133/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated133/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚπολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 133 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 133/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Λ. του Θ. και 2) Δ. Π. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Βαβούρη, που με τις από 2-11-2018 προτάσεις του δήλωσε, ότι η 2η των αναιρεσειόντων εκ παραδρομής στο αναιρετήριο αναγράφεται εσφαλμένα "Π." αντί του ορθού "Π.".
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Χ. του Β., 2) Λ. Γ. του Δ., 3) Κ. Χ. του Γ., κατοίκων ..., 4) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο 14ο χλμ. της Εθνικής οδού ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Μαυρίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 5) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 31-10-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2010 αγωγή των ήδη 1ης, 2ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων (οι 1η και 2ος ατομικά και ως συνασκούντων την επιμέλεια του ανήλικου αβάπτιστου τέκνου τους), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 23-3-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και με την από 5-9-2011 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 5ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19443/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 687/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-6-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 5ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 1-6-2017 αίτηση αναίρεσης, όπως αυτή διορθώθηκε ως προς το επώνυμο της δεύτερης αναιρεσείουσας, προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού υπ` αριθμ. 687/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων, κατά της πρωτόδικης με αριθμ 19443/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο αφού συνεκδίκασε την κύρια αγωγή των: 1) Α.
Χ. του Β., ατομικά και ως συνασκούσας την επιμέλεια του ανήλικου αβάπτιστου τέκνου της, 2) Λ. Γ. του Δ., ατομικά και ως συνασκούντος την επιμέλεια του ανήλικου αβάπτιστου τέκνου του και 3) Κ. Χ. του Γ., κατά των: Α. Λ. του Θ., και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και την κύρια αγωγή των: 1) Α. Λ. του Θ.
και 2) Δ. Π. του Κ. κατά των: 1) Λ. Γ. του Δ., 2) Α. Χ. του Β., και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "....", καθώς και την παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." κατά του παρεμπιπτόντως εναγομένου Α. Λ. του Θ., δέχθηκε κατά ένα μέρος ως βάσιμη κατ' ουσία την πρώτη από τις παραπάνω κύριες αγωγές καθώς και την παρεμπίπτουσα αγωγή, ενώ απέρριψε στο σύνολό της την δεύτερη κύρια αγωγή.
Με τις εν λόγω κύριες αγωγές οι ενάγοντες ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν ως αποζημίωσή τους για τις υλικές ζημιές που υπέστησαν, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης λόγω του αυτοκινητιστικού ατυχήματος που προκλήθηκε από τη σύγκρουση των οχημάτων που αναφέρουν στις αγωγές τους και το οποίο ατύχημα οφείλονταν σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους στην παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού του οχήματος που συγκρούσθηκε με το άλλο όχημα στο οποίο επέβαιναν.
Με την παρεμπίπτουσα δε αγωγή η ασφαλιστική εταιρία που είχε ασφαλισμένο το ζημιογόνο όχημα του Α. Λ., για την έναντι τρίτων ευθύνη από την κυκλοφορία του και κατά της οποίας στρεφόταν η κύρια αγωγή, ζητούσε να υποχρεωθεί ο ασφαλισμένος να της καταβάλλει ότι θα υποχρεωνόταν αυτή να καταβάλλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, για το λόγο ότι ο ασφαλισμένος κατά το χρόνο του ατυχήματος οδηγούσε υπό τη επήρεια μέθης, η διαπίστωση της οποίας σύμφωνα με σχετικό όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου έχει ως συνέπεια τον αποκλεισμό της υποχρέωσής της προς κάλυψη της αστικής του ευθύνης.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚπολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ειδικότερα, όταν η αγωγή είναι ορισμένη και το δικαστήριο τη θεώρησε αόριστη ή και αντίστροφα, η απόφαση μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά με βάση την πιο πάνω διάταξη (ΑΠ 74/2005, ΑΠ 162/2005, ΑΠ 1490/2005, ΑΠ 376/2006, ΑΠ 381/2006, ΑΠ 1792/ 2007, ΑΠ 1816/2008). Επίσης, η ίδια διάταξη έχει εφαρμογή, όταν η απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, έκρινε επαρκή η ανεπαρκή τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, προκειμένου να εξειδικευθεί ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου (ΑΠ 1006/2007, ΑΠ 669/2007), υπό την προϋπόθεση, πάντως, πως ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 211/2001).
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της, από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής αρκεί, για το παραδεκτό της αγωγής, να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διάταξης, στην οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή αίτημα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 223 του KΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής.
Κατ` εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις του, εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό, να περιορίσει το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, ο περιορισμός του αιτήματος αν και θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. β` του KΠολΔ, μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (Ολ.ΑΠ 6/1997 και 5/1997), δεν κρίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν την παραίτηση από το δικόγραφο (άρθρο 297 KΠολΔ), αλλά θα εφαρμοστούν οι διατάξεις, που προβλέπουν ειδικά τη θεμιτή μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, με συνέπεια να μην υπόκειται στο διαγραφόμενο, από το άρθρο 297 KΠολΔ, τύπο.
Κατά συνέπεια, ο περιορισμός του αιτήματος γίνεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 223 του KΠολΔ, η οποία είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 297 του ιδίου κώδικα, δηλαδή γίνεται με τις προτάσεις ή όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή αυτών, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, άλλως θεωρείται ανίσχυρος και δεν λαμβάνεται υπόψη.
