Supreme Court dismisses appeal on evidence evaluation, upholding lower court's assessment of private documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding a debt dispute. The appellant argued that specific handwritten notes and documents submitted by the respondent constituted full proof of payments totaling over 32,000 euros. The court rejected this claim, ruling that such private documents do not automatically carry full evidentiary weight and allow for counter-evidence. Consequently, the appeal was found baseless as it improperly challenged the lower court's discretionary evaluation of the evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 445, 559, 561 of the Code of Civil Procedure; Private documents do not constitute full proof of their content and allow for counter-evidence, meaning the appellate court cannot substitute its own evaluation of the evidence for that of the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 133 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 133/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Βασιλείου, κατοίκου Κομοτηνής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Χατζηπέμου.
Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γιαννούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κομοτηνής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 34/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-7-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 1487/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ, με τη σύμβαση της πώλησης ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, που αποτελούν το αντικείμενο της πώλησης, και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή του πωλητή κατά αγοραστή εμπορευμάτων προς καταβολή του τιμήματος, πρέπει να περιέχει τη σύμβαση και το χρόνο κατάρτισής της, τα πωληθέντα είδη και τις επί μέρους τιμές μονάδος κάθε πωληθέντος είδους (ΑΠ 818/2017, ΑΠ 1399/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 12-9-2016 αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρίσθηκε ότι με διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτής και του εναγόμενου κατά το χρονικό διάστημα από 21-11-2009 έως και 15-6-2011, στο πλαίσιο διαρκούς εμπορικής συνεργασίας μεταξύ τους, πώλησε και παρέδωσε στον εναγόμενο τα λεπτομερώς αναφερόμενα κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας οπωροκηπευτικά προϊόντα, εκδίδοντας τα αντίστοιχα τιμολόγια πωλήσεως, αντί συνολικού τιμήματος 453.350,83 ευρώ, έναντι του οποίου ο εναγόμενος της κατέβαλε τμηματικά το συνολικό ποσό των 159.645,47 ευρώ και της οφείλει το υπόλοιπο των 293.705,36 ευρώ.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 293.705,36 ευρώ, ως οφειλόμενο υπόλοιπο τιμήματος των άνω διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης να ζητήσει από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να της καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος των μεταξύ τους καταρτισθεισών συμβάσεων πωλήσεως.
Ειδικότερα, ρητά διαλαμβάνονται στην αγωγή τα απαιτούμενα ως άνω περιστατικά για το ορισμένο της και δη η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων πώλησης μεταξύ των διαδίκων, στο πλαίσιο διαρκούς εμπορικής συνεργασίας μεταξύ τους, ο χρόνος κατάρτισης κάθε σύμβασης, τα πωληθέντα με κάθε σύμβαση είδη και οι ποσότητές τους, καθώς και οι επί μέρους τιμές μονάδος κάθε πωληθέντος είδους, επί πλέον δε διαλαμβάνεται ότι σε εκτέλεση των άνω συμβάσεων η ενάγουσα παρέδωσε τα πωληθέντα είδη στον εναγόμενο, πλην όμως ο τελευταίος, καίτοι είχε συμφωνηθεί να καταβάλει το τίμημα κάθε επί μέρους πώλησης κατά την παράδοση των εμπορευμάτων, δεν τήρησε την υποχρέωση αυτή, αλλά τμηματικά κατέβαλε ένα μέρος του συνολικού τιμήματος, οφείλοντας το υπόλοιπο των 293.705,36 ευρώ.
Δεν ήταν δε αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής να παρατίθενται περαιτέρω πραγματικά περιστατικά και δη δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται αν τα πωληθέντα ήταν νωπά ή κατεψυγμένα, ούτε ο τόπος παράδοσής τους και το πρόσωπο που τα παρέλαβε, ούτε πότε έλαβε χώρα κάθε επί μέρους καταβολή και ποιο τιμολόγιο αφορούσε, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων.
Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη και απέρριψε τον σχετικό πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου και συνεπώς ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, επικαλούμενος την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 416 ΑΚ η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής και εκείνης του άρθρου 422 ΑΚ προκύπτει ότι ο οφειλέτης, για την πληρωμή ορισμένου χρέους, εάν ισχυρισθεί κατ` ένσταση ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ` αυτό αναφέρεται η δίκη.
