Legislator Case Law & Legislation
133/2017 AI generated

133/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 133/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2009 μη οριστική και η 709/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 337/2012 μη οριστική και 287/2013 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/3/2014 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

133/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ'ακολουθίαν των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 § 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
right to know one's parentage paternity action descendant single parent register of acknowledgments of paternity natural child
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 133 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 133/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Έ. συζύγου Λ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Συμεών Γιαννιώτη Γαλανό και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Γ. του Π. κατοίκου ..., 2) Θ. Γ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Μπέλα και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2009 μη οριστική και η 709/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 337/2012 μη οριστική και 287/2013 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/3/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 8/10/2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1479 εδ. α' και β' ΑΚ, η μητέρα έχει δικαίωμα να ζητήσει με αγωγή την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο της με τον πατέρα του. Το ίδιο δικαίωμα έχει και το τέκνο. Κατά δε το άρθρο 1480 εδ. β' ΑΚ, η αγωγή του τέκνου ασκείται κατά του γονέα, που δεν έχει προβεί στην αναγκαία για την εκουσία αναγνώριση δήλωση ή κατά των κληρονόμων του, ενώ κατά το άρθρο 1481 ΑΚ "Η πατρότητα τεκμαίρεται αν αποδειχθεί ότι αυτός για τον οποίο προβάλλεται ισχυρισμός ότι είναι πατέρας, είχε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης.

Το τεκμήριο δεν ισχύει αν η αγωγή ασκείται από το τέκνο μετά την ενηλικίωσή του και ο πατέρας πέθανε πριν από το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στον πρώτο βαθμό." Το εδ. β' του ως άνω άρθρου εφαρμόζεται όχι μόνο στην περίπτωση που η αγωγή για την αναγνώριση ασκείται για πρώτη φορά κατά του πατέρα, ο οποίος κατά τη διάρκεια της δίκης πεθαίνει με συνέπεια να διακοπεί αυτή αλλά αναλογικά και στην περίπτωση που το παιδί έχει ενηλικιωθεί και ο πατέρας δεν έχει εναχθεί καθόλου και ενάγονται μετά το θάνατο του οι κληρονόμοι του.

Και αυτό διότι και στις δύο περιπτώσεις συντρέχει ό ίδιος λόγος της προστασίας των κληρονόμων από την υπερβολικά δύσκολη γι' αυτούς απόδειξη του αντιθέτου του τεκμηρίου , την οποία δεν προλαβαίνει να επωμιστεί ο πατέρας (ο οποίος και θα μπορούσε ίσως να την φέρει εις πέρας) τόσο όταν πεθαίνει πριν από το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στον πρώτο βαθμό, όσο κατά μείζονα λόγο και όταν πεθαίνει χωρίς καν να εναχθεί.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση χώρεσαν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 24/1992, Ολ. ΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η Ε. Α., η οποία είχε γεννηθεί το έτος 1910 και ήδη έχει αποβιώσει, στις 20-8-1956 γέννησε στο … εκτός γάμου την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα. Η Ε. Α., η οποία όταν γέννησε την ενάγουσα είχε ήδη αποκτήσει άλλα τρία τέκνα επίσης εκτός γάμου, λόγω του ότι ήταν άπορη και αδυνατούσε ν' ανταποκριθεί στη συντήρηση και επιμέλεια ενός ακόμα τέκνου, στις 18-9-1957 παρέδωσε την ενάγουσα στο Πατριωτικό Ίδρυμα Κοινωνικής Πρόνοιας και Αντιλήψεως (Π.Ι.Κ.Π.Α).

Στη συνέχεια η ενάγουσα δυνάμει της υπ' αριθμ. 15721/1957 απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε θετό τέκνο του Δ. Ν. και Γ. συζ. Δ. Ν., οι οποίοι ήταν κάτοικοι του Δήμου ... της πολιτείας ... των Η.Π.Α. και από τότε κατοικεί εκεί, όπου έχει δημιουργήσει δική της οικογένεια. Η υιοθεσία αυτή έγινε με τη μεσολάβηση της Φ.

Μ., κατοίκου …, η οποία είναι συγγενής του θετού πατέρα της ενάγουσας. Η ενάγουσα πληροφορήθηκε ότι είναι θετό τέκνο των ανωτέρω μετά την ενηλικίωσή της και έκτοτε προσπαθούσε συνεχώς να μάθει ποιοι είναι οι φυσικοί της γονείς, όμως οι θετοί γονείς της αρνούνταν να της δώσουν οποιαδήποτε πληροφορία περί αυτού.

Στις αρχές Αυγούστου του έτους 2007 η ενάγουσα, επ' ευκαιρία εκδρομής της κόρης της και της ίδιας στην Ελλάδα, παρέλαβε τελικά από το θετό της πατέρα την ως άνω απόφαση περί της υιοθεσίας της, μαθαίνοντας έτσι την ταυτότητα της φυσικής της μητέρας και παράλληλα της ανέφερε αυτός ότι θα μπορούσε να λάβει πληροφορίες σχετικά με τους φυσικούς της γονείς από τη Φ.

