133/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated133/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, ο εργοδότης ασκώντας το εκπορευόμενο από τη διάταξη του άρθρου 652 Α.Κ. διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 133 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 133/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22σ Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΑΡΚΟ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Αρετής Βλαστού, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Β. Σ. του Α., κατοίκου ..., 2) Σ. Π. του Γ., κατοίκου ... και 3) Θ. Π. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Καρούζου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 590/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3571/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-9-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 17-9-2017 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 8441/802/2019) αίτηση αναίρεσης, η αναιρεσείουσα-εναγομένη προσβάλλει την εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 3571/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 15-5-2008 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 3241/18-5-2018) έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 590/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 28-12-2016 (υπ'εκθ. καταθ. 3314/52/2017) αγωγή τους και; αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και κρατήθηκε η υπόθεση για έρευνα από το εφετείο, έγινε δεκτή η ως άνω αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Η εν λόγω αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 7 εδαφ. α' του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 και 652 ΑΚ, μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού και χωρίς ο εργοδότης να έχει τέτοια ευχέρεια από όρο της συμβάσεως ή το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως.
Για την εφαρμογή, όμως, της άνω διατάξεως του εδαφίου α' του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 δεν αρκεί μόνο η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής αλλά απαιτείται επί πλέον να είναι και βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η μονομερής αυτή μεταβολή των όρων εργασίας δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως ή τον υπάρχοντα Κανονισμό και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, ο εργοδότης μπορεί να μεταβάλει τους όρους παροχής της εργασίας, έστω και σε βάρος του μισθωτού, ο οποίος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., που απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος.
Ειδικότερα, ο εργοδότης ασκώντας το εκπορευόμενο από τη διάταξη του άρθρου 652 Α.Κ. διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.
Δηλαδή ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα απ' αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι' αυτήν κριτήρια. Ο μονομερής όμως ,προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης με βάση το διευθυντικό δικαίωμά του πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχειρήσεως.
Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο διότι η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη, κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους.
Τούτο ιδίως επιβάλλεται επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπληρώσεως της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία του εργοδότη στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών.
Περαιτέρω, από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648, 652 και 656 ΑΚ, προκύπτει ότι, η βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του δεν επιφέρει τη λύση αυτής, ούτε υποχρεώνει το μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικά τα δικαιώματα:
α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως άτακτη εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής σύμβασης και αποχωρώντας από την εργασία του να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 104/2017, ΑΠ 657/2018, ΑΠ 132/2016).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών....". Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, οι οποίοι αφορούν την αναζήτηση κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών της αληθινής βουλήσεως των μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις και την ερμηνεία των συμβάσεων όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (ΑΠ Ολομ. 26/2004, ΑΠ 163/ 2015) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ Ολομ. 26/2004) ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 245/2018, ΑΠ 1457/2017, ΑΠ 635/2011, ΑΠ 604/2011, ΑΠ 211/2011, ΑΠ 533/2008, ΑΠ 1581/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από την επισκόπηση αυτής προκύπτει (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα ακόλουθα, καθόσον αφορά τους ερευνώμενους λόγους αναίρεσης: Ότι, η εναγομένη εταιρεία, που αποτελεί ΝΠΙΔ, το μετοχικό κεφάλαιο του οποίου έχει περιέλθει στο ΤΑΙΠΕΔ, έχει ως αντικείμενο την εκμετάλλευση μεταλλείων, την κατεργασία και το εμπόριο μεταλλευμάτων (κυρίως σιδηρονικελίου), καθώς και την έρευνα για την εξόρυξη λιγνίτη και δραστηριοποιείται στις περιοχές της Εύβοιας, της Βοιωτίας, της Καστοριάς, της Κοζάνης και της Λάρυμνας Φθιώτιδας.
Ότι ο πρώτος των εναγόντων προσελήφθη από την εναγομένη στις 16-1-1995, αρχικά με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που στη συνέχεια μετετράπη σε αορίστου χρόνου, ως μηχανικός παραγωγής και διοίκησης, ενώ το έτος 2016 κατείχε τη θέση του Διευθυντή Προσωπάρχη και Υπεύθυνου Συντονισμού Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών Μεταλλείων ..., με συμφωνηθείσες τακτικές μεικτές μηνιαίες αποδοχές (βασικός μισθός και επιδόματα) από τον Οκτώβριο του 2015 μέχρι τον Ιούνιο του 2016, ανερχόμενες στο ποσό των 5.185,50 ευρώ.
