Legislator Case Law & Legislation
133/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against company resolution invalidating a lease contract signed by a court-appointed temporary administrator.

Case Number 133/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Athens Court of Appeal's decision rejecting the appeal against a first-instance judgment. The appellant argued that a lease contract signed by a temporary administrator exceeded his judicially granted authority under Article 22 of the 1920 Company Law. The court held that the administrator had clear power to manage non-deferrable matters and that the contract was validly executed within his scope. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 22(2) of the 1920 Company Law; A court-appointed temporary administrator acting within the specific powers granted by the judicial order is bound by contracts concluded for managing non-deferrable matters, and such acts do not render the company liable if the contract was validly executed.

Keywords

AI generated
temporary administrator powers company law validity judicial appointment scope lease contract validity corporate representation limits non-deferrable matters company liability

Cited Legislation

AI generated
Article 22(2) of the 1920 Company Law
Article 69 of the Code of Civil Procedure
Article 18(2) of the 1920 Company Law
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1353/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 133 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 133/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γ. Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "TROSER ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΦΟΔΟΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗΣ ΧΩΡΩΝ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "TROSER Α.Ε.", που εδρεύει στις Αχαρνές Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη - Πρόδρομο Αναστασιάδη που ανακάλεσε την από 1/2/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στα Σπάτα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κ. Μάλλιο που ανακάλεσε την από 31/1/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/3/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2011/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 611/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/10/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων υπ` αριθ. 611/2020 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αρ. 2011/2018 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 15-3-2017 αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί το ανυπόστατο της από 13-12-2016 αποφάσεως της Γενικής Συνελεύσεως της εναγομένης - αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Kατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσεως, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή.

Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον, συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή των οποίων ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη, η έλλειψή τους δε συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αιτήσεως δικαστικής προστασίας.

Ως νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, δηλαδή για βιοτική σχέση προσώπου με άλλο πρόσωπο ή με αντικείμενο, η οποία καθορίζεται, κατά κανόνα, από το ουσιαστικό δίκαιο ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της, και η οποία έχει, ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια, δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Ως έννομη δε σχέση, η ύπαρξη ή η ανυπαρξία της οποίας είναι αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής και της επ` αυτής εκδοθησομένης αποφάσεως, νοείται η ρυθμιζόμενη από την έννομη τάξη βιοτική σχέση προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή προσώπου προς αγαθό. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ακόμη, ότι για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής απαιτείται ο ενάγων να έχει έννομο συμφέρον, τέτοιο δε υφίσταται όταν η προκαλούμενη με την αγωγή αυτή δικαστική απόφαση είναι σε θέση να διαλευκάνει την αμφισβητούμενη ύπαρξη ή ανυπαρξία της έννομης σχέσεως, να άρει τη σχετική αβεβαιότητα και να αποτρέψει σχετικές μ` αυτό, παρούσες ή μέλλουσες, δικαστικές διενέξεις, και μάλιστα οριστικά και με δύναμη δεδικασμένου (ΑΠ 356/2013).

Οι εν λόγω διαδικαστικές προϋποθέσεις, της νομιμοποιήσεως των διαδίκων και της συνδρομής έννομου συμφέροντος, συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει, μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολομ. ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 102/2022, ΑΠ 656/2020, ΑΠ 1259/2018).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 1406/2021).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 150/2023).

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ με το να δεχθεί εσφαλμένα και με ανεπαρκή αιτιολογία ότι στερείται εννόμου συμφέροντος να ζητήσει την αναγνώριση του ανυπόστατου της από 13-12-2016 αποφάσεως της Γενικής Συνελεύσεως της αναιρεσίβλητης, απορρίπτοντας έτσι το σχετικό λόγο εφέσεώς της κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο, με την ίδια αιτιολογία, είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή της.

Aπό την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΚΜΕΤΑΛΕΥΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και δ.τ "... ΑΤΕ" συστήθηκε δυνάμει του υπ' αριθμ. ....2003 Καταστατικού του Συμβ/φου Αθηνών Κ.

Β., που δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ ΤΑΕ&ΕΠΕ 6185/25-6-2003), με ιδρυτές τον Γ. Ν. του Κ. και τον Ν. Ν. του Ζ. Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ορίσθηκε σε 500.000 ευρώ, διαιρούμενο σε 50.000 ονομαστικές μετοχές από τις οποίες το 98% το έλαβε ο Γ. Ν. ενώ το υπόλοιπο 2% ο Ν. Ν. Σκοπός της εταιρείας ορίσθηκε μεταξύ άλλων η κτήση και εκμετάλλευση ακινήτων, ενώ το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο είναι ακίνητο 45 στρεμμάτων, όπου είναι εγκατεστημένο το Μουσείο ...

