Supreme Court dismisses appeal for lack of evidence regarding employment contract and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's judgment regarding an employment dispute. The appellant argued the lower court failed to consider specific payment receipts proving the employer never hired the appellant's former employee. The court found the lower court had reviewed all submitted evidence, including the disputed receipt, and correctly evaluated its weight. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 559(12) of the Code of Civil Procedure; The appeal for lack of evidence is inadmissible if the court explicitly states it considered all documents, and the appeal for insufficient evidence fails when the court's reasoning logically connects the evidence to the finding without contradiction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 133 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 133/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. Μ. του Λ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Ρέκλο και κατέθεσε προτάσεις
Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Π. Κ., το γένος Π. Κ., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρος και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:384/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου 2604/2013 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 7-1-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου διάβασε την από 15-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η αναιρεσίβλητη την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει δικαιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 134/2013).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992,ΑΠ 89/2013).
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα : "Η εναγομένη, η οποία τυγχάνει Δικηγόρος Αθηνών, ειδικευόμενη στο Φορολογικό και Εμπορικό Δίκαιο, ασκούσε την επαγγελματική της δραστηριότητα μέχρι και τις 3 1-3-2005 σε γραφείο επί της οδού Ακαδημίας αρ.8, συστεγαζόμενη με την εταιρεία παροχής φορολογικών και λογιστικών υπηρεσιών με την επωνυμία "Δ.
Α. Κ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Π.Ε.", διαχειριστής της οποίας ήταν ο Δ. Κ., με τον οποίο διατηρούσε από παλιά ελεύθερη συνεργασία. Η τελευταία εν λόγω εταιρεία παρείχε τις ως άνω υπηρεσίες της σε μεγάλες, ημεδαπές και αλλοδαπές, κυρίως τεχνικές, εταιρείες και η εναγομένη δικηγόρος κάλυπτε τους πελάτες της εταιρείας αυτής επί παντός είδους νομικής φύσεως υπηρεσιών που αφορούσαν την εξειδίκευσή της, ενώ ο σύζυγός της Π.
Κ., επίσης Δικηγόρος, κάλυπτε την ανωτέρω εταιρεία του Δ. Κ. και των πελατών της, σε υποθέσεις Αστικού και Ποινικού Δικαίου. Η ενάγουσα, η οποία κατάγεται από τη νήσο Άνδρο των Κυκλάδων και εργαζόταν μέχρι και το έτος 1999 ως υπάλληλος στο λογιστήριο της τοπικής εταιρείας παραγωγής και εμπορίας δομικών υλικών με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Δ.
Π. Α.Ε.", γνωρίζονταν από μακρό χρονικό διάστημα με την εναγομένη, η οποία διατηρεί εξοχική κατοικία στο ίδιο νησί. Κατά το έτος 2000, οπότε λύθηκε η επαγγελματική σχέση της ενάγουσας με την ως άνω εταιρεία της Άνδρου, αυτή (ενάγουσα) εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και προσλήφθηκε ως υπάλληλος στο λογιστικό γραφείο, που διατηρούσε ο Ι.
Σ., Οικονομολόγος-Λογιστής, στην περιοχή "Γκάζι" των Αθηνών, και με τον οποίο γνωρίζονταν από παλιά. Στις 4-2-2005 απεβίωσε ο Δ. Κ. και η προαναφερθείσα εταιρεία του διαλύθηκε και ετέθη άμεσα σε εκκαθάριση. Μετά τη διάλυση της εν λόγω εταιρείας η εναγομένη, αποφάσισε, από κοινού με το συνάδελφό της Σ. Κ., ο οποίος επίσης παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες στην ανωτέρω Ε.Π.Ε., να ανοίξουν δικό τους δικηγορικό γραφείο στο επί της οδού Ακαδημίας αρ. 26, μισθωμένο διαμέρισμα Α' ορόφου, όπου και μετέφεραν την έδρα της επαγγελματικής τους εγκατάστασης, στην οποία και πραγματικά εγκαταστάθηκαν από τις αρχές Απριλίου 2005.