Ότι ο δεύτερος των εναγόντων προσελήφθη από την εναγομένη στις 21-4-1994, αρχικά με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που, στη συνέχεια, μετετράπη σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως μηχανικός μεταλλείων- μεταλλουργός, ενώ από το έτος 2016 κατείχε τη θέση του Διευθυντή Μεταλλείων Νοτίου Ελλάδος και Διευθυντή Υγείας και Ασφάλειας στην Εργασία και παράλληλα τύγχανε και μέλος του ΔΣ της εναγομένης, με συμφωνηθείσες τακτικές μεικτές μηνιαίες αποδοχές (βασικός μισθός και επιδόματα) από τον Απρίλιο του 2015 μέχρι τον Ιούνιο του 2016, ανερχόμενες στο ποσό των 5.826,75 ευρώ.
Ότι ο τρίτος των εναγόντων προσελήφθη από την εναγομένη στις 12-9-1988 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως μεταλλειολόγος-μεταλλουργός μηχανικός, ενώ από το έτος 2016 κατείχε τη θέση του Διευθυντή Μεταλλείων Βορείου Ελλάδος, με συμφωνηθείσες τακτικές μεικτές μηνιαίες αποδοχές (βασικός μισθός και επιδόματα) από το Σεπτέμβριο του 2009 μέχρι τον Ιούνιο του 2016, ανερχόμενες στο ποσό των 6.174,10 ευρώ.
Ότι η εναγομένη, με την …/…-6-2016 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της, λόγω της συνεχιζόμενης πτώσης των τιμών του νικελίου σε επίπεδα κάτω των 10.000 ευρώ για χρονικό διάστημα σχεδόν ενός έτους, αποφάσισε, μεταξύ των άλλων μέτρων που είχαν ως σκοπό την εξοικονόμηση των δαπανών, να ορίσει ως ανώτατο όριο ακαθάριστων αμοιβών για όλο το Προσωπικό το ποσό αμοιβής του Προέδρου και του Διευθύνοντος Συμβούλου της, που ανερχόταν στο ύψος των 4.750 ευρώ, εισάγοντας με τον τρόπο αυτό κόφτη στις μηνιαίες αποδοχές των εργαζομένων της από το ύψος των 4.750 ευρώ και άνω.
Ότι, σε εκτέλεση της απόφασης αυτής η εναγομένη προέβη άμεσα σε περικοπή (μείωση) του μισθού των εναγόντων από τον Ιούλιο του έτους 2016 και έκτοτε ο μηνιαίος μισθός αυτών διαμορφώθηκε στο ποσό των 4.750 ευρώ. Ότι οι ενάγοντες με την από 14-9-2016 εξώδικη δήλωσή τους, που κοινοποίησαν στην εναγομένη στις 16-9-2016, διαμαρτυρήθηκαν ρητά, απέκρουσαν την εν λόγω μείωση του μισθού τους και ζήτησαν την επαναφορά του στα επίπεδα του μηνός Ιουνίου 2016, στη συνέχεια δε, επειδή η εναγομένη δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα τους, άσκησαν την κρινόμενη αγωγή.
Ότι η μονομερής αυτή μείωση του συμφωνημένου μισθού των εναγόντων, χωρίς να έχει διατυπωθεί από την πλευρά της εναγομένης οποιαδήποτε επιφύλαξη ή να έχει διατηρηθεί για τον εαυτό της οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια μονομερούς επέμβασης (περιορισμού ή ανάκλησης) στο μισθό αυτό, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή όρου των ατομικών συμβάσεων εργασίας που τη συνέδεαν με τους ενάγοντες.
Περαιτέρω, το Εφετείο, αναφορικά με τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι η επίδικη μείωση των αποδοχών των εναγόντων, καίτοι μονομερής, ήταν νόμιμη, καθώς η Διοίκησή της είχε τη διακριτική ευχέρεια να το πράξει σύμφωνα με σχετική πρόβλεψη στο άρθρο 2 του Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας του Προσωπικού της, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Ότι με το άρθρο 2 του Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού της εναγομένης, προβλέπεται ότι "1. Η πρόσληψις του προσωπικού, η ρύθμισις των μετ' αυτού σχέσεων της Εταιρίας ως και η απόλυσις αυτού, υπάγεται εις την αποκλειστικήν αρμοδιότητα της Εταιρίας, ήτις αποφασίζει σχετικώς εντός των ορίων της εν ισχύι εργατικής νομοθεσίας. 2.