Η εταιρεία, σύμφωνα με το Καταστατικό της (αρθρ. 19 παρ. 1) διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο, αποτελούμενο από 3-7 συμβούλους, το οποίο βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα όταν βρίσκονται σ' αυτό το ήμισυ πλέον ενός των συμβούλων, ουδέποτε όμως ο αριθμός των συμβούλων μπορεί να είναι μικρότερος των τριών.

Με το από 30/6/2010 Πρακτικό της Γ.Σ. και το από 30/6/2010 Πρακτικό του Δ.Σ, της παραπάνω εταιρείας, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα, ορίσθηκε το Δ.Σ. της εταιρείας, αποτελούμενο από τους 1) Γ. Ν. του Κ., Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, 2) Ν. Ν. του Ζ. και 3) Σ. Μ. του Δ., με διάρκεια θητείας μέχρι 30/6/2015. Ο Γ. Ν. απεβίωσε, στην Αθήνα, στις .../2013 χωρίς να αφήσει νόμιμους μεριδούχους, και κατέλιπε την περιουσία του με την από 28/9/2008 ιδιόγραφη διαθήκη του και τις δύο συμπληρωματικές αυτής από 28/9/2008 και 6/9/2011 επίσης ιδιόχειρες διαθήκες, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα με τα υπ' αριθμ. 986 και 987/10-9-2013 Πρακτικά του Ειρηνοδικείου Θεσ/νίκης.

Ως εκτελεστή δε των διαθηκών του ο ανωτέρω διαθέτης όρισε τον δικηγόρο Ευθύμιο Καυκόπουλο του Βασιλείου ο οποίος αποδέχθηκε τον διορισμό. Ενόψει όμως του ότι ο ανωτέρω δεν διέλαβε στις παραπάνω διαθήκες καμία ρητή διάταξη αναφορικά με τις μετοχές του στην παραπάνω ανώνυμη εταιρεία, ανέκυψε ζήτημα ως προς τα πρόσωπα στα οποία περιήλθαν οι μετοχές αυτές κατόπιν καθολικής διαδοχής και αν είναι έγκυρη η διάταξη με την οποία ο διαθέτης επιθυμούσε να περιέλθει το ανωτέρω κτήμα στο "ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ", καθώς δεν του ανήκε ατομικά, οπότε προέκυψε ανάγκη ερμηνείας των διαθηκών του.

Ακολούθως, υποβλήθηκαν οι παρακάτω αιτήσεις ερμηνείας διαθήκης: Α) Ο Ε. Κ., ως εκτελεστής της από 28/9/2008 διαθήκης κατέθεσε στο Εφετείο Αθηνών (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), από κοινού με πέντε νομικά πρόσωπα ("ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ", "ΚΟΛΛΕΓΙΟ ΑΝΑΤΟΛΙΑ", "ΑΡΣΑΚΕΙΟ", "ΕΛΠΙΔΑ", "Ιερά Μονή Αγίου Προδρόμου Σερρών"), ως τετιμημένους με τις διαθήκες, την από 30/5/2014 (ΒΑΒ 356/30.5.2014) και την από 25/4/2014 (ΒΑΒ 318/5.5.2014) αίτηση για τις οποίες ορίσθηκε δικάσιμος η 13/1/2015 (και μετά από αναβολή η 24/2/2015) και 16/9/2014 αντίστοιχα, επικαλούμενοι δε οι ως άνω αιτούντες ότι οι διαθήκες παρουσιάζουν κενά και αμφίβολα σημεία που καθιστούν αναγκαία την ερμηνεία τους αναφορικά με το πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) που διαδέχεται τον παραπάνω διαθέτη στις μετοχές που είχε αυτός στην εταιρεία "...

ΑΤΕ" και ζήτησαν να αποφανθεί το δικαστήριο ότι η αληθής βούληση του διαθέτη, ήταν, μεταξύ άλλων, ότι το σύνολο των μετοχών του διαθέτη στην εταιρεία "... ΑΤΕ" να περιέλθει στο "ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ". Β) Παράλληλα το "ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ" κατέθεσε στο ίδιο ως άνω δικαστήριο την από 20/1/2015 (ΒΑΒ 33/2015) αίτηση (για την οποία δικάσιμος ορίσθηκε η 24/2/2015) και επικαλούμενο ότι η έκταση των 45 στρεμμάτων που κατά τη βούληση του διαθέτη περιέρχεται σε αυτό, ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στην εταιρεία "...