Ο δανειστής, αμυνόμενος, δικαιούται, κατ' αντένσταση, να ισχυριστεί ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή δεν αφορά στο επίδικο, αλλά σε άλλο χρέος του προς αυτόν. Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον ο οφειλέτης αρνείται την ύπαρξη του άλλου χρέους, ο δανειστής είναι υποχρεωμένος ν` αποδείξει τα παραγωγικά του χρέους αυτού γεγονότα, ο δε οφειλέτης ν` αποκρούσει την αντένσταση προβάλλοντας, κατ` επαντένσταση, και αποδεικνύοντας, ότι η καταβολή έγινε για την εξόφληση του επίδικου χρέους με βάση το μονομερή καθορισμό του εξοφλητέου (από τα περισσότερα) χρέους είτε βάσει της διατάξεως του άρθρου 422 εδ.
β` ΑΚ (ΑΠ 666/2020, ΑΠ 1226/2018, ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 575/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ολΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Η ενάγουσα εταιρία (αναιρεσίβλητη) που εδρεύει στην Τουρκία και δραστηριοποιείται στο χονδρικό εμπόριο οπωροκηπευτικών προϊόντων συμφώνησε από το έτος 2009 με τον εναγόμενο (αναιρεσείοντα) που ήταν έμπορος χονδρικής πώλησης οπωροκηπευτικών προϊόντων στην Ελλάδα την πώληση σ' αυτόν προϊόντων της εμπορίας της και συγκεκριμένα να παραδίδει τα κατόπιν σχετικής προφορικής παραγγελίας του εναγομένου εμπορεύματα σε φορτηγά ιδιοκτησίας του που οδηγούσαν προστηθέντες οδηγοί του εναγομένου στην έδρα της στο Κιρκλαρέλι Τουρκίας, ενώ εκδιδόταν το αντίστοιχο τιμολόγιο και δελτίο αποστολής και ακολουθούσε η σχετική διασάφηση μεταφοράς για την διασυνοριακή πώληση και εξαγωγή των προϊόντων από την Τουρκία προς την Ελλάδα.
Συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα από 21-11-2009 έως και 15-6-2011 η ενάγουσα εταιρία πώλησε και παρέδωσε στον εναγόμενο οπωροκηπευτικά είδη συνολικής αξίας 453.350,83 ευρώ και εξέδωσε συνολικά (47) τιμολόγια αντίστοιχης συνολικής αξίας. Παρά την αρχική συμφωνία των διαδίκων περί εξόφλησης του ποσού κάθε τιμολογίου αμέσως μετά την παράδοση, ο εναγόμενος δεν κατέβαλε το ως άνω συμφωνηθέν ποσό των επιδίκων τιμολογίων, παρά μόνον μέρος του, ήτοι με τραπεζικά εμβάσματά του και εξοφληθείσες επιταγές κατέβαλε το συνολικό ποσό των 159.625,47 ευρώ, απολειπομένου προς εξόφληση του ποσού των 293.705,36 ευρώ.
Η ένσταση του εναγομένου, κατ' άρθρο 416 ΑΚ, εξόφλησης όχι μόνον του αιτουμένου με την αγωγή ποσού, αλλά και ακόμη υψηλότερου ποσού με μετρητά, αλλά και με παράδοση σωμάτων επιταγών που εισπράχθηκαν τελικώς από την ενάγουσα, που κατά τον ισχυρισμό του εναγομένου καταβάλλονταν και παραδίδονταν από τους οδηγούς των φορτηγών αυτοκινήτων του στους εκπροσώπους της ενάγουσας εταιρίας, αλλά και αυτοπροσώπως από τον εναγόμενο στους ως άνω εκπροσώπους της ενάγουσας όταν οι τελευταίοι επισκέπτονταν την Ελλάδα, δεν αποδείχθηκε, καθόσον αφενός μεν δεν προσκομίζεται καμία σχετική εξοφλητική απόδειξη οποιουδήποτε ποσού παρά το γεγονός ότι επρόκειτο για διασυνοριακές πωλήσεις χονδρικού εμπορίου, με το οποίο ασχολούνταν επί σειρά ετών ο εναγόμενος και ότι, κατά τον ισχυρισμό του, παραδίδονταν υψηλά χρηματικά ποσά ανερχόμενα για τα μετρητά μόνο στο ποσό των 213.380 ευρώ.