Μ.. Έτσι η ενάγουσα ήρθε στην Ελλάδα, οπότε επισκέφθηκε τη Διεύθυνση Αναζητήσεων του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού και υπέβαλε την υπ' αριθμ. πρωτ. 1094/8-8-2007 αίτηση, με την οποία δήλωσε ότι αναζητούσε τη φυσική της μητέρα Ε. Α., ενώ στις 9-8-2007 συνάντησε την Φ. Μ., η οποία της έδωσε την πληροφορία ότι φυσικός της πατέρας ήταν ο Γ.

Λ. .... Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η Ε. Α. μετά την υιοθεσία της ενάγουσας είχε τελέσει γάμο με το Ν. Ψ. και τα τελευταία έτη της ζωής της κατοικούσε μαζί με την αδελφή της στην οικία του γιου της τελευταίας στην Πάτρα, ο δε Γ. Λ., ο οποίος είχε γεννηθεί το έτος 1917 και απεβίωσε στις 6-3-2006, ήταν κάτοικος …, όπου διατηρούσε κατάστημα, δεν τέλεσε ποτέ γάμο και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του είναι οι εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι, οι οποίοι είναι ανιψιοί του.

Η ενάγουσα ισχυρίστηκε με την αγωγή της ότι ο φυσικός της πατέρας ήταν ο Γ. Λ. και ότι το γεγονός αυτό της είχε αποκαλύψει στις 9-8-2007 η Φ. Μ.. Από μόνη όμως την κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία κατέθεσε ότι περί το έτος 1988 ο Γ. Λ. απευθύνθηκε σ' αυτή για να επικοινωνήσει με την Ε.

Α. και τότε η τελευταία της αποκάλυψε ότι είχε αποκτήσει ένα ακόμα τέκνο, ήτοι την ενάγουσα, με το Γ. Λ., ο οποίος δεν ήθελε να την αναγνωρίσει ως τέκνο του, ότι στη συνέχεια ο Γ. Λ. πίεζε μέσω της ίδιας την Ε. Α. για να μάθει πού βρίσκεται αυτό το παιδί, αλλά η Ε. Α. έλεγε πως δεν γνωρίζει ποιος το υιοθέτησε και επίσης κατέθεσε ότι δεν γνωρίζει αν η Ε.

Α. κατά το χρόνο σύλληψης της ενάγουσας είχε ερωτική σχέση μόνο με το Γ. Λ., δεν μπορεί να συναχθεί ασφαλής κρίση ότι ο φυσικός πατέρας της ενάγουσας ήταν ο Γ. Λ., αφού δεν αποδεικνύεται με σαφήνεια ότι η μόνη ερωτική σχέση που διατηρούσε η Ε. Α. κατά το χρόνο σύλληψης της ενάγουσας ήταν με τον Γ. Λ.. Η κρίση δε αυτή ενισχύεται από το ότι η Ε.

Α. είχε αποκτήσει και τα τρία πρώτα τέκνα της εκτός γάμου, από ερωτικές σχέσεις της με διαφορετικούς άντρες. Δεν μπορεί δε να συναχθεί το αντίθετο από το γεγονός ότι ο Γ. Λ. σε ηλικία 87 περίπου ετών είχε απευθυνθεί στην τηλεοπτική εκπομπή "…", μέσω της οποίας έγινε η εξής ανακοίνωση: "Ο Γ. Λ. αναζητεί την κόρη του Γ., ηλικίας 50 ετών σήμερα, η οποία γεννήθηκε πιθανότατα το έτος 1954 σε σπίτι στην οδό ...

στην περιοχή ... στο ... Μητέρα της ήταν η Ε. Ψ., η οποία δεν ζει. Το κοριτσάκι δόθηκε την ίδια χρονιά από τη μητέρα της σε κάποια οικογένεια για υιοθεσία άγνωστη για τον κύριο Λ.....", αφού η ενάγουσα όταν υιοθετήθηκε ήταν αβάπτιστη και επίσης είχε γεννηθεί δύο έτη μετά. ... Κατόπιν των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας ότι δεν αποδείχτηκε ότι ο Γ.

Λ. ήταν ο φυσικός πατέρας της ενάγουσας, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα υποστηρίζει αυτή με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της είναι αβάσιμα και απορριπτέα".

Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την ουσιαστική αβασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα είναι γνήσιο τέκνο του φερόμενου στην αγωγή ως πατέρα της. Το ότι το Δικαστήριο δέχεται ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της σύλληψης η μητέρα της αναιρεσείουσας είχε σαρκικές επαφές με τον φερόμενο ως πατέρα της δεν αρκεί για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης ότι είναι τέκνο αυτού, δεδομένου ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν ισχύει το τεκμήριο του άρθρου 1481 εδ. α ΑΚ ώστε για την απόδειξη της πατρότητας να αρκεί το γεγονός ότι ο φερόμενος ως πατέρας είχε έλθει σε σαρκική επαφή με την μητέρα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της σύλληψης αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί και ότι η μητέρα δεν είχε άλλη σχέση κατά τον κρίσιμο αυτόν χρόνο. Ενόψει δε του ότι η αναιρεσείουσα, ως ενάγουσα, φέρει και το βάρος απόδειξης του ως άνω αγωγικού ισχυρισμού της, εφόσον το Δικαστήριο δεν σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για την ουσιαστική βασιμότητα αυτού, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, τότε η αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που αφορούν στην επιχειρηματολογία της ιδίας και του Δικαστηρίου καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεν ελέγχονται, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αναιρετικά.

Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο περαιτέρω, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της εσφαλμένης εφαρμογής του προβλεπομένου από τη διάταξη του άρθρου 1481 εδαφ. α ΑΚ τεκμηρίου πατρότητας κρίνεται απορριπτέος ως στηριζόμενος στην προϋπόθεση της παραδοχής από την προσβαλλομένη απόφαση του ως άνω τεκμηρίου, η οποία (προϋπόθεση) όμως είναι εσφαλμένη, αφού, από την επισκόπηση της τελευταίας, προκύπτει σαφώς η μη εφαρμογή αυτού (τεκμηρίου) κατ'επιταγή του εδαφ. β της διατάξεως του άρθρου 1481 ΑΚ, το οποίο καθιστά ανεπιτρεπτή την ισχύ του εν λόγω τεκμηρίου στην ένδικη υπόθεση, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 387 του ΚΠολΔ "το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων", χωρίς καμία διάκριση αν αυτή διατάχθηκε κατ εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 368 του ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο κρίνει ότι τα αποδεικτέα θέματα απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, τη γνώμη των προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, ή κατ' εφαρμογή της παρ. 2 του αυτού άρθρου, όταν δηλαδή το δικαστήριο οφείλει, ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους, να διορίσει πραγματογνώμονα διότι, κατά την κρίση του πάντοτε, για την απόδειξη ορισμένου θέματος χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, εξομοιώνοντας έτσι, από άποψη αποδεικτικής δύναμης, την πραγματογνωμοσύνη προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ.

Η ως άνω αρχή ως προς την αποδεικτική δύναμη της πραγματογνωμοσύνης ισχύει και όταν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 615 παρ. 1 ΚΠολΔ, διατάσσεται ως αποδεικτικό μέσο, κατά τη δίκη αναγνώρισης πατρότητας, η εξέταση από ειδικούς επιστήμονες του αίματος του φερομένου ως πατέρα, εις τρόπον ώστε, το πόρισμα και της πραγματογνωμοσύνης αυτής να εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, προκειμένου από το συνδυασμό προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (έναντι των οποίων, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν έχει αυξημένη αποδεικτική δύναμη) το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για την αμφισβητούμενη πατρότητα του διαδίκου αυτού.

Το από το άρθρο 615 παρ. 1 ΚΠολΔ δηλαδή τεκμήριο, όπως και το πόρισμα των κατόπιν εξέτασης βιολογικού υλικού του φερομένου ως πατέρα, γνωμοδοτούντων πραγματογνωμόνων, δεν αποκλείει την δυνατότητα ερεύνης της πατρότητας και με άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως μάρτυρες, έγγραφα κλπ. (Ολ. Α.Π. 32/1990). Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναίρεσης, μετά την κατάργηση, με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", όπως και μετά την κατάργηση, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, της διάταξης του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ.

για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής απόφασης και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 273/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα δεν αποδείχθηκε ότι είναι γνήσιο τέκνο του Γ. Λ., αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, εκτός από το με ημερομηνία 12-6-2007 ξενόγλωσσο έγγραφο με τίτλο "DNA Test Report", το οποίο δεν ελήφθη υπόψη διότι δεν συνοδευόταν από επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα). Επομένως, το Εφετείο, με το να μη δεχθεί το αίτημα της αναιρεσείουσας (ενάγουσας) περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης με την εξέταση DNA με δείγματα βιολογικού υλικού από το πτώμα του φερομένου ως πατέρα της, δεν απέρριψε χωρίς απόδειξη την αγωγή, καθόσον η έρευνα της πατρότητας μπορεί να αποδειχθεί και με άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως μάρτυρες, έγγραφα κτλ.

Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι ήταν αναγκαία η διενέργεια της ως άνω πραγματογνωμοσύνης για την απόδειξη της πατρότητας είναι αβάσιμος. Εξ άλλου, και αν η ως άνω αιτίαση ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι παρά την υποβολή σχετικού αιτήματος το Εφετείο δεν διέταξε πραγματογνωμοσύνη, προκειμένου να αποδειχθεί αν η αναιρεσείουσα είναι γνήσιο τέκνο του Γ. Λ., ο λόγος αυτός είναι και πάλι αβάσιμος καθόσον η κρίση του Δικαστηρίου περί της ανάγκης ή μη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης δεν ελέγχεται αναιρετικά, εφόσον το Δικαστήριο δεν έκρινε ότι πρόκειται για ζήτημα που για να γίνει αντιληπτό απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 1186/2010, ΑΠ 1817/2009), όπως αυτό συμβαίνει στην ένδικη υπόθεση.

Κατ'ακολουθίαν των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 § 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 4-3-14 και με αριθμ. καταθ. 14/14, αίτηση αναίρεσης της 287/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πατρών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