Με την παραίτηση, βέβαια, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, η οποία εμποδίζει την συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Οταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτώς μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται κατά σαφή δήλωση του ενάγοντος αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων Ο περιορισμός του αιτήματος μπορεί να γίνει νομίμως, όχι μόνο με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά το άρθρο 223 KΠολΔ, αλλά και με δήλωση η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά (ΑΠ 1314/2009, ΑΠ 315/2010), ακόμη δε και με την προσθήκη των προτάσεων τούτων κατά τους όρους του άρθρου 223 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 907/2004).
Πρέπει να σημειωθεί ότι το δικαστήριο ελέγχει, αυτεπάγγελτα την αοριστία της αγωγής και, εφόσον ασκηθεί έφεση από τον εναγόμενο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως, χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, να ερευνήσει αν η αγωγή, η οποία πρωτοδίκως έγινε δεκτή κατ` ουσίαν, είναι νόμω βάσιμη, αόριστη ή απαράδεκτη, αρκεί ο εκκαλών (εναγόμενος) να ζητεί την απόρριψή της.
Στις περιπτώσεις αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφανίζει την απόφαση και απορρίπτει την αγωγή για έναν από τους ως άνω τυπικούς λόγους (ΑΠ 291/2015). Περαιτέρω η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ορισμένο ή αόριστο ένστασης, ως προς την έκθεση σ` αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του επικαλουμένου κανόνα δικαίου (ποσοτική αοριστία), υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένο ή αόριστο τον ισχυρισμό, λαμβάνοντας υπόψη στην πρώτη περίπτωση γεγονότα καίτοι δεν διαλαμβάνονταν στον προβληθέντα ισχυρισμό ή, στη δεύτερη περίπτωση, μη λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που διαλαμβάνονταν σ` αυτόν (ΑΠ 167/2018, ΑΠ 7/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε, αναφορικά με τον τρίτο λόγο της έφεσης περί αοριστίας της αγωγής ως προ το αίτημά της για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, τα ακόλουθα: "...οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την από 10.12.2010 υπό στοιχείο Α' κύρια αγωγή τους, με την οποία εξέθεταν ότι στις 5-2-2010 και ώρα 23:00 μ.μ.
ο 2ος από αυτούς οδηγούσε επί της εθνικής οδού ..., με συνεπιβάτες την σύζυγό του (2η ενάγουσα), το ανήλικο αβάπτιστο τέκνο τους, και την πεθερά του (3η ενάγουσα), το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...38 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της 2ης ενάγουσας, και ότι με αποκλειστική υπαιτιότητα του 1ου εναγομένου, ο οποίος οδηγούσε το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ...74 Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων κάλυψη της αστικής ευθύνης στην 2η εναγομένη, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, προκλήθηκε το αναλυτικά περιγραφόμενο ατύχημα, που είχε αποτέλεσμα την καταστροφή του αυτοκινήτου και τον τραυματισμό τους. Για το λόγο αυτόν ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, καθένας εις ολόκληρον, να καταβάλουν στην 1η ενάγουσα το ποσό των 15.000 ευρώ για την ολική καταστροφή του οχήματός της, και το ποσό των 10.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη, ήτοι συνολικά 25.000 ευρώ, στον 2ο ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ για την ηθική του βλάβη, στην 3η ενάγουσα το ποσό των 5.000 ευρώ για την ηθική της βλάβη, και τέλος στην 1η και στον 2ο από αυτούς, που ασκούσαν από κοινού την επιμέλεια του ανήλικου αβάπτιστου τέκνου τους, το ποσό των 10.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που αυτό υπέστη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή, καθώς και να καταδικασθούν αυτοί στην πληρωμή της δικαστικής τους δαπάνης.
Με το περιεχόμενο αυτό, η κρινόμενη αγωγή κρίθηκε ότι παραδεκτώς και αρμοδίως εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κρίθηκε ακολούθως, ως ορισμένη και νόμιμη. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και έκρινε ως ορισμένο αίτημα αναφορικά με το ποσό που πρέπει να επιδικασθεί στην 1η ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου, πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος εφέσεως των κυρίως εναγόντων της υπό στοιχείο Β' κύριας αγωγής, δεδομένου ότι προτείνεται αορίστως λόγω της ανεπάρκειας των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών, και συγκεκριμένα με την επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για την θεμελίωσή τους.
Και τούτο διότι, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και η οποία χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της ένστασης...".
Από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης των εκκαλούντων - νυν αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι με τον τρίτο λόγο αυτής προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η αγωγή των νυν τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, που συνεκδικάσθηκε με τη δική τους αντίθετη και η οποία έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν, είναι απορριπτέα ως αόριστη σχετικά με το αίτημα της Α.
