Legislator Case Law & Legislation
133/2018 AI generated

133/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 133/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 133 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 133/2018

Legislator headnote

AI generated

133/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 133 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 133/2018

Keywords

AI generated
principle of accession acquisition of possession legatee reversionary heir appointment standing of shareholder legitimation clause
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 133 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 133/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Δ. Λ. - Ζ., κατοίκου ... και 2)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... A.E", οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γιαννόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Β. Σ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίoς παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/4/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την πρόσθετη παρέμβαση της ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 176/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 28/2/2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 6-3-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε κατόπιν αντιθέτων εφέσεων 1) του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και 2) της εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας και της προσθέτως παρεμβάσης υπέρ της τελευταίας και ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας, κατά της 176/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, το οποίο, αφού απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του μεταβιβάσει το ιδανικό μερίδιο του 1/5 εξ αδιαιρέτου επί του αναφερομένου στην αγωγή ακινήτου ως συμφωνηθείσα εργολαβική δικηγορική αμοιβή του και την πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης αναιρεσείουσας, στην οποία μεταβιβάστηκε λόγω πώλησης τμήμα του επιδίκου ακινήτου, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την επικουρική βάση της αγωγής να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό του 1.000.000 ευρώ ως συμφωνηθείσα εργολαβική δικηγορική αμοιβή του και υποχρέωσε την πρώτη αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο εντόκως το ποσό των 646.851,92 ευρώ. Με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού έγιναν τυπικά δεκτές οι εφέσεις, απορρίφθηκαν στη συνέχεια αυτές κατ' ουσία. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ).

1). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος ή των καθολικών διαδόχων ή κληροδόχων του, όχι δε και κατά του ομοδίκου του ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω της έλλειψης εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα (ΟλΑΠ 24/1991), εκτός αν συντρέχει αναγκαστική ομοδικία, οπότε πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 11/1992, ΑΠ 395/2011, ΑΠ 1552/2010, ΑΠ 1617/2010). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1, 80, 82, 83 και 558 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση και όταν δεν ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, εφόσον έχει έννομο συμφέρον (ΑΠ 395/2011, ΑΠ 1552/2010, ΑΠ 1617/2010), υφιστάμενο όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρεώσεως (ΟλΑΠ 28/2007), η αναίρεση, όμως, απευθύνεται μόνο κατά του αντιδίκου του, που νίκησε και όχι κατά του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση (ΑΠ 395/2011,ΑΠ 1552/2010, ΑΠ 1617/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε, κατ' ουσία τις εφέσεις, 1) του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και 2) της εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας και της προσθέτως παρεμβάσης υπέρ της τελευταίας και ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την επικουρική βάση της αγωγής και υποχρέωσε την πρώτη αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το άνω ποσό. Η προσθέτως παρεμβάσα δεύτερη αναιρεσείουσα απαραδέκτως άσκησε αναίρεση λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος. Και τούτο διότι η κύρια βάση της αγωγής (μεταβίβαση στον ενάγοντα του 1/5 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, μέρος του οποίου μεταβιβάστηκε από την πρώτη αναιρεσείουσα στη δεύτερη αναιρεσείουσα) απορρίφθηκε, οπότε πλέον η δεύτερη βάση (καταβολής στον ενάγοντα χρηματικού ποσού) δεν αφορά τη δεύτερη αναιρεσείουσα.

2). Με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση τη πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής και καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των προβλεπομένων λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το δικόγραφο της αναίρεσης (ΑΠ 318/2017, ΑΠ 183/2014, ΑΠ 114/2009). Η ανωτέρω διάταξη όμως αφορά "ισχυρισμούς" και όχι νομικούς κανόνες, με την επιφύλαξη ότι και στη περίπτωση αυτή ο διάδικος πρέπει να εκθέτει τα αναγκαία στοιχεία για την υπαγωγή των επικαλουμένων πραγματικών περιστατικών σε αυτούς (ΑΠ 318/2017, ΑΠ 2212/2013, ΑΠ 435/1994). Τοιαύτη περίπτωση δεν συντρέχει οσάκις ο διάδικος ισχυρίζεται μόνο ότι το επικαλούμενο στην αγωγή δικαίωμα δεν θεμελιώνεται στο νόμο ή με νεώτερη διάταξη νόμου αυτό έχει πλέον καταργηθεί, διότι από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1, 335, 337, 338 και 559 αριθ. 1, 8 και 10 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι έργο του δικαστηρίου της ουσίας (πρωτοδικείου ή εφετείου) είναι να προβεί αυτεπαγγέλτως στην εφαρμογή του νόμου, ήτοι στην προσήκουσα υπαγωγή των εννόμων σχέσεων που αναδύονται εκ των επικαλουμένων στο δικόγραφο της αγωγής κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, και όπως αυτές στη συνέχεια προκύπτουν κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου από τις διεξαχθείσες αποδείξεις, στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που τις θεμελιώνουν, βάσει της αρχής jura novit curia, ενώ ο εκ μέρους των διαδίκων διδόμενος νομικός χαρακτηρισμός των επικαλουμένων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται ή δεν θεμελιώνεται το προβαλλόμενο με την αγωγή αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το Δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 318/2017, ΑΠ 881/2010, ΑΠ 1468/2005, ΑΠ 157/2004). Επομένως ο με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου περί απαραδέκτου των επί μέρους λόγων αναίρεσης, επειδή στο αναιρετήριο δεν γίνεται μνεία της προβολής στο δικαστήριο της ουσίας εκ μέρους της εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας των σχετικών ισχυρισμών, αφορώντων τον τρόπο υπολογισμού του ποσοστού της συμφωνηθείσας αμοιβής του αναιρεσιβλήτου με βάση την αξία του επιδίκου ακινήτου, είναι αβάσιμος, διότι οι επικαλούμενες εν λόγω αιτιάσεις εκ μέρους της αναιρεσείουσας αφορούν εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τη συνδρομή ή μη των οποίων ερευνά αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο της ουσίας, ανεξαρτήτως της ενώπιον του προβολής σχετικών ισχυρισμών εκ μέρους των διαδίκων.