Ο αριθμός, τα κατά κατηγορίας προσόντα, αι αποδοχαί και η κατάταξις του προσωπικού καθορίζονται δια μεν την Έδραν της Εταιρίας, δι' αποφάσεων της Γενικής Διευθύνσεως αυτής, δια δε το Μεταλλουργικόν Εργοστάσιον και τα Μεταλλεία δι' αποφάσεων των τοπικών Διευθύνσεων, εγκρίσει της Γενικής Διευθύνσεως.". Ότι η προαναφερόμενη ρύθμιση του Κανονισμού παρέχει την ευχέρεια στη Διοίκηση της εναγομένης να καθορίζει τις αποδοχές, οι οποίες στην προκειμένη περίπτωση καθορίστηκαν και αποτέλεσαν όρο της συμβάσεως εργασίας καθενός των εναγόντων, δεν παρέχει όμως την ευχέρεια στη Διοίκηση να μειώσει τις συμφωνηθείσες και καταβαλλόμενες ήδη αποδοχές αυτών και ακολούθως απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο έκρινε ότι η μείωση των αποδοχών των εναγόντων συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων των επίδικων συμβάσεων εργασίας εκ μέρους των μελών της διοίκησης της εναγομένης, ότι η εναγομένη κατέστη υπερήμερη ως προς την καταβολή ακέραιων των αποδοχών τους και ότι πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει σ' αυτούς τους συμφωνημένους μισθούς τους, ως να μην είχε λάβει χώρα η παραπάνω μονομερής βλαπτική μεταβολή (μείωση), για όλο το επίδικο διάστημα, ήτοι από την 1-7-2016 μέχρι την 30-6-2017, ως εξής:
α) στον πρώτο των εναγόντων, του οποίου οι καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές ανέρχονταν πριν τη μείωση στο ποσό των 5.185,50 ευρώ και μετά τη μείωση στο ποσό των 4.750 ευρώ, πρέπει να καταβληθεί η διαφορά των 435,50 (5.185,50 - 4.750) ευρώ το μήνα και συνολικά το ποσό των 5.226 (435,50 ευρώ Χ 12 μήνες) ευρώ β) στο δεύτερο των εναγόντων, του οποίου οι καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές ανέρχονταν πριν τη μείωση στο ποσό των 5.826,75 ευρώ και μετά τη μείωση στο ποσό των 4.750 ευρώ, πρέπει να καταβληθεί η διαφορά των 1.076,75 (5.826,75 - 4.750) ευρώ το μήνα και συνολικά το ποσό των 12.921 (1.076,75 ευρώ Χ 12 μήνες) ευρώ γ) στον τρίτο των εναγόντων, του οποίου οι καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές ανέρχονταν πριν τη μείωση στο ποσό των 6.174,10 ευρώ και μετά τη μείωση στο ποσό των 4.750 ευρώ, πρέπει να καταβληθεί η διαφορά των 1.424,10 (6.174,10 - 4.750) ευρώ το μήνα και συνολικά το ποσό των 17.089,20 (1.424,10 ευρώ Χ 12 μήνες) ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους αξίωση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή.
Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα ως άνω ποσά, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους αξίωση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή.
Από αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, σε σχέση με την προαναφερόμενη ρύθμιση του άρθρου 2 του έχοντος συμβατική ισχύ Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού της εναγομένης, κατά το οποίο "ο αριθμός, τα κατά κατηγορίας προσόντα, αι αποδοχαί και η κατάταξις του προσωπικού καθορίζονται δια μεν την Έδραν της Εταιρίας, δι' αποφάσεων της Γενικής Διευθύνσεως αυτής, δια δε το Μεταλλουργικόν Εργοστάσιον και τα Μεταλλεία δι' αποφάσεων των τοπικών Διευθύνσεων, εγκρίσει της Γενικής Διευθύνσεως." και ειδικότερα από το ότι, ενώ αρχικά δέχτηκε ότι παρέχεται από τον Κανονισμό η ευχέρεια στη Διοίκηση της εναγομένης να καθορίζει τις αποδοχές, (οι οποίες στην προκειμένη περίπτωση καθορίστηκαν από τη Διοίκηση και αποτέλεσαν όρο της συμβάσεως εργασίας καθενός των εναγόντων) στη συνέχεια δέχτηκε αντιφατικά ότι δεν παρέχεται η ευχέρεια στη Διοίκηση να προβεί και στη μείωση αυτών, προκύπτει, εμμέσως πλην σαφώς, ότι διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς την αληθινή έννοια του κρίσιμου ως άνω όρου του Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού της αναιρεσείουσας, ως προς το παρεχόμενο δικαίωμα στην αναιρεσείουσα εργοδότρια για καθορισμό των αποδοχών των εργαζομένων και με μείωση αυτών.