Χ., πρώτης αναιρεσίβλητης, για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, γιατί ενώ αξιώνει για την αιτία αυτή ποσό 15.000 ευρώ και ποσό 15.000 ευρώ για τις θετικές ζημίες που υπέστη από το ένδικο τροχαίο ατύχημα δηλ. συνολικά 30.000 ευρώ, με το αιτητικό της αγωγής αξιώνει συνολικά 25.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο στο δικαστήριο να επιδικάσει, όσο και στον ίδιο να αντικρούσει κατ' έκταση τα επί μέρους αιτούμενα αγωγικά κονδύλια, καθώς δεν είναι προσδιορισμένο το ύψος του καθενός.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον λόγο αυτό της έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμο, όπως αναφέρεται παραπάνω. Από την επισκόπηση όμως όλων των διαδικαστικών εγγράφων και ειδικότερα από την αίτηση αναίρεσης, προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Α. Χ., κατά τη συζήτηση της αγωγής της στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο δήλωσε ότι εκ παραδρομής στην σελίδα 10 του δικογράφου της αγωγής αναγράφηκε αντί του ορθού ποσού των 10.000 ευρώ, που αφορά την πρώτη προσωπικά (δηλαδή την αξίωση αυτής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) καθόσον μόνο αυτή η αξίωσή της αναφέρεται στη σελίδα 10 της αγωγής της, το ποσό των 15.000 ευρώ.
Αλλά και στις κατατεθείσες προαιρετικά προτάσεις του την ημέρα συζήτησης της αγωγής, δήλωσε ότι "Επειδή παραδεκτά με τις παρούσες διορθώνουμε στη σελίδα 10, 1η παράγραφος την αγωγή μας με την αναγραφή του αιτούμενου ποσού...". Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι παραδεκτά έγινε διόρθωση του αιτούμενου ποσού για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το αναφερόμενο ποσό των 15.000 ευρώ στο ποσό των 10.000 ευρώ, η οποία διόρθωση θεωρείται ως μερική παραίτηση από το εν λόγω αγωγικό αίτημα και με την οποία δεν προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, και δεν εμποδίζεται η συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, που έχει αχθεί σε δικαστική κρίση, σύμφωνα και με όσα στην εν αρχή νομική σκέψη αναφέρθηκαν.
Με βάση τα προαναφερόμενα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον παραπάνω λόγο έφεσης περί αοριστίας της αγωγής, ως αβάσιμο κατ' ουσία με την κύρια αιτιολογία. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ.
για το λόγο ότι απέρριψε ως αόριστο το λόγο της έφεσης περί αοριστίας της αγωγής. Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, ότι ο λόγος αυτός απορρίφθηκε με την κύρια αιτιολογία της ως αβάσιμος κατ' ουσία. Περαιτέρω, στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθούν και τα ακόλουθα:
Το Εφετείο περιέλαβε στην προσβαλλομένη μετά την απόρριψη ως ουσία αβάσιμου του ως άνω λόγου και τις σκέψεις: "...το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και έκρινε ως ορισμένο αίτημα αναφορικά με το ποσό που πρέπει να επιδικασθεί στην 1η ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου, πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος εφέσεως των κυρίως εναγόντων της υπό στοιχείο Β' κύριας αγωγής, δεδομένου ότι προτείνεται αορίστως λόγω της ανεπάρκειας των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών, και συγκεκριμένα με την επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για την θεμελίωσή τους.
Και τούτο διότι, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και η οποία χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της ένστασης".
Οι παραδοχές όμως αυτές του Εφετείου, δεν συνιστούν σκέψεις προς στήριξη επάλληλης απορριπτικής διάταξης, όπως αυτές εκτιμώνται από την διατύπωσή τους, ούτε διατυπώθηκαν προκειμένου το Εφετείο να στηρίξει το αιτιολογικό της απόρριψης του συγκεκριμένου λόγου της έφεσης ως αβασίμου κατ' ουσία και σε αυτές και κατ' επέκταση και σε επάλληλη κατ' ουσίαν απόρριψη του συγκεκριμένου λόγου της έφεσης, αλλά διατυπώθηκαν ως εκ περισσού και χωρίς να είναι απαραίτητες για την περαιτέρω στήριξη του διατακτικού της, στα πλαίσια σκέψεων "obiter dicta" (παρεμπιπτόντως) του Εφετείου και επομένως δεν υπόκεινται αυτοτελώς σε λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1353/2015) Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνεται απορριπτέος διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση (ΑΠ 269/1993) καθόσον το Εφετείο δεν απέρριψε την ένσταση αοριστίας ως αόριστη, όπως επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, αλλά απέρριψε αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Αλλά και να ήθελε ακόμη γίνει δεκτό ότι με τον λόγο αυτό της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια για το ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε ως αβάσιμος κατ' ουσία ο λόγος της έφεσης περί αοριστίας της αγωγής, επειδή σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, παραδεκτά έγινε διόρθωση του αιτούμενου ποσού για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το αναφερόμενο ποσό των 15.000 ευρώ στο ποσό των 10.000 ευρώ, η οποία διόρθωση θεωρείται ως μερική παραίτηση από το εν λόγω αγωγικό αίτημα και με την οποία δεν προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, το Εφετείο με τις παραδοχές του αυτές όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και επομένως ο 1ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ύπαρξη του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κάποιο αποδεικτικό μέσο, το οποίο ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του Κ.Πολ.Δικ., και το οποίο προσκομίστηκε με επίκληση προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 42/2002, ΑΠ 1911/2006), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Δεν αποκλείεται όμως να στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν, παρότι στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας γίνεται ειδική μνεία ορισμένου αποδεικτικού μέσου, ωστόσο, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως τις αιτιολογίες της γεννώνται αμφιβολίες αν πράγματι αυτό λήφθηκε υπόψη. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1569/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, διότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα παρακάτω έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν στην κατ` έφεση δίκη οι αναιρεσείοντες με τις έγγραφες προτάσεις τους για την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας του οδηγού του συγκρουσθέντος με το όχημά τους ζημιογόνου οχήματος με αριθμ κυκλ. ...38.