3) Κατά το άρθρο 92 παρ.3 και 5 εδ. α' του κώδικα δικηγόρων που κυρώθηκε με το ν.δ. 3024/1954 και εφαρμόζεται λόγω του εν προκειμένω κρίσιμου χρόνου: "Επιτρέπεται συμφωνία, εξαρτώσα την αμοιβήν ή το είδος αυτής εκ της εκβάσεως της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή εξ οιασδήποτε άλλης αιρέσεως, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι' εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας. Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνη τα 20% του αντικειμένου της δίκης" (παρ. 3). "Η κατά τ' ανωτέρω συμφωνία, η εξαρτώσα την αμοιβήν εκ της εκβάσεως της δίκης, τότε μόνον ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωσιν να διεξαγάγη την δίκην μέχρι τελεσιδικίας χωρίς εν αποτυχία να λάβη αμοιβήν τινα ούτε αυτός ούτε ο κατά τον αυτόν ή άλλον βαθμόν συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος" (παρ.5 εδ. α). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέα του επιτρέπεται συμφωνία κατά την οποία η δικηγορική αμοιβή θα εξαρτάται από την έκβαση της δίκης ή από το αποτέλεσμα της εργασίας του δικηγόρου, καθώς και συμφωνία περί αμοιβής "δι' εκχωρήσεως" μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας, οπότε η αμοιβή δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% το αντικειμένου της δίκης. Η συμφωνία όμως αυτή (εργολαβία δίκης) είναι έγκυρη όταν περιέχει ρητώς, προς άρση κάθε αμφιβολίας, τον όρο ότι ο δικηγόρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας ή την ανατεθείσα εργασία μέχρι περατώσεως αυτής και ότι σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα λάβει αμοιβή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 170 του ίδιου κώδικα αν έχει συμφωνηθεί αμοιβή και ανακληθεί αδικαιολόγητα η εντολή προς το δικηγόρο, ο εντολέας υποχρεούται να εκτελέσει αμέσως όλες τις υποχρεώσεις του από τη συμφωνία. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, επί εργολαβίας δίκης ή εξώδικων εργασιών, ο όρος της συμφωνίας ότι σε περίπτωση αποτυχίας ο δικηγόρος δεν θα λάβει οποιαδήποτε αμοιβή, καθώς και επί αδικαιολόγητης ανακλήσεως της εντολής, η με βεβαιότητα προσδοκώμενη πλήρωση της προαναφερομένης αιρέσεως της επιτυχημένης διεξαγωγής της δίκης ή της υποθέσεως, αποτελούν γεγονότα θεμελιωτικά του δικαιώματος του δικηγόρου για απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής (ΑΠ 396/2017, ΑΠ 730/2015, ΑΠ 1778/2013, ΑΠ 1310/2012). Στην παραπάνω περίπτωση αν η εντολή προς το δικηγόρο ανακληθεί αδικαιολόγητα, ο τελευταίος δικαιούται τη συμφωνημένη αμοιβή υπό την προϋπόθεση ότι, αν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση της εντολής, θα διεξήγε επιτυχώς τη δίκη στην οποία αφορούσε η εντολή με βεβαία κατάληξη την έκδοση ευνοϊκής για τον εντολέα του τελεσίδικης απόφασης (ΑΠ 730/2015, ΑΠ 1310/2012). Περαιτέρω από την ίδια διάταξη του άρθρου 170 του κώδικα δικηγόρων συνάγεται ότι ο εντολέας, ενόψει της απόλυτης προσωπικής σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του δικηγόρου του, δύναται κατά πάντα χρόνο να ανακαλέσει την εντολή είτε υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν την ανάκληση είτε όχι. Σε καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές γεννώνται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις του εντολέα που προβλέπει η εν λόγω διάταξη (ΑΠ 396/2017, ΑΠ 956/2014, ΑΠ 1388/2015). Η ως άνω ανάκληση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 167 και 724 ΑΚ, με μονομερή και απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο δήλωση βουλήσεως, η δε λύση της εντολής επέρχεται με την περιέλευση αυτής στο πρόσωπο που απευθύνεται (ΑΠ 1310/2012). Η ανάκληση της εντολής ενεργεί ex nunc και όχι ex tunc και συνακόλουθα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών θα κριθούν, ως νόμιμη αιτία , με βάση την έννομη σχέση της έμμισθης εντολής (ΑΠ 810/2003). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το δικαιολογημένο ή αδικαιολόγητο της ανακλήσεως της εντολής είναι νομική (ΑΠ 1310/2012, ΑΠ 193/2008). Πέρας της υποθέσεως κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων νοείται το στάδιο εκείνο, κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα ή αμετάκλητα, αν αυτό έχει συμφωνηθεί, δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 59/2007, ΑΠ 1513/2006, ΑΠ 1308/2004 ). Χρόνος υπολογισμού της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς είναι εκείνος της τελεσιδικίας ή ο τυχόν συμφωνηθείς μεταγενέστερος τοιούτος, από τον οποίο γεννάται η αξίωση αμοιβής του δικηγόρου ( ΑΠ 1310/2012) και η εν λόγω αμοιβή είναι απαιτητή από τότε που ο εντολέας ικανοποιηθεί από τη δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς του με τις ενέργειες του δικηγόρου (ΑΠ 1310/2012, ΑΠ 193/2008). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή ,ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1388/2015, ΑΠ 1318/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα: " Η Κοινότητα Νέας Αλικαρνασσού άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κατά του πατέρα της εναγομένης, Η. Ζ. την με αριθμό κατάθεσης …/1979 διεκδικητική αγωγή, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η κυριότητα της στα κείμενα στην περιοχή … κληροτεμάχια με αριθμούς … και …, εμβαδού 15.078 τ.μ. και 3,702 τ.μ., στις θέσεις … και …, αντίστοιχα, καθώς και να διαταχθεί η απόδοσή τους σ' αυτή. Κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας στον πρώτο βαθμό απεβίωσε ο ανωτέρω, τότε εναγόμενος, Η. Ζ., έτσι συνέχισαν τη δίκη, που διακόπηκε βίαια, λόγω του θανάτου του, ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, η σύζυγος του, Ε. Ζ. και η ήδη εναγομένη, κόρη του, Δ. Ζ., οι οποίες υπεισήλθαν στη δικονομική του θέση και έδωσαν προφορική εντολή στον ήδη ενάγοντα, δικηγόρο …, να διεξαγάγει τη δίκη. Η σχετική συμφωνία τους με τον ενάγοντα ήταν αρχικά προφορική και στη συνέχεια καταρτίστηκε μεταξύ τους η από 5-12-1994 έγγραφη σύμβαση εργολαβίας δίκης, με την οποία του ανέθεσαν να τις εκπροσωπήσει σε όλες τις διαδικασίες, δηλαδή πρωτόδικη, έκκλητη και ακυρωτική, αντί αμοιβής σε ποσοστό, που ορίστηκε στο 20% ή στο 1/5 της κυριότητας εκάστου των επίδικων ακινήτων, την οποία όφειλαν να του καταβάλουν μόνο στην περίπτωση που αυτές θα κέρδιζαν αμετακλήτως τη δίκη, ενώ στην περίπτωση που τη δίκη θα κέρδιζε η αντίδικος τους Κοινότητα Νέας Αλικαρνασσού τότε ο ενάγων ουδεμία αμοιβή θα δικαιούται. Με την εν λόγω έγγραφη σύμβαση εργολαβίας δίκης ορίστηκε ρητά ότι στο συμφωνηθέν ανωτέρω ποσοστό περιλαμβάνεται και η αμοιβή για κάθε εργασία που θα απαιτηθεί να γίνει για την αποβολή της Κοινότητας Νέας Αλικαρνασσού όπως και όλων των λοιπών καταπατητών από τα επίδικα κληροτεμάχια. Επίσης, με το ίδιο συμφωνητικό ορίστηκε ρητά, ότι η συμφωνημένη αμοιβή θα οφείλεται ακόμη και αν, χωρίς δικαιολογημένη αιτία, ανακληθεί η εντολή, με τον επιπλέον όρο ότι η εντολή δε μπορεί να ανακληθεί παρά μόνο αν ο εντολοδόχος δικηγόρος αδρανεί ή δεν κάνει καλά τη δουλειά του. Σε μεταγενέστερο χρόνο καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων η από 30-4-2004 έγγραφη τροποποιητική συμφωνία μόνο ως προς την αμοιβή του ενάγοντος δικηγόρου, η οποία ορίστηκε πλέον σε ποσοστό 20% ή στο 1/5 της χρηματικής αξίας εκάστου των διεκδικούμενων ακινήτων και όχι, με βάση την αρχική από 5-12-1994 έγγραφη εργολαβία δίκης, σε ποσοστό 20% ή 1/5 της κυριότητας αυτών, δηλαδή συμφωνήθηκε η μετατροπή της "in natura" αμοιβής σε χρηματική αμοιβή. Επί της ανωτέρω εκκρεμούς, κατά την ανάληψη των καθηκόντων του ενάγοντος αγωγής της Κοινότητας Νέας Αλικαρνασσού κατά του προαναφερόμενου μεταποβιώσαντος πατέρα της εναγομένης εκδόθηκαν οι αποφάσεις, α) 179/1994 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η αγωγή και β) 569/1994 του Εφετείου Κρήτης, που απέρριψε τελεσιδίκως ως κατ' ουσία αβάσιμη την αγωγή αυτή. Έκτοτε, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής η Κοινότητα Νέας Αλικαρνασσού έπαψε να εγείρει διεκδικήσεις στα επίδικα με αριθμούς … και … κληροτεμάχια, σε αντίθεση προς διάφορους δημότες καταπατητές, που εξακολουθούσαν να τα διεκδικούν αυτά, με αποτέλεσμα ο ενάγων να ασκήσει, στο πλαίσιο της καταρτισθείσας εργολαβίας δίκης με την εναγομένη, διεκδικητικές αγωγές κατ' αυτών. Αναφορικά με το κληροτεμάχιο με αριθμό …, η ασκηθείσα διεκδικητική αγωγή κυριότητας έγινε δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη με την απόφαση με αριθμό 721/1997 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και επικυρώθηκε με τις αποφάσεις με αριθμούς 568/1998 και 426/2001 του Εφετείου Κρήτης και του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα. Ακολούθως, η εναγομένη, η οποία ήταν η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της στο μεταξύ αποβιώσασας μητέρας της, πώλησε σταδιακά το ανωτέρω με αριθμό … κληροτεμάχιο και κατέβαλε στον ενάγοντα ποσοστό 20% από το τίμημα, προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων της από τη μεταξύ τους σύμβαση εργολαβίας. Αναφορικά με το κληροτεμάχιο με αριθμό …, η ασκηθείσα διεκδικητική αγωγή κυριότητας έγινε δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη με την απόφαση με αριθμό 176/2001 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και επικυρώθηκε με τις αποφάσεις με αριθμούς 222/2002 και 210/2005 του Εφετείου Κρήτης και του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα. Στην δίκη επί της αγωγής αυτής ήταν εναγόμενος, μεταξύ των άλλων, ως διεκδικητής και ο Κ. Μ., ο οποίος όμως δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της ασκηθείσας έφεσής του κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης με αριθμό 176/2001 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με αποτέλεσμα έφεσή του να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ανακοπή ερημοδικίας αλλά και αυτή απορρίφθηκε με την απόφαση με αριθμό 563/2003 του Εφετείου Κρήτης, κατά της οποίας άσκησε αναίρεση, που όμως η συζήτησή της κηρύχθηκε απαράδεκτη. ...