ΑΤΕ" και ότι από το περιεχόμενο των διαθηκών καταλείπεται αμφιβολία ως προς το εάν ο διαθέτης θέλησε να αφήσει στο αιτούν το παραπάνω ακίνητο ή τις μετοχές της εταιρείας "... ΑΤΕ" που του ανήκαν, ζήτησε να ερμηνευθούν οι διαθήκες ως προς το επίδικο ζήτημα, ώστε να αποφανθεί το δικαστήριο ότι η αληθής βούληση του διαθέτη ήταν να περιέλθουν σε αυτό (αιτούν) το σύνολο των μετοχών του διαθέτη που αποτελούν το 98% των μετοχών του υφισταμένου μετοχικού κεφαλαίου της παραπάνω εταιρείας.

Οι παραπάνω αιτήσεις συζητήθηκαν κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 24/2/2015 και για μεν την (Α) (του εκτελεστή και λοιπών) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2816/2015 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία για το εκ των αιτούντων "ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ" θεωρήθηκε η αίτηση ως μη ασκηθείσα, λόγο παραιτήσεως αυτού από την αίτηση, ενώ κατά τα λοιπά απορρίφθηκε η αίτηση ελλείψει αρμοδιότητας με το σκεπτικό ότι "η ερμηνεία που ζητείται από τους αιτούντες δεν ανάγεται στον τρόπο εκκαθάρισης ή διαχείρισης της κληρονομιάς αλλά στην ύπαρξη, τη φύση, την έκταση και το περιεχόμενο του κληρονομικού δικαιώματος των διαδίκων, ήτοι σε ζητήματα που δεν εμπίπτουν στη ρύθμιση του άρθρου 825 ΚΠολΔ για την επίλυση των οποίων και μόνο υφίσταται υλική αρμοδιότητα του παρόντος δικαστηρίου".

Το ίδιο σκεπτικό επαναλήφθηκε και στην υπ' αριθμ. 2816/2015 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η προαναφερόμενη (Β) αίτηση (του "Μουσείου Μπενάκη") για τον ίδιο ως άνω λόγο.

Εξάλλου, δοθέντος ότι με τον θάνατο του Γ. Ν., (προέδρου- διευθύνοντα συμβούλου, μετόχου σε ποσοστό 98%, και μέλους του δ.σ. της "... ΑΤΕ"), το Δ.Σ. της εταιρείας αυτής απέμεινε με δύο μόνο μέλη, ο ως άνω εκτελεστής των διαθηκών του ανωτέρω, κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, την από 8/3/2014 αίτηση με την οποία ζήτησε τον διορισμό τριμελούς διοίκησης, προκειμένου να αναλάβει τη συνέχιση των δραστηριοτήτων της παραπάνω εταιρείας μέχρι να αναλάβει καθήκοντα το Δ.Σ.

που θα οριστεί από τον νόμιμο κληροδόχο. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 773/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, με την οποία διορίσθηκε προσωρινή διοίκηση της εταιρείας αποτελούμενη από τους 1) Ν. Ν. του Ζ., 2) Σ. Μ. του Δ. και 3) Γ. Α. του Θ., με περιορισμένης διάρκειας εξουσία, ήτοι από την έκδοση της απόφασης και μέχρι την παρέλευση τριμήνου από την έκδοση αποφάσεως επί της από 25/4/2014 (αρ.

κατ. 318/2014) αιτήσεως, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και παρασχέθηκε στα ανωτέρω πρόσωπα η εξουσιοδότηση, αφού συγκροτηθούν σε σώμα, να επιμεληθούν κατά το ως άνω χρονικό διάστημα των τρεχουσών και επειγουσών υποθέσεων της εταιρείας, να προβαίνουν σε κάθε απαραίτητη πράξη διαχείρισης και εκπροσώπησης αυτής καθώς και να συγκαλέσουν εντός προθεσμίας (3) μηνών από την έκδοση αποφάσεως επί της από 25/4/2014 αιτήσεως, την Γενική Συνέλευση των μετόχων για την εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου.