Στο νέο δε γραφείο της εναγομένης μετεφέρθη και η έδρα της υπό εκκαθάριση ως άνω Ε.Π.Ε., κατόπιν επιθυμίας τόσο του επιζώντος των εταίρων αυτής Ι. Δ., όσο και των κληρονόμων του Δ. Κ., ενώ οι μέχρι τότε υπηρετούσες δύο λογίστριες υπάλληλοί της Ν. Μ. και Γ. Π. αποχώρησαν από την εταιρεία. Τότε η ενάγουσα, η οποία, μέσω της γνωριμίας που διατηρούσε με την εναγομένη, πληροφορήθηκε τη διάλυση της Ε.Π.Ε.
και τις άμεσες ανάγκες που είχαν ανακύψει εξαιτίας των εργασιών της εκκαθάρισής της, εκμεταλλευθείσα την κατάσταση, συνέστησε στους κληρονόμους του αποβιώσαντος και στον εκκαθαριστή της εταιρείας αυτής, Π. Κ., τον ανωτέρω εργοδότη της Λογιστή Ι. Σ., προκειμένου ο τελευταίος, σε συνεργασία με την ίδια, να αναλάβουν την τήρηση και το κλείσιμο των λογιστικών βιβλίων της υπό εκκαθάριση Ε.Π.Ε., καθώς και τη ρύθμιση των λογιστικών και φοροτεχνικών υποθέσεων των πελάτιδων εταιρειών της τελευταίας, που είχαν μείνει εκκρεμείς μετά το θάνατο του Δ.
Κ., τη λύση της εταιρείας του και την αποχώρηση των άνω λογιστριών υπαλλήλων της, τις υπηρεσίες των οποίων οι τελευταίοι και αποδέχθηκαν. Επίσης, στα πλαίσια υλοποίησης του παραπάνω σκοπού τους, στις 5-4-2005 ο Ι. Σ. απέστειλε με FΑΧ στο γραφείο της εναγομένης ένα σχέδιο (πρόταση) συνεργασίας μεταξύ αυτού και της ενάγουσας από τη μία πλευρά και της εναγομένης και του συναδέλφου της Σ.
Κ. από την άλλη, για μελλοντική συνεργασία μαζί τους, ζητώντας να τους συντάξουν και σχέδιο Καταστατικού Εταιρείας μεταξύ τους, προκειμένου εκείνοι να συνεχίσουν, μετά την εκκαθάριση της Ε.Π.Ε. του αποβιώσαντος Δ. Κ. το έργο αυτής, ως διάδοχοί της, υπό το σχήμα μεταξύ τους εταιρείας. Το σχέδιο αυτό, ωστόσο, δεν προχώρησε, τελικά, για λόγους που αφορούσαν το πρόσωπο του Ι.
Σ.. Από τον ίδιο, όμως, μήνα (Απρίλιο 2005) ο συστηθείς από την ενάγουσα Λογιστής Ι. Σ., και για τις εργασίες που είχε αναλάβει, έστελνε στο νέο γραφείο της εναγομένης την ενάγουσα, συνεργάτιδα και υπάλληλό του, και μετά το Μάιο του 2005 και μια δεύτερη υπάλληλό του, τη Μ. Θ., όποτε θεωρούσε ότι χρειαζόταν να κάνουν λογιστικές εργασίες τόσο για την υπό εκκαθάριση ΕΠΕ, όσο και για τις πελάτιδές της εταιρείες.
Οι ως άνω δύο υπάλληλοι του Ι. Σ. έρχονταν στο νέο γραφείο της εναγομένης σε μη τακτές ημέρες και ώρες, και, προκειμένου αυτές να διευκολύνονται, η τελευταία είχε εμπιστευθεί από τον Απρίλιο του 2005 στην ίδια την ενάγουσα κλειδιά του γραφείου της. Ωστόσο, από το Μάιο του 2005 έως και το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, η ενάγουσα έπαυσε να εμφανίζεται στο γραφείο της εναγομένης, εξαιτίας ασθενείας του πατέρα της, ο οποίος έμενε στην Άνδρο.
Κατά το χρονικό αυτό διάστημα ο εργοδότης της Ι. Σ. έστελνε στο γραφείο μόνο τη δεύτερη υπάλληλό του Μ. Θ., η οποία και εκτελούσε δευτερεύουσες εργασίες (ταξινόμηση στοιχείων κ.λπ.). Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν μεγάλες εκκρεμότητες στα λογιστικά βιβλία των εταιρειών πελάτιδών της υπό εκκαθάριση Ε.Π.Ε., αλλά και της ίδιας της υπό εκκαθάριση Ε.Π.Ε., με συνέπεια οι εργασίες εκκαθάρισής της και πέρατος αυτής να καθυστερήσουν.
