπεύθυνος για την έκδοσή της.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή, με την οποία δεν εισήγετο αξίωση αποζημίωσης από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις οργάνων Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Δήμου) κατά τα άρθ. 105 και 106 ΕισΝΑΚ, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, για τα οποία δεν γίνεται αναφορά, αλλά ευθεία αξίωση για την καταβολή οφειλομένων αποδοχών και επιδόματος αλλοδαπής, από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, υπήγετο στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και επομένως είναι απορριπτέος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 4 του ΚΠολΔ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο ουσίας στερείτο δικαιοδοσίας προς εκδίκασή της και δη ως προς το αιτούμενο επίδομα αλλοδαπής.
Εξάλλου, η ως άνω αγωγή δεν έπασχε από νομική αοριστία λόγω μη αναφοράς σ’ αυτήν, εάν οι αναφερόμενες εκεί αποδοχές του έτους 2009 ήταν οι νόμιμες (έλλειψη που μόνον αυτή, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, συγκροτεί την εν λόγω παράβαση) με αποτέλεσμα την ολική ακυρότητα της παραίτησης αυτής, ή ενδεχομένως οι τυχόν ανώτερες των νομίμων (κατωτάτων) ήταν οι συμβατικές, γεγονός που θα επέφερε την μερική αντίστοιχη ακυρότητα, καθόσον ο ενάγων, ως συνδεόμενος με τον ως άνω ΟΤΑ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, υπήγετο στις σχετικές ΣΣΕ και δη στην από 12-12-2008, ισχύουσα από 1-1-2008, ΣΣΕ της ΠΟΕ-ΟΤΑ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (με αριθ. 159/2008 πράξη καταθ.), σύμφωνα με την οποία ο βασικός μηνιαίος μισθός του ενάγοντος, ανήκοντος στο ειδικό επιστημονικό προσωπικό, ανερχόταν από 1-1-2008 σε 1.429 ευρώ και από 1-10-2008 σε 1.457 ευρώ, δηλ.
σε ποσά μεγαλύτερα από τα ζητούμενα ως άνω με την αγωγή, κατά τις περί όλων των ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, με την αιτίαση ότι η αγωγή, κατά το άνω σκέλος έπασχε νομικής αοριστίας, πρέπει ν’ απορριφθεί.
Εξ άλλου, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής, προκύπτει, ότι, σ' αυτό, καθόσον αφορά το αιτούμενο επίδομα αλλοδαπής, διαλαβάνονται ως πραγματικοί ισχυρισμοί όλα τα περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο, για το ορισμένο αυτού και δη η συνδέουσα τα διάδικα μέρη εργασιακή σχέση, η απόσπαση του ενάγοντος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή - Ε.Ε.
στις Βρυξέλλες, ως Εθνικού Εμπειρογνώμονος, η απασχόλησή του εκεί επί διετία, λογιζομένης "για κάθε συνέπεια" ως χρόνου πραγματικής υπηρεσίας στη θέση που κατείχε στον εναγόμενο, η υποχρέωση του αναιρεσείοντος, ως εργοδότου του να καταβάλει το εν λόγω επίδομα, τα οποία ήταν κρίσιμα και αναγκαία για την άμυνα του εναγομένου κατά της αγωγής και τη δικαστική εκτίμησή της.