Τα προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο πρόχειρα ιδιόγραφα σημειώματα δεν αποδεικνύουν ότι επρόκειτο για καταβολές μετρητών χρημάτων προς εξόφληση των επιδίκων τιμολογίων μέσω παρένθετων προσώπων είτε στα σύνορα, είτε στην έδρα της ενάγουσας εταιρίας, είτε στην έδρα του εναγομένου στην Κομοτηνή, στην οποία προσερχόταν κατά τους ισχυρισμούς του ο εκ των νομίμων εκπροσώπων της εταιρίας και δεν κατέστη δυνατή η λήψη έστω μίας συγκεντρωτικής εξοφλητικής απόδειξης από τον εναγόμενο, με τη δικαιολογία, όπως αναφέρει ο εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυρας-αδελφός του ότι κυριαρχούσε πάντα βιασύνη στις συναλλαγές τους.
Την κρίση αυτή δεν μπορούν να κλονίσουν οι καταθέσεις που περιέχονται στις ένορκες βεβαιώσεις των προστηθέντων οδηγών υπαλλήλων του εναγομένου, καθόσον τα ποσά των μετρητών που φέρεται να παραδίδουν οι οδηγοί της εταιρίας δεν αντιστοιχούν σε ημεροχρονολογίες πωλήσεων που προκύπτουν από τα επίδικα τιμολόγια.
Εξάλλου, η ένσταση εξοφλήσεως του εναγομένου ότι εκτός από το ανωτέρω συνολικό καταβληθέν ποσό σε μετρητά έχει καταβάλει και συνολικό ποσό 44.300 ευρώ σε εισπραχθείσες από την ενάγουσα επιταγές εκδόσεώς του ή πελατείας του είναι απορριπτέα ως αόριστη, καθόσον αφορά εξόφληση με παράδοση από τον οφειλέτη στο δανειστή επιταγών πελατών του και δεν διαλαμβάνεται σ' αυτήν ο αριθμός των επιταγών και το ποσό εκάστης, ο εκδότης των επιταγών, η πληρώτρια τράπεζα και η είσπραξή τους...
Περαιτέρω, είναι άνευ εννόμου επιρροής και αντιφατικός ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η μη αναγραφή της φράσης "επί πιστώσει" σε έκαστο των τιμολογίων από την ενάγουσα, καταδεικνύει την προηγούμενη εξόφλησή του, διότι ο ίδιος συνομολογεί την παρεχόμενη έστω και ολιγοήμερη πίστωση από την ενάγουσα μέχρι την είσπραξη των τραπεζικών εμβασμάτων του ή των μεταχρονολογημένων επιταγών του.
Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρόσθετος δεύτερος λόγος έφεσης. Επίσης, άνευ εννόμου επιρροής καθόσον δεν αποδεικνύει εξόφληση είναι ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι στα βιβλία της επιχείρησής του τα ως άνω τιμολόγια εμφανίζονται ως εξοφλημένα και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός τέταρτος λόγος της υπό κρίση έφεσης.
Εξάλλου, στην από 14-4-2010 συγκεντρωτική κατάσταση από τηλεομοιοτυπία (φαξ) που ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι του απέστειλε στις 15 Απριλίου η ενάγουσα γίνεται αναφορά σε οφειλές προερχόμενες από άλλα τιμολόγια αφού διαφέρουν των επιδίκων τόσο οι ημεροχρονολογίες έκδοσης, οι αναγραφόμενοι αριθμοί των επιμέρους τιμολογίων, όσο και τα αναγραφόμενα ποσά του τιμήματος πώλησης κάθε τιμολογίου, που είναι όλα υψηλότερα, ενώ κανένα από αυτά δεν συμπίπτει με τα αναφερόμενα στην αγωγή επιμέρους ποσά τιμολογίων.
Αλλά ούτε και τα ποσά που φέρεται ότι έχουν κατατεθεί από τον εναγόμενο με τραπεζικά εμβάσματα της τράπεζας ... στο σχετικό με αριθ. 10 του εναγομένου αντιστοιχούν στην ως άνω τηλεομοιοτυπία. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εταιρία καταχωρούσε κάθε ποσό που κατέβαλλε ο εναγόμενος είτε δια τραπεζικού εμβάσματος είτε εξοφληθέντων επιταγών που αθροιζόμενα ανέρχονται στο αναφερόμενο στην αγωγή εξοφληθέν ποσό από τον εναγόμενο και συνεπώς δεν αποδείχθηκε ότι έχει εξοφληθεί μεγαλύτερο τίμημα από αυτό που ισχυρίζεται και αφαιρεί η ενάγουσα με την αγωγή της.