Το μέλος όμως της ανωτέρω προσωρινής διοίκησης Γ. Α. με την από 22/7/2015 (αρ.κατ. 273/2015) αίτησή του προς το Ειρηνοδικείο Κρωπίας παραιτήθηκε των καθηκόντων του για τους λόγους που αναφέρει στην αίτηση και ζήτησε την αντικατάσταση του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως, ο ως άνω εκτελεστής της διαθήκης άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αιτούντος και επεσήμανε ότι και το έτερο μέλος της προσωρινής διοίκησης Σ.

Μ. με την από 13/9/2014 δήλωσή του προς αυτόν, που του επιδόθηκε στις 15/9/2014 παραιτήθηκε από την θέση που κατείχε και ότι το ίδιο έπραξε και το έτερο μέλος Ν. Ν. με την από 31/8/2015 εξώδικη δήλωση του προς την εταιρεία. Ενόψει αυτών, το Ειρηνοδικείο Κρωπίας, κρίνοντας ότι συντρέχει ανάγκη διορισμού νέου προσωρινού τριμελούς διοικητικού συμβουλίου, ώστε να καταστεί δυνατή η εκπλήρωση των υποχρεώσεων της εταιρείας, εξέδωσε την 1047/2015 οριστική του απόφαση, με την οποία διόρισε προσωρινή διοίκηση της εταιρείας αποτελούμενη από τους 1) Σ.

Τ. του Σ., 2) Π. Τ. του Σ. και 3) Α. Κ. Όπως δε ορίζεται σαφώς στην εν λόγω απόφαση, η προσωρινή αυτή διοίκηση "θα διαχειριστεί τις μη επιδεχόμενες αναβολή υποθέσεις της εταιρείας μέχρι να αναλάβει καθήκοντα το διοικητικό συμβούλιο που θα ορισθεί από το νόμιμο κληροδόχο στο μέλλον". Εν μέσω των κατά τα άνω διαδοχικών παραιτήσεων των δικαστικά διορισμένων διαχειριστών και της άσκησης εκ νέου αιτήσεων διορισμού διαχειριστών από τον εκτελεστή της διαθήκης, κατατέθηκε από εργαζόμενους του κτήματος (Γ.

Α. κλπ) η από 20/7/2016 (αρ. κατ. 101612/2016) αίτηση, με την οποία ζήτησαν την αντικατάσταση του μέλους της ως άνω διορισθείσας προσωρινής διοίκησης Σ. Τ. από άλλον και συγκεκριμένα από τον Κ. Τ., σωρεύοντας ταυτόχρονα και αίτημα έκδοσης προσωρινής διαταγής για "την αντικατάσταση του Σ. Τ. από τον Κ. Τ. μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως στις 10/10/2016 υπό τον όρο της συζητήσεως αυτής, προκειμένου η προσωρινή διοίκηση να συγκροτηθεί σε σώμα και να προβεί σε όλες τις διαχειριστικές πράξεις του διοικητικού συμβουλίου που δεν επιδέχονται αναβολής, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 1047/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας".

Η αίτηση εκδόσεως προσωρινής διαταγής έγινε δεκτή και εκδόθηκε η από 28/7/2016 προσωρινή διαταγή του Προέδρου του ανωτέρω δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία "διορίζει τον Κ. Τ. του Τ. στη θέση του Σ. Τ., ως μέλος της προσωρινής διοίκησης της εταιρείας "... ΑΤΕ" για το χρονικό διάστημα έως τη συζήτηση της αίτησης για τον διορισμό προσωρινής διαχείρισης αυτής και υπό τον όρο συζήτησης της αιτήσεως κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 10/10/2016".

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 12/8/2016 συνήφθη με ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβαση εμπορικής μίσθωσης με συμβαλλόμενους την εταιρεία "... ΑΤΕ", ως εκμισθώτρια και την εταιρεία "TROSER Α.Ε", ως μισθώτρια, δυνάμει της οποίας (σύμβασης) η ως άνω εκμισθώτρια, δηλώνοντας ότι τυγχάνει αποκλειστική κυρία εκτάσεως 29.784 τ.μ.

μετά των επ' αυτής κτισμάτων, εντός της οποίας ο Γ. Ν. είχε αναπτύξει επιχειρηματική δραστηριότητα παροχής υπηρεσιών εστίασης και οργάνωσης εκδηλώσεων και είχε δημιουργήσει το ισχυρό εμπορικό όνομα αρχικά "ΚΤΗΜΑ ..." και μετέπειτα "ΜΟΥΣΕΙΟ ..." εκμισθώνει το προπεριγραφόμενο μίσθιο στην Μισθώτρια, για 5 έτη, έναντι ετήσιου συμβατικού μισθώματος ποσού 30 ευρώ ανά φιλοξενούμενο άτομο και ετήσιου εγγυημένου μισθώματος 300.000 ευρώ για καθένα από τα πέντε έτη της μίσθωσης.