Το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε το εν λόγω κονδύλιο, ως ορισμένο με την παραδοχή ότι: "Ούτε επηρεάζει το ορισμένο του σχετικού κονδυλίου, το ότι δεν γίνεται σαφής επίκληση ότι τα αρμόδια όργανα αυτού παρέλειψαν να προβούν στην έκδοση της προβλεπόμενης από το άρθρο 7 ν. 3320/2005 κοινής υπουργικής απόφασης για την απόσπαση του εφεσιβλήτου ...", δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό πλημμέλεια.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, κατά την προσήκουσα εκτίμησή του, με την αιτίαση ότι η αγωγή, κατά το άνω σκέλος έπασχε αοριστίας, καθόσον, "από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων δεν γνωρίζει αν εκδόθηκε η υπουργική απόφαση που επικαλείται και ερείδεται το επίδομα και δεν καταλογίζει ευθέως ούτε αναφέρει ρητά ότι η μη λήψη του οφείλεται σε υπαιτιότητα" του αναιρεσείοντος, πρέπει ν’ απορριφθεί.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα, καθόσον αφορά τους λοιπούς ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: Ότι ο ενάγων, μηχανολόγος - μηχανικός, εργάζεται από τον Ιούλιο του 1999 στον εναγόμενο Δήμο, στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών αυτού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ότι την 7-7-2007 προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την πλήρωση 41 θέσεων Εθνικών Εμπειρογνωμόνων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή της ΕΕ, στον οποίο και συμμετείχε επιτυχώς, αφού την 12-9-2007 του γνωστοποιήθηκε η πρόσληψή του στην θέση αυτή του εθνικού εμπειρογνώμονα στις Βρυξέλλες, με επιστημονικό αντικείμενο την θέσπιση ορίων εκπομπής αερίων ρύπων από μηχανές εσωτερικής καύσης, ορίων θορύβου και ακτινοβολίας, ότι στην διάταξη του άρθ. 7 ν. 3320/2005 ορίζεται μεταξύ άλλων "η διάρκεια της απόσπασης ορίζεται μέχρι δύο [2] έτη με δυνατότητα παράτασης μέχρι δύο [2] έτη ακόμα, ο χρόνος της απόσπασης λογίζεται για κάθε συνέπεια ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στη θέση που κατέχουν οργανικά οι υπάλληλοι, οι οποίοι εξακολουθούν να λαμβάνουν τις μηνιαίες τους αποδοχές από την υπηρεσία στην οποία ανήκουν οργανικά", ότι ακολούθως με το 18767/7-11-2007 έγγραφο του εναγομένου προς τη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση εγκρίθηκε η απόσπαση του ενάγοντος από το Δήμο Λαρισαίων στην Γενική Διεύθυνση Επιχειρήσεων και Βιομηχανίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με έναρξη την 1η Δεκεμβρίου 2007 σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις του "Εφαρμόσιμου κανονισμού για την απόσπαση Εθνικών Εμπειρογνωμόνων στην Επιτροπή", ότι πραγματικά ο ενάγων στις αρχές Δεκεμβρίου 2007 μετέβη στις Βρυξέλλες με διετή απόσπαση, πλην, όμως, ο εναγόμενος, αν και καταβάλλει κανονικά τις ασφαλιστικές εισφορές του, δεν του χορηγεί τις μηνιαίες αποδοχές του που δικαιούται απ' αυτόν, με την αιτιολογία, ότι ο ενάγων με την από 9-11-2007 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 του δήλωσε ότι για το διάστημα που θα είναι αποσπασμένος από τον Δήμο Λαρισαίων (εναγόμενο) στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις Βρυξέλλες δωρίζει στο Δήμο το μισθό που δικαιούται απ’ αυτόν, η δε Δημαρχιακή Επιτροπή με την 899/29-11-2007 απόφασή της ενέκρινε την αποδοχή της δωρεάς αυτής.
Ότι η ως άνω έγγραφη παραίτηση του ενάγοντος από τις ένδικες αγωγικές αξιώσεις (αδιάφορο αν χαρακτηρίζεται ως δωρεά ή εκχώρηση, χωρίς αυτό ν' αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής) είναι απολύτως άκυρη, αφού αφορά την παραίτηση αυτού από το δικαίωμα λήψης των νομίμων αποδοχών του (δεδουλευμένων) και αντίκειται σε κανόνες δημόσιας τάξης, έτσι ώστε να μην παράγεται απ’ αυτήν κανένα έννομο αποτέλεσμα, ότι τα παραπάνω έγιναν τελεσιδίκως δεκτά με την 82/2011 απόφαση του ίδιου Εφετείου, επί (προηγηθείσας) αγωγής του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου, με την οποία ζητούσε ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα της παραπάνω δωρεάς - εκχώρησης, ότι με την ίδια απόφαση, η οποία επικυρώθηκε με την 1635/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, έγινε επίσης δεκτό ότι ο ενάγων δικαιούται τις μηνιαίες αποδοχές, τα επιδόματα Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας του χρονικού διαστήματος από τον Ιανουάριο του 2008 μέχρι και την άσκηση της αγωγής εκείνης (29-12-2008) και ειδικότερα τ’ αναφερόμενα εκεί για τις αιτίες αυτές ποσά και συνολικά το ποσό των 13.670,82 ευρώ.
