Legislator Case Law & Legislation
1340/2008 AI generated

1340/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1340/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 01.04.1998 αγωγή της ήδη αποβιώσασας δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Ψ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 6724/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7096/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 05.02.2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1340/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων εδέχθη, ανελέγκτως, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η αρχική ενάγουσα Ψ - η οποία απεβίωσε μετά την άσκηση της αγωγής (στις 26-6-2000) και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον σύζυγο της Ψ1 και την κόρη της Ψ2 (εκκαλούντες) αφού ο γυιός της Ψα αποποιήθηκε την κληρονομιά με την ......

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1340 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1340/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Δαλιάνη (λόγω κωλύματος του Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα), Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων : 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4 και 5) Χ5, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Δημήτριος Αλμπανίδης.

Των αναιρεσιβλήτων :1) Ψ1 και 2) Ψ2, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ηλία Σπινάσα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 01.04.1998 αγωγή της ήδη αποβιώσασας δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Ψ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 6724/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7096/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 05.02.2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ προκύπτει ότι ουσιώδη στοιχεία της πωλήσεως, είναι το πράγμα, το τίμημα και η περί τούτων συμφωνία, η έλλειψη δε και ενός εκ των στοιχείων αυτών καθιστά άκυρη την πώληση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 138 ΑΚ δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά είναι άκυρη, η υπό την εικονική δε αυτή δικαιοπραξία άλλη είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της.

Επομένως το τίμημα, ήτοι η για την παροχή του πράγματος ή του δικαιώματος οφειλομένη υπό του αγοραστού αντιπαροχή, πρέπει να είναι αληθινό, δηλαδή πραγματικό, εάν δε είναι εικονικό η πώληση είναι άκυρη ως εικονική. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητος ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία.

Τέτοια νόμιμη αιτία είναι μεν η πώληση, όχι όμως και η εξασφάλιση απαιτήσεως εκείνου προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβαση, η οποία δεν αναγνωρίζεται υπό του νόμου ως justa causa μεταβιβαστική κυριότητος και για το λόγο αυτό η για την τελευταία αυτή αιτία γενομένη σύμβαση μεταβιβάσεως ακινήτου είναι άκυρη κατά το άρθρο 174 ΑΚ, ως αντικειμένη στην από λόγους γενικοτέρου συμφέροντος υπαγορευθείσα επιτακτική διάταξη του άρθρου 1033 σε συνδυασμό και προς το άρθρο 1239 ΑΚ.

Κατά δε την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων εδέχθη, ανελέγκτως, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η αρχική ενάγουσα Ψ - η οποία απεβίωσε μετά την άσκηση της αγωγής (στις 26-6-2000) και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον σύζυγο της Ψ1 και την κόρη της Ψ2 (εκκαλούντες) αφού ο γυιός της Ψα αποποιήθηκε την κληρονομιά με την ......

δήλωση αποποίησης - είχε στην κυριότητα νομή και κατοχή της κατά το έτος 1993 ένα ακίνητο (οικόπεδο), που βρίσκεται στην παραλία .... Αττικής (στη θέση "....."), εκτάσεως 2.250 τ.μ.. εντός του οποίου υπήρχε οικία επιφάνειας 75 τ.μ. Ο προαναφερθείς γυιός της ενάγουσας Ψα, από το έτος 1990 βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, μη δυνάμενος να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις του έναντι των δανειστών του, ορισμένοι απ' τους οποίους του δάνειζαν με υπέρμετρο τόκο και απειλούσαν να εκπλειστηριάσουν το παραπάνω ακίνητο της μητέρας του, η οποία είχε συναινέσει να εγγράψουν προσημειώσεις υποθηκών προς εξασφάλιση των απαιτήσεων τους.

Μεταξύ των δανειστών του εν λόγω γυιού της ενάγουσας ήταν και ο Χ (πρώτος εναγόμενος), ο οποίος απεβίωσε την 17-2-1999 και κληρονομήθηκε από τη μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμο που αποδέχθηκε την κληρονομιά σύζυγο του, Χ1 (πρώτη των εφεσίβλητων) και ο οποίος σύστησε περί τις αρχές του έτους 1992 στην αρχική ενάγουσα και τον γυιό της Ψα, τον Γ1(κουμπάρο του) για να τους βοηθήσει να βρουν μια συνολική λύση στα οικονομικά προβλήματα και τα χρέη που είχαν δημιουργηθεί.

Το χρέος του γυιού αυτού της αρχικής ενάγουσας προς τον παραπάνω δανειστή του Χ (αρχικό εναγόμενο) ανερχόταν στο ποσό των 800.000 δρχ., προερχόμενο από υπόλοιπο επιταγών, τις οποίες ο Ψα είχε εκδώσει προς αυτόν, έναντι δανείων που ο τελευταίος του είχε χορηγήσει, προεξοφλώντας του άλλες επιταγές, έναντι τόκου, και για την εξασφάλιση του χρέους αυτού η ενάγουσα είχε συναινέσει για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο προαναφερθέν ακίνητο της, για το ποσό των 3.000.000 δρχ., όπως αξίωνε ο εν λόγω δανειστής.