Στην παραπάνω σύμβαση αναφέρεται ότι η εταιρεία "... ΑΤΕ" εκπροσωπήθηκε νομίμως από τον Κ. Τ. του Τ., Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής δυνάμει της από 4/8/2016 απόφασης του Δ.Σ. αυτής, που καταχωρήθηκε στο ΓΈΜΗ την 5/8/2016 με αριθμό καταχώρησης 709137 και αριθμό πρωτ. 514245/8.8.2016. Όπως δε προκύπτει από το περιεχόμενου του παραπάνω από 4/8/2016 Πρακτικού Δ.Σ. "Το Διοικητικό Συμβούλιο, κατόπιν του διορισμού του κ.

Τ. Κ. με την προσωρινή διαταγή του Προέδρου του Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εξεδόθη επί της υπ' αριθμ. κατ. 1612/2016 Αιτήσεως περί αντικατάστασης του παραιτηθέντος μέλους της προσωρινής διοίκησης κ. Τ. Σ., συγκροτήθηκε σε σώμα ως εξής 1. Τ. Κ. του Τ., Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος 2. Τ. Π. του Σ., Μέλος, 3. Κ. Α. του Δ., Μέλος.

Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφασίζει με παμψηφία η εξουσία εκπροσώπησης της εταιρείας για όλες πράξεις, όπως και για κάθε μια από αυτές ξεχωριστά, ανατίθεται στον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο κ. Τ. Κ. του Τ. Ενδεικτικά πρόκειται για τις ακόλουθες πράξεις: 1.0, ....1.7. Μίσθωση, εκμίσθωση, υπεκμίσθωση και παραχώρηση χώρου".

Περαιτέρω, με το από 13/12/2016 Πρακτικό της έκτακτης αυτόκλητης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της "... ΑΤΕ", εξελέγη ομόφωνα και παμψηφεί νέο Δ.Σ. της εταιρείας με μέλη τους: 1) Α. Α. του Ι. 2) Α. Γ. του Π. 3) Δ. Γ. του Μ. και θητεία για πέντε έτη (13/12/2016 έως 2/12/2021). Το εν λόγω Δ.Σ συνήλθε σε συνεδρίαση την ίδια ημέρα (13/12/2016) και συγκροτήθηκε σε σώμα με Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο τον Α.

Α. και τους λοιπούς ως μέλη και αποφάσισε την ανάθεση όλων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του στον ως άνω Πρόεδρο, στον οποίο παρασχέθηκε η εξουσία να εκπροσωπεί και δεσμεύει την εταιρεία σε όλες τις σχέσεις και συναλλαγές της με μόνο την υπογραφή του κάτω από τη σφραγίδα της εταιρείας (βλ. το από 13/12/2016 Πρακτικό Δ.Σ.

που καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ στις 20/1/2017 (ΚΑΚ 89495, αριθμ. πρωτ. ανακοίνωσης 72392). Στη συνέχεια, στις 1/2/2017 κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα η από 1/2/2017 "ΕΞΩΔΙΚΉ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ-ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ" της "... ΑΤΕ" που υπογράφει κάτωθι της εμπορικής σφραγίδας ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής Α. Α., σύμφωνα με την οποία "δηλώνεται εκ νέου ότι η από 12/8/2016 σύμβαση είναι άκυρη λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων του ν. 4182/2013 και του ότι υπεγράφη καθ' υπέρβαση των αρμοδιοτήτων του - κατά το χρόνο εκείνο - προσωρινού διαχειριστή και επικουρικά και σε περίπτωση που τυχόν κριθεί έγκυρη η ανωτέρω σύμβαση, δηλώνεται ότι καταγγέλλεται η σύμβαση για σπουδαίους λόγους, καθόσον περιέχει παράνομους και καταχρηστικούς όρους που έχουν προξενήσει βλάβη στην κοινωφελή περιουσία και δύνανται να προξενήσουν ακόμα μεγαλύτερη".