Ότι, από την 82/2011 απόφαση απορρέει δεδικασμένο σχετικά με το ζήτημα της ακυρότητας της δωρεάς - εκχώρησης, καθώς και της αξιώσεως του ενάγοντος για αποδοχές 1/1/2008 - 29/12/2008. Ότι, ως προς το επίδομα αλλοδαπής, ουδεμία επιρροή ασκεί το γεγονός ότι δεν γίνεται σαφής επίκληση ότι τα αρμόδια όργανά του παρέλειψαν να προβούν στη λήψη γνώμης του αρμόδιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, κατ' άρθρο 73 ν. 3584/2007 (Κώδικας Κατάστασης Δημοσίων και Κοινοτικών Υπαλλήλων), αφού η διαδικασία αυτή προβλέπεται σε διαφορετικές της παρούσας περιπτώσεις απόσπασης σε υπηρεσίες εγχώριες και όχι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες διέπονται από ειδικές διατάξεις.
Ότι ο εναγόμενος Δήμος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στον ενάγοντα τις αποδοχές που αυτός αιτείται για το έτος 2009, ενόψει του ότι αυτός δικαιούται ποσά μεγαλύτερα από τα ζητούμενα με την αγωγή και συνολικά για τις ως άνω αιτίες (μισθούς Ιανουαρίου έως και Νοεμβρίου 2009, επίδομα αδείας 2009, δώρο Πάσχα και Χριστουγέννων 2009) το ποσό των 14.010,65 ευρώ, για καθαρές αποδοχές.
Ότι, για το διάστημα των δύο ετών της απόσπασης, πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 16.799,35 ευρώ, ως επίδομα αλλοδαπής. Με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε την έφεση του εναγομένου - αναιρεσείοντος Δήμου, και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δέχθηκε τα ίδια.
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 3, 174, 180, 679 ΑΚ, 7 ν. 3320/2005, 8 ν. 2112/20, 5 παρ. 1 ΑΝ 539/1945 και 8 παρ. 4 ν.δ. 4020/1959 που εφάρμοσε, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.
Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τα άνω ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δικαιολογούν την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών διατάξεων, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, δεχόμενο:
α) ακυρότητα της γενομένης από τον ενάγοντα εκχώρησης - δωρεάς των μηνιαίων αποδοχών του, ως αποτελούσας ανεπίτρεπτη παραίτηση από το δικαίωμα λήψης των κατά νόμο ελαχίστων ορίων αυτών, που προστατεύονται από τους άνω κανόνες δημοσίας τάξεως και καλυπτομένης από το δεδικασμένο που απορρέει από την 82/2011 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, β) έγκριση της απόσπασης του ενάγοντος στη |Γενική Διεύθυνση Επιχειρήσεων της Βιομηχανίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με έναρξη την 1η Δεκεμβρίου 2007, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις του "Εφαρμόσιμου Κανονισμού για την απόσπαση Εθνικών Εμπειρογνωμόνων στην Επιτροπή" για μία διετία, γ) υπαγωγή του ενάγοντος, κατ' άρθρο μόνο παρ. 2 της ΥΑ 2/69326/0022, αποκλειστικά για την εφαρμογή της ίδιας στις ρυθμίσεις της παρ. 1 της ίδιας, με βάση τα τυπικά προσόντα, τη θέση και το συνολικό χρόνο υπηρεσίας του, για τον καθορισμό του επιδόματος αλλοδαπής, κατ' άρθρο 7 Ν. 3320/2005.
Συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον τρίτο και τέταρτο λόγο της αιτήσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 πλημμέλεια, είναι αβάσιμα. Ο τέταρτος λόγος, κατά το σκέλος αυτού, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η ίδια αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 73 ν. 3584/2007, είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως θεμελιούμενος, καθόσον, αντιθέτως, το Εφετείο δέχθηκε ότι η καθοριζόμενη από τη διάταξη αυτή διαδικασία προβλέπεται σε διαφορετικές της κρινόμενης περιπτώσεις απόσπασης σε υπηρεσίες εγχώριες και όχι της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στον τέταρτο λόγο αιτιάσεις, όπως "από το προσαγόμενο και επικαλούμενο με αριθμό 6639/130509 έγγραφο του τμήματος προσωπικού του Δήμου αποδείχθηκε ότι ...", πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων, από το Εφετείο.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την "παράβαση νόμου", δηλαδή τη ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτά έχουν την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχεται με βάση αυτή η σχετική παραδοχή του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο "έκρινε τελείως αυθαίρετα ότι:
Από την 82/2011 απόφαση απορρέει δεδικασμένο σχετικά με το ζήτημα της ακυρότητας της δωρεάς - εκχώρησης, καθώς και της αξιώσεως του ενάγοντος για αποδοχές από 1/1/2008 -29/12/2009" ενώ έπρεπε να κρίνει ότι από την παραπάνω απόφαση απορρέει δεδικασμένο και για τους μισθούς από 1-1-2009 έως 31-11-2009, το οποίο αιτήθηκε με τη με αρ.
καταθ. 1004/2008 αγωγή του, η οποία απορρίφθηκε ως προς το σημείο αυτό, με την υπ' αριθμ. 429/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 82/2011 του Εφετείου Λάρισας και αμετάκλητη με την 1635/2012 του Αρείου Πάγου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως θεμελιούμενος, καθόσον από τις εκτεθείσες παραδοχές, ουδόλως προκύπτει η ως άνω προσαπτόμενη στην προσβαλλομενη παραδοχή.
Αντιθέτως, μ' αυτή έγινε δεκτό ότι: "Από την 82/2011 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού απορρέει δεδικασμένο σχετικά με το ζήτημα της ακυρότητας της δωρεάς - εκχώρησης, καθώς και της αξιώσεως του ενάγοντος για αποδοχές από 1/1/2008 - 29/12/2008", σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, δεν προσκομίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, ούτε γίνεται επίκληση προσκομιδής από τον αναιρεσείοντα, με τις ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατατεθείσες από 31-3-2014 προτάσεις του, ούτε από τον αντίδικό του, της προγενέστερης με αριθμ.
καταθ. 1004/2008 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκαν οι ρηθείσες 429/2009 και 82/2011 αποφάσεις του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αντίστοιχα, ώστε, μετά από παραδεκτή επισκόπησή της, να ελεγχθεί το περιεχόμενό της, προς διακρίβωση της ταυτότητας της διαφοράς μεταξύ αυτής και της ένδικης αγωγής, αναφορικά με τις αιτούμενες με την τελευταία αποδοχές, επιδόματα εορτών και άδειας έτους 2009, το οποίο είναι κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα, ενώ το τελευταίο δεν διακριβώνεται ούτε από τις προσκομιζόμενες με επίκληση άνω αποφάσεις (429/2009 και 82/2011), από τις οποίες επί πλέον δεν προκύπτει έρευνα των ενδίκων αξιώσεων του έτους 2009.
Μετά απ' αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση ν' απορριφθεί, καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 307 παρ. 2 του ΠΔ 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-11-2013 αίτηση του ΟΤΑ "Δήμος Λαρισαίων" για αναίρεση της 366/2013 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