Ο Γ1 εξάλλου, προσφερθείς να βοηθήσει την ενάγουσα και το γυιό της να αντιμετωπίσουν τα χρέη που είχε ο τελευταίος και προς τοκογλύφους και να απεμπλακούν από τη δύσκολη κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει, δάνειζε από το έτος 1992 τον εν λόγω γυιό της ενάγουσας Ψα, τμηματικά, διάφορα ποσά, προκειμένου να εξοφλεί αυτός προγενέστερους δανειστές του, αλλά και εξοφλούσε με διάφορες καταβολές χρέη αυτού προς τρίτους, αντί να χορηγεί απ' ευθείας στον ίδιο τα δανεισθέντα ποσά.

Μέχρι την ... (ημερομηνία υπογραφής του επιδίκου συμβολαίου) το συνολικό εκ δανείων χρέος του εν λόγω γυιού της ενάγουσας προς τον Γ1 ανερχόταν σε 13.000.000 δρχ. και για το χρέος αυτό η ενάγουσα, κατά προτροπή του γυιού της, είχε συναινέσει να εγγραφούν έξι (6) συνολικά προσημειώσεις υποθηκών στο ίδιο παραπάνω ακίνητο της, για μεγαλύτερα όμως πάντα ποσά από τα πράγματι οφειλόμενα και δη οι προσημειώσεις αυτές είχαν εγγραφεί για το συνολικό των 22.854.626 δρχ. (9.000.000, συν 150.000, συν 3.592.900, συν 2.511.726, συν 3.400.000, συν 4.200.000 δρχ.

η καθεμία από τις προσημειώσεις) και τούτο καθ' υπόδειξη του τελευταίου, προκειμένου να φαίνεται το ακίνητο βεβαρυμένο και να αποτρέπονται οι άλλοι δανειστές από επικείμενες προσημειώσεις. Για την επιστροφή των παραπάνω χρημάτων που όφειλε ο γυιός της ενάγουσας στον Γ1 είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους αλλά και με την ενάγουσα - όταν προσφέρθηκε να τους βοηθήσει για την τακτοποίηση των χρεών - ότι αυτή θα γινόταν, από την πώληση δύο διαμερισμάτων, άλλου ακινήτου τους (ημιτελούς οικοδομής) που βρισκόταν επί της οδού ...., στη ....

Πειραιά, την οποία θα αναλάμβανε να αποπερατώσει πρώτα ο Γ1 που ήταν εργολάβος οικοδομών. Εν τω μεταξύ υπήρχε σε εξέλιξη η διαδικασία πλειστηριασμού του ως άνω οικοπέδου της ενάγουσας (του .....), δυνάμει του με αριθμό...... (Γ' επαναληπτικού) δημοσίου αναγκαστικού πλειστηριασμού και των δηλώσεων συνεχίσεως πλειστηριασμού των δανειστών του Ψα, .....

και ....., που οι τελευταίοι είχαν κάνει στις 28-11-1991 και 13-7-1992 αντίστοιχα, οι οποίοι είχαν επίσης εγγράψει προσημειώσεις υποθηκών στο παραπάνω οικόπεδο της ενάγουσας. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η ενάγουσα, κατά προτροπή του γυιού της και καθ' υπόδειξη του Γ1, συμφώνησε με τον τελευταίο να πωλήσει και να μεταβιβάσει εικονικά την κυριότητα, νομή και κατοχή του βεβαρυμένου ως άνω ακινήτου της προς αυτόν και προς τα πρόσωπα που ο ίδιος θα υποδείκνυε, προκειμένου, "αφενός να προστατευθεί το ακίνητο από την δια πλειστηριασμού αναγκαστική εκποίηση του από τους διάφορους τοκογλύφους, αφετέρου να εξασφαλισθούν και οι δικές του απαιτήσεις εκ των παραπάνω δανείων", όπως ακριβώς αυτός της είχε προτείνει.

Έτσι, με το με αριθμό ..... πωλητήριο συμβόλαιο του συμ/φου Μαραθώνος Σταμάτη Βασιλάκου, η ενάγουσα δήλωνε προς τον αντισυμβαλλόμενο σ' αυτό Γ1, ο οποίος ενεργούσε αφενός για τον εαυτό του, ατομικά, αφετέρου ως πληρεξούσιος και για λογαριασμό της Χ2 (συζύγου του), του Χ (αρχικού εναγόμενου) και της ..... (μητέρας του τελευταίου), ότι πωλεί και μεταβιβάζει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, κατά το ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα το προαναφερθέν ακίνητο του ...., δήλωση την οποία αποδέχθηκε ο αντισυμβαλλόμενος αυτός για λογαριασμό όλων.