Ακολούθως, πριν καταστεί αμετάκλητη η απόφαση για το κληροτεμάχιο με αριθμό … ως προς τον Κ. Μ., ο ενάγων άσκησε κατά της εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου την από 21-12-2004 με αριθμό κατάθεσης …21-12-2004, όμοια με την ένδικη προηγούμενη αγωγή του, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει ποσό 100.000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι οφείλει να του καταβάλλει ακόμα ποσό 780.000 ευρώ ως αμοιβή του σε ποσοστό 20% ή 1/5 του διεκδικηθέντος κληροτεμαχίου με αριθμό … ή της χρηματικής αξίας του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η απόφαση με αριθμό 325/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία έγινε δεκτή αυτή ως κατ' ουσία βάσιμη, αλλά στη συνέχεια απορρίφθηκε ως προώρως ασκηθείσα με την απόφαση με αριθμό 511/2006 του Εφετείου Κρήτης, η οποία επικυρώθηκε με την απόφαση με αριθμό 527/2006 του Αρείου Πάγου. Η προηγούμενη αγωγή του ενάγοντος απορρίφθηκε από το Εφετείο με την αιτιολογία ότι δεν είχαν περατωθεί αμετακλήτως όλες οι δίκες κατά τον χρόνο άσκησης αυτής, διότι εκκρεμούσε και δεν είχε συζητηθεί ακόμη η αίτηση αναίρεσης του Κ. Μ. και συνεπώς, κατά τις παραδοχές της με αριθμό 511/2006 εφετειακής απόφασης, δεν είχε γεννηθεί ακόμη η αξίωση του ενάγοντος για την καταβολή της αμοιβής του, η οποία τελούσε υπό την αίρεση, κατά τη σύμβαση εργολαβίας δίκης, της αμετάκλητης περάτωσης όλων των αγωγών για την ανάκτηση του κληροτεμαχίου με αριθμό …. Ωστόσο η πρόωρη άσκηση της προηγούμενης αγωγής για καταβολή της αμοιβής του ενάγοντος αποτέλεσε την αφορμή να διαταραχθούν οι σχέσεις των διαδίκων και έκτοτε έπαψε η συνεργασία τους στο πλαίσιο της σύμβασης εργολαβίας δίκης να είναι αρμονική. Υπό το πρίσμα του δυσμενούς κλίματος, που διαμορφώθηκε μεταξύ τους, άρχισαν να επικοινωνούν με την αποστολή εξώδικων δηλώσεων και συγκεκριμένα ο ενάγων ενημέρωσε την εναγόμενη με κοινοποίηση της από 31-10-2006 εξώδικης δήλωσης σχετικά με το ότι η ανωτέρω εκκρεμής δίκη του Κ. Μ. στον 'Αρειο Πάγο προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 7-11-2007 και ζήτησε από αυτήν συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο για να την εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως. Προς απάντηση η εναγόμενη κοινοποίησε σ' αυτόν την από 2-11-2006 εξώδικη δήλωση και με το περιεχόμενο της καταλόγιζε σε βάρος του, μεταξύ άλλων, ασυνέπεια στην εκπλήρωση των συνολικών υποχρεώσεών του από τη σύμβαση εργολαβίας δίκης αναφορικά με το επίδικο κληροτεμάχιο με αριθμό …, αλλά και αδράνεια για την αποβολή των καταπατητών του. Τελικώς, η εναγομένη με την από 30-11-2006 νεώτερη εξώδικη δήλωση ανακάλεσε την εντολή που είχε δώσει στον ενάγοντα, επικαλούμενη αφενός τον κλονισμό της εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του και αφετέρου την αδικαιολόγητη αποχή του από τις απορρέουσες υποχρεώσεις του με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εργολαβίας δίκης. Έτσι οι διαφορές των διαδίκων επικεντρώθηκαν στην προσήκουσα ή μη εκπλήρωση των καθηκόντων του ενάγοντος για την ανάκτηση του κληροτεμαχίου με αριθμό … και στην γέννηση ή μη της υποχρέωσης καταβολής της αμοιβής του ως προς το κληροτεμάχιο αυτό. Σε σχέση με το εριζόμενο ζήτημα αποδείχθηκε ότι μετά την ανωτέρω ανάκληση της εντολής η εναγομένη ανέθεσε την εκπροσώπησή της στον Άρειο Πάγο κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης του Κ. Μ. σε άλλο δικηγόρο, ο οποίος στη συνέχεια προέβη και σε αναγκαστική εκτέλεση όλων των αποφάσεων, που είχαν εκδοθεί με δικαστικές ενέργειες του ενάγοντος εναντίον των διεκδικητών του με αριθμό … κληροτεμαχίου. Μάλιστα, ο επί σειρά ετών διεκδικητής του ακινήτου αυτού, προαναφερόμενος Κ. Μ., ήδη μάρτυρας από την πλευρά της στην παρούσα υπόθεση, πρότεινε στην εναγομένη να μεταβιβάσει με πώληση το ακίνητο στην εκπροσωπούμενη από το γιο του, Ε. Μ., προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρία .... Πράγματι η εναγομένη, μετά από πολυετείς δικαστικούς αγώνες εναντίον των καταπατητών του με αριθμό … κληροτεμαχίου και μετά από συνεννοήσεις με τον έως τότε αντίδικο της, Κ. Μ., συμφώνησε την αγοραπωλησία τμήματος του ακινήτου αυτού στην προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρία. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι δεν ήταν δικαιολογημένη η ανάκληση της εντολής από την εναγομένη, η οποία επικαλείται ολιγωρία κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του αναφορικά με τους δικαστικούς αγώνες κατά των καταπατητών και με την αποβολή τους από το με αριθμό … κληροτεμάχιο. Αντίθετα ο ενάγων, ενήργησε, όπως, αποδείχθηκε, με σύνεση στο πλαίσιο της ανατεθείσας σ' αυτόν εντολής προς διεκπεραίωση της υπόθεσης, με βάση του συμφέρον της εναγομένης. Ειδικότερα ο ενάγων παρά το ότι είχε ήδη ξεκινήσει πλέον μεταξύ τους πολλαπλές (τόσο αστικές, όσο και ποινικές) δικαστικές διενέξεις, εξακολούθησε να υπερασπίζεται τα έννομα συμφέροντα της εναγομένης σε σχέση με το επίδικο κληροτεμάχιο με αριθμό …. Μάλιστα εξέφρασε ρητά το ενδιαφέρον του για την αμετάκλητη περάτωση της δίκης με τον Κ. Μ., αλλά αντιμετώπισε την μεταστροφή της στάσης της εναγομένης που εκδηλώθηκε με την επιλογή άλλου δικηγόρου για να την εκπροσωπήσει στην ανωτέρω τελευταία δίκη στον Άρειο Πάγο και για να κινήσει τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων αναφορικά με το αριθμό … κληροτεμάχιο. Από τα περιστατικά που αμέσως παραπάνω παρατέθηκαν, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δικηγόρος, δεν αδράνησε για την αμετάκλητη περάτωση των δικών και για τη διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης προς αποβολή των καταπατητών από το επίδικο κληροτεμάχιο. Επίσης, το ότι δεν στράφηκε δικαστικά εναντίον όλων των καταπατητών του ακινήτου δεν οφείλεται σε αδιαφορία κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του, καθώς δεν μπορούσε από μόνος του και με δική του πρωτοβουλία, χωρίς συγκεκριμένες υποδείξεις της εναγομένης, να επεκτείνει τη δίκη ή να ανοίξει άλλες δίκες για το ακίνητο, στρεφόμενος εναντίον άλλων ατόμων, των οποίων τον αριθμό και την ταυτότητα χωρίς τις προς τούτο αναγκαίες ενέργειες της εναγομένης, δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζει. Άλλωστε ουδέποτε η εναγομένη, κατά το μακροχρόνια δικαστικό αγώνα για την ανάκτηση του ακινήτου της, έθεσε στον ενάγοντα ανάλογο θέμα, ενώ εξάλλου ούτε ο έτερος εντολοδόχος δικηγόρος, που αντικατέστησε τον ενάγοντα μετά την ανάκληση της προς αυτόν εντολής, άσκησε και άλλες αγωγές κατά λοιπών καταπατητών του με αριθμό … κληροτεμαχίου. ...Σύμφωνα με τα παραπάνω, εφόσον επήλθε το πέρας της υπόθεσης, για την οποία καταρτίστηκε η επίδικη σύμβαση εργολαβίας δίκης και η εναγομένη δικαιώθηκε με τελεσίδικες και αμετάκλητες αποφάσεις κατά την δικαστική επίλυση των διαφορών με τους διεκδικητές του με αριθμό … κληροτεμαχίου, πληρώθηκε η αίρεση, υπό την οποία τελούσε η γέννηση της υποχρεώσεως της εναγομένης για καταβολή της δικηγορικής αμοιβής του ενάγοντος. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί ο λόγος έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο επαναφέρεται ο ισχυρισμός της για δικαιολογημένη ανάκληση της εντολής, λόγω κλονισμού της εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του ενάγοντος μετά την πρόωρη άσκηση της αγωγής για καταβολή της αμοιβής του και λόγω της παράνομης παρακράτησης χρημάτων της από την πώληση μέρους του ακινήτου της, όπως και ο λόγος έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο επαναφέρεται ο ισχυρισμός της για αδικαιολόγητη αποχή του ενάγοντος από την εκτέλεση της εντολής, λόγω της ολιγωρίας του να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για το επίδικο με αριθμό … κληροτεμάχιο, λόγω της αδιαφορίας του να στραφεί κατά όλων των καταπατητών και λόγω της αδράνειας του να προχωρήσει στην εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων για την ανάκτηση αυτού.....Επομένως,οι αναφερόμενοι σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων σχετικοί με την δικαιολογημένη ανάκληση της εντολής προς τον ενάγοντα και αδικαιολόγητη εκ μέρους του αποχή από τα καθήκοντά του, λόγοι της έφεσης της εναγομένης είναι αβάσιμοι στο σύνολο τους και πρέπει να απορριφθούν. Ως εκ τούτου, συντρέχει περίπτωση αδικαιολόγητης ανάκλησης της εντολής προς τον ενάγοντα κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας από την εναγομένη και κατά συνέπεια καθίσταται απαιτητή η συμφωνημένη αμοιβή του σε ποσοστό 20% της χρηματικής αξίας του με αριθμό … κληροτεμαχίου, κατά τους όρους της από 5-12-1994 έγγραφης συμφωνίας τους και της από 30-4-2004 τροποποιητικής αυτής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, εκτιμώντας τα παραπάνω ιδιωτικά συμφωνητικά, ότι οι όροι τους ήταν σαφείς και ότι βάσει αυτών ο ενάγων είχε δικαίωμα να λάβει ως αμοιβή ποσοστό 20% της αξίας του επίδικου ακινήτου" .