Εξ αφορμής της εξώδικης αυτής δήλωσης - καταγγελίας η ενάγουσα άσκησε την ένδικη αγωγή με την οποία πλήττει το κύρος της Γενικής Συνέλευσης που εξέλεξε την νέα διοίκηση η οποία της κοινοποίησε την παραπάνω εξώδικη δήλωση, με την οποία αμφισβητείται το κύρος της σύμβασης μίσθωσης που αυτή συνήψε με την εναγομένη.

Η επικαλούμενη όμως από την ενάγουσα σύμβαση μίσθωσης στην οποία στηρίζει αυτή το έννομο συμφέρον της για την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, δεν καταρτίστηκε έγκυρα όσον αφορά την πλευρά της εκμισθώτριας εταιρείας "... ΑΤΕ" και δεν δεσμεύει την τελευταία. Και τούτο διότι η εναγομένη εκπροσωπήθηκε στη σύναψη της εν λόγω σύμβασης από τον Κ.

Τ., μέλος της διορισθείσας από το δικαστήριο προσωρινής διοίκησης της εναγομένης, ο οποίος όμως δεν είχε εξουσία να συνάψει την εν λόγω σύμβαση, καθόσον η υπ' αριθμ. 1047/2015 δικαστική απόφαση που διόρισε την προσωρινή διοίκηση της παραπάνω εταιρείας οριοθέτησε τις εξουσίες της εν λόγω προσωρινής διοίκησης, περιορίζοντας αυτές "στην διαχείριση των μη επιδεχόμενων αναβολής υποθέσεων της εταιρείας".

Τέτοια όμως υπόθεση (επείγουσα και μη επιδεχόμενη αναβολή) δεν αποτελεί η σύναψη της ειρημένης μισθωτικής σύμβασης, η οποία ως εκ τούτου δεν υπάγεται στις εξουσίες του παραπάνω προσωρινού διοικητικού συμβουλίου και κατ' επέκταση στον Κ. Τ. στον οποίο το εν λόγω προσωρινό δ.σ. εκχώρησε τις αρμοδιότητές του.

Επομένως, ο τελευταίος δεν είχε εξουσία να συνάψει την ένδικη σύμβαση μίσθωσης ως νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, η οποία συνακόλουθα δεν δεσμεύεται από την εν λόγω σύμβαση, η δε ενάγουσα στερείται εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της ένδικης αγωγής με το προπαρατεθέν αίτημα. Στην ίδια κρίση καταλήγοντας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά τον νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και ο περί του αντιθέτου λόγος της υπό κρίση έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος....." Από τις παρατιθέμενες ως άνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ, δεχόμενο την έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας - ενάγουσας για την άσκηση της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής.

Τούτο διότι, κατά τα ανωτέρω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η από 12-8-2016 σύμβαση εμπορικής μισθώσεως που συνήφθη μεταξύ της αναιρεσείουσας ως μισθώτριας και της αναιρεσίβλητης ως εκμισθώτριας δεν δεσμεύει την τελευταία ως μη καταρτισθείσα εγκύρως, διότι κατά τη σύναψη της εν λόγω συμβάσεως η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον Κ.