Ενώ, όμως, ενόψει αυτών, το Εφετείο ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες, που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή έννοια του ανωτέρω κρίσιμου όρου του Κανονισμού, ο οποίος αποτέλεσε περιεχόμενο των καταρτισθεισών συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, τους οποίους ούτε τους ίδιους, ούτε τις διατάξεις που τους περιέχουν αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφαση του, ούτε και από το περιεχόμενο της απόφασης συνάγεται ότι έκανε χρήση αυτών.
Αντίθετα, δέχθηκε, συνταχθέν με τις θέσεις των αναιρεσιβλήτων, ότι, ενώ παρέχεται από τον Κανονισμό η ευχέρεια στη Διοίκηση να καθορίζει τις αποδοχές κατά την πρόσληψη, δεν παρέχεται η ευχέρεια σ' αυτή να τις καθορίσει και με μείωση, παρόλο που κάτι τέτοιο, ούτε απαγορεύεται, ούτε αποκλείεται από τον Κανονισμό, χωρίς ωστόσο να έχει προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες.
Με τον τρόπο αυτό το Εφετείο παραβίασε (με τη μη εφαρμογή τους) τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ. Ιδρύεται επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, όπως ορθά εκτιμάται, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και που σε κάθε περίπτωση εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τον Αρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα συναγόμενο από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 β' ΚΠολΔ), σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, διάταξη η οποία εξυπηρετεί την απονομή του δικαίου, διότι δεν είναι ορθό να μένει άθικτη εσφαλμένη νομικά απόφαση εξ' αιτίας του ότι δεν προτάθηκε ορθά ο προσήκων λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 245/2018, ΑΠ 80/2004, ΑΠ 1447/2002).
Εξάλλου, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω γενόμενου δεκτού δεύτερου αναιρετικού λόγου, οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει, η εξέταση των λοιπών προβαλλόμενων από την αναιρεσείουσα λόγων αναίρεσης. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση στο σύνολο της.
Στη συνέχεια πρέπει, κατά την παρ. 3 του αρθρ. 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου έως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων, καθώς και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νομίμων τόκων οφειλομένων, όμως, μόνο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής ο αναιρεσίβλητος καθίσταται, κατ' άρθρο 340 ΑΚ, υπερήμερος (ΑΠ 980/2015, ΑΠ 650/2014, ΑΠ 2075/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα εταιρεία, με τις προτάσεις που κατέθεσε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 21-9-2020, υπέβαλε αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της αναιρεθείσας απόφασης κατάσταση και συγκεκριμένα, ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να της καταβάλουν, ο πρώτος το ποσό των δύο χιλιάδων εννιακοσίων πέντε ευρώ και δέκα έξι λεπτών (2.905,16), ο δεύτερος, το ποσό των επτά χιλιάδων είκοσι έξι ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (7.026,82) ευρώ και ο τρίτος το ποσό των δώδεκα χιλιάδων εκατόν ογδόντα δύο ευρώ και σαράντα δύο λεπτών (12.182,42), τα οποία τους κατέβαλε στις 7-10-2019, εξαιτίας της απειλούμενης σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση την αναιρεθείσα απόφαση, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της απόφασης του Δικαστηρίου τούτου.
Η αίτηση αυτή, η οποία ειδικότερα ως προς το αίτημα τοκοδοσίας είναι νόμιμη από την επομένη της επίδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (Α.Π. Ολ. 37/2005), πρέπει να γίνει δεκτή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν, αφού αποδεικνύεται η καταβολή των ποσών αυτών από την με ημερομηνία 11-10-2019 εξοφλητική απόδειξη, που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η αναιρεσείουσα, η οποία παραδεκτά επισκοπείται για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αιτήματος (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3571/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Δέχεται το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Υποχρεώνει τους αναιρεσίβλητους να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα: α) ο πρώτος το ποσό των δύο χιλιάδων εννιακοσίων πέντε ευρώ και δέκα έξι λεπτών (2.905,16), β) ο δεύτερος, το ποσό των επτά χιλιάδων είκοσι έξι ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (7.026,82) ευρώ και γ) ο τρίτος το ποσό των δώδεκα χιλιάδων εκατόν ογδόντα δύο ευρώ και σαράντα δύο λεπτών (12.182,42) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της απόφασης αυτής.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα για τα δικαστικά της έξοδα το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