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε συμφωνία περί εργολαβίας δίκης, εξαρτώσα την αμοιβή του αναιρεσίβλητου δικηγόρου από την έκβαση της δίκης, η οποία είναι επιτρεπτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 92 παρ. 3 και 5 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων", ότι η πρώτη αναιρεσείουσα ανακάλεσε αδικαιολόγητα την εντολή της προς αυτόν (αναιρεσίβλητό) και ότι αυτή υποχρεούται να πληρώσει την αμοιβή του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου, που ανέρχεται στο 20% της αξίας του αντικειμένου της δίκης, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 170 του Κώδικα περί Δικηγόρων. Επομένως ο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

4) Κατά το άρθρο 201 του ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης). Κατά δε το άρθρο 207 παρ.1 του ιδίου ΑΚ, η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της. Τέλος κατά το άρθρο 209 εδ. β' του ΑΚ, όταν πρόκειται για δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, τα στοιχεία που αφορούν το αντικείμενο της δικαιοπραξίας κρίνονται με βάση το χρόνο της πλήρωσης της αίρεσης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι α) με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης που τέθηκε σε δικαιοπραξία καθίσταται οριστικά ενεργός η δικαιοπραξία αυτή και επέρχονται τα αποτελέσματα της, επομένως δε και ότι β) όποιος ασκεί δικαίωμα από δικαιοπραξία το οποίο εξαρτήθηκε με αυτήν (δικαιοπραξία) από αναβλητική αίρεση, που πληρώθηκε ή που την πλήρωση της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της αίρεσης (πλασματική πλήρωση), αυτός (που ασκεί το δικαίωμα) οφείλει να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει τα ανωτέρω περιστατικά της πραγματικής ή πλασματικής πλήρωσης της αίρεσης, από την οποία και γεννάται (εξαρτάται) το δικαίωμά του, ως αποτέλεσμα της υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξίας, κατά τα προεκτεθέντα. Για την κατά τα ανωτέρω πλασματική πλήρωση της αίρεσης απαιτείται παρακωλυτική συμπεριφορά του ζημιουμένου από την πλήρωση, και δη πράξη ή παράλειψη, αντιτιθέμενη στην καλή πίστη βάσει των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, όπου συνεκτιμάται και το ενδεχόμενο πταίσμα (ΑΠ 122/2014, ΑΠ 178/2012). Οι παραπάνω συνέπειες επέρχονται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη θέληση των μερών. Δεν απαιτείται η παρακώλυση (πράξη ή παράλειψη) του ζημιουμένου να έγινε με πρόθεση ή αδικαιολόγητα, πρέπει όμως να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής και της πλήρωσης ή της ματαίωσης της αίρεσης.