Ειδικότερα επικαλούνται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη: το από 5-2-2010 σχεδιάγραμμα συγκρούσεως και η από 5-10-2010 έκθεση αυτοψίας που συνέταξε ο υπαρχιφύλακας Φ. Φ. του Β' τμήματος Τροχαίας …. που αφορούν το ένδικο τροχαίο ατύχημα και αποδεικνύουν τους παραπάνω ουσιώδεις ισχυρισμούς τους. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της υπαιτιότητας των οδηγών των δύο οχημάτων, καθώς και της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της συμπεριφοράς ενός εκάστου και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις 5-2-2010 και περί ώρα 23:00 μ.μ., ο Λ.
Γ. (2ος ενάγων της α' αγωγής - 1ος εναγόμενος της β' αγωγής, ο οποίος θα αναφέρεται ως 2ος ενάγων) οδηγούσε επί της εθνικής οδού ... με κατεύθυνση προς …., και με συνεπιβάτες την σύζυγό του Α. Χ. (1η ενάγουσα της α' αγωγής - 2η εναγόμενη της β' αγωγής, που θα αναφέρεται ως 1η ενάγουσα), το ανήλικο αβάπτιστο τέκνο τους, καθώς και την πεθερά του Κ.
Χ. (3η ενάγουσα της α' αγωγής), το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ...38 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της 2ης ενάγουσας, που ήταν ασφαλισμένο για την κάλυψη της αστικής ευθύνης έναντι τρίτων στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία .... (3η εναγόμενη της β' αγωγής). Η άνω εθνική οδός είναι δρόμος ταχείας κυκλοφορίας και διπλής κατεύθυνσης, διαθέτει 3 λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με πλάτος του δρόμου ανά κατεύθυνση 10 μέτρα, ενώ ο 2ος ενάγων κινούνταν στην πρώτη από δεξιά λωρίδα με ταχύτητα 70 - 80 χιλιομέτρων.
Την ίδια ώρα ο Α. Λ. (1ος εναγόμενος της α' αγωγής - 1ος ενάγων της β' αγωγής - παρεμπιπτόντως εναγόμενος της γ' αγωγής, που θα αναφέρεται ως 1ος εναγόμενος) οδηγούσε επί της ίδιας οδού και με κατεύθυνση επίσης προς …., κινούμενος στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας με ταχύτητα 80-90 χιλιομέτρων ανά ώρα, το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ...74 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, συνιδιοκτησίας του ίδιου κατά 50% και της συζύγου του Δ. Π. (2η ενάγουσα β' αγωγής) κατά 50%, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων κάλυψη της αστικής ευθύνης στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία .... (2η εναγόμενη της α' αγωγής - παρεμπιπτόντως ενάγουσα γ' αγωγής).
Όταν τα δύο οχήματα έφθασαν στο ύψος του 9ου χιλιομέτρου, ο 1ος εναγόμενος έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και εισήλθε απότομα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να επιπέσει με το μπροστινό δεξιό τμήμα του στην πίσω αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του 2ου ενάγοντα. Ακολούθως, λόγω της σύγκρουσης το όχημα του 2ου ενάγοντα εκτράπηκε από την πορεία του, έκανε δύο περιστροφές γύρω από τον άξονά του, ανατράπηκε, και τελικά ακινητοποιήθηκε σε κάθετη θέση στο δεξιό έρεισμα της οδού, με την πλευρά του συνοδηγού στραμμένη προς το έδαφος και την πλευρά του οδηγού στραμμένη προς τον ουρανό.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος είναι ο 1ος εναγόμενος, διότι από έλλειψη της αναγκαίας επιμέλειας που όφειλε, και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να επιδείξει, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, και δεν ασκούσε την απαραίτητη εποπτεία επί του οχήματός του, ώστε να έχει ανά πάσα στιγμή τον έλεγχό του και να είναι σε θέση να εκτελεί τους απαραίτητους χειρισμούς για την αποφυγή πρόκλησης κινδύνων στους υπόλοιπους χρήστες της οδού, καθώς βρισκόταν υπό την επήρεια μέθης (στο αίμα του ανιχνεύθηκε μετά από το ατύχημα, με συσκευή αλκοολομέτρησης, οινόπνευμα σε ποσοστό 0,70% ανά λίτρο αίματος κατά την πρώτη μέτρηση και 0,58% κατά τη δεύτερη μέτρηση) που μείωσε σε σημαντικό βαθμό την ικανότητά του να οδηγεί, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου, να εισέλθει αιφνιδιαστικά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, και να συμβεί η επίδικη σύγκρουση.
Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι οι σχετικοί πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και έβδομος λόγος εφέσεως των κυρίως εναγόντων της υπό στοιχείο Β' κύριας αγωγής". Και υπό τις ως άνω παραδοχές, απέρριψε την έφεση των εναγόντων - εναγομένων, ήδη αναιρεσειόντων.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων στο Εφετείο, ενώπιον του δικαστηρίου αυτού είχαν προσκομιστεί με νόμιμη επίκληση, μεταξύ άλλων, η από 5-2-2010 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το από 5-2-2010 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Β' τμήματος της Τροχαίας ….. Στην έκθεση αυτοψίας αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Περιγραφή τόπου ατυχήματος:
οδός ΕΟ …., διπλής κατεύθυνσης, πλάτος οδοστρώματος 10 μέτρα ανά κατεύθυνση... Σήμανση οδού: υπάρχουν διακεκομμένες οριζόντιες γραμμές που ξεχωρίζουν τις τρείς λωρίδες κυκλοφορίας μεταξύ τους, ίχνη τροχοπεδήσεως δεν βρέθηκαν, ίχνη πλάγιας ολίσθησης βρέθηκαν τριάντα ένα μέτρα εκτροπής από Α όχημα (των αναιρεσιβλήτων και 187 μέτρα ίχνη εκτροπής από Β όχημα (αναιρεσειόντων)".
Περαιτέρω, στο σχεδιάγραμμα του Β' τμήματος της Τροχαίας …. α) τα ίχνη εκτροπής και των δύο οχημάτων όπως αναφέρονται στην έκθεση αυτοψίας, β) χαραγές στο οδόστρωμα που προκλήθηκαν από σύρσιμο του Β οχήματος, γ) το πιθανό σημείο σύγκρουσης καθώς και η πορεία των οχημάτων μετά τη σύγκρουση, και δ) οι τελικές θέσεις αυτών μετά το ατύχημα.
Το Εφετείο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο πρώτος αναιρεσείων έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και εισήλθε απότομα στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να επιπέσει με το μπροστινό δεξιό τμήμα του στην πίσω αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του 2ου ενάγοντα και συνεπώς αποκλειστικά υπαίτιος για το ατύχημα είναι ο πρώτος αναιρεσείων.
Το συμπέρασμα αυτό είναι αντίθετο από τα αναφερόμενα στην έκθεση αυτοψίας και στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα, για τα οποία αποδεικτικά μέσα δεν κάνει μεν ειδική μνεία, πλην όμως αναφέροντας ότι για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως έλαβε υπόψη και τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας για το επίδικο ατύχημα μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, δεν καταλείπονται αμφιβολίες, περί του ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν τα ως άνω αποδεικτικά μέσα μαζί με τα υπόλοιπα κατά το σχηματισμό του προαναφερόμενου πορίσματός του.
Επομένως, το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, με τον οποίο λόγο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Στην περίπτωση που δεν λήφθηκε υπόψη δικαστική ομολογία, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, εφ' όσον ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου όσο και του εγγράφου στο οποίο περιεχόταν και τούτο παρόλον ότι αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.
Για την επίκληση δε αυτή πρέπει να γίνει και ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, άλλως ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος ((ΑΠ 709/2017, ΑΠ 1139/2009, ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 1573/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τη δικαστική ομολογία των αναιρεσίβλητων, που περιλαμβανόταν στις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου και την οποία δεν πρόλαβαν να την επικαλεστούν στα δικαστήρια της ουσίας γιατί προβλήθηκε με τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της έφεσης ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, σύμφωνα με τα αμέσως παραπάνω εκτεθέντα, γιατί όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο δεν έγινε επίκληση της δικαστικής αυτής ομολογίας των αναιρεσίβλητων από τους αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Άλλωστε, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ίδιου Κώδικα, ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, υπάρχει, εφόσον περιέχει πραγματικά περιστατικά επιζήμια για εκείνον που ομολογεί. Έτσι, δεν αποτελούν ομολογία πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 590/2016, ΑΠ 1042/2013).
Εν προκειμένω τα αναφερόμενα από τους αναιρεσείοντες ως δικαστική ομολογία εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους με τις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της έφεσης, ισχυρίσθηκαν ότι τα ίχνη πλαγιολίσθησης του αυτοκινήτου τους βρέθηκαν στη δική τους (των αναιρεσειόντων) λωρίδα κυκλοφορίας διαψεύδοντας έτσι τον ισχυρισμό τους περί ευθείας πορείας του αυτοκινήτου τους συνεχώς στην τρίτη δεξιά λωρίδα και περί εισόδου του αυτοκινήτου των αναιρεσειόντων στην λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινήτου των αναιρεσιβλήτων, δεν αποτελούν ομολογία, αλλά συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και δεν θεμελιώνεται και εξ αυτού του λόγου ο παραπάνω αναιρετικός λόγος.
Ο αναιρετικός λόγος της διατάξεως του αριθμού 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κ.Πολ.Δικ., κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων (340 Κ.Πολ.Δικ.) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).
Για τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά το νόμο, είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ` άρθρο 340 του ως άνω Κώδικα, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά το νόμο και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 233/2011, ΑΠ 479/2010, ΑΠ 1311/2010, ΑΠ 87/2013).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 440 του Κ.Πολ.Δικ., για όσα περιστατικά βεβαιώνονται στα κατά τα άρθρα 438 και 439 του ίδιου Κώδικα δημόσια έγγραφα, όπως είναι και η συντασσόμενη, σύμφωνα με τα άρθρα 148 επ. και 180 του Κ.Ποιν.Δικ. από την αρμόδια αστυνομική αρχή έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα σε τροχαίο ατύχημα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, τα έγγραφα αυτά παρέχουν πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη.