Περαιτέρω άρχισαν να δημιουργούνται και τριβές στη σχέση του Ι. Σ. με την εναγομένη και το συνεργάτη της Σ. Κ., όταν οι τελευταίοι διαπίστωσαν ότι ήταν ανεπαρκής για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει, γι' αυτό και του ανακοίνωσαν ότι με το τέλος της εκκαθάρισης της "Δ. Α.Κ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Π.Ε.", θα διέκοπταν κάθε συνεργασία μαζί του, όπως και τελικά έγινε.
Έτσι από 1-4-2006, οπότε απομακρύνθηκε ο Ι. Σ. και η ενάγουσα συνεργάτιδά του από το γραφείο της εναγομένης, τη λογιστική παρακολούθηση των λογιστικών βιβλίων όλων των εταιρειών πελάτιδων της πρώην ως άνω ΕΠΕ, τη σύνταξη και υπογραφή των ισολογισμών τους της 31-12-2005 και τη σύνταξη, υπογραφή και υποβολή των φορολογικών τους δηλώσεων οικ.
έτους 2006 (χρήση 2005) ανέλαβε άλλη εταιρεία, ήτοι η λογιστική εταιρεία "Μ. Κ. & ΣΙΑ Ε.Ε.". Από τα προεκτεθέντα δε στην αρχή αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε απασχοληθεί ποτέ ως μισθωτός υπό οποιαδήποτε σχέση εργασίας στο δικηγορικό γραφείο της εναγομένης, δοθέντος, άλλωστε, ότι η τελευταία δεν είχε ανάγκη των υπηρεσιών της, αφού η ενάγουσα κατείχε μόνο λογιστικές γνώσεις, χωρίς να γνωρίζει κάποια ξένη γλώσσα, τις ανάγκες δε της γραμματειακής της υποστήριξης η εναγομένη κάλυπτε επαρκώς από 1-4-2005 και εφεξής με τις δύο θυγατέρες του συνεργάτη της δικηγόρου Σ.
Κ., αμφότερες φοιτήτριες τότε της Νομικής Σχολής Αθηνών, γλωσσομαθείς και με άριστη γνώση των Η/Υ, και παράλληλα με την παλιά γραμματέα του γραφείου της πρώην εταιρείας Δ. Κ. Ε. Β., η οποία στην αρχή προσέφερε εθελοντικές υπηρεσίες και από 1-1-2006 έως 30-4-2006 απασχολούμενη επ' αμοιβή στο γραφείο της εναγομένης.
Επομένως η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία έκρινε αντίθετα και δέχθηκε την ύπαρξη τετράωρης μερικής εργασιακής απασχόλησης που συνέδεε την ενάγουσα με την εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από τις 7-2-2005 έως τις 25-4-2006 και στη συνέχεια δέχθηκε κατά ένα μέρος, ως και κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή, επιδικάζοντας υπέρ της πρώτης μέρος των εγερθεισών εργασιακών της αξιώσεων, έσφαλε ως προς την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τους βάσιμους οκτώ συναφείς λόγους της έφεσης της εκκαλούσας εναγομένης".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας είναι ουσιαστικά αβάσιμη και στη συνέχεια ,αφού, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως κατ' ουσία αβάσιμη, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης ως κατ' ουσία βάσιμη, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία ,όπως προαναφέρθηκε, η αγωγή είχε γίνει εν μέρει δεκτή και την απέρριψε.
Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο προκύπτει ότι η απόφασή του έχει νόμιμη βάση ,και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη σύναψης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων και δεν έχει αντιφατικές αιτιολογίες, με συνέπεια να μη καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή των προδιαληφθεισών κανόνων δικαίου.