Συνεπώς, επί εργολαβίας της δίκης, η οποία τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της αμετάκλητης περάτωσης της αγωγής, στην περίπτωση της αδικαιολόγητης ανάκλησης του εντολέα της εντολής του προς τον εντολοδόχο δικηγόρο, χρόνος υπολογισμού της αμοιβής του τελευταίου, η οποία συμφωνήθηκε με βάση την αξία του αντικειμένου της διαφοράς, είναι εκείνος της πλασματικής πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης, δηλαδή της ανάκλησης της εντολής, υπό την προϋπόθεση ότι, αν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση της εντολής, θα διεξήγε επιτυχώς τη δίκη στην οποία αφορούσε η εντολή με βεβαία κατάληξη την έκδοση ευνοϊκής για τον εντολέα του αμετάκλητης απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, ως προς το θέμα του κρίσιμου χρόνου υπολογισμού της εργολαβικής αμοιβής του αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε, πέραν των προανεφρθέντων, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, και τα εξής : " Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το επίδικο κληροτεμάχιο με αριθμό …, εμβαδού 15.078 τ.μ. και κατά νεώτερη καταμέτρηση 14.701,18 τ.μ., που κείται στο Δήμο …, εντός σχεδίου πόλεως, στη θέση … ή …, η εναγόμενη μεταβίβασε με πώληση την κυριότητα τμήματος αυτού, εμβαδού 9.991,46 τ.μ. με το συμβόλαιο με αριθμό …-3-2008 της συμβολαιογράφου Χερσονήσου, Ε. Δ. Σ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο … με αριθμό … στην προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρία ..., της οποίας γενικός διευθυντής και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του νομικού της προσώπου ήταν, κατά το χρόνο αγοραπωλησίας, ο προαναφερόμενος Κ. Μ.. Όπως αναφέρεται, στο συμβόλαιο, το τίμημα της αγοραπωλησίας ορίστηκε στο ποσό των 1.500.000 ευρώ, ήτοι σε 150 ευρώ ανά τ.μ. και η αντικειμενική αξία εκτιμήθηκε στο ποσό των 1.668.953,73 ευρώ, η οποία επίσης αναφέρεται στο συμβόλαιο, ήτοι σε 167 ευρώ ανά τ.μ. Από δε τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει, ότι η αντικειμενική αξία των ακινήτων της περιοχής προσδιορίστηκε για το έτος 2009 στο ποσό των 274 ευρώ ανά τ.μ. για τα οικοδομήσιμα ακίνητα και στο ποσό των 164 ευρώ ανά τ.μ. για τα μη οικοδομήσιμα ακίνητα. Με ρητό όρο του συμβολαίου συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι η εναγόμενη πωλήτρια εκχωρεί στην ανωτέρω αγοράστρια ... τα δικαιώματα που έχει σε όλο το με αριθμό … κληροτεμάχιο και που θα προκύψουν από την εφαρμογή του σχεδίου πόλης και την πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού. Ενόψει της μη δικαιολογημένης ανάκλησης της εντολής και της μετέπειτα αγοραπωλησίας του ακινήτου, κατά τα ανωτέρω παρατιθέμενα και αποδειχθέντα περιστατικά, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα ποσοστό 20% της αξίας του με αριθμό … κληροτεμαχίου, ήτοι τόσο του πωληθέντος και μεταβιβασθέντος τμήματος όσο και εκείνων των τμημάτων που παρέμειναν στην κυριότητα αυτής και συγκεκριμένα σε ποσοστό 20% της χρηματικής αξίας εδαφικής έκτασης εμβαδού 14.701,16 τ.μ., σύμφωνα με την πιο πρόσφατη εμβαδομέτρηση του επίδικου κληροτεμαχίο.....Μετά την αξιολόγηση όλων των στοιχείων η αξία του ακινήτου προσεγγίζει την αντικειμενική αξία των ακινήτων της περιοχής κατά τον κρίσιμο χρόνο λαμβανομένης υπόψη και της απελευθέρωσης του ακινήτου αυτού από την πλειονότητα των καταπατητών που ανατίμησε την αξία του, η οποία εκτιμάται στο ποσό των 220 ευρώ ανά τ.μ. κατά τον κρίσιμο χρόνο συζητήσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Συνακόλουθα η αξία του με αριθμό … κληροτεμαχίου επί της οποίας είχε συμφωνηθεί η αμοιβή του ενάγοντος εκτάσεως 14.701,18 τ.