Ετσι σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος, τα περιεχόμενα στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας στοιχεία ως προς τη θέση των συγκρουσθέντων οχημάτων πριν, κατά και μετά το ατύχημα είναι από εκείνα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης της έκθεσης και του σχεδιαγράμματος. Επομένως, κατ` αυτού του περιεχομένου επιτρέπεται ανταπόδειξη, η οποία ενεργείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 670, 671 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες εφαρμόζονται και στη διαδικασία κατά την οποία εκδικάζεται η διαφορά κατά το άρθρο 681Α του Κ.Πολ.Δ., με άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμώνται με τον ίδιο τρόπο (ΑΠ 2080/2017, ΑΠ 995/2014, ΑΠ 1251/2011, ΑΠ 1428/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 12 του Κ.Πολ.Δικ. τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, στην από 5-2-2010 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, που συνετάγη από τον υπαρχιφύλακα Φ. Φ. του Β' Τμήματος τροχαίας Θεσσαλονίκης και στο με την ίδια ημεροχρονολογία και από τον ίδιο αστυνομικό συνταγέν σχεδιάγραμμα τροχαίου ατυχήματος, τη δέουσα αποδεικτική δύναμη ως δημοσίων εγγράφων, αλλά εκείνη του δικαστικού τεκμηρίου, πράγμα το οποίο άσκησε ουσιώδη επιρροή στις παραδοχές του δικαστηρίου και συνακολούθως στην έκβαση της δίκης, ως προς το ότι δέχθηκε ότι ο πρώτος αναιρεσείων οδηγώντας το με αριθμ κυκλ. ...74 ΙΧΕ και κινούμενος στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος προς ….
της ΕΟ ... εισήλθε απότομα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να επιπέσει με το μπροστινό δεξιό τμήμα του στην πίσω αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του αναιρεσιβλήτου που κινείτο στην εν λόγω λωρίδα κυκλοφορίας, ενώ το από 5-2-2010 σχεδιάγραμμα του Β' Τμήματος Τροχαίας …. απεικονίζει το σημείο της συγκρούσεως (ΠΣΣ) στο αριστερό άκρο της δεύτερης - μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας όπου έβαινε το αυτοκίνητό με αριθμ.
κυκλ. ...74 ΙΧΕ οδηγούμενο από τον πρώτο των αναιρεσειόντων, και προς τα δεξιά του σημειώνονται τα ίχνη των τροχών του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης Α ΟΧΗΜΑΤΟΣ της αυτοψίας αυτής (με σήμανση Τ/ΙΧΕ στο σχεδιάγραμμα) διαγώνια τα οποία διέρχονται διά της ακραίας δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος της ΕΟ ….
προς ….. στο 9° χλμ αυτής και διακόπτονται στην τελική θέση του άνω ζημιογόνου αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης πέραν του οδοστρώματος ημιανατραπέντος με βάση του την δεξιά πλάγια πλευρά του και η από 5-2-2010 αντίστοιχη προς το παραπάνω σχεδιάγραμμα έκθεση αυτοψίας του Β' τμήματος Τροχαίας …., επιβεβαιώνει τα ευρήματα του άνω σχεδιαγράμματος με βάση τα οποία θα γινόταν δεκτό ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος οδηγώντας το ...38 ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της πρώτης αναιρεσίβλητης την 5-2-2010 και ώρα 23:00, ξέφυγε από την πορεία του, στην τρίτη εκ δεξιών λωρίδα κυκλοφορίας της ΕΟ ...
του ρεύματος προς …., εισήλθε στη μεσαία λωρίδα που έβαινε κανονικά το αυτοκίνητό των αναιρεσειόντων με αρ. κυκλοφορίας ...74 ΙΧΕ οδηγούμενο από τον πρώτο από αυτούς, και παρά τον ελιγμό του εν λόγω αυτοκινήτου προς τα αριστερά, προς αποφυγή της συγκρούσεως, ο αναιρεσίβλητος επέπεσε με το αριστερό πλάγιο μέρος του οχήματός του στο δεξιό εμπρόσθιο πλάγιο μέρος του αυτοκινήτου των αναιρεσειόντων, στο οποίο προκάλεσε ζημίες και αμέσως μετά με πλαγιολίσθηση εξετράπη προς τα δεξιά του και ημιανατράπηκε στο έρεισμα του ανωτέρω ρεύματος κυκλοφορίας ιστάμενο με την δεξιά πλάγια πλευρά του στο έδαφος.
Αυτό το περιεχόμενο έχων ο ερευνώμενος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δοθέντος ότι τα διαλαμβανόμενα στην έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα ως προς τις συνθήκες του αυτοκινητικού ατυχήματος αποτελούν μεν πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη μετά από αξιολόγηση του λοιπού αποδεικτικού υλικού κατά τη διάταξη του άρθρου 440 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 12 του Κ.Πολ.Δικ. τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, στην προαναφερόμενη δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων την αυξημένη αποδεικτική δύναμη της πλήρους απόδειξης σχετικά με το ότι τα ίχνη των τροχών του αυτοκινήτου τους βρέθηκαν στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας όπου έβαινε το δικό τους αυτοκίνητο (αναιρεσειόντων). Ο λόγος αυτός αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, γιατί όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο δεν έγινε επίκληση της δικαστικής αυτής ομολογίας των αναιρεσίβλητων από τους αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως και σε προηγούμενο λόγο αναίρεσης έχει αναφερθεί. Άλλωστε, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ίδιου Κώδικα, ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, υπάρχει, εφόσον περιέχει πραγματικά περιστατικά επιζήμια για εκείνον που ομολογεί. Έτσι, δεν αποτελούν ομολογία πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 590/2016, ΑΠ 1042/2013).