Τ., ο οποίος με την από 28-7-2016 προσωρινή διαταγή του Ειρηνοδίκη Κρωπίας διορίστηκε ως μέλος της προσωρινής διοικήσεως της αναιρεσίβλητης με εξουσία, όπως αυτή είχε οριστεί σαφώς στην υπ' αρ. 1047/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, που διόρισε την προσωρινή διοίκηση της αναιρεσίβλητης, "να διαχειριστεί τις μη επιδεχόμενες αναβολή υποθέσεις της εταιρείας μέχρι να αναλάβει καθήκοντα το ΔΣ που θα οριστεί από τον νόμιμο κληροδόχο στο μέλλον", τέτοια όμως υπόθεση δεν αποτελούσε η σύναψη της επίδικης συμβάσεως μισθώσεως, η οποία δεν υπαγόταν στις εξουσίες του προσωρινού ΔΣ της αναιρεσίβλητης και ως εκ τούτου η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει την ένδικη αγωγή με αίτημα την αναγνώριση του ανυποστάτου της από 13-12-2016 αποφάσεως της Γενικής Συνελεύσεως της αναιρεσίβλητης, με την οποία εκλέχθηκε η νέα διοίκηση αυτής, που με το από 1-2-2017 εξώδικο, που απέστειλε στην αναιρεσείουσα αμφισβήτησε την εγκυρότητα της επίδικης συμβάσεως μισθώσεως.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ, οι οποίες δεν εφαρμόστηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της μη εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 69 ΑΚ, καθένας που διαθέτει έννομο συμφέρον έχει δικαίωμα να προκαλέσει το δικαστικό διορισμό προσωρινής διοικήσεως νομικού προσώπου στις ακόλουθες δύο περιπτώσεις: α) αν λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για τη διοίκηση του νομικού προσώπου και β) αν τα συμφέροντά τους συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου. Η διάταξη αυτή ισχύει και για το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρείας, με την έννοια ότι κάθε μέτοχος έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει το μεταβατικό διορισμό μελών του διοικητικού της συμβουλίου στις δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 547/2019, ΑΠ 1392/2014). Με την παραπάνω διάταξη καλύπτεται η ανάγκη συνεχούς υπάρξεως διοικήσεως των νομικών προσώπων προς εκπλήρωση της αποστολής τους και αποτροπής της ουσιαστικής διακοπής της περαιτέρω λειτουργίας τους, την οποία συνεπάγεται η έλλειψη αυτής και καθιερώνεται η δικαστική επέμβαση ως λύση ανάγκης, λόγω της σημασίας που έχει η ύπαρξη του βασικού τούτου καταστατικού οργάνου για την εν γένει λειτουργία των νομικώς συγκροτημένων κοινωνικών ομάδων και οργανώσεων (ΑΠ1430/1987).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 68, 69 ΑΚ, προκύπτει ότι η εξουσία της προσωρινής διοικήσεως του νομικού προσώπου καθορίζεται κατ' αρχήν από την δικαστική απόφαση που διόρισε την προσωρινή διοίκηση και είναι συνήθως ανάλογη με την αιτία που προκάλεσε τον διορισμό. Σε κάθε περίπτωση στην εξουσία της προσωρινής διοικήσεως περιλαμβάνονται οι πράξεις που αφορούν την διαχείριση τρεχουσών και επειγούσης φύσεως υποθέσεων του νομικού προσώπου εκτός αν ως προς ορισμένες από αυτές υπάρχει περιορισμός στη δικαστική απόφαση διορισμού (ΑΠ 655/2005).

Η δικαστική κρίση στο πλαίσιο της 69ΑΚ οριοθετείται με αυστηρό τρόπο από τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 Σ), η οποία στο εταιρικό δίκαιο εξειδικεύεται με τις αρχές της προσωρινότητας, της φειδούς και επικουρικότητας με εξυπηρέτηση των καλώς νοουμένων συμφερόντων της εταιρείας και των τρίτων προσώπων (εταίρων, πιστωτών) που σχετίζονται με αυτό (ΑΠ 1392/2014).

Κάθε πράξη της προσωρινής διοικήσεως που υπερβαίνει την εξουσία που της παρασχέθηκε από τη δικαστική απόφαση του διορισμού της είναι άκυρη και δεν δεσμεύει το νομικό πρόσωπο. Ζήτημα προστασίας των καλόπιστων τρίτων δεν τίθεται εν προκειμένω, αφού οι τρίτοι για κάθε μορφή νομικού προσώπου, δεν δικαιολογείται να συναλλαγούν με διοίκηση διαφορετικής συνθέσεως, αν δεν βεβαιωθούν προηγουμένως ότι αυτή έχει διοριστεί νόμιμα με δικαστική απόφαση που καθορίζει και την εξουσία εκπροσωπήσεως, την οποία διαθέτει η διοίκηση αυτή.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1 και 2 και 22 παρ.1 και 3 του Κωδ. Ν.2190/1920 προκύπτει ότι την ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως το διοικητικό συμβούλιο που ενεργεί συλλογικά και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά τη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά την εκπλήρωση του σκοπού της. Η οργανική αυτή εκπροσώπηση της εταιρείας μπορεί ν` ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει σε ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους, είτε απευθείας με διάταξη του καταστατικού, είτε με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, αν υφίσταται σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό. Τα πρόσωπα αυτά, μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή τρίτοι, είναι όργανα της εταιρείας με εξουσία παράλληλη προς εκείνη του διοικητικού συμβουλίου και ενεργούν ως υποκατάστατα αυτού, αντλώντας την εξουσία τους από το νόμο και το καταστατικό (ΑΠ 381/2024, ΑΠ 473/2016).

Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, οι οποίες είναι ειδικές σε σχέση με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 65, 67, 68 και 70 του ΑΚ, που αναφέρονται στην οργανική εκπροσώπηση των νομικών προσώπων γενικώς, δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το υποκατάστατο αυτό όργανο, υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.