Ως συμφωνηθέν τίμημα στο εν λόγω συμβόλαιο αναγράφηκε το ποσό των 9.000.000 δρχ. για την καταβολή του οποίου, αναφέρεται επίσης στο συμβόλαιο επί λέξει ότι "5.000.000 δρχ. καταβλήθηκαν σε μετρητά πρότερον και εκτός της παρουσίας μου (συμβολαιογράφου) από κοινού και κατ' ισομοιρίαν από τους αγοραστές και το υπόλοιπο του τιμήματος από 4.000.000 δρχ.

παρακράτησαν αυτοί για την από μέρους των απόδοση προς τον ......". Αναγράφηκε επίσης στο συμβόλαιο ότι η αξία του εν λόγω ακινήτου κατά την προεκτίμηση της ΔΟΥ ανερχόταν στο ποσό των 19.000.000 δρχ. Ακολούθως, αναφέρεται στο συμβόλαιο ότι "οι συμβαλλόμενοι από κοινού ρητά και ανεπιφύλακτα, δηλώνουν τα ακόλουθα:

ότι στην πωλήτρια παραχωρείται να κάνει χρήση των εγκαταστάσεων του μεταβιβαζόμενου ακινήτου μέχρι τις 31-10-1993 χωρίς να παρακωλύει την νομή των αγοραστών. Μετά την ημερομηνία αυτή εφόσον δεν υπάρξει έγγραφη συγκατάθεση των αγοραστών για τη συνέχιση της χρήσης εκ μέρους της πωλήτριας, κάθε άρνηση για διακοπή της χρήσης θα συνιστά προσβολή της νομής".

Αποδείχθηκε όμως ότι το αναφερόμενο στο συμβόλαιο αυτό ως καταβληθέν, εκτός της παρουσίας του συμβολαιογράφου, ποσό των 5.000.000 δρχ., ουδέποτε καταβλήθηκε στην ενάγουσα, από τους φερόμενους ως αγοραστές, καθόσον οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν απόδειξη τέτοιου ποσού, από την οποία μάλιστα να προκύπτει ότι το ποσό καταβλήθηκε ως τίμημα της πωλήσεως αυτής, κάτι που θα έπρατταν αν πράγματι είχαν καταβάλει ένα τέτοιο ποσό προς εξόφληση τιμήματος πωλήσεως.

Η ενάγουσα εξάλλου συνέχιζε να παραμένει στο ως άνω ακίνητο, χωρίς ποτέ να παραδώσει τη νομή αυτού και μετά την παραπάνω ημερομηνία που αναφέρεται στο συμβόλαιο, και μέχρι τον αιφνίδιο θάνατο του Γ1 (Νοέμβριο 1993), χωρίς αντίρρηση αυτού αλλά και μετά το θάνατό του χωρίς καμιά έγγραφη συγκατάθεση και μέχρι το έτος 1997 που για πρώτη φορά οι εναγόμενοι της απέστειλαν την από 28-1-1997, εξώδικη δήλωση τους, ζητώντας της να παύσει να κάνει χρήση των εγκαταστάσεων του ακινήτου.

Αποδείχθηκε επίσης ότι ούτε η δηλωθείσα αξία του ακινήτου στο προαναφερθέν συμβόλαιο ήταν πραγματική, καθόσον η πραγματική αγοραία αξία αυτού, ανερχόταν (κατά το χρόνο υπογραφής του συμβολαίου) στο ποσό των 50.000.000 δρχ. περίπου, ήτοι η αξία αυτή ήταν υπερδιπλάσια της αντικειμενικής των 20.000.000 δρχ. περίπου, λόγω της μεγάλης έκτασης του (2.250 τμ.), της εντός αυτού υπάρχουσας οικίας των 75 τμ.

περίπου, και της θέσεως τους σε απόσταση 80 περίπου μέτρων από τη θάλασσα. Οι απαιτήσεις εξάλλου των δύο από τους αντισυμβαλλόμενους Χ και Γ1 (τόσο οι προαναφερθείσες πραγματικές όσο και εκείνες που γράφτηκαν για τις προσημειώσεις των 3.000.000 και 22.000.000 δρχ. αντίστοιχα), ήταν δυσανάλογες προς τα φερόμενα ως μεταβιβαζόμενα σ' αυτούς ποσοστά του 1/4 εξ' αδιαιρέτου στον καθένα.