Εν προκειμένω, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, τα αναφερόμενα από τους αναιρεσείοντες ως δικαστική ομολογία εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, δεν αποτελούν ομολογία αλλά συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., "πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003).
Γι' αυτό, η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης ή η μη λήψη υπ' όψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για λόγο εφέσεως που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 1444/2015, ΑΠ 1677/2010, ΑΠ 1255/2009).
Με τη διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3557/2007, που ισχύει από 14-5-2007, προστέθηκε στο Π.Δ. 237/1986, με το οποίο κωδικοποιήθηκε ο νόμος 489/1976 η διάταξη του άρθρου 6β σύμφωνα με την παρ. 1 της οποίας "εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α]..., β] από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος...".
Όπως προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι α) ο σχετικός όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη να έχει ενταχθεί νομίμως στη σύμβαση ασφαλίσεως, β) ο οδηγός να οδηγεί όχημα τελών υπό την επίδραση οινοπνεύματος, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) και γ) να συντρέχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος και του ατυχήματος (ΑΠ 564/2014).
Ακόμη από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 2496/1997 (μετά την κατάργηση των άρθρων 189, 192 του Εμπ. Νόμου, με το άρθρο 33 § 2 του Ν. 2496/1997) και 11 § 1 του Ν. 489/1976 "Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", και του άρθρου 6β του π.δ. 237/86, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθρο 17 ν. 3557/2007, προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένη η παρεμπίπτουσα αγωγή του ασφαλιστή κατά του αντισυμβαλλομένου και του ασφαλισμένου του, με την οποία στρέφεται αυτός (ασφαλιστής) κατά τούτων και αξιώνει από αυτούς να του καταβάλουν κάθε ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον παθόντα τρίτο, πρέπει να αναφέρονται σ` αυτή επαρκώς η συναφθείσα σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης των άνω προσώπων σχετικώς με συγκεκριμένο αυτοκίνητο, όπως και ότι ο σχετικός περί απαλλαγής του ασφαλιστή όρος κατέστη περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης, και ο τρόπος κατά τον οποίο συνέβη τούτο.
Δεν είναι δε απαραίτητο για το ορισμένο της εν λόγω αγωγής να γίνεται και επίκληση της υπαιτιότητας των προαναφερομένων προσώπων στην επέλευση του εκάστοτε ενδίκου ατυχήματος, ήτοι της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της οδήγησης υπό μέθη και της σύγκρουσης των οχημάτων και τούτο διότι προϋπόθεση της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής αυτής είναι η προηγούμενη ευδοκίμηση της κύριας αγωγής, η οποία προϋποθέτει την υπαιτιότητα του φερομένου ως οδηγού του ζημιογόνου οχήματος (ΑΠ 997/2014, ΑΠ 1680/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το πρώτο μέρος του τέταρτου λόγου της αναίρεσής τους προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα από αυτούς λόγο έφεσης σύμφωνα με τον οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δεν έκρινε ως αόριστη την κατά αυτών ασκηθείσα παρεμπίπτουσα αγωγή από την ασφαλιστική εταιρία για το λόγο ότι δεν γίνεται αναφορά σ' αυτή "στην αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, απαραίτητη προϋπόθεση της αγωγικής αξίωσης της ασφαλιστικής εταιρίας κατά του ασφαλισμένου της σε περίπτωση οδήγησης υπό την επήρεια μέθης και την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 6β του π.δ. 237/86".
Όπως προκύπτει από την παραδεκτώς επισκοπούμενη (άρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.) ένδικη παρεμπίπτουσα αγωγή της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", αναφέρεται σ` αυτήν ότι η σύμβαση ασφάλισης μεταξύ των μερών, για την οποία εκδόθηκε το υπ` αριθμ. ...466 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, διέπεται από το άρθρο 6β του π.δ. 237/86 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθρο 17 ν. 3557/2007, καθόσον η Κ4/585/1978 ΑΥΕ έχει καταργηθεί, το οποίο κατέστη συμβατικό περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στο σύνολό του και επομένως και η επίμαχη περίπτωση του άρθρου 6β.
Επίσης από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο όσον αφορά τον συγκεκριμένο έκτο λόγο έφεσης δέχθηκε τα εξής: "Επιπρόσθετα, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την από 05.09.2011 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 35116/09.09. 2011) υπό στοιχείο Γ' παρεμπίπτουσα αγωγή της, με την οποία εξέθετε ότι στις 5-2-2010 συνέβη στην εθνική οδό ...
το επίδικο ατύχημα, ότι εναντίον της ασκήθηκε η ανωτέρω υπό στοιχείο Α' κύρια αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας παρέθετε αυτούσιο, ότι το όχημα του παρεμπιπτόντως εναγομένου ήταν νομίμως ασφαλισμένο από αυτήν κατά το χρόνο του ατυχήματος καθώς και ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος το οδηγούσε υπό την επήρεια μέθης σε ποσοστό 0,70%, η διαπίστωση της οποίας, σύμφωνα με όρο του μεταξύ τους ασφαλιστηρίου συμβολαίου, είχε ως συνέπεια τον αποκλεισμό της υποχρέωσής της προς κάλυψη της αστικής του ευθύνης.