Σύμφωνα δε, με την παρ.1 του άρθρου 22 του Κ.Ν. 2190/1920, πράξεις του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας, ακόμη και αν είναι εκτός του εταιρικού σκοπού, δεσμεύουν την εταιρεία απέναντι στους τρίτους, εκτός αν αποδειχθεί ότι ο τρίτος γνώριζε την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή όφειλε να τη γνωρίζει.

Δε συνιστά απόδειξη μόνη η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας ως προς το καταστατικό της εταιρίας ή τις τροποποιήσεις του. Κατά δε την παράγραφο 2 του άρθρου 22 του ιδίου ως άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 3604/2007 και ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, περιορισμοί της εξουσίας του διοικητικού συμβουλίου από το καταστατικό ή από απόφαση της γενικής συνελεύσεως, δεν αντιτάσσονται στους τρίτους, ακόμη και αν έχουν υποβληθεί στις διατυπώσεις δημοσιότητας.

Με τις ρυθμίσεις αυτές, κατ` απόκλιση της γενικής για τα νομικά πρόσωπα ρυθμίσεως των άρθρων 68 και 70 του ΑΚ, αλλά και των όσων ισχύουν για τις πράξεις του αντιπροσώπου, σύμφωνα με τα άρθρα 211, 229 και 231 επ. του ΑΚ, στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 68 παρ.2 του ΑΚ, καθιερώνεται ως κανόνας ότι η ανώνυμη εταιρεία δεσμεύεται απέναντι στους τρίτους από τις πράξεις των οργανικών εκπροσώπων της και επομένως, και εκείνων που ορίσθηκαν ως υποκατάστατα όργανα αυτής, κατά το άρθρο 18 παρ.2 του Κωδ.Ν.2190/1920, έστω και αν οι πράξεις αυτές υπερβαίνουν τα όρια που θέτει ο εταιρικός σκοπός ή παραβιάζουν τους περιορισμούς που τίθενται από το καταστατικό ή από απόφαση της γενικής συνελεύσεως και κατά μείζονα λόγο του διοικητικού συμβουλίου, στην περίπτωση του υποκατάστατου οργάνου (ΑΠ 1353/1997).

Ωστόσο, οι τελευταίες αυτές διατάξεις για την εφαρμογή τους προϋποθέτουν : α) την ύπαρξη διορισθέντων κατά το καταστατικό της ανώνυμης εταιρείας οργανικών εκπροσώπων αυτής και β) υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή των περιορισμών που τίθενται από το καταστατικό ή από απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως της εταιρείας.

Συνεπώς, δεν εφαρμόζονται στην προσωρινή διοίκηση που διορίζεται, ως λύση ανάγκης, κατ' άρθρο 69 ΚΠολΔ, από το δικαστήριο, η εξουσία της οποίας, όπως αναφέρθηκε, καθορίζεται προσωρινά και με φειδώ από την δικαστική απόφαση που τη διορίζει και η υπέρβασή της συνεπάγεται τη μη δέσμευση της ανώνυμης εταιρείας έναντι των τρίτων.

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Ν. 2190/1920, δεχόμενο ότι η από 12-8-2016 σύμβαση μισθώσεως δεν δεσμεύει την αναιρεσίβλητη, ως ακύρως καταρτισθείσα από τον εκπροσωπούντα αυτήν, Κ.

Τ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα από το Εφετείο, η διάταξη του άρθρου 22 παρ.2 Ν. 2190/1920 δεν ήταν εφαρμοστέα και ορθά δεν εφαρμόστηκε. Και τούτο διότι, εφόσον κατά τη σύναψη της επίδικης συμβάσεως μισθώσεως η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον Κ.

Τ., ο οποίος είχε οριστεί με προσωρινή διαταγή ως μέλος της προσωρινής διοικήσεώς της και είχε σαφή εξουσία, με βάση την υπ' αρ. 1047/2015 δικαστική απόφαση, να διαχειριστεί τις μη επιδεχόμενες αναβολής υποθέσεις της, η κατάρτιση της επίδικης συμβάσεως μισθώσεως υπερβαίνει την εξουσία που του είχε παρασχεθεί με την δικαστική απόφαση και ως εκ τούτου είναι άκυρη και δεν δεσμεύει την αναιρεσίβλητη.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη από 14-10-2020 αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-10-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 611/2020 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