Συνεπώς, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη η προταθείσα από τον εναγόμενο ένσταση εξόφλησης του αιτουμένου με την αγωγή υπολοίπου τιμήματος και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε για τον ίδιο λόγο την ως άνω ένσταση δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, αλλά αντίθετα ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και έκανε δεκτή την αγωγή...".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 8/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 293.705,36 ευρώ, ως υπόλοιπο οφειλόμενου τιμήματος των άνω διαδοχικών πωλήσεων.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ως προς το ζήτημα της προβληθείσας από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένστασης εξόφλησης του τιμήματος των καταρτισθεισών μεταξύ αυτού και της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως οπωροκηπευτικών προϊόντων, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 416 του ΑΚ, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων δεν εξόφλησε το αιτούμενο από την ενάγουσα τίμημα των επίδικων πωλήσεων και, ως εκ τούτου, έκρινε ότι είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη η προταθείσα από αυτόν ένσταση εξόφλησης του τιμήματος.
Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται το Εφετείο α) ότι παρά την αρχική συμφωνία των διαδίκων περί εξόφλησης του ποσού κάθε τιμολογίου αμέσως μετά την παράδοση, ο εναγόμενος δεν κατέβαλε το ως άνω συμφωνηθέν ποσό των επιδίκων τιμολογίων, παρά μόνον μέρος του, ήτοι με τραπεζικά εμβάσματά του και εξοφληθείσες επιταγές κατέβαλε το συνολικό ποσό των 159.625,47 ευρώ, απολειπομένου προς εξόφληση του ποσού των 293.705,36 ευρώ, β) ότι δεν αποδείχθηκε η εξόφληση του ποσού αυτού, καθόσον δεν προσκομίσθηκε καμία σχετική εξοφλητική απόδειξη οποιουδήποτε ποσού παρά το γεγονός ότι επρόκειτο για διασυνοριακές πωλήσεις χονδρικού εμπορίου, με το οποίο ασχολούνταν επί σειρά ετών ο εναγόμενος και ότι, κατά τον ισχυρισμό του, παραδίδονταν υψηλά χρηματικά ποσά ανερχόμενα για τα μετρητά μόνο στο ποσό των 213.380 ευρώ, γ) ότι τα προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο πρόχειρα ιδιόγραφα σημειώματα δεν αποδεικνύουν ότι επρόκειτο για καταβολές μετρητών χρημάτων προς εξόφληση των επιδίκων τιμολογίων μέσω παρένθετων προσώπων είτε στα σύνορα, είτε στην έδρα της ενάγουσας εταιρίας, είτε στην έδρα του εναγομένου στην Κομοτηνή, δ) ότι στην από 14-4-2010 συγκεντρωτική κατάσταση από τηλεομοιοτυπία (φαξ) γίνεται αναφορά σε οφειλές προερχόμενες από άλλα τιμολόγια αφού διαφέρουν των επιδίκων τόσο οι ημεροχρονολογίες έκδοσης, οι αναγραφόμενοι αριθμοί των επιμέρους τιμολογίων, όσο και τα αναγραφόμενα ποσά του τιμήματος πώλησης κάθε τιμολογίου, που είναι όλα υψηλότερα, ενώ κανένα από αυτά δεν συμπίπτει με τα αναφερόμενα στην αγωγή επιμέρους ποσά τιμολογίων, ούτε δε και τα ποσά που φέρεται ότι έχουν κατατεθεί από τον εναγόμενο με τραπεζικά εμβάσματα της τράπεζας ...