Οι δύο άλλες επίσης αντισυμβαλλόμενες, οι οποίες ανήκαν στο στενό οικογενειακό περιβάλλον των παραπάνω αντισυμβαλλόμενων (μητέρα και σύζυγος αντίστοιχα αυτών) ουδέν τίμημα κατέβαλαν, κατά τα προαναφερθέντα, ούτε είχαν κάποια απαίτηση κατά της ενάγουσας ή του γυιού της, ωστόσο φέρονταν να αποκτούν το ως άνω ακίνητο κατά τα ποσοστά του 1/4 επίσης η κάθε μια, γράφτηκαν δε στο συμβόλαιο ως αγοράστριες μόνον καθ' υπόδειξη του Γ1 προς την ενάγουσα, η οποία ενεργούσε, όπως προαναφέρθηκε, κάτω από την πίεση των χρεών του γυιού της, ακολουθώντας τις υποδείξεις του Γ1, προκειμένου να διασώσει το ακίνητο αυτό.

Έτσι αποδείχθηκε πλήρως ότι οι γενόμενες με το επίδικο συμβόλαιο δηλώσεις βουλήσεως, τόσο της ενάγουσας, όσο και του Γ1 - από το πρόσωπο του οποίου κρίνεται και η πραγματική βούληση των αντιπροσωπευομένων από αυτόν ως άνω προσώπων (214 ΑΚ) - για τις περιεχόμενες στο συμβόλαιο αυτό δικαιοπραξίες της πωλήσεως και της μεταβιβάσεως της κυριότητας του εν λόγω ακινήτου, δεν έγιναν στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά και ότι αυτό που θέλησαν πράγματι οι αντισυμβαλλόμενοι δεν ήταν η πώληση και η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου αυτού, αλλά ότι οι εικονικές αυτές δηλώσεις έγιναν για τους σκοπούς που προαναφέρθηκαν, ήτοι, τη "διάσωση του ακινήτου από τους τοκογλύφους δανειστές" αφενός και την "ασφάλεια των απαιτήσεων" του αντισυμβαλλόμενου (ατομικά) Γ1 αφετέρου, όπως ακριβώς ο τελευταίος είχε προτείνει στην ενάγουσα και εκείνη αποδέχθηκε.

Ακολούθως το Εφετείο, κατόπιν εξαφανίσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως, έκρινε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή της αρχικής εναγούσης Ψ, αποβιωσάσης μετά την άσκησή της, κληρονομηθείσης από τους αναιρεσιβλήτους, δια της οποίας ζητείται η αναγνώριση της ακρότητος πωλήσεως ακινήτου ως εικονικής, εχούσης ως πραγματική αιτία την εξασφάλιση απαιτήσεως εκείνων προς τους οποίους έγινε η κατά το φαινόμενο και όχι σπουδαίως γενομένη πώληση.

Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση νομίμου βάσεως λόγω, δήθεν, αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε στην απόφασή του, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε και τα πραγματικά γεγονότα που ήσαν αναγκαία για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες και εφήρμοσε.

Ειδικότερα, η περί εικονικότητος του συνομολογηθέντος τιμήματος της πωλήσεως παραδοχή του Εφετείου, επαγομένη την ακυρότητά της, δεν αντιφάσκει προς την άλλη παραδοχή ότι υπό την εικονική πώληση καλύπτεται σύμβαση καταπιστευτικής μεταβιβάσεως της κυριότητος του ακινήτου, η οποία, ως αντικειμένη σε απαγορευτικό κανόνα ουσιαστικού δικαίου, είναι άκυρη.

Τέτοια αντίφαση δεν προκύπτει ούτε και από την ετέρα παραδοχή ότι οι συμβαλλόμενοι με την εικονική πώληση, εκτός από την εξασφάλιση των απαιτήσεων, απέβλεψαν και στην ματαίωση των χρηματικών απαιτήσεων τρίτων από τοκογλυφικούς τόκους δια της επιβολής κατασχέσεως και του πλειστηριασμού του πωληθέντος ακινήτου.

Η δε αναφορά του Εφετείου στην υπό της εναγούσης διατήρηση της νομής του εικονικώς πωληθέντος ακινήτου, καίτοι σύμφωνα με το πωλητήριο συμβόλαιο, κατά τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης, διατήρησε μόνο τη κατοχή του, δεν εμπεριέχει αντίφαση, αφού κατά την κρίση του Εφετείου το περιεχόμενο του πωλητηρίου και ως προς την περί μεταβιβάσεως της νομής δήλωση βουλήσεως ήταν εικονικό, ανεξαρτήτως του ότι το γεγονός ότι η ενάγουσα διατήρησε τη νομή μνημονεύεται στην απόφαση ως πραγματικό επιχείρημα προς ενίσχυση της περί εικονικότητος ουσιαστικής κρίσεως και η δια του αναιρετηρίου επικαλούμενη στο σημείο αυτό αντίφαση δεν επάγεται αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5.2.2007 αίτηση για αναίρεση της απόφασης 7.096/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων oκτακοσίων (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