Τούτο γιατί, οι παραδοχές ότι, 1) η ενάγουσα ήταν υπάλληλος του λογιστή Ι. Σ., 2) ο τελευταίος έστελνε από το μήνα Μάιο του 2005 στο νέο γραφείο της εναγομένης, όπου είχε μεταφερθεί και η έδρα της υπό εκκαθάριση εταιρείας, όποτε θεωρούσε ότι χρειαζόταν να κάνει λογιστικές εργασίες για την εν λόγω εταιρεία και τους πελάτες της, σε μη τακτές ημέρες και ώρες, 3) η εναγομένη δεν είχε ανάγκη των υπηρεσιών της, αφού η ενάγουσα κατείχε μόνο λογιστικές γνώσεις, χωρίς να γνωρίζει κάποια ξένη γλώσσα, 5) τις ανάγκες της γραμματειακής της υποστήριξης, η εναγομένη κάλυπτε επαρκώς από 1-4-2005 και εφεξής με τις δύο θυγατέρες του συνεργάτη της δικηγόρου Σ.
Κ., αμφότερες φοιτήτριες τότε της Νομικής Σχολής Αθηνών, γλωσσομαθείς και με άριστη γνώση των Η/Υ, και παράλληλα με την παλιά γραμματέα του γραφείου της πρώην εταιρείας Δ. Κ. Ε. Β., η οποία στην αρχή προσέφερε εθελοντικές υπηρεσίες και από 1-1-2006 έως 30-4-2006 απασχολούμενη επ' αμοιβή στο γραφείο της εναγομένης, δεν αντιφάσκουν με την παραδοχή ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε απασχοληθεί ποτέ ως μισθωτός υπό οποιοδήποτε σχέση εργασίας στο δικηγορικό γραφείο της ενάγουσας, με συνέπεια να μη δικαιούται οιουδήποτε μισθού.
Συνεπώς ο συναφής πρώτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
2. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς. Αντιθέτως, αν η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας γίνεται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο ,με το να δεχθεί τα προαναφερθέντα και ειδικότερα ότι : ".... Τότε η ενάγουσα, η οποία, μέσω της γνωριμίας που διατηρούσε με την εναγομένη, πληροφορήθηκε τη διάλυση της Ε.Π.Ε. και τις άμεσες ανάγκες που είχαν ανακύψει εξαιτίας των εργασιών της εκκαθάρισής της, εκμεταλλευθείσα την κατάσταση, συνέστησε στους κληρονόμους του αποβιώσαντος και στον εκκαθαριστή της εταιρείας αυτής, Π.
Κ., τον ανωτέρω εργοδότη της Λογιστή Ι. Σ., προκειμένου ο τελευταίος, σε συνεργασία με την ίδια, να αναλάβουν την τήρηση και το κλείσιμο των λογιστικών βιβλίων της υπό εκκαθάριση Ε.Π.Ε., καθώς και τη ρύθμιση των λογιστικών και φοροτεχνικών υποθέσεων των πελάτιδων εταιρειών της τελευταίας, που είχαν μείνει εκκρεμείς μετά το θάνατο του Δ.
Κ., τη λύση της εταιρείας του και την αποχώρηση των άνω λογιστριών υπαλλήλων της, τις υπηρεσίες των οποίων οι τελευταίοι και αποδέχθηκαν. Επίσης, στα πλαίσια υλοποίησης του παραπάνω σκοπού τους, στις 5-4-2005 ο Ι. Σ. απέστειλε με FΑΧ στο γραφείο της εναγομένης ένα σχέδιο (πρόταση) συνεργασίας μεταξύ αυτού και της ενάγουσας από τη μία πλευρά και της εναγομένης και του συναδέλφου της Σ.
Κ. από την άλλη, για μελλοντική συνεργασία μαζί τους, ζητώντας να τους συντάξουν και σχέδιο Καταστατικού Εταιρείας μεταξύ τους, προκειμένου εκείνοι να συνεχίσουν, μετά την εκκαθάριση της Ε.Π.Ε. του αποβιώσαντος Δ. Κ. το έργο αυτής, ως διάδοχοί της, υπό το σχήμα μεταξύ τους εταιρείας.", παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι "εκ της ανωτέρω παραδοχής, η αναιρεσιβαλλομένη έπρεπε ασφαλώς να συναγάγει, με απλή θεώρηση της συγκεκριμένης συναλλαγής και με μέση εμπειρία περί τα συναλλακτικά πράγματα, ότι μία τέτοια πρόταση συνεργασίας υποδηλώνει εσωτερική ισοτιμία των συμμετεχόντων της μίας πλευράς.