στο σχετικό με αριθ. 10 του εναγομένου αντιστοιχούν στην ως άνω τηλεομοιοτυπία, και ε) ότι η ενάγουσα εταιρία καταχωρούσε κάθε ποσό που κατέβαλλε ο εναγόμενος είτε δια τραπεζικού εμβάσματος είτε εξοφληθεισών επιταγών, που αθροιζόμενα ανέρχονται στο αναφερόμενο στην αγωγή εξοφληθέν ποσό από τον εναγόμενο και συνεπώς δεν αποδείχθηκε ότι έχει εξοφληθεί μεγαλύτερο τίμημα από αυτό που ισχυρίζεται και αφαιρεί η ενάγουσα με την αγωγή της.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο σαφώς δέχεται ότι δεν έλαβαν χώρα οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα καταβολές, στα πλαίσια δε της ουσιαστικής έρευνας της προβληθείσης από αυτόν ένστασης εξόφλησης και προς αιτιολόγηση του πορίσματος αυτού και μόνον γίνεται αναφορά στα συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του ότι από αυτά δεν αποδεικνύονται οι επικαλούμενες καταβολές, σε τρόπο ώστε να μη μπορεί να γίνει λόγος για αντιφατικές αιτιολογίες.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την έλλειψη νόμιμης βάσης, ως προς την απόρριψη της προβληθείσας από αυτόν ένστασης εξόφλησης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών. Περαιτέρω, από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση εξόφλησης, δεχόμενο ότι αυτός δεν προέβη στις επικαλούμενες καταβολές και όχι κατ' αποδοχήν αντενστάσεως εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, συνισταμένης στο ότι έλαβαν μεν χώρα οι καταβολές αυτές από τον εναγόμενο, πλην όμως δεν αφορούσαν τα επίδικα χρέη αλλά διαφορετικά χρέη, ισχυρισμό που δεν προέβαλε, άλλωστε, η αναιρεσίβλητη.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δη ότι έλαβε υπόψη της αντένσταση που δεν προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη, είναι απορριπτέος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος.
Ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1365/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 662/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε κατ' ουσίαν το περιεχόμενο μιας σειράς εγγράφων που παραδεκτά προσκομίσθηκαν από αυτόν, γιατί δέχθηκε ότι αυτά δεν αποδεικνύουν γενόμενη προς την αναιρεσίβλητη καταβολή χρηματικών ποσών και ειδικότερα ότι παραμόρφωσε α) το περιεχόμενο των προσκομισθέντων από αυτόν με αριθ.
σχετικών 4 και 4α, 5 και 5α, 6 και 6α, 7 και 7α, 8 και 8α και 15 και 15α ιδιόχειρων σημειωμάτων, που βεβαιώνουν άμεσες καταβολές, συνολικού ποσού 47.000 ευρώ, που έγιναν από μέρους του προς την αναιρεσίβλητη και δη την παραλαβή των συγκεκριμένων χρηματικών ποσών από τα στελέχη της αντιδίκου, β) το περιεχόμενο της προσκομισθείσας από αυτόν με αριθ.
σχετικού 1 (και 1α) από 14-4-2010 συγκεντρωτικής κατάστασης από τηλεομοιοτυπία (φαξ) που του απέστειλε στις 15-4-2010 η αναιρεσίβλητη, από την οποία προκύπτει ότι οι συναλλαγές τους δεν γίνονταν μόνο μέσω Τράπεζας αλλά και μέσω των οδηγών του πριν τη φόρτωση των φορτηγών του αλλά και στα σύνορα και η οποία βεβαιώνει μια σειρά από καταβολές που συνδυαστικά εξεταζόμενο το έγγραφο αυτό με άλλα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι οι καταβολές αυτές, συνολικού ποσού 207.000 ευρώ γίνονται έναντι της εξόφλησης των ένδικων τιμολογίων, γ) το περιεχόμενο του προσκομισθέντος από αυτόν με αριθ.
σχετικού 3 και 3α ιδιόχειρου σημειώματος του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης, από το οποίο επιβεβαιώνονται μία σειρά από καταβολές που ενεργούνται αφότου η αναιρεσίβλητη σταμάτησε να στέλνει ανακεφαλαιωτικά των συναλλαγών τους φαξ και δη μια σειρά από πληρωμές αλλά και παραδόσεις επιταγών, και δ) το περιεχόμενο του προσκομισθέντος από αυτόν με αριθ.