Για τους λόγους αυτούς, ζήτησε να υποχρεωθεί ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος να της καταβάλει κάθε ποσό πού τυχόν θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της υπό στοιχείο Α' κύριας αγωγής κατά κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή του στους τελευταίους έως την εξόφληση.... Με το περιεχόμενο αυτό, η κρινόμενη αγωγή κρίθηκε ότι παραδεκτώς και αρμοδίως εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κρίθηκε ακολούθως ως ορισμένη και νόμιμη...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, έλαβε υπόψη του τον προταθέντα από αυτούς λόγο έφεσης σύμφωνα με τον οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δεν έκρινε ως αόριστη την κατά αυτών ασκηθείσα παρεμπίπτουσα αγωγή από την ασφαλιστική εταιρία και έκρινε ορισμένη την αγωγή θεωρώντας, σύμφωνα με τα παραπάνω, κατά νόμο αρκετά όσα εκτίθενται στην αγωγή για το ορισμένο και την πληρότητα αυτής. Επομένως ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης (ΑΠ 217/2005). Αναφέρεται, αποκλειστικά, σε εκπτώσεις, ακυρότητες και δικαιώματα από το δικονομικό, αποκλειστικά, δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/01, ΑΠ 12/00, ΑΠ 2001/09). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, οι οποίες ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 373/2004), δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 ΚΠολΔ (ΑΠ 17/2000). Μέσω του παρόντος λόγου ελέγχεται, πλην άλλων, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, της ένστασης ή της αντέντασης (Ολ.ΑΠ 112/2008, ΑΠ 94/2018, ΑΠ 1697/2013, ΑΠ 480/2010, ΑΠ 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο μέρος του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο έκτος λόγος έφεσης ήταν αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης, γιατί στο λόγο αυτό οι αναιρεσείοντες επικαλούνταν μόνο τα στοιχεία του νόμου χωρίς εξειδίκευση, ενώ από την παράθεση της κρίσιμης περικοπής του λόγου αυτού της έφεσης προκύπτει ότι αυτός ήταν πλήρως ορισμένος.
Όπως προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο (άρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.) δικόγραφο της έφεσης οι αναιρεσείοντες στον έκτο λόγο της έφεσής τους εκθέτουν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δεν έκρινε ως αόριστη την κατά αυτών ασκηθείσα παρεμπίπτουσα αγωγή από την ασφαλιστική εταιρία για το λόγο ότι δεν γίνεται αναφορά σ' αυτή "στην αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, απαραίτητη προϋπόθεση της αγωγικής αξίωσης της ασφαλιστικής εταιρίας κατά του ασφαλισμένου της σε περίπτωση οδήγησης υπό την επήρεια μέθης και την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 6β του π.δ. 237/86".
Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω δεν είναι απαραίτητο για το ορισμένο της παρεμπίπτουσας αγωγής να γίνεται και επίκληση της υπαιτιότητας των ασφαλισμένων προσώπων στην επέλευση του εκάστοτε ενδίκου ατυχήματος, ήτοι της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της οδήγησης υπό μέθη και της σύγκρουσης των οχημάτων και τούτο διότι προϋπόθεση της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής αυτής είναι η προηγούμενη ευδοκίμηση της κύριας αγωγής, η οποία προϋποθέτει την υπαιτιότητα του φερομένου ως οδηγού του ζημιογόνου οχήματος (ΑΠ 997/2014).
Επομένως ορθά κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αγωγή είναι ορισμένη, χωρίς να αναφέρεται σ' αυτή η αιτιώδης συνάφεια της οδήγησης υπό την επήρεια μέθης με την πρόκληση του ατυχήματος. Ειδικότερα το Εφετείο. αφού δέχθηκε ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η παρεμπίπτουσα αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, στη συνέχεια δέχθηκε ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος προκάλεσε το επίδικο ατύχημα υπό την επήρεια μέθης, η οποία συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκλησή του, με συνέπεια να ενεργοποιηθεί ο όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου περί αποκλεισμού της ασφαλιστικής ευθύνης της παρεμπιπτόντως ενάγουσας σε περίπτωση ατυχήματος από μεθυσμένο οδηγό και γι' αυτό τον λόγο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον έκτο λόγο της έφεσης.
Με βάση τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων δεν ιδρύεται εν προκειμένω ο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, αλλά αυτός του αριθμ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος και κρίθηκε ως αβάσιμος στην ουσία κατά τα προαναφερόμενα. Επομένως ορθά και το Εφετείο απέρριψε κατ' εκτίμηση ως αβάσιμο κατ' ουσία και τον συγκεκριμένο λόγο έφεσης.
Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει: α) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012) και γ) να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εχόντων καταθέσει και προτάσεις αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2) και ειδικότερα στην δικαστική δαπάνη των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν από κοινού προτάσεις, καθώς και της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσε χωριστά προτάσεις, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διορθώνει το επώνυμο της δεύτερης αναιρεσείουσας από το εσφαλμένο "Π." στο ορθό "Π.".
Απορρίπτει την από 1-6-2017 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών υπ` αριθμ. 687/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ υπέρ των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν από κοινού προτάσεις, καθώς και στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ υπέρ της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε χωριστά προτάσεις.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2019. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