μ. ανέρχεται στο ποσό των 3.234.259,60 € (14.701,18 τμ Χ 220 ευρώ) και ως εκ τούτου ο ενάγων με βάση τη νεώτερη τροποποιητική από 30-4-2004 έγγραφη συμφωνία δικαιούται να λάβει ως αμοιβή ποσοστό της αξίας του παραπάνω ακινήτου, δηλαδή δικαιούται να λάβει το ποσό των 646.851,92 € (3.234.259,60 € Χ 20 %). Επομένως οι λόγοι των αντίθετων εφέσεων με τους οποίους ο μεν ενάγων υποστηρίζει ότι η αξία του ακινήτου επί της οποίας υπολογίζεται η αμοιβή του είναι μεγαλύτερη, η δε εναγόμενη υποστηρίζει ότι είναι μικρότερη, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με τις ίδιες κατά βάση κατά κύριο λόγο αιτιολογίες έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και επιδίκασε ως αμοιβή στον ενάγοντα με βάση την επίδικη σύμβαση εργολαβίας δίκης, το παραπάνω ποσό, σωστά αφενός ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και αφετέρου εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως οι εφέσεις πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους ως κατ' ουσία αβάσιμες ". Με την κρίση του αυτή και με βάση τα προεκτεθέντα το Εφετείο, σχετικά με τον χρόνο υπολογισμού της εργολαβικής αμοιβής του αναιρεσιβλήτου, η οποία ανέρχεται στο ποσοστό 20% της αξίας του αντικειμένου (επιδίκου ακινήτου), δέχθηκε ότι κρίσιμος χρόνος υπολογισμού αυτής είναι ο χρόνος της πρώτης συζήτησης της κρινόμενης αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (16-3-2009). Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του) τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201, 207 εδ. α', 209 εδ. β' του ΑΚ και 92 παρ. 3 και 5 του ΚΔικ., διότι επί εργολαβίας της δίκης, η οποία τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της αμετάκλητης περάτωσης όλων των αγωγών για την ανάκτηση του κληροτεμαχίου με αριθμό …, στην περίπτωση της αδικαιολόγητης ανάκλησης από την πρώτη αναιρεσείουσα της εντολής της προς τον αναιρεσίβλητο εντολοδόχο, χρόνος υπολογισμού της αμοιβής του τελευταίου, η οποία συμφωνήθηκε με βάση την αξία του αντικειμένου της διαφοράς, είναι εκείνος της πλασματικής πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης, δηλαδή της ανάκλησης της εντολής (30-11-2006), υπό την προϋπόθεση ότι, αν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση της εντολής, θα διεξήγε επιτυχώς τη δίκη στην οποία αφορούσε η εντολή με βεβαία κατάληξη την έκδοση ευνοϊκής για την εντολέα του αμετάκλητης απόφασης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ,γι' αυτό και η έρευνα του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, τρίτου λόγου της αίτησης αποβαίνει περιττή, δεδομένου ότι με την αλλαγή του χρόνου θα ελεγχθεί εκ νέου η αξία του ακινήτου.

5) Μετά από αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, κατά τον ως άνω δεύτερο λόγο (από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, γιατί είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες, σε αυτές (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 , για τα κατατιθέμενα από την 1- 1-2016 ένδικα μέσα, δεδομένου ότι αυτές δεν είχαν υποχρέωση κατάθεσής του, αφού πρόκειται για διαφορά από αμοιβές). Τέλος, η δεύτερη αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή μέρους της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, ενώ ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή μέρους της δικαστικής δαπάνης της πρώτης αναιρεσείουσας ( άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αναίρεση της δεύτερης αναιρεσείουσας.

Καταδικάζει την δεύτερη αναιρεσείουσα στην πληρωμή μέρους της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. υπ' αριθμ. 2/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, κατά τον ως άνω δεύτερο λόγο (από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ)..

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάζει την επιστροφή στις αναιρεσείουσες του παραβόλου που έχουν καταθέσει. Και ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