σχετικού 9 και 9α ιδιόχειρου σημειώματος του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης, που βεβαιώνει επίσης μια σειρά από πληρωμές αλλά και παραδόσεις επιταγών, όλες δε αυτές οι καταβολές γίνονταν έναντι των επίδικων τιμολογίων που εκδίδονταν κατά τις συναλλαγές τους και ως εξοφλημένα περνούσαν στα βιβλία της επιχείρησής του.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε ως προς τα έγγραφα αυτά σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των εγγράφων με την παραδοχή ότι περιέχουν περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνουν, σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος και απορριπτέος γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό και δη ότι τα άνω πρόχειρα ιδιόγραφα σημειώματα δεν αποδεικνύουν ότι επρόκειτο για καταβολές μετρητών χρημάτων προς εξόφληση των επιδίκων τιμολογίων μέσω παρένθετων προσώπων είτε στα σύνορα, είτε στην έδρα της ενάγουσας εταιρίας, είτε στην έδρα του εναγομένου στην Κομοτηνή, στην δε από 14-4-2010 συγκεντρωτική κατάσταση από τηλεομοιοτυπία (φαξ) γίνεται αναφορά σε οφειλές προερχόμενες από άλλα τιμολόγια.
Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσία αβάσιμη την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση εξοφλήσεως, κατά τα αναφερόμενα ποσά, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκλησή τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011).
Εξάλλου, στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 445, 457 παρ. 1, 2 και 3 και 458 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει ισχυρισμό του διαδίκου ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου.
Ο αντίδικος έχει την υποχρέωση να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής του εγγράφου. Σε περίπτωση άρνησης, ο διάδικος, που επικαλείται το ιδιωτικό έγγραφο, έχει την υποχρέωση να αποδείξει τη γνησιότητα, με κάθε αποδεικτικό μέσο. Εφόσον η γνησιότητα αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το ότι η δήλωση, που περιέχει, προέρχεται από τον εκδότη του.
Ως προς το ζήτημα αυτό, της προέλευσης, δηλαδή, της δήλωσης από τον εκδότη του εγγράφου, παράγεται αμάχητο τεκμήριο, το οποίο δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού. Η ως άνω αποδεικτική δύναμη (πλήρης απόδειξη) αναφέρεται μόνο στο ότι αυτή προέρχεται από τον υπογραφέα του εγγράφου.
Δεν αναφέρεται στο περιεχόμενο της δήλωσης. Αντίθετα, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της δήλωσης, επιτρέπεται ανταπόδειξη (ΑΠ 1218/2020, ΑΠ 621/2019, ΑΠ 85/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και δη ότι δεν έλαβε υπόψη ως έγγραφα που παράγουν, κατ' άρθρο 445 ΚΠολΔ, πλήρη απόδειξη τα σχετικά που προσκόμισε με τις προτάσεις του και φέρουν σφραγίδα της αναιρεσίβλητης και υπογραφή των νομίμων εκπροσώπων της, όπως α) το σχετικό 4 (και 4α) των προσκομιζόμενων ιδιόχειρων σημειωμάτων για καταβολή ποσού 10.000 ευρώ, β) το σχετικό 5 και (5α) για καταβολή ποσού 6.000 ευρώ, γ) το σχετικό 6 (και 6α) έγγραφο για καταβολή ποσού 4.000 ευρώ, δ) το σχετικό 7 (και 7α) των προσκομιζόμενων ιδιόχειρων σημειωμάτων για καταβολή ποσού 5.000 ευρώ, ε) το σχετικό 8 (και 8α) των προσκομιζόμενων ιδιόχειρων σημειωμάτων για καταβολή ποσού 5.000 ευρώ, και στ) το σχετικό 15 (και 15α) των προσκομιζόμενων εγγράφων για καταβολή ποσού 17.000 ευρώ, έγγραφα που βεβαιώνουν άμεσες καταβολές και ως έγγραφα ιδιωτικά παράγουν πλήρη απόδειξη των περιεχομένων σ' αυτά δηλώσεων.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον τα ως άνω επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα αποτελούν ιδιωτικά έγγραφα, τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, αλλά επιτρέπεται ανταπόδειξη, και συνεπώς, δεν παραλείφθηκε να προσδοθεί σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη που είχαν από το νόμο, εν σχέσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αυτά δε εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα) που προσκόμισαν προς απόδειξη και ανταπόδειξη οι διάδικοι για την τελική κρίση του Εφετείου.
Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσία αβάσιμη την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση εξοφλήσεως, κατά τα συγκεκριμένα ποσά, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, ο αναιρεσείων, που χάνει τη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί και στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Ιουλίου 2018 αίτηση του Α. Π. για αναίρεση της με αριθ. 34/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