Έπρεπε υπό την ανωτέρω ουσιαστική παραδοχή της, να εξαχθεί το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι, εάν ήμουν μισθωτός του κ. Σ., δεν θα υπήρχε λόγος ο εργοδότης μου να με συμπεριλάβει σε μία τέτοια συμφωνία ως ισότιμο μέρος αυτής, με δικαιώματα μη συμβατά με την σχέση εξαρτήσεως μισθωτού προς εργοδότη. Εφ' όσον, πάντως, αυτό απεδέχθη η προσβαλλομένη, στην νέα εταιρία θα ήμουν, αναγκαστικώς, συγχρόνως ισότιμος εταίρος, αλλά και υποδεέστερος υπάλληλος του συνεταίρου μου, αφού συγχρόνως, η αναιρεσιβαλλομένη εδέχθη ότι θα ήμουν μισθωτός του κ.
Ι. Σ., αλλά και συνέταιρός του. Η αναιρεσιβαλλομένη παρέλειψε να εξαγάγει το απαραίτητο δίδαγμα της κοινής πείρας, για να διερευνήσει το πραγματικό υπόβαθρο και την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του αστικού κώδικα περί παροχής μισθωτής εργασίας. Η αναιρεσιβαλλομένη όφειλε να εξαγάγει και εν συνεχεία να χρησιμοποιήσει το ανωτέρω δίδαγμα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικεύσει την αόριστη νομική έννοια της σχέσεως μισθωτής εξαρτημένης εργασίας, κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (648 και 652) και τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού της εργασίας ως εξαρτημένης.
Όφειλε, δηλαδή, η προσβαλλομένη, αφού εδέχθη τον ανωτέρω συλλογισμό, να εξαγάγει εξ αυτού το απαραίτητο δίδαγμα κοινής πείρας , ώστε μέσω αυτού, να αποφανθεί εάν τα λοιπά αποδεχθέντα πορίσματά της μπορούν να υπαχθούν στην νομική έννοια της εξαρτημένης εργασίας, ήτοι εάν στην συγκεκριμένη περίπτωση, υπήρξαν συγκεκριμένες παραδοχές (που πάντως δεν μνημονεύονται) που υπάγονται στην, υπό τις οδηγίες και τον έλεγχο του εργοδότη, εκτέλεση της εργασίας, ο οποίος καθορίζει τον τόπο, το χρόνο και την έκταση της παροχής της μέσα στα συμβατικά ή όρια, κατά τρόπο δεσμευτικό για το μισθωτό, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να υπακούσει και να ακολουθεί τις οδηγίες του εργοδότη".
Τα ανωτέρω όμως που διαλαμβάνονται στον δεύτερο λόγο αναίρεσης δεν αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς, αλλά αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα προς στήριξη των απόψεων της αναιρεσείουσας.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί..
3. Σύμφωνα με το άρθρα 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν.2915/2001.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλ' αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός, εξάλλου, δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, διαφορετικό δε είναι το ζήτημα εάν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική του δύναμη, οπότε ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 λόγος αναίρεσης (ΑΠ 49/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, διότι δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προέκυπτε ότι η αναιρεσίβλητη ουδέποτε προσέλαβε την Ε.
Β. στο δικηγορικό της γραφείο ως υπάλληλό της . Ειδικότερα, ψέγει το Εφετείο για το ότι, ενώ έλαβε υπόψη τις δεκαέξι αποδείξεις πληρωμής, που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 1 απόδειξη δαπανών της 30-6-2006 της αναιρεσίβλητης με την προσωρινή δήλωση της Δ' Δ Ο Υ, που υπέβαλε πρόστιμο εκπρόθεσμης υποβολής και φέρει ημερομηνία 11-12-2006, από την οποία προκύπτει ότι η εναγομένη δεν προσέλαβε ποτέ την Ε.
Β. ως υπάλληλό της. Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της πρόσληψης από την αναιρεσίβλητη της Ε.
Β. ως υπάλλήλου της, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείό έλαβε υπόψη και το ως άνω αποδεικτικό μέσο και το συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις. Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από το εν λόγω αποδεικτικό μέσο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς το προαναφερθέν ζήτημα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας του μέσου αυτού.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-1-2014 αίτηση της αναιρεσείουσας για αναίρεση της 2604/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